Τρίτη, Σεπτεμβρίου 30, 2014

ΑΝ ΔΕΝ ΑΝΤΙΔΡΑΣΟΥΜΕ , ΘΑ ΜΑΣ ΠΕΘΑΝΟΥΝ ΟΛΟΥΣ ΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

Κραυγή αγωνίας

Διαμαρτυρία ασθενών με σοβαρές παθήσεις για το αυξημένο κόστος θεραπείας

Διαμαρτυρία ασθενών με σοβαρές παθήσεις για το αυξημένο κόστος θεραπείας
  (Φωτογραφία:  Eurokinissi )


Αθήνα
Κραυγή αγωνίας από χιλιάδες ασθενείς με σοβαρές παθήσεις, οι οποίοι χρειάζονται συνεχή παρακολούθηση, εξειδικευμένες εξετάσεις και ακριβά φάρμακα, καθώς, όπως καταγγέλλουν, η πρόσβαση σε καινοτόμες θεραπείες καθίσταται δύσκολη κυρίως λόγω του υψηλού κόστους.

Σύμφωνα με τους εκπροσώπους τους, στις δημόσιες δομές, είτε δεν υπάρχει ο απαραίτητος ιατροτεχνολογικός εξοπλισμός και το εξειδικευμένο προσωπικό ή όπου υπάρχει, ο χρόνος αναμονής είναι μεγάλος, με αποτέλεσμα οι ασθενείς να κατευθύνονται στον ιδιωτικό τομέα, όπου το κόστος είναι δυσβάσταχτο.

«Ο ιδιωτικός τομέας κάνει πάρτι αυτή τη στιγμή στην υγεία» υπογράμμισε κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου η Ζωή Γραμματόγλου από το Σύλλογο Καρκινοπαθών, Εθελοντών, Φίλων και Ιατρών-ΚΕΦΙ Αθηνών.

Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά για την εξέταση ONCOTYPEDX, που γίνεται στον ιδιωτικό τομέα η συμμετοχή του ασφαλισμένου είναι αυξημένη κατά 5%, δηλαδή πληρώνει το 20% από την τσέπη του, που αναλογεί σε 720 ευρώ.

Οι εκπρόσωποι των Συλλόγων Ασθενών (ΚΕΦΙ Αθηνών, Σπανίων Παθήσεων, Ατόμων με Σακχαρώδη Διαβήτη), που συμμετείχαν στη συνέντευξη Τύπου, χαρακτήρισαν «αντιεπιστημονικές, απάνθρωπες και ασύμφορες οικονομικά» τις νέες εξαγγελίες του ΕΟΠΥΥ για τις προληπτικές διαγνωστικές εξετάσεις στην πρωτοβάθμια περίθαλψη, επισημαίνοντας ότι ο καθορισμός ανώτατου αριθμού εξετάσεων, ανατρέπει το δεδομένο της σταθερής συμμετοχής (15%) των ασφαλισμένων.

Απαράδεκτο χαρακτήρισε το πλαφόν στη συνταγογράφηση και στις εξετάσεις ο Χρήστος Δαραμήλας, πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Σωματείων-Συλλόγων Ατόμων με Σακχαρώδη Διαβήτη (Π.Ο.Σ.Σ.Α.Σ.ΔΙΑ.) , αναφέροντας ότι τα μηνιαία απαραίτητα, για την αντιμετώπιση του διαβήτη, αλλά και την επιβίωση του ατόμου με διαβήτη τύπου 1, φάρμακα και αναλώσιμα ξεπερνούν τα 350 ευρώ και αν επιπλέον το άτομο χρησιμοποιεί για την αντιμετώπιση του διαβήτη αντλία ινσουλίνης τότε τα μηνιαία απαραίτητα έξοδα ξεπερνούν τα 500 ευρώ, ενώ το μηναίο κόστος εκτινάσσεται αν προστεθούν και τα φάρμακα που χρειάζονται στις περιπτώσεις εμφάνισης επιπλοκών.

Την ίδια στιγμή, όπως είπε ο κ. Δαραμήλας ο ΕΟΠΥΥ, ο οποίος δεν έχει προχωρήσει στην εκκαθάριση προηγούμενων ετών οφείλει σε ασθενείς έως και 6.000 ευρώ από το 2011.

Στην έλλειψη Εθνικού Συστήματος Υγείας για Σπάνιες Παθήσεις αναφέρθηκε η Μαριάννα Λάμπρου, πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Σπανίων Παθήσεων, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα κινδυνεύει με πρόστιμο από την ΕΕ αν έως το τέλος του έτους δεν είναι έτοιμο. «Οι ιθύνοντες πρέπει να κατανοήσουν ότι η παροχή της αναγκαίας θεραπευτικής αντιμετώπισης των ασθενών με σπάνιες παθήσεις προσφέρει, μακροπρόθεσμα, μεγαλύτερη οικονομία στο κράτος, αφού η σταθεροποίηση της υγείας και της ποιότητας ζωής αποκλείει πολυδάπανες φαρμακευτικές, ιατρικές και χειρουργικές πράξεις και οδηγεί συχνά τους ασθενείς να είναι παραγωγικά άτομα στην κοινωνία».

Στις επιπτώσεις που έχουν σε ασθενείς και γιατρούς «τα αντιεπιστημονικά», όπως τα χαρακτήρισε μέτρα, αναφέρθηκε ο πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών Γιώργος Πατούλης. επισημαίνοντας ότι οι ασθενείς πολλές φορές δεν μπορούν να ολοκληρώσουν τις θεραπείες τους ούτε να πραγματοποιήσουν τις απαραίτητες εξετάσεις.

Όπως είπε ο κ. Πατούλης, μέτρα όπως το πλαφόν στη συνταγογράφηση, το αριθμητικό όριο ανά ειδικότητα στις διαγνωστικές εξετάσεις και οι κατευθυντήριες οδηγίες που επεβλήθησαν , δυσχεραίνουν την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος και έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία του ασθενή.

Πηγή: In.gr /Newsroom ΔΟΛ, με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

Ένα διήγημα περί θεού και αθεΐας



AN ALIEN AGONY
or
THE STREETS OF ASHKELON
 by
  
Somewhere above, hidden by the eternal clouds of Wesker’s World, a thunder rumbled and grew.  Trader John Garth stopped when he heard it, his boots sinking slowly into the muck, and cupped his good ear to catch the sound.  It swelled and waned in the thick atmosphere, growing louder.
“That noise is the same as the noise of your sky-ship,” Itin said, with stolid Wesker logicality, slowly pulverising the idea in his mind and turning over the bits one by one for closer examination.  “But your ship is still sitting where you landed it.  It must be, even though we cannot see it, because you are the only one who can operate it.  And even if anyone else could operate it we would have heard it rising into the sky.  Since we did not, and if this sound is a sky-ship sound, then it must mean …”
“Yes, another ship,” Garth said, too absorbed in his own thoughts to wait for the laborious Weskerian chains of logic to clank their way through to the end.  Of course it was another spacer, it had been only a matter of time before one appeared, and undoubtedly this one was homing on the S.S. radar reflector as he had done.  His own ship would show up clearly on the newcomer’s screen and they would probably set down as close to it as they could.







“You better go ahead, Itin,” he said.  “Use the water so you can get to the village quickly.  Tell everyone to get back into the swamps, well clear of the hard ground.  That ship is landing on instruments and anyone underneath at touchdown is going to be cooked.”
This immediate threat was clear enough to the little Wesker amphibian.  Before Garth finished speaking Itin’s ribbed ears had folded like a bat’s wing and he slipped silently into the nearby canal.  Garth squelched on through the mud, making as good time as he could over the clinging surface.  He had just reached the fringes of the village clearing when the rumbling grew to a head-splitting roar and the spacer broke through the low-hanging layer of clouds above.  Garth shielded his eyes from the down-reaching tongue of flame and examined the growing form of the grey-black ship with mixed feelings.




After almost a standard year on Wesker’s World he had to fight down a longing for human companionship of any kind.  While this buried fragment of herd-spirit chattered for the rest of the monkey tribe, his trader’s mind was busily drawing a line under a column of figures and adding up the total.  This could very well be another trader’s ship, and if it were his monopoly of the Wesker trade was at an end.  Then again, this might not be a trader at all, which was the reason he stayed in the shelter of the giant fern and loosened his gun in its holster.



The ship baked dry a hundred square metres of mud, the roaring blast died, and the landing feet crunched down through the crackling crust.  Metal creaked and settled into place while the cloud of smoke and steam slowly drifted lower in the humid air.
“Garth – you native-cheating extortionist – where are you?” the ship’s speaker boomed.  The lines of the spacer had looked only slightly familiar, but there was no mistaking the rasping tones of that voice.  Garth wore a smile when he stepped out into the open and whistled shrilly through two fingers.  A directional microphone ground out of its casing on the ship’s fin and turned in his direction.



“What are you doing here, Singh?” he shouted towards the mike.  “Too crooked to find a planet of your own and have to come here to steal an honest trader’s profits?”
“Honest!” the amplified voice roared.  “This from the man who has been in more jails than cathouses – and that a goodly number in itself, I do declare!  Sorry, friend of my youth, but I cannot join you in exploiting this aboriginal pesthole.  I am on course to a more fairly atmosphered world where a fortune is waiting to be made.  I only stopped here since an opportunity presented to turn an honest credit by running a taxi service.  I bring you friendship, the perfect companionship, a man in a different line of business who might help you in yours.  I’d come out and say hello myself, except I would have to decon for biologicals.  I’m cycling the passenger through the lock so I hope you won’t mind helping with his luggage.”



At least there would be no other trader on the planet now, that worry was gone.  But Garth still wondered what sort of passenger would be taking one-way passage to an uninhabited world.  And what was behind that concealed hint of merriment in Singh’s voice?  He walked around to the far side of the spacer where the ramp had dropped, and looked up at the man in the cargo lock who was wrestling ineffectually with a large crate.  The man turned towards him and Garth saw the clerical dog-collar and knew just what it was Singh had been chuckling about.


“What are you doing here?” Garth asked; in spite of his attempt at self control he snapped the words.  If the man noticed this he ignored it, because he was still smiling and putting out his hand as he came down the ramp.
“Father Mark,” he said.  “Of the Missionary Society of Brothers.  I’m very pleased to …”
“I said what are you doing here.”  Garth’s voice was under control now, quiet and cold.  He knew what had to be done, and it must be done quickly or not at all.
“That should be obvious,” Father Mark said, his good nature still unruffled.  “Our missionary society has raised funds to send spiritual emissaries to alien worlds for the first time.  I was lucky enough …”


“Take your luggage and get back into the ship.  You’re not wanted here and have no permission to land.  You’ll be a liability and there is no one on Wesker to take care of you.  Get back into the ship.”

“I don’t know who you are sir, or why you are lying to me,” the priest said.  He was still calm but the smile was gone.  “But I have studied galactic law and the history of this planet very well.  There are no diseases or beasts here that I should have any particular fear of.  It is also an open planet, and until the Space Survey changes that status I have as much right to be here as you do.”

The man was of course right, but Garth couldn’t let him know that.  He had been bluffing, hoping the priest didn’t know his rights.  But he did.  There was only one distasteful course left for him, and he had better do it while there was still time.

“Get back in that ship,” he shouted, not hiding his anger now.  With a smooth motion his gun was out of the holster and the pitted black muzzle only inches from the priest’s stomach.  The man’s face turned white, but he did not move.

“What the hell are you doing, Garth?”  Singh’s shocked voice grated from the speaker.  “The guy paid his fare and you have no rights at all to throw him off the planet.”

“I have this right,” Garth said, raising his gun and sighting between the priest’s eyes.  “I give him thirty seconds to get back aboard the ship or I pull the trigger.”
“Well I think you are either off your head or playing a joke,” Singh’s exasperated voice rasped down at them.  “If a joke, it is in bad taste, and either way you’re not getting away with it.  Two can play at that game, only I can play it better.”

