Λεωνίδας Καλλιβρετάκης / Ένα βιβλίο για τους αφανείς του Πολυτεχνείου
50 χρόνια μετά την εξέγερση, το βιβλίο του Λ.Καλλιβρετάκη φέρνει στο προσκήνιο ανθρώπους που άφησαν σχολείο και δουλειές για να σταθούν δίπλα στους φοιτητές
Μαθητές και μαθήτριες, οικοδόμοι, εργάτες,
σερβιτόροι, σουβλατζήδες, ιδιωτικοί υπάλληλοι, άνθρωποι απλοί, του
καθημερινού μόχθου, συνθέτουν την ανθρωπογεωγραφία του καινούργιου
βιβλίου του Λεωνίδα Καλλιβρετάκη «Το Πολυτεχνείο έξω από το Πολυτεχνείο.
Οι αφανείς της εξέγερσης του 1973» (εκδ. Θεμέλιο), η κυκλοφορία του
οποίου αναμένεται με ενδιαφέρον την επόμενη εβδομάδα. Πενήντα χρόνια
μετά την εξέγερση, το βιβλίο του Λ. Καλλιβρετάκη φέρνει στο προσκήνιο
ανθρώπους που άφησαν σχολείο και δουλειές για να σταθούν δίπλα στους
φοιτητές του υπό κατάληψη ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος και
εξακολούθησαν ακόμα και μετά την εισβολή του τανκς να δίνουν τις μάχες
τους άοπλοι απέναντι στις πάνοπλες δυνάμεις Ασφαλείας στους δρόμους γύρω
από το Πολυτεχνείο.
Ο ιστορικός που τεκμηρίωσε τη λίστα των 24 γνωστών έως τώρα νεκρών του Πολυτεχνείου θέτοντας το πιο ισχυρό ανάχωμα στις απόπειρες αναθεωρητισμού, συνεχίζοντας την έρευνά του αναδεικνύει μια υποφωτισμένη αλλά εξαιρετικά κρίσιμη πτυχή των τριών ημερών που συντάραξαν την πρόσφατη ελληνική Ιστορία. Φωτίζοντας τον ρόλο των αφανών παραδίδει ταυτόχρονα επαρκή τεκμήρια για τη συμβολή του Πολυτεχνείου στις πολιτικές εξελίξεις της εποχής που οδήγησαν στην πτώση της Χούντας.
«Αυτό που έκανε το Πολυτεχνείο να γίνει “το Πολυτεχνείο” δεν είναι εκείνα που συνέβησαν μέσα στο υπό κατάληψη ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, αλλά όσα διαδραματίστηκαν έξω από αυτό» γράφει ο γνωστός ιστορικός. Στους αφανείς μαθητές που έδωσαν τις δικές τους μάχες το Σάββατο 17 Νοεμβρίου 1973 στους γύρω δρόμους της Πατησίων επικεντρώνεται το απόσπασμα του καινούργιου βιβλίου του που προδημοσιεύουμε σήμερα. Κι αν όλοι μας γνωρίζουμε τον Διομήδη Κομνηνό και τον τρόπο που έχασε τη ζωή του, σχεδόν τίποτα δεν ξέρουμε για τον 16χρονο μαθητή του Λεοντείου Λυκείου Αλέξανδρο Σπαρτίδη. Ο Λεωνίδας Καλλιβρετάκης καταγράφει τον τρόπο με τον οποίο σκοτώθηκε και αυτός ο έφηβος.
Στα Πατήσια - Η ώρα των μαθητών
Αλλά το επίκεντρο των μαζικότερων εκδηλώσεων του λαού της πρωτεύουσας κατά τη διάρκεια του Σαββάτου 17 Νοεμβρίου, η γειτονιά που πήρε τη σκυτάλη από το Πολυτεχνείο λίγες μόλις ώρες μετά την άλωσή του, υπήρξε αναμφισβήτητα η περιοχή των Πατησίων. Πλήθος μαρτύρων επιβεβαιώνουν ότι το πρωινό εκείνο, η οδός Πατησίων, από το τέρμα της μέχρι και το ύψος του ΟΤΕ, υπήρξε πραγματικό πεδίο αιματηρών συγκρούσεων, καθώς τη διέσχιζαν αλλεπάλληλα κύματα διαδηλωτών, κυρίως μαθητών από τα πολλά σχολεία της περιοχής, που αναχαιτίζονταν από περιπόλους της Αστυνομίας, μικτές ομάδες μάχης του Στρατού (αποτελούμενες από άρματα μάχης και τεθωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού - ΤΟΜΠ), αλλά και από τα πυρά της στρατιωτικής φρουράς του 28ου Συντάγματος Πεζικού, που ενέδρευε από το προηγούμενο βράδυ στο κτίριο του ΟΤΕ. Οι περισσότερες από αυτές τις διαδηλώσεις δέχθηκαν σφοδρές ένοπλες επιθέσεις των δυνάμεων καταστολής, με αποτέλεσμα πλήθος τραυματιών και αρκετούς νεκρούς.
