Κυριακή, Απριλίου 19, 2026

Η παραίτηση του αγλαΐσματος της εγχώριας πολιτικής

Α. Η ΕΙΔΗΣΗ : Παραιτήθηκε ο Μακάριος Λαζαρίδης, κατηγορώντας την αντιπολίτευση για «λάσπη και συκοφαντία» – Έκθετο παραμένει το Μαξίμου

 makarios lazaridis

Β. Ο  Λαζαρίδης επιτίθεται στο Μαξίμου: «Η φοβική κυβέρνηση παραιτεί όποιον στοχοποιεί η συμμορία της Αριστεράς»

...ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ ΓΙΑ  :   

 


ΤΟ ΑΓΛΑΪΣΜΑ ΤΗΣ ΕΓΧΩΡΙΑΣ  ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ 

 [Σονέτο]

Μακάριος Λαζαρίδης 

Αγλάισμα της πολιτικής από παλιά   ο Μάκαρος ο  Λαζαρίδης*

Προσόντα δεν είχε τυπικά , αλλ΄ ανεδείχθη μέγας   σπουδαρχίδης**.

Στη Μαριέττα  αρχικώς  προσεκόμισε  ψευδή πιστοποιητικά

Κι ευθύς θέση συμβούλου πήρε τριετή  περί τα επιστημονικά.

 

Ένεκα της   ευδοκίμου εις την Κουτσίκου προϋπηρεσίας

Ανεβαθμίσθη εις κάλαμον της  ακροδεξιάς  δημοσιογραφίας.

Αγλάισμα της επικοινωνίας  σαν αυτό δεν ξέφυγε του Μητσοτάκη

Σαν έφτιαξε νέο  θίασο σκιών,  του έδωσε   το ρόλο  κουτσαβάκη.

 

Άνευ προσόντων τυπικών κι από  ηθική πολιτική χωρίς να διαθέτει   στάλα

Έλαβε  απ΄τον   Κυριάκο  έξτρα  δώρο βουλευτικό  την όμορφη  Καβάλα

Τσιράκι μεγάλου κάλφα***  πλέον  αυτός συνέχισε να εργάζεται στο ίδιο πλάνο 

 

Πούρος μεν του Κράτους εκσυγχρονιστής, αποθεώνων  δε  κάθε δεξιοκαλπουζάνο****

Συλλέκτης χιλιάδων εργατόσημων,εγκαλεί όποιον τον ψέγει ως  "συμμορίτη Αριστερό"

"Είμαι Ωραίος, εσύ όμως παλιοτεμπέλης , ουδείς εμένα  ξεπερνά σε έργο συκοφαντικό "!


________________

*Μακάριος Λαζαρίδης/Βικιπαίδεια

_____________

**σπουδαρχίδης αρσενικό

 (αρχαιοπρεπές) κάποιος που αποπειράται να καταλάβει μια αρχή, ένα αξίωμα, μια θέση με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο. [el.wiktionary.org]

________________  

***κάλφας αρσενικό

  1. (παρωχημένο) ο βοηθός του μάστορα, ο οποίος είναι ιεραρχικά πιο πάνω από τον μαθητευόμενο (που λέγεται τσιράκι από το επίσης Τουρκικό çιrak, ή και παραγιός). Ο κάλφας αποτελεί τον διάδοχο του μάστορα, του ολοκληρωμένου τεχνίτη δηλαδή, στα πλαίσια της συντεχνίας. [el.wiktionary.org]

__________________________ 

****καλπουζάνος αρσενικό (θηλυκό: καλπουζάνα)

  • αυτός που φτιάχνει κάλπικα νομίσματα
     συνώνυμα: κιβδηλοποιός, παραχαράκτης, πλαστογράφος
  • (κατ’ επέκταση) (μεταφορικά) άνθρωπος που φέρεται δόλια
     συνώνυμα: απατεώνας, δόλιος, ανέντιμος [el.wiktionary.org]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Anton Batagov: Γυναικεία ποίηση ανά τους αιώνες / Γυναίκες ποιήτριες διαφορετικών εποχών/Ο κύκλος των τραγουδιών (16 τραγούδια)

Anton Batagov  /  Антон Батагов 16+ female poetry through the ages  /  женщины-поэты разных времен song cycle  /  цикл песен Nadine Koutcher...