There was the rumble of heavy bearings and the remote-controlled four-gun turret on the ship’s side rotated and pointed at Garth.  “Now – down gun and give Father Mark a hand with the luggage,” the speaker commanded, a trace of humour back in the voice now.  “As much as I would like to help, Old Friend, I cannot.  I feel it is time you had a chance to talk to the Father; after all, I have had the opportunity of speaking with him all the way from Earth.”


Garth jammed the gun back into the holster with an acute feeling of loss.  Father Mark stepped forward, the winning smile back now and a bible taken from a pocket of his robe, in his raised hand.  “My son,” he said.

“I’m not your son,” was all Garth could choke out as defeat welled up in him.  His fist drew back as the anger rose, and the best he could do was open the fist so he struck only with the flat of his hand.  Still the blow sent the priest crashing to the ground and fluttered the pages of the book splattering into the thick mud.


Itin and the other Weskers had watched everything with seemingly emotionless interest, and Garth made no attempt to answer their unspoken questions.  He started towards his house, but turned back when he saw they were still unmoving.

“A new man has come,” he told them.  “He will need help with the things he has brought.  If he doesn’t have any place for them, you can put them in the big warehouse until he has a place of his own.”
He watched them waddle across the clearing towards the ship, then went inside and gained a certain satisfaction from slamming the door hard enough to crack one of the panes.  There was an equal amount of painful pleasure in breaking out on of the remaining bottles of Irish whisky that he had been saving for a special occasion.  Well this was special enough, though not really what he had had in mind.  The whisky was good and burned away some of the bad taste in his mouth, but not all of it.  If his tactics had worked, success would have justified everything.  But he had failed and in addition to the pain of failure there was the acute feeling that he had made a horse’s ass out of himself.  Singh had blasted off without any good-byes.  There was no telling what sense he had made of the whole matter, though he would surely carry some strange stories back to the traders’ lodge.  Well, that could be worried about the next time Garth signed in.  Right now he had to go about setting things right with the missionary.  Squinting out through the rain he saw the man struggling to erect a collapsible tent while the entire population of the village stood in ordered ranks and watched.  Naturally none of them offered to help.



By the time the tent was up and the crates and boxes stowed inside it the rain had stopped.  The level of fluid in the bottle was a good bit lower and Garth felt more like facing up to the unavoidable meeting.  In truth, he was looking forward to talking to the man.  This whole nasty business aside, after an entire solitary year any human companionship looked good.  Will you join me now for dinner.  John Garth, he wrote on the back of an old invoice.  But maybe the guy was too frightened to come?  Which was no way to start any kind of relationship.  Rummaging under the bunk, he found a box that was big enough and put his pistol inside.  Itin was of course waiting outside the door when he opened it, since this was his tour as Knowledge Collector.  He handed him the note and box.
“Would you take these to the new man,” he said.
“Is the new man’s name New Man?” Itin asked.
“No, it’s not!” Garth snapped.  “His name is Mark.  But I’m only asking you to deliver this, not get involved in conversation.”




As always when he lost his temper, the literal-minded Weskers won the round.  “You are not asking for conversation,” Itin said slowly, “but Mark may ask for conversation.  And others will ask me his name, if I do not know his na …”  The voice cut off as Garth slammed the door.  This didn’t work in the long run either because next time he saw Itin – a day, a week, or even a month later – the monologue would be picked up on the very word on which it had ended and the thought rambled out to its last frayed end.  Garth cursed under his breath and poured water over a pair of the tastier concentrates that he had left.



“Come in,” he said when there was a quiet knock on the door.  The priest entered and held out the box with the gun.
“Thank you for the loan, Mr. Garth, I appreciate the spirit that made you send it.  I have no idea of what caused the unhappy affair when I landed, but I think it would be best forgotten if we are going to be on this planet together for any length of time.”
“Drink?” Garth asked, taking the box and pointing to the bottle on the table.  He poured two glasses full and handed one to the priest.  “That’s about what I had in mind, but I still owe you an explanation of what happened out there.”  He scowled into his glass for a second, then raised it to the other man.  “It’s a big universe and I guess we have to make out as best we can.  Here’s to Sanity.”


“God be with you,” Father Mark said, and raised his glass as well.
“Not with me or with this planet,” Garth said firmly.  “And that’s the crux of the matter.”  He half-drained the glass and sighed.
“Do you say that to shock me?” the priest asked with a smile.  “I assure you it doesn’t.”
“Not intended to shock.  I meant it quite literally.  I suppose I’m what you would call an atheist, so revealed religion is no concern of mine.  While these natives, simple and unlettered stone-age types that they are, have managed to come this far with no superstitions or traces of deism whatsoever.  I had hoped that they might continue that way.”
“What are you saying?” the priest frowned.  “Do you mean they have no gods, no belief in the hereafter?  They must die …?”
“Die they do, and to dust returneth like the rest of the animals.  They have thunder, trees and water without having thunder-gods, tree sprites or water nymphs.  They have no ugly little gods, taboos or spells to hag-ride and limit their lives.  They are the only primitive people I have ever encountered that are completely free of superstition and appear to be much happier and saner because of it.  I just wanted to keep them that way.”

“You wanted to keep them from God – from salvation?” the priest’s eyes widened and he recoiled slightly.
“No,” Garth said.  “I wanted to keep them from superstition until they knew more and could think about it realistically without being absorbed and perhaps destroyed by it.”
“You’re being insulting to the Church, sir, to equate it with superstition …”
“Please,” Garth said, raising his hand.  “No theological arguments.  I don’t think your society footed the bill for this trip just to attempt a conversion on me.  Just accept the fact that my beliefs have been arrived at through careful thought over a period of years, and no amount of undergraduate metaphysics will change them.  I’ll promise not to try and convert you – if you will do the same for me.”


“Agreed, Mr. Garth.  As you have reminded me, my mission here is to save these souls, and that is what I must do.  But why should my work disturb you so much that you try and keep me from landing?  Even threaten me with your gun, and …” the priest broke off and looked into his glass.

“And even slug you?” Garth asked, suddenly frowning.  “There was no excuse for that, and I would like to say that I’m sorry.  Plain bad manners and an even worse temper.  Live alone long enough and you find yourself doing that kind of thing.”  He brooded down at his big hands where they lay on the table, reading memories into the scars and calluses patterned there.  “Let’s just call it frustration, for lack of a better word.  In your business you must have had a lot of chance to peep into the darker places in men’s minds and you should know a bit about motives and happiness.  I have had too busy a life to ever consider settling down and raising a family, and right up until recently I never missed it.  Maybe leakage radiation is softening up my brain, but I had begun to think of these furry and fishy Weskers as being a little like my own children, that I was somehow responsible for them.”





“We are all His children,” Father Mark said quietly.

“Well, here are some of His children that can’t even imagine His existence,” Garth said, suddenly angry at himself for allowing gentler emotions to show through.  Yet he forgot himself at once, leaning forward with the intensity of his feelings.  “Can’t you realise the importance of this?  Live with these Weskers awhile and you will discover a simple and happy life that matches the state of grace you people are always talking about.  They get pleasure from their lives – and cause no one pain.  By circumstance they have evolved on an almost barren world, so have never had a chance to grow out of a physical stone age culture.  But mentally they are our match – or perhaps better.  They have all learned my language so I can easily explain the many things they want to know.  Knowledge and the gaining of knowledge gives them real satisfaction.  They tend to be exasperating at times because every new fact must be related to the structure of all other things, but the more they learn the faster this process becomes.  Someday they are going to be man’s equal in every way, perhaps surpass us.  If – would you do me a favour?”





“Whatever I can.”
“Leave them alone.  Or teach them if you must – history and science, philosophy, law, anything that will help them face the realities of the greater universe they never even knew existed before.  But don’t confuse them with your hatreds and pain, guilt, sin and punishment.  Who knows the harm …”

“You are being insulting, sir!” the priest said, jumping to his feet.  The top of his grey head barely came to the massive spaceman’s chin, yet he showed no fear in defending what he believed.  Garth, standing now himself, was no longer the penitent.  They faced each other in anger, as men have always stood, unbending in the defence of that which they think is right.

“Yours is the insult,” Garth shouted.  “The incredible egotism to feel that your derivative little mythology, differing only slightly from the thousands of others that still burden man, can do anything but confuse their still fresh minds!  Don’t you realise that they believe in truth – and have never heard of such a thing as a lie.  They have not been trained yet to understand that other kinds of minds can think differently from theirs.  Will you spare them this …?”


“I will do my duty which is His will, Mr. Garth.  These are God’s creatures here, and they have souls.  I cannot shirk my duty, which is to bring them His word, so that they may be saved and enter into the kingdom of heaven.”
When the priest opened the door the wind caught it and blew it wide.  He vanished into the stormswept darkness and the door swung back and forth and a splatter of raindrops blew in.  Garth’s boots left muddy footprints when he closed the door, shutting out the sight of Itin sitting patiently and uncomplaining in the storm, hoping only that Garth might stop for a moment and leave with him some of the wonderful knowledge of which he had so much.


By unspoken consent that first night was never mentioned again.  After a few days of loneliness, made worse because each knew of the other’s proximity, they found themselves talking on carefully neutral grounds.  Garth slowly packed and stowed away his stock and never admitted that his work was finished and he could leave at any time.  He had a fair amount of interesting drugs and botanicals that would fetch a good price.  And the Wesker Artefacts were sure to create a sensation in the sophisticated galactic market.  Crafts on the planet here had been limited before his arrival, mostly pieces of carving painfully chipped into the hard wood with fragments of stone.  He had supplied the tools and a stock of raw metal from his own supplies, nothing more than that.  In a few months the Weskers had not only learned to work with the new materials, but had translated their own designs and forms into the most alien – but most beautiful – artefacts that he had ever seen.  All he had to do was release these on the market to create a primary demand, then return for a new supply.  The Weskers wanted only books and tools and knowledge in return, and through their own efforts he knew they would pull themselves into the galactic union.






This is what Garth had hoped.  But a wind of change was blowing through the settlement that had grown up around his ship.  No longer was he the centre of attention and focal point of the village life.  He had to grin when he thought of his fall from power; yet there was very little humour in the smile.  Serious and attentive Weskers still took turns of duty as Knowledge Collectors, but their recording of dry facts was in sharp contrast to the intellectual hurricane that surrounded the priest.


Where Garth had made them work for each book and machine, the priest gave freely.  Garth had tried to be progressive in his supply of knowledge, treating them as bright but unlettered children.  He had wanted them to walk before they could run, to master one step before going on to the next.


Father Mark simply brought them the benefits of Christianity.  The only physical work he required was the construction of a church, a place of worship and learning.  More Weskers had appeared out of the limitless planetary swamps and within days the roof was up, supported on a framework of poles.  Each morning the congregation worked a little while on the walls, then hurried inside to learn the all-promising, all-encompassing, all-important facts about the universe.


Garth never told the Weskers what he thought about their new interest, and this was mainly because they had never asked him.  Pride or honour stood in the way of his grabbing a willing listener and pouring out his grievances.  Perhaps it would have been different if Itin was on Collecting duty; he was the brightest of the lot; but Itin had been rotated the day after the priest had arrived and Garth had not talked to him since.


It was a surprise then when, after seventeen of the trebly-long Wesker days, he found a delegation at his doorstep when he emerged after breakfast.  Itin was their spokesman, and his mouth was open slightly.  Many of the other Weskers had their mouths open as well, one even appearing to be yawning, clearly revealing the double row of sharp teeth and the purple-black throat.  The mouths impressed Garth as to the seriousness of the meeting: this was the one Wesker expression he had learned to recognise.  An open mouth indicated some strong emotion; happiness, sadness, anger, he could never be really sure which.  The Weskers were normally placid and he had never seen enough open mouths to tell what was causing them.  But he was surrounded by them now.


“Will you help us, John Garth?” Itin said.  “We have a question.”
“I’ll answer any question you ask,” Garth said, with more than a hint of misgiving.  “What is it?”
“Is there a God?”
“What do you mean by ‘God’?” Garth asked in turn.  What should he tell them?
“God is our Father in Heaven, who made us all and protects us.  Whom we pray to for aid, and if we are Saved will find a place …”

“That’s enough,” Garth said.  “There is no God.”
All of them had their mouths open now, even Itin, as they looked at Garth and thought about his answer.  The rows of pink teeth would have been frightening if he hadn’t known these creatures so well.  For one instant he wondered if perhaps they had already been indoctrinated, and looked upon him as a heretic, but he brushed the thought away.