Ο 22χρονος ιδιωτικός υπάλληλος Δημήτρης Τεννές βρισκόταν στη Πατησίων το πρωί του Σαββάτου μαζί με μια «διαδήλωση 3.000 ατόμων, στην οποία έπαιρναν μέρος και πολλοί μαθητές και μαθήτριες», που κατευθυνόταν προς το κέντρο της πόλης. Φθάνοντας γύρω στις 9.30 στη διασταύρωση της Πατησίων με την οδό Τροίας, βρέθηκαν απέναντι σε ένα φράγμα αστυνομικών που ήταν παραταγμένοι στο ύψος της οδού Κοδριγκτώνος. Ένας διαδηλωτής που πήγε να διαπραγματευτεί μαζί τους, πυροβολήθηκε και έπεσε κάτω. Οι αστυνομικοί συνέχισαν να πυροβολούν, τραυματίζοντας αρκετούς μαθητές και μαθήτριες, καθώς και τον Τεννέ, που δέχθηκε μια σφαίρα στον ώμο, από περίστροφο των 38’’ (το συνηθέστερο τότε υπηρεσιακό όπλο της Αστυνομίας Πόλεων). Μεταφέρθηκε στο Θεραπευτήριο Κυψέλης, όπου υπήρχαν και άλλοι τραυματίες.
Μεταξύ των διαδηλωτών στην οδό Πατησίων εκείνο το πρωί βρισκόταν και ο 14χρονος μαθητής Γιώργος Τομαδάκης. Γύρω στις 10.00 «ήμασταν 700 νέοι περίπου μπροστά στο κτίριο του ΟΤΕ και φωνάζαμε διάφορα συνθήματα, “Κάτω η Χούντα”, “Κάτω οι δολοφόνοι”, “Δεν θα περάσει ο Φασισμός” και διάφορα άλλα συνθήματα». Κάποια στιγμή εμφανίστηκαν τα τεθωρακισμένα και άρχισαν οι πυροβολισμοί, οπότε κτυπήθηκε στο δεξί πόδι: «Εγώ πυροβολήθηκα από τανκ. Είδα καλά έναν στρατιώτη που βρισκόταν επάνω σε ένα διερχόμενο τανκ και έριχνε εναντίον μας. Συγχρόνως τραυματίστηκαν και άλλοι 4-5 στα πόδια και ένας ακόμη στη μέση». Μεταφέρθηκε προσωρινά σε ένα γειτονικό κατάστημα και στη συνέχεια στο Νοσοκομείο «Παμμακάριστος», όπου νοσηλεύθηκε για δύο εβδομάδες. Το τραύμα στα δάκτυλα του ποδιού τού άφησε πρόβλημα (το 1975 εξακολουθούσαν να μη λυγίζουν δύο δάκτυλα). Στο ίδιο σημείο βρέθηκε την ώρα εκείνη και η 16χρονη μαθήτρια Βασιλική Ζωίδου. Ήθελε να πάει να δει «τι είχε γίνει στο Πολυτεχνείο». Μπροστά στο κτίριο του ΟΤΕ «υπήρχαν πολλά παιδιά, διαδηλωτές, που ξάπλωσαν μπρούμυτα, όταν είδαν να έρχονται από την πλατεία Αμερικής μερικά τανκς, τα οποία πυροβολούσαν. Κατόπιν αυτού, ξάπλωσα και εγώ κάτω». [...]
Από την ταράτσα του ΟΤΕ
Πέραν των ομάδων των αστυνομικών και των διερχομένων σχηματισμών τεθωρακισμένων, στην περιοχή εκείνη ανέπτυξε ιδιαίτερη δράση και ένα στρατιωτικό τμήμα που είχε αναλάβει τη φρούρηση του κτιριακού συγκροτήματος του ΟΤΕ. Το τμήμα αυτό ανήκε στο 28ο Σύνταγμα Πεζικού και είχε συμμετάσχει την προηγουμένη, όπως αναφέρθηκε ήδη, στις επιχειρήσεις κατά του Πολυτεχνείου. Στη συνέχεια, μετά τις 3.30, ξημερώνοντας το Σάββατο 17 Νοεμβρίου, ένας λόχος ανέλαβε τη φρούρηση του ΟΤΕ, υπό τον λοχαγό Αναστάσιο Αναστασίου. Στην ταράτσα του παλαιού μεγάρου τοποθετήθηκε υπεύθυνος ο 20χρονος έφεδρος ανθυπολοχαγός Ιωάννης Λυμπέρης, έχοντας υπό τις διαταγές του ένα απόσπασμα, στο οποίο ανήκε και ο έφεδρος λοχίας Αλέξανδρος Φλώρος. Η δράση αυτού του αποσπάσματος επρόκειτο να αποδειχθεί μοιραία για αρκετούς ανθρώπους.