“Thank you,” Itin said, and they turned and left.

Though the morning was still cool, Garth noticed that he was sweating and wondered why.

The reaction was not long in coming.  Itin returned that same afternoon.  “Will you come to the church?” he asked.  “Many of the things that we study are difficult to learn, but none as difficult as this.  We need your help because we must hear you and Father Mark talk together.  This is because he says one thing is true and you say another is true and both cannot be true at the same time.  We must find out what is true.”



"“I’ll come, of course,” Garth said, trying to hide the sudden feeling of elation.  He had done nothing, but the Weskers had come to him anyway.  There could still be grounds for hope that they might yet be free.


It was hot inside the church, and Garth was surprised at the number of Weskers who were there, more than he had seen gathered at any one time before.  There were many open mouths.  Father Mark sat at a table covered with books.  He looked unhappy but didn’t say anything when Garth came in.  Garth spoke first.
“I hope you realise this is their idea – that they came to me of their own free will and asked me to come here?”
“I know that,” the priest said resignedly.  “At times they can be very difficult.  But they are learning and want to believe, and that is what is important.”

“Father Mark, Trader Garth, we need your help,” Itin said.  “You both know many things that we do not know.  You must help us come to religion which is not an easy thing to do.”  Garth started to say something, then changed his mind.  Itin went on.  “We have read the bibles and all the books that Father Mark gave us, and one thing is clear.  We have discussed this and we are all agreed.  These books are very different from the ones that Trader Garth gave us.  In Trader Garth’s books there is the universe which we have not seen, and it goes on without God, for he is mentioned nowhere; we have searched very carefully.  In Father Mark’s books He is everywhere and nothing can go without Him.  One of these must be right and the other must be wrong.  We do not know how this can be, but after we find out which is right then perhaps we will know.  If God does not exist …”



“Of course He exists, my children,” Father Mark said in a voice of heartfelt intensity.  “He is our Father in Heaven who has created us all …”
“Who created God?” Itin asked and the murmur ceased and every one of the Weskers watched Father Mark intensely.  He recoiled a bit under the impact of their eyes, then smiled.

“Nothing created God, since He is the Creator.  He always was …”
“If He always was in existence – why cannot the universe have always been in existence?  Without having had a creator?” Itin broke in with a rush of words.  The importance of the question was obvious.  The priest answered slowly, with infinite patience.
“Would that the answers were that simple, my children.  But even the scientists do not agree about the creation of the universe.  While they doubt – we who have seen the light know.  We can see the miracle of creation all about us.  And how can there be a creation without a Creator?  That is He, our Father, our God in Heaven.  I know you have doubts; that is because you have souls and free will.  Still, the answer is so simple.  Have faith, that is all you need.  Just believe.”



“How can we believe without proof?”
“If you cannot see that this world itself is proof of His existence, then I say to you that belief needs no proof – if you have faith!”
A babble of voices arose in the room and more of the Wesker mouths were open now as they tried to force their thoughts through the tangled skein of words and separate the thread of truth.

“Can you tell us, Garth?” Itin asked, and the sound of his voice quieted the hubbub.

“I can tell you to use the scientific method which can examine all things – including itself – and give you answers that can prove the truth or falsity of any statement.”

“That is what we must do,” Itin said, “we had reached the same conclusion.”  He held a thick book before him and a ripple of nods ran across the watchers.  “We have been studying the bible as Father Mark told us to do, and we have found the answer.  God will make a miracle for us, thereby proving that He is watching us.  And by this sign we will know Him and go to Him.”
“That is the sin of false pride,” Father Mark said.  “God needs no miracles to prove His existence.”

“But we need a miracle!” Itin shouted, and though he wasn’t human there was need in his voice.  “We have read here of many smaller miracles, loaves, fishes, wine, snakes – many of them, for much smaller reasons.  Now all He need do is make a miracle and He will bring all of us to Him – the wonder of an entire new world worshipping at His throne, as you have told us, Father Mark.  And you have told us how important this is.  We have discussed this and find that there is only one miracle that is best for this kind of thing.”


His boredom at the theological wrangling drained from Garth in an instant.  He had not been really thinking or he would have realised where all this was leading.  He could see the illustration in the bible where Itin held it open, and knew in advance what picture it was.  He rose slowly from his chair, as if stretching, and turned to the priest behind him.
“Get ready!” he whispered.  “Get out the back and get to the ship; I’ll keep them busy here.  I don’t think they’ll harm me.”

“What do you mean …?” Father Mark asked, blinking in surprise.
“Get out, you fool!” Garth hissed.  “What miracle do you think they mean?  What miracle is supposed to have converted the world to Christianity?”
“No!” Father Mark said.  “It cannot be.  It just cannot be …!”
“GET MOVING!” Garth shouted, dragging the priest from the chair and hurling him towards the rear wall.  Father Mark stumbled to a halt, turned back.  Garth leaped for him, but it was already too late.  The amphibians were small, but there were so many of them.  Garth lashed out and his fist struck Itin, hurling him back into the crowd.  The others came on as he fought his way towards the priest.  He beat at them but it was like struggling against waves.  The furry, musky bodies washed over and engulfed him.  He fought until they tied him, and he still struggled until they beat on his head until he stopped.  Then they pulled him outside where he could only lie in the rain and curse and watch.



Of course the Weskers were marvellous craftsmen, and everything had been constructed down to the last detail, following the illustration in the bible.  There was the cross, planted firmly on the top of a small hill, the gleaming metal spikes, the hammer.  Father Mark was stripped and draped in a carefully pleated loincloth.  They led him out of the church.

At the sight of the cross he almost fainted.  After that he held his head high and determined to die as he had lived, with faith.
Yet this was hard.  It was unbearable even for Garth, who only watched.  It is one thing to talk of crucifixion and look at the gently carved bodies in the dim light of prayer.  It is another to see a man naked, ropes cutting into his skin where he hangs from a bar of wood.  And to see the needle-tipped spike raised and placed against the soft flesh of his palms, to see the hammer come back with the calm deliberation of an artisan’s measured stroke.  To hear the thick sound of metal penetrating flesh.
Then to hear the screams.
Few are born to be martyrs; Father Mark was not one of them.  With the first blows, the blood ran from his lips where his clenched teeth met.  Then his mouth was wide and his head strained back and the guttural horror of his screams sliced through the susurration of the falling rain.  It resounded as a silent echo from the masses of watching Weskers, for whatever emotion opened their mouths was now tearing at their bodies with all its force, and row after row of gaping jaws reflected the crucified priest’s agony.



Mercifully he fainted as the last nail was driven home.  Blood ran from the raw wounds, mixing with the rain to drip faintly pink from his feet as the life ran out of him.  At this time, somewhere at this time, sobbing and tearing at his own bonds, numbed from the blows on the head, Garth lost consciousness.



He awoke in his own warehouse and it was dark.  Someone was cutting away the woven ropes they had bound him with.  The rain still dripped and splashed outside.
“Itin,” he said.  It could be no one else.
“Yes,” the alien voice whispered back.  “The others are all talking in the church.  Lin died after you struck his head, and Inon is very sick.  There are some that say you should be crucified too, and I think that is what will happen.  Or perhaps killed by stoning on the head.  They have found in the bible where it says …”
“I know.”  With infinite weariness.  “An eye for an eye.  You’ll find lots of things like that once you start looking.  It’s a wonderful book.”  His head ached terribly.
“You must go; you can get to your ship without anyone seeing you.  There has been enough killing.”  Itin, as well, spoke with a newfound weariness.
Garth experimented, pulling himself to his feet.  He pressed his head to the rough wood of the wall until the nausea stopped.  “He’s dead.”  He said it as a statement, not a question.
“Yes, some time ago.  Or I could not have come away to see you.”
“And buried of course, or they wouldn’t be thinking about starting on me next.”
“And buried!”  There was almost a ring of emotion in the alien’s voice, an echo of the dead priest’s.  “He is buried and he will rise on High.  It is written and that is the way it will happen.  Father Mark will be so happy that it has happened like this.”  The voice ended in a sound like a human sob.
Garth painfully worked his way towards the door, leaning against the wall so he wouldn’t fall.
“We did the right thing, didn’t we?” Itin asked.  There was no answer.  “He will rise up, Garth, won’t he rise?”
Garth was at the door and enough light came from the brightly lit church to show his torn and bloody hands clutching at the frame.  Itin’s face swam into sight close to his, and Garth felt the delicate, many-fingered hands with the sharp nails catch at his clothes.
“He will rise, won’t he, Garth?”
“No,” Garth said, “he is going to stay buried right where you put him.  Nothing is going to happen because he is dead and he is going to stay dead.”

The rain runnelled through Itin’s fur and his mouth was opened so wide that he seemed to be screaming into the night.  Only with effort could he talk, squeezing out the alien thoughts in an alien language.


“Then we will not be saved?  We will not become pure?”
“You were pure,” Garth said, in a voice somewhere between a sob and a laugh.  “That’s the horrible ugly dirty part of it.  You were pure.  Now you are …”
“Murderers,” Itin said, and the water ran down from his lowered head and streamed away into the darkness.
...
 ΕΡΓΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

*Harry Harrison - Wikipedia

Η ΑΓΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΞΩΓΗΙΝΩΝ
ή
ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΑΣΚΑΛΩΝΟΣ



Χάρι Χάρισον 
(1925 - 2012)*

Μετάφραση: Βασίλης Μηλίτσης

Κάπου ψηλά, μέσα στα αιώνια σύννεφα του Κόσμου του Γουέσκερ, ακούστηκε μια βροντή σαν κεραυνός που όλο και μεγάλωνε. Ο έμπορος Τζον Γκαρθ στάθηκε στο άκουσμά της, με τις μπότες του να χώνονται στο βούρκο, κάνοντας χωνί με την παλάμη του πάνω στο καλό του αυτί για να πιάσει τον ήχο. Ο ήχος αυξομειωνόταν στην πυκνή ατμόσφαιρα και όλο γινόταν δυνατότερος.
«Αυτός ο ήχος είναι ό ίδιος με εκείνον του ουρανόπλοιού σου», είπε ο Ίτιν με την άκαμπτη λογικότητα των Γουέσκερ, ο οποίος κονιορτοποιούσε την ιδέα στο μυαλό του και κατόπιν εξέταζε έναν- έναν τους κόκκους πολύ προσεκτικά. «Το πλοίο σου όμως βρίσκεται ακόμη στο μέρος όπου το προσεδάφισες. Κι εκεί πρέπει να βρίσκεται, ακόμη κι αν δεν μπορούμε να το δούμε, γιατί είσαι ο μοναδικός που μπορεί να το χειριστεί. Κι αν ακόμη κάποιος άλλος μπορούσε να το χειριστεί, θα το ακούγαμε να ανεβαίνει ψηλά στον ουρανό. Εφόσον δεν ακούσαμε κάτι τέτοιο, κι αν αυτός ό ήχος προέρχεται από ουρανόπλοιο, τούτο πρέπει να σημαίνει…»
«Ναι, ένα άλλο πλοίο», είπε ο Γκαρθ, αρκετά απορροφημένος στις δικές του σκέψεις για να περιμένει να φτάσει στο τέλος της η επίπονη λογική αλυσίδα του Γουέσκερ. Και βέβαια ήταν κάποιος άλλος ταξιδιώτης του διαστήματος, ήταν μόνο θέμα χρόνου πότε θα εμφανιζόταν, και χωρίς αμφιβολία τούτος εδώ εστιαζόταν πάνω στον ανακλαστήρα του ραντάρ όπως είχε κάνει και ο ίδιος. Το πλοίο του θα φαινόταν καθαρά πάνω στην οθόνη του νεοφερμένου καθώς το πλήρωμα θα το προσεδάφιζε όσο το δυνατόν πλησιέστερα στο δικό του.
«Καλά θα κάνεις να ξεκινήσεις, Ίτιν», είπε. «Πήγαινε από το νερό για να φτάσεις στο χωριό γρήγορα. Πες σ’ όλους να γυρίσουν πίσω στους βάλτους, μακριά από στεγνό έδαφος. Εκείνο το πλοίο θα προσεδαφιστεί αυτόματα και όποιος βρεθεί από κάτω κατά την προσεδάφιση θα ψηθεί».
Αυτή η άμεση απειλή ήταν αρκετά σαφής για το μικροσκοπικό αμφίβιο του Γουέσκερ. Πριν καλά-καλά σταματήσει να μιλάει ο Γκαρθ, ο Ίτιν δίπλωσε τα βραγχιοειδή του αυτιά σαν τις φτερούγες της νυχτερίδας και γλίστρησε αθόρυβα στο κοντινό κανάλι. Ο Γκαρθ προχώρησε πλατσουρίζοντας μέσα στη λάσπη προσπαθώντας να κερδίσει όσο μπορούσε περισσότερο χρόνο μέσα από τη γλίτσα που κολλούσε. Μόλις είχε φθάσει στην άκρη της πλατείας του χωριού όταν το υπόκωφο μπουμπουνητό έγινε ένας βρυχηθμός που σου έσπαζε το κεφάλι και το διαστημόπλοιο πρόβαλε από ψηλά μέσα από το  χαμηλό στρώμα νέφωσης. Ο Γκάρθ σκέπασε τα μάτια του προστατεύοντάς τα από την πύρινη φλόγα που έγγιζε το έδαφος και εξέτασε το σχήμα του γκριζόμαυρου πλοίου με ανάμεικτα συναισθήματα.
Μετά από ένα σχεδόν τοπικό έτος στον πλανήτη Γουέσκερ πάσχιζε να καταπιέσει κάθε λαχτάρα για κάθε είδος ανθρώπινης συντροφικότητας. Ενώ αυτό το θαμμένο κομμάτι του ομαδικού πνεύματος αναζητούσε την υπόλοιπη πιθηκοειδή φυλή του, το εμπορικό του πνεύμα τραβούσε μια οριζόντια γραμμή κάτω από μια στήλη αριθμών για να βρει το άθροισμά τους. Τούτο θα μπορούσε να είναι ένα άλλο εμπορικό πλοίο και, σε τέτοια περίπτωση, θα σήμαινε το τέλος του αποκλειστικού του μονοπωλίου με τον Κόσμο των Γουέσκερ. Από την άλλη μεριά πάλι, μπορεί να μην ήταν καθόλου εμπορικό, και για το λόγο αυτόν έμεινε κάτω από τη γιγαντιαία φτέρη και ξέσφιξε το πιστόλι του από τη δερμάτινη θήκη του.
Το πλοίο έψησε ξηραίνοντας εκατό τετραγωνικά μέτρα λάσπης, το βίαιο μουγκρητό καταλάγιασε και τα πέλματα προσεδάφισης χώθηκαν τριζοβολώντας μέσα στην εύθραυστη κρούστα. Το μέταλλο έτριξε και μπήκε στη θέση του ενώ το νέφος καπνού και υδρατμών παρασύρθηκε χαμηλότερα στον υγρό αέρα.
«Γκαρθ – βρε απατεώνα, παλιοεκβιαστή των ιθαγενών – πού κρύβεσαι;» βροντοφώναξαν τα μεγάφωνα του πλοίου. Το σουλούπι του διαστημοπλοίου τού ήταν κάπως γνώριμο, αλλά αναγνώρισε χωρίς αμφιβολία τους οξείς και εκνευριστικούς τόνους εκείνης της φωνής. Με χαμόγελο στα χείλη ο Γκαρθ βγήκε στο άνοιγμα και σφύριξε διαπεραστικά μέσα από δυο δάχτυλα. Ένα κινούμενο μικρόφωνο έτριξε μέσα στη βάση του πάνω στο φτερό του πλοίου και έστριψε προς το μέρος του.
«Τι γυρεύεις εδώ, Σινγκ;» φώναξε προς το μικρόφωνο. «Παραείσαι απατεώνας για να βρεις το δικό σου πλανήτη και αναγκάζεσαι να έρθεις εδώ να κλέψεις τα κέρδη ενός έντιμου εμπόρου;»
«Σιγά τον έντιμο!» βρυχήθηκε η ενισχυμένη φωνή. «Εσύ το λες αυτό που βρέθηκες σε περισσότερες φυλακές παρά σε πορνεία – και πολλές φορές βέβαια; Ήμαρτον! Συγγνώμη, φίλε της νιότης μου, αλλά δε θα συμμετάσχω στην εκμετάλλευση αυτής της βρομερής πρωτόγονης τρύπας. Η πορεία μου είναι για κάποιον κόσμο με καλύτερη ατμόσφαιρα, όπου σκοπεύω να κάνω την τύχη μου. Απλά σταμάτησα εδώ μια και μου δόθηκε η ευκαιρία να κερδίσω κάτι εντίμως κάνοντας τον ταξιτζή. Σου φέρνω φιλία, την τέλεια συντροφικότητα, κάποιον με διαφορετική ασχολία, ο οποίος μπορεί να σε βοηθήσει και στη δική σου. Θα έβγαινα ο ίδιος να σου πω ένα γεια, μόνο που μετά θα έπρεπε να απολυμανθώ από τυχόν βιολογικές λοιμώξεις. Σου παραδίδω τον επιβάτη μέσα από την αεροστεγή έξοδο και ελπίζω πως δε θα σε πειράξει να τον βοηθήσεις με τις αποσκευές του.
Τουλάχιστον δε θα υπήρχε άλλος έμπορος στον πλανήτη τώρα, του έφυγε αυτή ή έγνοια. Όμως ο Γκαρθ αναρωτιόταν τι σόι επιβάτης θα έβγαζε εισιτήριο χωρίς επιστροφή για έναν ακατοίκητο πλανήτη. Και τι σήμαινε εκείνο το καλυμμένο ίχνος ευθυμίας στη φωνή του Σινγκ; Περπάτησε γύρω προς την άλλη πλευρά του διαστημοπλοίου όπου είχε πέσει η ράμπα και κοίταξε προς τον άντρα που κατέβαινε από την έξοδο εκφόρτωσης πασχίζοντας μάταια να κουμαντάρει ένα μεγάλο κιβώτιο. Ο άντρας γύρισε προς το μέρος του και ο Γκαρθ είδε το άσπρο κολάρο του κληρικού και τότε κατάλαβε σε τι αναφερόταν ο καγχασμός του Σινγκ.
«Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ;» ρώτησε ο Γκαρθ. Παρόλη του την προσπάθεια για αυτοέλεγχο δεν έλεγξε το θυμό του. Αν ο άλλος το κατάλαβε, το αγνόησε, διότι συνέχιζε να χαμογελάει τείνοντας το χέρι του καθώς κατέβαινε τη ράμπα.
«Πατήρ Μαρκ», είπε. «Της Ιεραποστολικής Αδελφότητας». Χαίρομαι που σας…»
«Είπα τι δουλειά έχεις εσύ εδώ;» η φωνή του Γκαρθ ήταν υπό έλεγχο τώρα, ήρεμη και ψυχρή. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει και να το κάνει γρήγορα ή να μην το κάνει καθόλου.
«Τούτο είναι φανερό», είπε ο πατήρ Μαρκ, συνεχίζοντας με ατσαλάκωτη ακόμη τη καλή του διάθεση. Η ιεραποστολική μας αδελφότητα έχει συγκεντρώσει χρηματικά ποσά για την αποστολή αντιπροσώπων σ’ εξωγήινους κόσμους για πρώτη φορά. Κι εγώ ήμουν αρκετά τυχερός…»
«Πάρε τα μπαγκάζια σου και γύρνα πίσω στο πλοίο. Είσαι ανεπιθύμητος και δεν έχεις καθόλου την άδεια να μείνεις. Θα είσαι παθητικό και δε θα βρεθεί κανείς στον Γουέσκερ να σε φροντίσει. Γύρνα πίσω στο πλοίο».
«Δεν ξέρω ποιος είστε, κύριε, ή γιατί μου λέτε ψέματα», είπε ο ιερωμένος. Εξακολουθούσε να είναι ήρεμος αλλά του έφυγε το χαμόγελο. «Έχω μελετήσει τον γαλαξιακό νόμο και την ιστορία αυτού του πλανήτη πολύ καλά. Δεν υπάρχουν αρρώστιες ούτε άγρια θηρία εδώ για να φοβηθώ κάτι το ιδιαίτερο. Είναι ένας ανοιχτός πλανήτης για όλους και, εκτός κι αν η Διαστημική Εποπτεία αλλάξει το καθεστώς, έχω κάθε δικαίωμα να μείνω εδώ όπως κι εσείς».
Ο άνθρωπος φυσικά είχε δίκιο, αλλά ο Γκαρθ προσπαθούσε να τον πείσει για το αντίθετο. Μπλόφαρε με την ελπίδα πως ο παπάς δεν ήξερε τα δικαιώματά του. Αυτός όμως τα ήξερε. Δεν του έμεινε άλλη παρά μόνο μια αήθης επιλογή και θα έπρεπε να ενεργήσει ενόσω υπήρχε ακόμη χρόνος.
«Γύρνα πίσω στο πλοίο», φώναξε μην μπορώντας να κρύψει τώρα το θυμό του. Με μια απαλή κίνηση έβγαλε το πιστόλι του από τη θήκη και έτεινε το βαθουλωμένο μαύρο στόμιό του λίγα μόνο εκατοστά από το στομάχι του παπά. Το πρόσωπο του άντρα έγινε κάτασπρο σαν πανί, αλλά έμεινε ακίνητος.
«Τι στο διάβολο κάνεις εκεί, Γκαρθ;» έκανε η σοκαρισμένη στριγκή φωνή του Σινγκ από το μεγάφωνο. «Ο άνθρωπος πλήρωσε τα ναύλα του, γι’ αυτό δεν έχεις κανένα απολύτως δικαίωμα να τον διώξεις από τον πλανήτη».