Ο 23χρονος ηλεκτρολόγος Μάρκος Καραμανής ήταν παρών την προηγούμενη νύκτα έξω από το Πολυτεχνείο και, μαζί με τον αδελφό του, είχαν βοηθήσει στη μεταφορά πολλών τραυματιών. Το Σάββατο το πρωί, μαζί με τον 18χρονο εξάδελφό του, επίσης ηλεκτρολόγο, Χρήστο Μαλιαράκη, επιχείρησαν να προσεγγίσουν το Πολυτεχνείο, αλλά καταδιώχθηκαν από τις εκεί στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις και κατέφυγαν στην πολυκατοικία επί της πλατείας Αιγύπτου 1 (στη γωνία της οδού Πατησίων), της οποίας ο θυρωρός ήταν συγγενής τους. Γύρω στις 10.30, τα δύο ξαδέλφια ανέβηκαν στην ταράτσα της πολυκατοικίας για να παρατηρήσουν τα διαδραματιζόμενα στην περιοχή. Τη συνέχεια περιγράφουν χαρακτηριστικά στις καταθέσεις τους οι υπάλληλοι του ΟΤΕ που βρίσκονταν στα πίσω παράθυρα του 10ου ορόφου του νέου κτιρίου (της Γ’ Σεπτεμβρίου 102), απ’ όπου είχαν εποπτεία επί της ταράτσας του χαμηλότερου παλαιού κτιρίου (της Πατησίων 85) και είδαν εκεί ακροβολισμένους τρεις στρατιώτες κι έναν νεαρό αξιωματικό, με στολές εκστρατείας. Ο αξιωματικός ήταν ακουμπισμένος στο στηθαίο της ταράτσας και πυροβολούσε με το πιστόλι του προς την οδό Πατησίων. Κάποια στιγμή πήρε από τον διπλανό του φαντάρο το τουφέκι Μ1 που κρατούσε, το έστησε στο στηθαίο, σκόπευσε προς την πολυκατοικία που βρίσκεται στη γωνία Πατησίων και Αιγύπτου, και έριξε μια φορά. Στην ταράτσα εκείνης της πολυκατοικίας οι υπάλληλοι του ΟΤΕ είδαν δύο νεαρούς, που κοίταζαν προς την Πατησίων. Η σφαίρα που έριξε ο αξιωματικός χτύπησε στην πίσω μεριά της ταράτσας, όπως κατάλαβαν από τη σκόνη που σήκωσε. Οι νεαροί τρόμαξαν και τραβήχτηκαν χωρίς να ξέρουν από πού τους πυροβολούν. Ο αξιωματικός έριξε πάλι και εκείνοι έτρεξαν στη μεσοτοιχία και έπεσαν μπρούμυτα δίπλα στο πεζούλι. Όταν ο ένας επιχείρησε να σηκωθεί, ο αξιωματικός πυροβόλησε άλλη μια φορά και φάνηκε ότι τον πέτυχε. Ο άλλος νεαρός έτρεξε στο κλιμακοστάσιο, ενώ ο αξιωματικός γύρισε προς την οδό Κότσικα, σκόπευσε και πυροβόλησε ξανά (προφανώς τον Αλέξανδρο Σπαρτίδη, όπως θα δούμε παρακάτω). Στη συνέχεια έριξε σε μια κοπέλα που είχε βγει στην μπαλκονόπορτα μιας άλλης πολυκατοικίας, δεν την πέτυχε όμως κι εκείνη βιάστηκε να μπει μέσα. Κατόπιν ο ίδιος αξιωματικός άρχισε να ρίχνει πάλι με το πιστόλι του προς τον δρόμο, χωρίς να βλέπουν ποιους χτυπούσε. Μετά κάθισε και άναψε τσιγάρο.