«Έχω αυτό το δικαίωμα», είπε ο Γκαρθ, σηκώνοντας το πιστόλι του και σημαδεύοντας τον παπά ανάμεσα στα μάτια. «Του δίνω μισό λεπτό να επιστρέψει στο πλοίο, αλλιώς τραβάω τη σκανδάλη».
«Τι να σου πω! Ή τα έχεις εντελώς χαμένα ή κάνεις φάρσα», έκανε τσιριχτά η εξοργισμένη φωνή του Σινγκ. «Αν πρόκειται για φάρσα, είναι κακόγουστη. Και ούτως ή άλλως, δεν πρόκειται να τη γλιτώσεις. Μπορούν δυο να παίξουν σ’ αυτό το παιχνίδι, μόνο που εγώ το παίζω καλύτερα».
Ακούστηκε το βουητό από βαριά ρουλεμάν, και ο πυργίσκος στην πλευρά του πλοίου με τα τέσσερα πυροβόλα, ελεγχόμενος με τηλεχειριστήριο, στόχευσε τον Γκαρθ. «Τώρα – κάτω το πιστόλι και βάλε ένα χεράκι με τις αποσκευές του Πατρός Μαρκ», διέταξε η φωνή από το μεγάφωνο, με κάποιο ίχνος ευθυμίας. «Όσο και να θέλω να βοηθήσω, παλιόφιλε, δεν μπορώ. Θαρρώ πως είναι καιρός να εκμεταλλευτείς την ευκαιρία να μιλήσεις στον Πατέρα. Εξάλλου εγώ είχα την ευκαιρία να μιλήσω μαζί του σ’ όλη τη διαδρομή από τη Γη».
Ο Γκαρθ έχωσε το πιστόλι του πίσω στη θήκη με μια έντονη αίσθηση απώλειας. Ο Πατήρ Μαρκ έκανε μερικά βήματα προς τα μπρος ανακτώντας το αφοπλιστικό του χαμόγελο και κρατώντας στο υψωμένο χέρι του μια βίβλο που έβγαλε από την τσέπη του ράσου του. «Τέκνο μου», είπε.
«Δεν είμαι τέκνο σου», ήταν το μόνο που μπόρεσε ν’ αρθρώσει πνιχτά ο Γκαρθ καθώς τον κατέκλυσε η ήττα του. Έσφιξε τη γροθιά του καθώς ο θυμός του φούντωνε, και το καλύτερο που μπόρεσε να κάνει ήταν να ανοίξει το χέρι του και να χαστουκίσει τον παπά με την παλάμη του. Κι όμως το χτύπημα τον έριξε φαρδύ πλατύ στο έδαφος και οι σελίδες της βίβλου ανέμισαν τσαλαβουτώντας μέσα στην πηχτή λάσπη.
Ο Ίτιν και οι άλλοι κάτοικοι του Γουέστερ παρακολούθησαν όλα τα συμβάντα με φαινομενικά ασυγκίνητο ενδιαφέρον, κι ο Γκαρθ δεν έκανε καμιά απόπειρα να λύσει τις ανέκφραστες απορίες τους. Ξεκίνησε να πάει στο σπίτι του, αλλά γύρισε και είδε ότι ήσαν ακόμη εκεί ακίνητοι.
«Ένας νεοφερμένος ήρθε», τους είπε. «Θα χρειαστεί βοήθεια με τα πράγματα που έφερε. Αν δεν έχει κάπου να μείνει, μπορείτε να τον βάλετε στη μεγάλη αποθήκη μέχρις ότου βρει ένα μέρος μόνος του».
Τους κοιτούσε να διασχίζουν λικνιστά την πλατεία προς το πλοίο, κατόπιν μπήκε μέσα στο σπίτι του και ένιωσε κάποια ικανοποίηση βροντώντας την πόρτα τόσο δυνατά που ράγισε ένα τζάμι. Ένιωσε επίσης μια παρόμοια οδυνηρή ευχαρίστηση βγάζοντας το άχτι  στο να καταναλώσει τα εναπομείναντα μπουκάλια ιρλανδέζικου ουίσκι που τα φύλαγε για εξαιρετική περίσταση. Και η περίσταση ήταν αρκετά εξαιρετική αν και όχι αυτή που είχε στο νου του. Το ουίσκι ήταν καλό και έκαιγε το στόμα του απομακρύνοντας κάπως την άσχημη γεύση που ένιωθε, αλλά όχι όλη. Εάν η τακτική του είχε λειτουργήσει, η επιτυχία θα τα είχε δικαιολογήσει όλα. Όμως είχε αποτύχει και κοντά στην οδύνη της αποτυχίας του έμεινε η έντονη εντύπωση ότι είχε εντελώς γελοιοποιηθεί. Ο Σινγκ είχε εκτοξευθεί χωρίς αποχαιρετισμούς. Και δεν υπήρχε αμφιβολία για την άσχημη εντύπωση που προκάλεσε το όλο θέμα και ο Σινγκ σίγουρα θα μετέφερε κάποιες παράξενες ιστορίες στην ένωση εμπόρων. Λοιπόν, για τούτο θα στενοχωριόταν την επόμενη φορά που ο Γκαρθ θα ανανέωνε τη σύμβαση. Τώρα θα έπρεπε να ετοιμαστεί να συμβιβαστεί με τον ιεραπόστολο. Μισοκλείνοντας τα μάτια του μέσα στη βροχή είδε τον παπά να πασχίζει να στήσει μια πτυσσόμενη σκηνή ενώ παράλληλα ολόκληρος ο πληθυσμός του χωριού στεκόταν σε παρατεταγμένες γραμμές και έβλεπε. Και φυσικά κανείς δεν προσφερόταν να βοηθήσει.
Μέχρι την ώρα που στήθηκε η σκηνή και τα κιβώτια στοιβάχτηκαν μέσα της, σταμάτησε και η βροχή. Η στάθμη του υγρού στο μπουκάλι είχε κατεβεί σημαντικά κι ο Γκαρθ είχε μεγαλύτερη διάθεση τώρα να αντιμετωπίσει την αναπόφευκτη συνάντηση. Ειλικρινά μάλιστα, περίμενε πώς και πώς να συνομιλήσει με τον άντρα. Αν εξαιρεθεί όλο αυτό το απρεπές περιστατικό, μετά από ένα εντελώς μοναχικό έτος οποιαδήποτε ανθρώπινη συντροφιά ήταν καλοδεχούμενη. Θα μου κάνεις παρέα για δείπνο; Τζον Γκαρθ, έγραψε στην πίσω σελίδα ενός παλιού τιμολογίου. Μήπως ο άνθρωπος παραήταν φοβισμένος να έρθει; Πράγμα που απέκλειε την έναρξη κάθε είδους σχέσης. Ανασκαλεύοντας κάτω από την κουκέτα του βρήκε ένα κουτί, αρκετά μεγάλο και έβαλε μέσα το πιστόλι του. Ο Ίτιν φυσικά περίμενε έξω από την πόρτα όταν την άνοιξε, επειδή ήταν ο γύρος του σαν Εισπράκτορας Γνώσεων. Του έδωσε το σημείωμα και το κουτί.
«Τα πας αυτά στον καινούριο άνθρωπο;», είπε.
«Τον καινούριο τον λένε Καινούριο Άνθρωπο;» ρώτησε ο Ίτιν.
«Όχι, δεν τον λένε έτσι!» απάντησε απότομα ο Γκαρθ. «Το όνομά του είναι Μαρκ. Εγώ απλά σου ζητώ να παραδώσεις αυτά, όχι να αρχίσεις το κουβεντολόι».
Όπως πάντα όταν έχανε την ψυχραιμία του, κέρδιζαν οι Γουέσκερ, οι οποίοι έπαιρναν τα πάντα κατά γράμμα. «Εσύ δε θέλεις συζήτηση», είπε ο Ίτιν αργά, «αλλά ο Μαρκ μπορεί να να θέλει συζήτηση. Και οι άλλοι θα με ρωτήσουν πώς τον λέ…». Η φωνή του διακόπηκε καθώς ο Γκαρθ βρόντηξε την πόρτα. Το πράγμα τελικά δεν προχωρούσε έτσι κι αλλιώς διότι την επόμενη φορά που θα έβλεπε τον Ίτιν – μετά από μια μέρα, μια βδομάδα ή ακόμη έναν μήνα – ο μονόλογος θα επαναλαμβανόταν ακριβώς με τη λέξη που διακόπηκε και ο ειρμός της σκέψης θα παρατεινόταν βαρετά μέχρι να ξεφτίσει τελικά. Ο Γκάρθ μουρμούρισε μια βρισιά και διέλυσε στο νερό κάνα δυο από τις πιο εύγευστες συμπυκνωμένες τροφές που του είχαν απομείνει.
«Πέρασε», είπε όταν ακούστηκε ένας απαλός ήχος στην πόρτα. Μπήκε μέσα ο παπάς κρατώντας εμφανώς το κουτί με το πιστόλι.
«Ευχαριστώ για το δάνειο, κύριε Γκαρθ. Εκτιμώ την πρόθεσή σας να μου το στείλετε. Δεν έχω ιδέα για το τι προκάλεσε το ατυχές περιστατικό κατά την άφιξή μου, αλλά θα ήταν καλύτερα να ξεχαστεί εάν πρόκειται να είμαστε μαζί σ’ αυτόν τον πλανήτη επ’ αόριστον».
«Ποτό;» προσφέρθηκε ο Γκαρθ, παίρνοντας το κουτί και δείχνοντας το μπουκάλι πάνω στο τραπέζι. Γέμισε δυο ποτήρια μέχρι πάνω και πρόσφερε το ένα στον παπά. «Περίπου κι εγώ το ίδιο σκέφτηκα, αλλά σου οφείλω μια εξήγηση για το ό, τι συνέβη εκεί έξω». Συνοφρυώθηκε για ένα δευτερόλεπτο κοιτάζοντας το ποτήρι και κατόπιν το ύψωσε προς τον άλλον. «Το Σύμπαν είναι μεγάλο και θαρρώ πως πρέπει να τα βρούμε όσο καλύτερα μπορούμε. Εις υγείαν της Λογικής».
«Ο Θεός μαζί σου», είπε ο Πατήρ Μαρκ, υψώνοντας κι αυτός το ποτήρι.
«Όχι μαζί μου ή μ’ αυτόν τον πλανήτη», είπε ο Γκαρθ με σθένος. «Κι εδώ βρίσκεται η ουσία του θέματος». ήπιε το ποτήρι μέχρι τη μέση και αναστέναξε.
«Λες τούτο να με σοκάρεις;» ρώτησε ο παπάς μ’ ένα χαμόγελο. «Σε διαβεβαιώνω πως δε σοκάρομαι».
«Δεν έχω τέτοια πρόθεση. Το εννοούσα εντελώς στην κυριολεξία. Υποθέτω πως είμαι, όπως θα έλεγες, άθεος. Γι’ αυτό δε μ’ ενδιαφέρει καμιά θρησκεία εξ αποκαλύψεως. Κι αυτοί εδώ οι ιθαγενείς, απλοϊκοί και αγράμματοι, όντα της λίθινης εποχής, τα έχουν βγάλει πέρα μέχρι τώρα χωρίς προλήψεις ή οποιαδήποτε ίχνη θεϊσμού. Κι ήλπιζα πως θα συνέχιζαν έτσι».
«Τι είναι αυτά που λες;» είπε ο παπάς κατσουφιάζοντας. «Θέλεις να πεις ότι δεν έχουν θεούς, καμιά πίστη σε μέλλουσα ζωή; Πεθαίνουν και …;»
«Και βέβαια πεθαίνουν και εις χουν απελεύσονται όπως και τα υπόλοιπα ζώα. Έχουν κεραυνούς, δέντρα και νερό χωρίς όμως να πιστεύουν σε θεούς του κεραυνού, στοιχειά δέντρων ή νεράιδες. Δεν έχουν ασχημομούρηδες μικρούς θεούς, ταμπού ή ξόρκια να βασανίζουν και να περιορίζουν τη ζωή τους. Είναι ο μοναδικός πρωτόγονος λαός που έχω ποτέ συναντήσει απαλλαγμένοι από δεισιδαιμονίες και δείχνουν πολύ πιο ευτυχισμένοι και με σώας τα φρένας χάρη σ’ αυτό. Κι εγώ απλώς ήθελα να τους κρατήσω έτσι».
«Ήθελες να τους κρατήσεις μακριά από το Θεό – από τη σωτηρία;» τα μάτια του παπά άνοιξαν διάπλατα αναπηδώντας ελαφρά.
«Όχι», είπε ο Γκαρθ. «Ήθελα να τους κρατήσω μακριά από τις προλήψεις μέχρι που να μάθουν περισσότερα και να σκεφτούν ρεαλιστικά γι’ αυτές χωρίς να απορροφηθούν και ίσως καταστραφούν απ’ αυτές».
«Προσβάλλεις την Εκκλησία, κύριε, με το να την εξισώνεις με τις δεισιδαιμονίες …»
«Σε παρακαλώ πολύ», είπε ο Γκαρθ σηκώνοντας το χέρι του. «Δεν έχω όρεξη για θεολογικές συζητήσεις. Δε νομίζω πως η αδελφότητά σου πλήρωσε τα έξοδα του ταξιδιού απλά και μόνο να επιχειρήσεις να προσηλυτίσεις κι εμένα. Απλά δέξου το γεγονός ότι οι πεποιθήσεις μου αποκτήθηκαν μετά από ώριμη σκέψη, μετά από περίοδο πολλών ετών, και καμιά προπτυχιακή μεταφυσική θα τις αλλάξει. Υπόσχομαι πως δε θα επιχειρήσω να σε προσηλυτίσω στις ιδέες μου – εάν θα υποσχεθείς κι εσύ το ίδιο».
«Σύμφωνοι, κύριε Γκαρθ. Όπως με υπενθύμισες, η αποστολή μου εδώ είναι να σώσω αυτές τις ψυχές, κι αυτό είναι που θα κάνω. Αλλά γιατί θα σ’ ενοχλούσε τόσο πολύ το έργο μου ώστε να μ’ εμποδίσεις να έρθω; Φθάνοντας μάλιστα στο σημείο να μ’ απειλήσεις με το πιστόλι σου και να με…» διέκοψε ο παπάς και κοίταξε το ποτήρι του.
«Και να σε σκοτώσω;» ρώτησε ο Γκαρθ κατσουφιάζοντας ξαφνικά. «Δεν υπάρχει δικαιολογία γι’ αυτό και θα ήθελα να προσθέσω πως πραγματικά λυπάμαι. Πες το σκέτη αγένεια ή ακόμη χειρότερα ασυγκράτητη οργή. Αν ζήσεις στη μοναξιά αρκετόν καιρό, τότε πιάνεις τον εαυτό σου να συμπεριφέρεται μ’ αυτό τον τρόπο». Κοίταξε συλλογισμένος τα μεγάλα χέρια του, ακουμπισμένα πάνω στο τραπέζι, κι αναπολούσε θύμησες βλέποντας τα σημάδια και τους κάλους που είχαν σχηματιστεί σ’ αυτά. «Ας το ονομάσουμε απογοήτευση ή ματαίωση σκοπού, σ’ έλλειψη πιο δόκιμου όρου. Στη δράση σου πρέπει να είχες την ευκαιρία να κρυφοκοιτάξεις στα σκοτεινά μέρη του ανθρώπινου νου και να έχεις γνωρίσει μερικά πράγματα για τα κίνητρα και την ευτυχία. Κάνω μια παρά πάνω απ’ ό, τι πρέπει πολυάσχολη ζωή και δε σκέφτηκα ποτέ να κατασταλάξω και να κάνω οικογένεια, αλλά μέχρι τώρα δε μου έχει λείψει. Ίσως η διαρροή ακτινοβολίας έχει φυράνει το μυαλό μου κι έχω αρχίσει να θεωρώ αυτούς τους δασύτριχους και ψαρίσιους Γουέσκερ κάπως σαν παιδιά μου, για τα οποία είμαι τρόπον τινά υπεύθυνος».
«Όλοι μας είμαστε παιδιά Του», είπε ήσυχα ο Πατήρ Μαρκ.
«Να, λοιπόν, μερικά από τα παιδιά του που δεν μπορούν καν να φανταστούν την ύπαρξή Του», είπε ο Γκαρθ, ξαφνικά θυμωμένος με τον εαυτό του που βρέθηκε στην αδυναμία ν’ αφήσει να φανούν πιο εξευγενισμένα συναισθήματα. Όμως ξεχάστηκε αμέσως και, σκύβοντας προς τα μπρος με την ένταση των συναισθημάτων του, είπε: «Δεν μπορείς να συνειδητοποιήσεις τη σπουδαιότητα του πράγματος; Ζήσε μ’ αυτούς τους Γουεσκερ για λίγο και θα ανακαλύψεις μια απλή και ευτυχισμένη ζωή που ισοδυναμεί με την κατάσταση χάρης που άνθρωποι σαν κι εσάς κηρύσσετε. Αντλούν ευχαρίστηση από τη ζωή τους και δεν προκαλούν πόνο σε κανέναν. Περιστασιακά εξελίχθηκαν σ’ έναν σχεδόν άγονο κόσμο, γι’ αυτό δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να βγουν από έναν φυσικό πολιτισμό λίθινης εποχής. Όμως διανοητικά είναι εφάμιλλοί μας – ή ίσως καλύτεροι. Έχουν μάθει τη γλώσσα μου κι έτσι εύκολα μπορώ να τους εξηγώ τα όσα πράγματα θέλουν να ξέρουν. Η γνώση και η απόκτησή της τους δίνει πραγματική ικανοποίηση. Μερικές φορές γίνονται εξοργιστικοί διότι κάθε καινούργιο δεδομένο πρέπει να συσχετίζεται με τη δομή όλων των άλλων πραγμάτων, αλλά όσα περισσότερα μαθαίνουν, τόσο γρηγορότερη γίνεται αυτή η συσχέτιση. Κάποια μέρα θα γίνουν σ’ όλα ίσοι με μας, ίσως να μας ξεπεράσουν. Αν – μου κάνεις μια χάρη;»
«Αν περνάει από το χέρι μου».
«Ας τους στην ησυχία τους. Ή μάθε τους αν σου είναι ανάγκη – ιστορία και επιστήμη, φιλοσοφία, νομική, οτιδήποτε θα τους βοηθήσει ν’ αντιμετωπίσουν τις αλήθειες ενός μεγαλύτερου σύμπαντος που ποτέ τους δεν ήξεραν ότι υπήρχε πριν. Μην τους κάνεις όμως να μπερδευτούν με τα μίση σου και τον πόνο, την ενοχή, την αμαρτία και την τιμωρία. Ποιος ξέρει τι ζημιά …»
«Γίνεσαι προσβλητικός, κύριε!» είπε ο παπάς αναπηδώντας. Η κορυφή του γκρίζου κεφαλιού του μόλις έφτανε στο πηγούνι του διαστημοπόρου, κι όμως δεν έδειξε καθόλου φόβο, στο να υπερασπιστεί αυτά που πίστευε. Ο Γκαρθ, όρθιος κι αυτός τώρα, δεν ήταν πλέον ο μετανοών. Στάθηκαν αντικριστά, πρόσωπο με πρόσωπο, ο ένας με τον άλλον με θυμό, όπως το συνηθίζουν πάντα οι άνθρωποι, άτεγκτοι στην υπεράσπισή τους για ό, τι πιστεύουν πως είναι το σωστό.
«Η προσβολή είναι δική σου», φώναξε ο Γκαρθ. «Ο απίστευτος εγωισμός το να θαρρείς ότι η παράγωγη μικρομυθολογία σου, που πολύ λίγο διαφέρει από τις χιλιάδες υπόλοιπες που ακόμη καταπονούν την ανθρωπότητα, δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο από το να βάλει σε σύγχυση τα ακόμη παρθένα μυαλά τους! Δεν καταλαβαίνεις ότι πιστεύουν στην αλήθεια – και δεν έχουν ποτέ ακούσει τι σημαίνει ψέμα. Δεν έχουν μέχρι τούδε ακόμη μάθει να αντιλαμβάνονται πως άλλα είδη μυαλών μπορούν να σκέφτονται διαφορετικά από τα δικά τους. Δε θέλεις να τους απαλλάξεις από …»
«Εγώ θα κάνω το καθήκον μου που είναι το θέλημά Του, κύριε Γκαρθ. Είναι κι αυτά πλάσματα του Θεού κι έχουν ψυχές. Δε θα παραμελήσω το καθήκον μου, που είναι να τους κηρύξω τον λόγο Του για να σωθούν και να εισέλθουν εις την Βασιλείαν των Ουρανών».
Όταν ο παπάς άνοιξε την πόρτα να φύγει, φύσηξε δυνατός αέρας και την άνοιξε διάπλατα. Ο παπάς χάθηκε μέσα στη σκοτεινιά της μπόρας ενώ η πόρτα χτυπούσε πέρα δώθε και ένα πιτσίλισμα από σταγόνες βροχής παρασύρθηκαν μέσα. Οι μπότες του Γκαρθ άφησαν τις λασπωμένες πατημασιές καθώς έκλεινε την πόρτα, κλείνοντας απ’ έξω τη μορφή του Ίτιν που καθόταν υπομονετικά και αγόγγυστα μέσα στη μπόρα, με τη μόνη ελπίδα να σταθεί για μια στιγμή ο Γκαρθ και να του μεταδώσει κάποια θαυμάσια γνώση από τις τόσες πολλές που κατείχε.
Κατόπιν σιωπηλής συμφωνίας εκείνη η πρώτη νύχτα δεν αναφέρθηκε ποτέ ξανά. Μετά από λίγες μέρες μοναξιάς, που χειροτέρευσε γιατί ο καθένας τους αισθανόταν την εγγύτητα του άλλου, βρέθηκαν να μιλάνε σε προσεκτικά ουδέτερο έδαφος. Ο Γκαρθ με την ησυχία του πακετάρισε και αποθήκευσε το εμπόρευμά του και ποτέ δεν παραδέχτηκε ότι η δουλειά του ήταν τελειωμένη κι ότι θα μπορούσε να φύγει οπότε ήθελε. Είχε συγκεντρώσει μια σημαντική ποσότητα από ενδιαφέροντα φαρμακευτικά και άλλα βότανα που θα του προσπόριζαν σημαντικά κέρδη. Επίσης και η λαϊκή τέχνη των Γουέσκερ θα προκαλούσε αίσθηση στην απαιτητική γαλαξιακή αγορά. Τα χειροτεχνήματα υπήρξαν περιορισμένα στον πλανήτη πριν την άφιξή του, ήσαν κυρίως κομμάτια γλυπτικής επίπονα σμιλεμένα σε σκληρό ξύλο με θραύσματα από πέτρα. Αυτός τους εφοδίασε με εργαλεία καθώς και μια ποσότητα από ακατέργαστο μέταλλο από τις δικές του προμήθειες, τίποτε περισσότερο απ’ αυτό. Σε λίγους μήνες οι Γουέσκερ όχι μόνο είχαν μάθει να δουλεύουν με τα καινούρια υλικά αλλά είχαν μεταμορφώσει τα δικά τους σχέδια και μορφές στα πιο αλλόκοτα – αλλά ωραιότατα – τεχνουργήματα που είχε ποτέ δει. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να τα βγάλει στην αγορά για να δημιουργήσει μια πρωταρχική ζήτηση, και μετά να επιστρέψει για να εφοδιαστεί εκ νέου. Το μόνο που ήθελαν οι Γουέσκερ ως αντάλλαγμα ήταν βιβλία, εργαλεία και γνώσεις, και με τις δικές τους αποκλειστικά προσπάθειες ήταν βέβαιος ότι θα έμπαιναν στη γαλαξιακή ένωση.
Αυτό ήλπιζε ο Γκαρθ. Αλλά ένας άνεμος αλλαγής φυσούσε μέσα στον εποικισμό που είχε δημιουργηθεί γύρω από το διαστημόπλοιού του. Δεν ήταν πλέον αυτός το κέντρο προσοχής και το σημείο εστίασης της ζωής του χωριού. Μειδίασε όταν σκέφτηκε την πτώση του από την εξουσία, αλλά στο χαμόγελό του υπήρχε πολύ λίγη ευθυμία. Σοβαροί και τακτικοί οι Γουέσκερ έκαναν με τη σειρά τους το καθήκον ως Εισπράκτορες Γνώσης, αλλά η καταγραφή από τους ίδιους των ξηρών γεγονότων ήταν σε οξεία αντίθεση με τον διανοητικό ανεμοστρόβιλο που περιέβαλλε τον παπά.
Εκεί όπου ο Γκαρθ τους έβαζε να δουλεύουν για κάθε βιβλίο και μηχάνημα, ο παπάς τους τα έδινε ελεύθερα. Ο Γκαρθ είχε προσπαθήσει να είναι φειδωλός στην παροχή γνώσεων, που τις παρείχε προοδευτικά, συμπεριφερόμενος προς αυτούς σαν ευφυή αλλά αγράμματα παιδιά. Ήθελε να περπατήσουν πρώτα πριν μπορέσουν να τρέξουν, να ελέγχουν το πρώτο τους βήμα πριν προχωρήσουν στο επόμενο.
Ο Πατήρ Μαρκ απλά τους παρείχε τα οφέλη του χριστιανισμού. Τη μόνη σωματική εργασία που ζήτησε ήταν η ανέγερση ενός ναού, ενός τόπου λατρείας και μάθησης. Περισσότεροι Γουέσκερ είχαν προσέλθει από τα αμέτρητα έλη του πλανήτη και μέσα σε λίγες μέρες κατασκευάστηκε η στέγη, που την στήριζε ένας σκελετός από στύλους. Κάθε πρωί το εκκλησίασμα δούλευε για λίγο στην τοιχοποιία και κατόπιν έσπευδαν μέσα για να διδαχθούν τις πανελπιδοφόρες, τις πανταχού επικρατούσες και τις  υπέρ σημαντικές συμπαντικές αλήθειες.
Ο Γκαρθ ποτέ δεν είπε στους Γουέσκερ τις απόψεις του για τα καινούρια ενδιαφέροντά τους, και τούτο κυρίως γιατί ποτέ δεν τον ρώτησαν. Η υπερηφάνεια ή ο αυτοσεβασμός τον εμπόδιζαν ν’ αρπάξει έναν πρόθυμο ακροατή και να του πει τα παράπονά του. Ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά αν στο καθήκον του Εισπράκτορα Γνώσης ήταν η σειρά του Ίτιν. Ο Ίτιν ήταν ο ευφυέστερος της ομάδας. Αλλά ο Ίτιν είχε αλλάξει σειρά μετά τον ερχομό του ιεραποστόλου κι ο Γκαρθ δεν μίλησε μαζί του έκτοτε.
Έμεινε έκπληκτος λοιπόν όταν, μετά από δεκαεφτά τριήμερα των Γουέσκερ, βρήκε μια επιτροπή να τον περιμένει στο κατώφλι του όταν βγήκε μετά το πρωινό του. Εκπρόσωπος ήταν ο Ίτιν και το στόμα του ήταν ελαφρά ανοιχτό. Πολλοί από τους Γουέσκερ είχαν κι αυτοί τα στόματά τους ανοιχτά, ένας μάλιστα έδειχνε σαν να χασμουριέται, αποκαλύπτοντας καθαρά τη διπλή σειρά των κοφτερών τους δοντιών και των πορφυρόμαυρων λαιμών τους. Τα στόματά τους έκαναν μεγάλη εντύπωση στον Γκαρθ για τη σοβαρότητα της συνάντησης: τούτο αποτελούσε μια έκφραση των Γοέσκερ που είχε μάθει ν’ αναγνωρίζει. Ένα ανοιχτό στόμα έδειχνε κάποια έντονη συγκίνηση: χαρά, λύπη, θυμό, ποτέ δεν ήταν σίγουρος τι πραγματικά ήταν. Οι Γουέσκερ εκ φύσεως ήταν πράοι και δεν έβλεπε συχνά ανοιχτά στόματα για να κρίνει τι τα προκαλούσε. Τώρα όμως ήταν περικυκλωμένος απ’ αυτά.
«Θα μας βοηθήσεις, Τζον Γκαρθ;» είπε ο Ίτιν. «Έχουμε μια απορία».
«Θα σας λύσω ό, τι απορία έχετε», είπε ο Γκαρθ, μ’ ένα  μάλλον κακό προαίσθημα. «Τι είναι;»
«Υπάρχει Θεός;»
«Τι εννοείτε με τη λέξη Θεός;» ρώτησε ο Γκαρθ με τη σειρά του. Τι να τους πει;
«Ο Θεός είναι ο ουράνιος Πατέρας μας, ο οποίος μας δημιούργησε και μεριμνά για μας. Στον οποίο προσευχόμαστε να μας βοηθήσει κι αν Σωθούμε θα πάμε σ’ ένα μέρος …»
«Αρκετά», είπε ο Γκαρθ. «Δεν υπάρχει κανείς Θεός».
Όλοι τους άνοιξαν το στόμα τους τώρα, ακόμη και ο Ίτιν, καθώς κοιτούσαν τον Γκαρθ και συλλογίζονταν την απάντησή του. Οι σειρές των ροζ δοντιών τους θα προκαλούσαν τον τρόμο αν δεν γνώριζε αυτά τα πλάσματα τόσο καλά. Για μια στιγμή αναρωτήθηκε μήπως είχαν κιόλας μυηθεί στη θρησκεία και τον έβλεπαν σαν έναν αιρετικό αλλά έδιωξε την ιδέα απ’ το μυαλό του.
«Σ’ ευχαριστούμε», είπε ο Ίτιν και γυρνώντας πίσω έφυγαν.
Αν και το πρωινό ήταν ακόμη ψυχρό, ο Γκαρθ παρατήρησε πως τον είχε πιάσει ιδρώτας κι απορούσε γιατί.
Η απάντηση δεν άργησε να έρθει. Ο Ίτιν επέστρεψε το ίδιο απόγευμα. «Έρχεσαι στην εκκλησία, σε παρακαλώ;» τον ρώτησε. «Πολλά από τα πράγματα που μελετάμε είναι δύσκολα να τα μάθουμε, αλλά κανένα τόσο δύσκολο όσο τούτο. Θέλουμε τη βοήθειά σου διότι πρέπει ν’ ακούσουμε κι εσένα και τον Πατέρα Μαρκ κατ’ αντιπαράσταση. Και τούτο γιατί αυτός λέει ότι ένα πράγμα είναι αληθινό κι εσύ λες ότι ένα άλλο είναι αληθινό, αλλά και τα δυο δεν μπορεί να είναι αληθινά συγχρόνως. Πρέπει να ανακαλύψουμε τι πραγματικά είναι αληθινό».
«Βεβαίως και θα έρθω», είπε ο Γκαρθ, προσπαθώντας να κρύψει ένα ξαφνικό συναίσθημα αγαλλίασης. Αυτός δεν είχε κάνει τίποτε αλλά οι Γουέσκερ ήρθαν σ’ αυτόν έτσι κι αλλιώς. Θα μπορούσαν ακόμη να υπάρξουν περιθώρια για ελπίδα να μπορέσουν να μείνουν απελευθερωμένοι.
Έκανε ζέστη μέσα στην εκκλησία, και ο Γκαρθ εξεπλάγη από τον αριθμό των παρευρισκομένων Γουέσκερ. Είχαν μαζευτεί περισσότεροι από κάθε άλλη φορά πριν. Υπήρχαν πολλά ανοιχτά στόματα. Ο Πατήρ Μαρκ καθόταν σ’ ένα τραπέζι γεμάτο βιβλία. Δεν έδειχνε καθόλου χαρούμενος αλλά δεν είπε τίποτε όταν μπήκε ο Γκαρθ. Ο Γκαρθ μίλησε πρώτος.
«Ελπίζω να κατανοείς πως ήταν δική τους ιδέα – πως οι ίδιοι ήρθαν με τη θέλησή τους και μου ζήτησαν να έρθω εδώ».
«Αυτό το ξέρω», είπε ο παπάς καρτερικά. «Κατά διαστήματα γίνονται πολύ δύσκολοι. Αλλά μαθαίνουν και θέλουν να πιστέψουν, και τούτο είναι που έχει σημασία».
«Πάτερ Μαρκ, έμπορε Γκαρθ, χρειαζόμαστε τη βοήθειά σας», είπε ο Ίτιν. «Και οι δυο σας γνωρίζετε πράγματα που δε γνωρίζουμε εμείς. Πρέπει να μας βοηθήσετε να ασπαστούμε τη θρησκεία που για μας δεν είναι εύκολο να το κάνουμε». Ο Γκάρθ ξεκίνησε να πει κάτι, αλλά άλλαξε γνώμη. Ο Ίτιν συνέχισε. «Έχουμε διαβάσει τις βίβλους κι όλα τα βιβλία που μας έδωσε ο Πατήρ Μαρκ κι ένα πράγμα είναι σαφές. Το έχουμε συζητήσει και συμφωνήσαμε όλοι. Αυτά τα βιβλία είναι πολύ διαφορετικά απ’ αυτά που μας έδωσε ο Έμπορος Γκαρθ. Στα βιβλία του Εμπόρου Γκαρθ υπάρχει το σύμπαν που δεν έχουμε δει και λειτουργεί χωρίς το Θεό, διότι Αυτός δεν αναφέρεται πουθενά. Το έχουμε ψάξει πολύ προσεκτικά. Στα βιβλία του Πατρός Μαρκ αυτός είναι πανταχού παρών και τίποτε δε γίνεται χωρίς Αυτόν. Μια από αυτές τις απόψεις πρέπει να είναι σωστή και η άλλη να είναι λανθασμένη. Δεν ξέρουμε πως μπορεί να υπάρχει κάτι τέτοιο, αλλά αφού ανακαλύψουμε ποιο από τα δυο είναι σωστό, τότε ίσως να μάθουμε. Εάν ο Θεός δεν υπάρχει …»
«Μα φυσικά και υπάρχει, τέκνα μου», είπε ο Πατήρ Μαρκ με μια φωνή γεμάτη θέρμη. «Αυτός είναι ο Ουράνιος Πατέρας μας που μας έπλασε όλους …»
«Ποιος έπλασε το Θεό;» ρώτησε ο Ίτιν και το μουρμουρητό σταμάτησε. Κάθε ένας από τους Γουέσκερ παρακολουθούσε τον Πατέρα Μαρκ μ’ έντονο βλέμμα. Δείλιασε για λίγο κάτω από την επίδραση του βλέμματός του, μετά όμως χαμογέλασε.
«Κανείς και τίποτε δεν έπλασε το Θεό, επειδή Αυτός είναι ο Πλάστης. Πάντοτε υπήρχε ...»
«Εάν Αυτός υπήρχε πάντοτε – γιατί και το σύμπαν να μην μπορεί κι αυτό να υπάρχει πάντοτε; Χωρίς τη μεσολάβηση κανενός δημιουργού;» διέκοψε ο Ίτιν μ’ ένα χείμαρρο λέξεων. Η σπουδαιότητα της ερώτησης ήταν ολοφάνερη. Ο παπάς απάντησε αργά και με απεριόριστη υπομονή.
«Μακάρι οι απαντήσεις να ήταν τόσο απλές, τέκνα μου. Αλλά ακόμη και οι επιστήμονες δε συμφωνούν σχετικά με τη δημιουργία του σύμπαντος. Ενώ αυτοί αμφιβάλλουν – εμείς που έχουμε δει το φως γνωρίζουμε. Μπορούμε να δούμε το θαύμα της δημιουργίας ολόγυρά μας. Και πώς γίνεται να υπάρχει δημιουργία χωρίς Δημιουργό; Και Αυτός είναι εκείνος, ο Πατέρας μας, ο Θεός μας στους Ουρανούς. Καταλαβαίνω πως έχετε αμφιβολίες. Τούτο είναι επειδή έχετε ψυχές και ελεύθερη βούληση. Κι όμως, η απάντηση είναι απλή. Έχετε πίστη, αυτή είναι η μόνη που χρειάζεστε. Απλά πιστέψτε».
«Πώς να πιστέψουμε χωρίς αποδείξεις;».
«Εάν δεν μπορείτε να δείτε ότι τούτος ο κόσμος είναι ο ίδιος μια απόδειξη της ύπαρξής Του, τότε σας λέω ότι η πίστη δε χρειάζεται απόδειξη – αν έχετε πίστη!»
Μια οχλοβοή ξεσηκώθηκε μέσα στην αίθουσα και περισσότερα στόματα των Γουέσκερ ήταν τώρα ανοιχτά καθώς πάσχιζαν να ζορίσουν τις σκέψεις τους μέσα από το μπερδεμένο κουβάρι των λέξεων και να βρουν το νήμα της αλήθειας.
«Μπορείς να μας διαφωτίσεις εσύ, Γκαρθ;» ρώτησε ο Ίτιν και ο ήχος της φωνής του έκανε τη βαβούρα να καταλαγιάσει.
«Εγώ σας λέω να χρησιμοποιήστε την επιστημονική μέθοδο, η οποία μπορεί να εξετάσει όλα τα πράγματα – ακόμη και την ίδια – και να σας δώσει απαντήσεις που να αποδεικνύουν την αλήθεια ή το ψέμα κάθε θεωρίας».
«Και αυτό είναι που πρέπει να κάνουμε», είπε ο Ίτιν, «έχουμε καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα». Κράτησε μπροστά του ένα χοντρό βιβλίο κι ένας κυματισμός από νεύματα διέτρεξε τους θεατές. «Μελετήσαμε τη βίβλο όπως μας είπε να κάνουμε ο Πατήρ Μαρκ, και βρήκαμε την απάντηση. Ο Θεός θα μας κάνει ένα θαύμα, και μ’ αυτό θα αποδείξει ότι μας βλέπει. Και με το σημείο αυτό θα Τον γνωρίσουμε και θα πάμε προς Αυτόν».
«Αυτό είναι αμάρτημα ψευδούς έπαρσης», είπε ο Πατήρ Μαρκ. «Ο Θεός δεν έχει ανάγκη από θαύματα για να αποδείξει την ύπαρξή Του».
«Εμείς όμως χρειαζόμαστε ένα θαύμα!» φώναξε ο Ίτιν, και, παρόλο που δεν ήταν άνθρωπος, υπήρχε ανάγκη στη φωνή του. «Έχουμε διαβάσει σ’ αυτό το βιβλίο για πολλά μικρά θαύματα, για άρτους και ψάρια, κρασί, φίδια – πολλά απ’ αυτά για πολύ ευτελέστερους λόγους. Τώρα το μόνο που θα κάνει είναι ένα θαύμα που να μας φέρει όλους μας κοντά Του – το θαύμα ενός καινούριου κόσμου που θα Τον λατρεύει στο θρόνο Του, όπως μας έχεις πει, Πάτερ Μαρκ. Και μας είπες πόσο σπουδαίο είναι αυτό. Συζητήσαμε το θέμα και καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι υπάρχει ένα μόνο θαύμα που αρμόζει καλύτερα στην περίπτωσή μας».
Η ανία από τη θεολογική αυτή διαμάχη του έφυγε του Γκαρθ αμέσως. Στ’ αλήθεια δε σκέφτηκε, αλλιώς θα είχε συνειδητοποιήσει πού οδηγούσε όλο αυτό. Έβλεπε την εικόνα στη βίβλο που κρατούσε ο Ίτιν ανοιχτή και ήξερε προκαταβολικά ποια εικόνα ήταν. Σηκώθηκε από την καρέκλα του σαν να ήθελε να ξεμουδιάσει και στράφηκε προς τον παπά που ήταν πίσω του.
«Ετοιμάσου!» ψιθύρισε. «Βγες από το πίσω μέρος και τρέξε προς το πλοίο. Εγώ στο μεταξύ θα τους απασχολήσω εδώ. Εμένα δε νομίζω πως θα με πειράξουν».
«Τι θες να πεις; …;» ρώτησε ο Πατήρ Μαρκ ανοιγοκλείνοντας έκπληκτος τα μάτια.
«Φύγε, ανόητε!» είπε ο Γκαρθ συρίζοντας. «Ποιο θαύμα φαντάζεσαι πως εννοούν; Ποιο θαύμα λέγεται ότι προσηλύτισε τον κόσμο στο χριστιανισμό;»
«Όχι!» είπε ο Πατήρ Γκαρθ. «Αδύνατον. Απλά δεν μπορεί …!»
«ΚΟΥΝΗΣΟΥ!» ούρλιαξε ο Γκαρθ, σέρνοντας τον παπά από την καρέκλα του και εκσφενδονίζοντας τον προς τον πίσω τοίχο. Ο Πατήρ Μαρκ σταμάτησε σκοντάφτοντας και στράφηκε προς τα πίσω. Ο Γκαρθ έκανε ένα άλμα προς το μέρος του, ήταν όμως αργά. Τα αμφίβια ήταν μικρόσωμα, αλλά ήταν πάρα πολλά. Ο Γκαρθ όρμησε πάνω τους και η γροθιά του χτύπησε τον Ίτιν και το εκσφενδόνισε πίσω στο πλήθος. Οι υπόλοιποι του επιτέθηκαν καθώς άνοιγε δρόμο προς τον παπά. Άρχισε να τους χτυπά αλλά ήταν σαν να πάλευε με τα κύματα. Τα τριχωτά, μυρωδάτα σώματά τους τον κατέκλυσαν και κυριολεκτικά τον κατάπιαν. Πάλεψε μέχρι που τον καθήλωσαν δένοντάς τον. Αυτός όμως συνέχισε ν’ αντιστέκεται μέχρι που τον χτύπησαν στο κεφάλι και σταμάτησε. Κατόπιν τον έσυραν έξω όπου έμεινε ξαπλωμένος στη βροχή παρακολουθώντας και βρίζοντας.
Όπως είναι φυσικό, οι Γουέσκερ ήταν θαυμάσιοι τεχνίτες και όλα είχαν κατασκευαστεί μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια σύμφωνα με την εικόνα της βίβλου. Εκεί ήταν και ο σταυρός στην κορυφή ενός μικρού λόφου, τα γυαλιστερά μεταλλικά καρφιά, το σφυρί. Ξεγύμνωσαν τον Πατέρα Μαρκ και τύλιξαν  ένα προσεκτικά πτυχωτό πανί γύρω από τα ισχία του. Μετά τον οδήγησαν έξω από την εκκλησία.
Στην όψη του σταυρού παραλίγο να λιποθυμήσει. Κατόπιν όμως κράτησε το κεφάλι του ψηλά και αποφάσισε να πεθάνει όπως έζησε, με πίστη.
Κι όμως ήταν δύσκολο. Ήταν ανυπόφορο ακόμη και για τον Γκαρθ, που μόνο έβλεπε. Άλλο είναι να μιλάς για σταύρωση και να κοιτάζεις τα απαλά σμιλευτά σώματα στο ημίφως της προσευχής και άλλο να βλέπεις έναν άντρα γυμνό, με σχοινιά να κόβουν το δέρμα του και να κρέμεται από ένα ξύλινο δοκάρι. Και να βλέπεις το μυτερό καρφί να υψώνεται και να καρφώνεται στην απαλή σάρκα της παλάμης του, να βλέπεις το σφυρί να ανεβοκατεβαίνει με την ήρεμη περισυλλογή ενός εύστοχου χτυπήματος από έναν τεχνίτη. Μετά ν’ ακούς τα ουρλιαχτά.
Λίγοι είναι γεννημένοι μάρτυρες. Ο Πατήρ Μαρκ δεν ήταν ένας απ’ αυτούς. Με τα πρώτα πλήγματα, το αίμα έτρεξε από τα χείλη του στο σημείο που έσφιγγε τα δόντια του. Κατόπιν άνοιξε το στόμα του διάπλατα, το κεφάλι του ζορίστηκε προς τα πίσω καθώς τα φρικτά λαρυγγικά ουρλιαχτά του έσχιζαν το θόρυβο της βροχής που έπεφτε. Αντηχούσε σαν μια σιωπηλή ηχώ από τις μάζες των παρευρισκομένων Γουέσκερ, διότι όποια συγκίνηση τους έκανε ν’ ανοίγουν τα στόματά τους, έσχιζε τώρα και τα σώματά τους μ’ όλη της τη δύναμη, και οι διαδοχικές σειρές από χάσκοντα σαγόνια αντανακλούσαν την αγωνία του σταυρωμένου παπά.
Κατά σπλαχνικό τρόπο, ο παπάς λιποθύμησε καθώς το τελευταίο καρφί εύρισκε το στόχο του. Αίμα έτρεχε από τις ανοιχτές πληγές και ανακατευόταν με τη βροχή για να στάξει ροζ στα πόδια του καθώς η ζωή του στράγγιζε από το σώμα του. Και την ώρα αυτή, κάπου την ώρα αυτή, πασχίζοντας με λυγμούς να απελευθερωθεί από τα δεσμά του, μουδιασμένος από τα χτυπήματα στο κεφάλι, ο Γκάρθ έχανε κι αυτός τις αισθήσεις του.
Ξύπνησε στη δική του αποθήκη και ήταν σκοτεινά. Κάποιος έκοβε τα πλεκτά σχοινιά με τα οποία τον είχαν δέσει. Η βροχή ακόμη έπεφτε πλατσουρίζοντας απέξω.
«Ίτιν», είπε. Δεν μπορούσε να ήταν άλλος.
«Ναι», του ψιθύρισε η εξωγήινη φωνή. «Οι άλλοι συζητούν στην εκκλησία. Ο Λιν πέθανε αφότου τον χτύπησες στο κεφάλι και ο Ίνον είναι πολύ βαριά. Υπάρχουν μερικοί που λένε πως κι εσένα πρέπει να σε σταυρώσουν, και νομίζω πως θα το κάνουν. Ή ίσως να σε λιθοβολήσουν. Έχουν διαβάσει στη βίβλο που λέει …»
«Ξέρω». Με υπέρμετρη κούραση είπε: «Οφθαλμόν αντί οφθαλμού. Θα βρεις πολλά τέτοια παρόμοια αν αρχίσεις να ψάχνεις. Είναι θαυμάσιο βιβλίο». Το κεφάλι του πονούσε τρομερά.
«Πρέπει να φύγεις. Μπορείς να πας στο πλοίο σου χωρίς να σε δει κανείς. Αρκετός σκοτωμός έγινε». Κι ο Ίτιν μιλούσε με μια πρωτόγνωρη κούραση.
Ο Γκαρθ με κόπο μπόρεσε να σηκωθεί και να σταθεί στα πόδια του. Πίεσε το κεφάλι του στο τραχύ ξύλο του τοίχου μέχρι να του φύγει η ναυτία. «Πέθανε». Το είπε σαν κατάφαση, όχι σαν ερώτηση.
«Ναι, πριν λίγη ώρα. Αλλιώς δε θα μπορούσα να ξεφύγω για να σε δω».
«Και τον έθαψαν βέβαια, ειδεμή δε θα σκέφτονταν να ξαναρχίσουν μ’ εμένα τώρα»
«Και τον ενταφίασαν!» η φωνή του εξωγήινου είχε κάποιον τόνο συγκίνησης, σαν μια ηχώ εκείνης του νεκρού παπά. «Είναι στον τάφο και θα εγερθεί εκ νεκρών. Έτσι είναι γραμμένο ότι θα γίνει. Ο Πατήρ Μαρκ θα είναι τόσο χαρούμενος που όλα έγιναν κατ’ αυτόν τον τρόπο». Η φωνή του σταμάτησε με κάτι που έμοιαζε με ανθρώπινο αναφιλητό.
Ο Γκαρθ με πολύ κόπο κατευθύνθηκε προς την πόρτα στηριζόμενος στον τοίχο να μην πέσει.
«Το σωστό δεν κάναμε, έτσι δεν είναι;» ρώτησε ο Ίτιν. Δεν πήρε απάντηση. «Θ’ αναστηθεί, Γκαρθ, δε θ’ αναστηθεί;»
Ο Γκαρθ έφτασε στην πόρτα και αρκετό φως ερχόταν από τη λαμπρά φωτιζόμενη εκκλησία για να δει τα ματωμένα χέρια του  σφιγμένα πάνω στον παραστάτη. Το πρόσωπο του Ίτιν φαινόταν αχνά δίπλα του, και ο Γκαρθ ένιωσε τα λεπτεπίλεπτα πολυδάχτυλα χέρια του με τα μυτερά νύχια να πιάνουν τα ρούχα του.
«Θ’ αναστηθεί, Γκαρθ, έτσι δεν είναι;»
«Όχι», είπε ο Γκαρθ, «θα μείνει θαμμένος ακριβώς εκεί που τον βάλατε. Τίποτε δε θα συμβεί επειδή πέθανε και θα παραμείνει νεκρός».
Η βροχή έτρεχε σχηματίζοντας αυλάκια πάνω στο γούνινο τρίχωμα του Ίτιν και το στόμα του ήταν τόσο ορθάνοιχτο που φαινόταν σαν να ούρλιαζε ενάντια στη νύχτα. Μόνο με μεγάλη προσπάθεια κατόρθωνε να μιλήσει πιέζοντας τις ξένες του σκέψεις να εκφραστούν σε μια ξένη γλώσσα.
«Άρα δε θα σωθούμε; Δεν θα εξαγνιστούμε;»
«Ήσασταν αγνοί», είπε ο Γκαρθ με μια φωνή που ακουγόταν κάτι μεταξύ λυγμού και γέλιου. «Και τούτο είναι το απαίσιο, άσχημο και βρώμικο που σας συνέβη. Ήσασταν αγνοί. Τώρα είστε …»
«Δολοφόνοι», είπε ο Ίτιν, και το νερό έτρεχε προς τα κάτω από το κατεβασμένο του κεφάλι σχηματίζοντας ρυάκια μέσα στο σκοτάδι.

 ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
 ΜΠΙΛ // Ο ΗΡΩΑΣ ΤΟΥ ΓΑΛΑΞΙΑ

ΜΠΙΛ / HARRISSON HARRY