Τα δυο ξαδέλφια, που βρίσκονταν ακάλυπτα στο δώμα της πολυκατοικίας, είχαν κτυπηθεί και τα δύο στο κεφάλι. Ο Χρήστος Μαλιαράκης, αν και βαριά τραυματισμένος επέζησε, αλλά ο Μάρκος Καραμανής, όταν μεταφέρθηκε στην κλινική «Παντάνασσα» της πλατείας Βικτωρίας ήταν ήδη νεκρός. Η κηδεία του έγινε στο Γ’ Νεκροταφείο, παρουσία αστυνομικών. Επτά μήνες αργότερα η γυναίκα του γέννησε ένα αγοράκι, που βαπτίστηκε Μάρκος.
Αλέξανδρος Σπαρτίδης
Μέσα σε αυτό το πολεμικό κλίμα που επικρατούσε στην περιοχή του ΟΤΕ εκείνο το πρωί, γύρω στις 10.30 με 11.00, βρέθηκε και ο 16χρονος μαθητής του Λεοντείου Λυκείου Αλέξανδρος Σπαρτίδης. Αυτόπτης μάρτυς των όσων ακολούθησαν ήταν ο οικοδόμος Θανάσης Παλιούρας, ο οποίος είχε καταφύγει μαζί με άλλα άτομα στην είσοδο μιας πολυκατοικίας επί της οδού Κότσικα, προκειμένου να αποφύγουν τους πυροβολισμούς: «Απέναντι στον ΟΤΕ είδαμε στρατιώτες με ρούχα αγγαρείας και αμερικανικά κράνη που κρατούσαν όπλα Μ1 και πυροβολούσαν εναντίον μας. Εκείνη την ώρα είδαμε τον Σπαρτίδη με ένα φίλο του να κατεβαίνουν από την οδό Κότσικα στην οδό Πατησίων. Τους φωνάξαμε να κρυφτούν γιατί κτυπάνε. Εκείνοι είδαν ότι δεν υπήρχε κόσμος στο δρόμο και υπήρχε ησυχία, έτσι προχώρησαν για λίγο. Έπειτα όμως έκαναν μεταβολή για να γυρίσουν πίσω. Εκείνη τη στιγμή βλέπω τον Σπαρτίδη να τραντάζεται και να πέφτει κάτω. Βγήκα έξω και με τα χέρια μου έκανα απεγνωσμένα νοήματα στους στρατιώτες για να μη μας κτυπήσουν μέχρι να τραβήξουμε τον τραυματία. Πράγματι, καταφέραμε να τον βάλουμε μέσα στην πολυκατοικία. Είχε κτυπηθεί στην πλάτη και το βλήμα βγήκε από την κοιλιά. [...] Ενώ ήταν ζωντανός μου είπε το όνομά του, σε ποια σχολή πήγαινε και τον αριθμό τηλεφώνου του σπιτιού του [...]. Φροντίσαμε να βρούμε ένα αυτοκίνητο για να τον μεταφέρουμε σε κάποιο νοσοκομείο». Ο θανάσιμα τραυματισμένος Σπαρτίδης μεταφέρθηκε πράγματι από τον Παλιούρα στο ΚΑΤ, όπου τον βρήκε νεκρό ο πατέρας του. Κηδεύθηκε στο Α’ Νεκροταφείο, υπό αυστηρή αστυνομική επιτήρηση.
Οι έρευνες και οι ανακρίσεις που διενεργήθηκαν μετά τη Mεταπολίτευση διελεύκαναν πλήρως τις συνθήκες υπό τις οποίες δολοφονήθηκαν ο Μάρκος Καραμανής και ο Αλέξανδρος Σπαρτίδης. Στην πλειάδα των αυτοπτών μαρτύρων που προαναφέρθηκαν, προστέθηκαν και οι μαρτυρίες από την άλλη πλευρά. Ο επιλοχίας Παναγιώτης Δούκας, ο λοχίας Αλέξανδρος Φλώρος, αλλά και ο διοικητής της φρουράς λοχαγός Αναστασίου, επιβεβαίωσαν ότι ο Λυμπέρης ήταν εκείνος που πυροβολούσε από την ταράτσα του ΟΤΕ. Ως εκ τούτου, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών τον καταδίκασε σε κάθειρξη 20 ετών για κάθε ανθρωποκτονία, 12 ετών για την απόπειρα ανθρωποκτονίας (του Μαλιαράκη) και, κατά συγχώνευση, στο «κατά νόμον ανώτατον όριον» των 25 ετών. Πρόκειται για μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις που, χάρις κυρίως στις μαρτυρίες πολιτών, εντοπίστηκε και καταδικάστηκε φυσικός αυτουργός για τα εγκλήματα εκείνων των ημερών.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου