Πέμπτη, Ιουλίου 02, 2026

Piero Piccioni - Η καλύτερη ιταλική κινηματογραφική μουσική, η κομψή τζαζ και ο κινηματογραφικός έρωτας


Το έργο του κορυφαίου Ιταλού συνθέτη κινηματογραφικής μουσικής Piero Piccioni

Φώντας Τρούσας | LiFOΦώντας Τρούσας

Για τους φαν του είναι ο πρώτος, για όλους τους άλλους δεύτερος πίσω μόνο από τον Ennio Morricone

Το έργο του κορυφαίου Ιταλού συνθέτη κινηματογραφικής μουσικής Piero PiccioniΠηγή: Il Giaguaro #12, 2005

Σε κάποια κείμενα που έχω υπ’ όψη μου από παλιά, αφιερωμένα στον Ιταλό μαέστρο Piero Piccioni (Πιέρο Πιτσόνι 1921-2004), δημοσιευμένα σε περιοδικά του εξωτερικού, στο Soundtrack ας πούμε ή το Il Giaguaro, έχω παρατηρήσει πως όσοι γράφουν για ’κείνον σπανίως, ή μάλλον, ποτέ, δεν αναφέρουν το όνομα του Ennio Morricone. Περίεργο… αν και από μια πλευρά μοιάζει λογικό κάτι τέτοιο.

Και οι δύο αποτελούν τα ιερά τέρατα του ιταλικού soundtrack –ο Piccioni, όπως αναφέρει ο Claudio Fuiano στην επανέκδοση τού άλμπουμ “Fumo di Londra” έχει γράψει μουσικές σε περισσότερες από 300 ταινίες, αν και ο IMDb.com αναφέρει… μόλις 193–, και οι δύο έζησαν στην ίδιαν εποχή, διεκδικούσαν τις ίδιες δουλειές, ήταν το ίδιο ταλαντούχοι (μέσα στη διαφορετικότητά τους), είχαν το ίδιο ανοιχτό πνεύμα στις ενορχηστρώσεις, δεν έβλεπαν καμία διαφορά, όσον αφορούσε στη δουλειά τους, ανάμεσα σε μια κωμωδία με τον Alberto Sordi ή σ’ ένα giallo, συνεργάζονταν με τους ίδιους σκηνοθέτες ή τεχνικούς, απευθύνονταν στο ίδιο κοινό. Συνεπώς, οι καριέρες τους, έπρεπε να είναι καλά περιφρουρημένες.

 Μια βουτιά στο έργο τού κινηματογραφικού συνθέτη Piero Piccioni θα μας δώσει την ευκαιρία να θυμηθούμε, από την μια μεριά, καταπληκτικά σάουντρακ και από την άλλη... μικρές και μεγάλες ταινίες, που έγραψαν την ιστορία του ιταλικού και κατ' επέκταση του ευρωπαϊκού σινεμά.

Δεν γνωρίζω αν μεταξύ τους υπήρχε κάποια κόντρα, φανερή ή λιγότερο φανερή, αν αντάλλασσαν «καλημέρα» όπως λέμε ή όχι, γνωρίζω όμως πως στον «τρελό» κόσμο των συλλεκτών είναι δύσκολο να συναντήσεις κάποιον που να μαζεύει μετά μανίας, συγχρόνως, τις δουλειές του ενός και του άλλου…

Παρ’ όλα αυτά Picconi και Morricone έχουν συνεργαστεί τουλάχιστον μια φορά στη ζωή τους (πιθανώς να υπάρχουν κι άλλες) κι αυτή ήταν στο soundtrack του “Fumo di Londra”, όταν ο Morricone ενορχήστρωσε το “You never told me”, που ανοίγει το OST. Στο ίδιο OST συμμετείχαν οι Cantori Moderni του Alessandro Alessandroni, καθώς και η Edda dell’ Orso, όλοι συνεργάτες (και) του Morricone. Φαίνεται λοιπόν πως οι δύο μαέστροι δεν είχαν τίποτα να χωρίσουν.


Το ενδιαφέρον για τον Piccioni αρχίζει να αναθερμαίνεται στη δεκαετία του ’90, όταν στην Ιταλία, αλλά και την Ιαπωνία, ξεκινά μια προσπάθεια χαρτογράφησης και αποκατάστασης του έργου του, τουλάχιστον στα μάτια (και τ’ αυτιά) όσων αγνοούσαν όχι μόνο τις λεπτομέρειες, αλλά και την ουσία. Επανεκδόσεις ολοκληρωμένων συνθέσεων, συλλογές, άρθρα, αφιερώματα, οτιδήποτε που θα μπορούσε να θεωρηθεί συμβατό με το μέγεθος του τιμωμένου.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, εξάλλου, εντασσόταν και το άλμπουμ “The Seduction of Piero Piccioni, Fantacy & Mod Psychedelia of Sixties Italy and the Wild West” [el/Cherry Red, 2005], που βοήθησε στην παρακολούθηση της διαδρομής του.

Ο Piccioni υπήρξε συνθέτης με πολύ ισχυρή τζαζ παιδεία. Γιός του Attilio Piccioni, Υπουργού Δικαιοσύνης και Εξωτερικών της Ιταλίας στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, φτιάχνει τις πρώτες του ορχήστρες στα χρόνια του ’40, δουλεύοντας συγχρόνως για το Radio Roma. Επειδή δεν ήθελε το όνομά του να υπενθυμίζει την πολιτική καριέρα τού πατέρα του υιοθετεί το ψευδώνυμο Piero Morgan κι έτσι ξεκινά να υπογράφει τις πρώτες του δουλειές, συνεπαρμένος βασικά από την τζαζ.

Την αγάπη του για την αφροαμερικανική μουσική, ο ιταλός συνθέτης, τη δείχνει σχετικώς νωρίς στα soundtracks των φιλμ “I Magliari” (1959) του Francesco Rossi, “Adua e Le Compagne” (1960) του Antonio Pietrangeli, “Il Bell’ Antonio” (1960) του Mauro Bolognini και “Mafioso” (1962) του Alberto Lattuada. Επειδή ξαναείδα πριν από προσφάτως τον «Ωραίο Αντόνιο» με τον Marcello Mastroianni, θυμάμαι ακόμη ένα απίθανο blues με έγχορδα, να συνοδεύει κάποιες πολύ χαρακτηριστικές σκηνές.

Με το πέρασμα του χρόνου, ο Piccioni θα αρχίσει να ενσωματώνει στις μουσικές του το κλίμα της εποχής και, αφού πλησιάζουμε χρονικώς προς τα mid-sixties, το κλίμα δεν θα μπορούσε να ήταν άλλο από εκείνο του swinging London.

Κορυφαία στιγμή της καριέρας του, ή μάλλον μία από τις κορυφαίες, αποτελούν οι μουσικές και τα τραγούδια του για την ταινία του φίλου και πολλά χρόνια συνεργάτη του, διάσημου ιταλού κωμικού Alberto Sordi, το περιώνυμο “Fumo di Londra”. Ο Piccioni τόσο σε groovy πλαίσια (το “Babylon I’m comin’” είναι ένα κορυφαίο bossa shake), όσο και σε lounge ή ψευδο-beat, απλώς μεγαλουργεί. Το άλμπουμ πρωτοκυκλοφόρησε το 1966 στην εταιρία Parade κι έχει επανεκδοθεί τουλάχιστον τρεις φορές μέσα στη δεκαετία του ’90. Τελευταία(;) στην ιταλική Black Cat σε διπλό LP με alternative takes και ανέκδοτα, το 2000.

Piccioni και Sordi συνεργάστηκαν πολλές φορές, και πέραν του “Fumo di Londra” αξίζει να αναφέρω το φιλμ του Luigi Zampa “Il Medico della Mutua” (1968) καθώς και το πολύ περισσότερο γνωστό “Un Italiano in America” (1967), σε σκηνοθεσία του ίδιου του Sordi, που άνοιξε τη φήμη του Piccioni και στην Αμερική. Από εδώ το track “Love war call” (που θα μπορούσε να θυμίζει Μίμη Πλέσσα) είναι top – όπως και το groovy, με το… δολοφονικό hammond “Easy dreamer”.

Κωμωδία ήταν μάλλον και το “Ti Ho Sposato per Allegria” (1967) του Luciano Salce, με τον Giorgio Albertazzi και τη Monica Vitti. Το κομμάτι “Party is piper”, που ακούγεται στη συλλογή “Beat at Cinecitta, Vol.2” [Crippled Dick Hot Wax] δείχνει πως όχι μόνον ο Piccioni, αλλά και έλληνες μουσικοί, όπως ο Γιώργος Θεοδοσιάδης π.χ., αντλούσαν την ίδιαν εποχή από την ίδια δεξαμενή.


Ιδιαίτερη κατηγορία επενδύσεων αποτελούν φυσικά τα scores για θρίλερ, ή καλύτερα ένας συνδυασμός ταινιών μυστηρίου, με αρκετό σεξ, αστυνομική πλοκή, ναρκωτικά και εγκλήματα, στα οποία οι Ιταλοί έκαναν σχολή, επηρεάζοντας δεκάδες σκηνοθέτες σε κάθε γωνιά του κόσμου. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, η μόνη ταινία αυτού του ύφους που αξίζει κανείς να δει, και όχι μόνον ως cult, είναι το «Ισχυρή Δόση Σεξ» (1978) του Ηλία Μυλωνάκου.

Αξεπέραστα crime-films, τουλάχιστον για τις μουσικές του Piccioni, είναι τα “Scacco alla Regina” (1969) του Pasquale Festa Campanile, με τη Rosanna Schiaffino και τον Romolo Valli (τα φωνητικά της Edda dell’ Orso είναι άλλο πράγμα) και βεβαίως το “Colpo Rovente” (1969) του Pietro Zuffi, με την Barbara Bouchet. Εδώ ο Piccioni, πλην των άλλων, προσφέρει και μία δεύτερη εκδοχή του “Easy dreamer”, από το «Ένας Ιταλός στην Αμερική», αυτή τη φορά με απόκοσμα φωνητικά.


Τα spaghetti western είχαν κι αυτά την τιμητική τους. Φερ’ ειπείν τα scores για τα “In Nome del Padre, del Figlio e della Colt” (1972) του Mario Bianchi, “Io Non Perdono… Uccido!” (1968) του Joaquin Luis Romero Marchent, “Una Colt in Mano al Diavolo” (1972) του Gianfranco Baldanello και φυσικά για το “Se Incontri Sartana…” (1968) του Gianfrnaco Parolini με τους Gianni Garko, Klaus Kinski και Fernando Sancho. Εδώ, δεν χωρούν… γκαραζομπόσες και… swinging Λόντρες. Ο Piccioni ανασύρει το κλασικό και επικό ρεπερτόριό του, τα νοσταλγικά σόλο κιθάρα θέματα, κάποιες ηλεκτρικές ατμόσφαιρες, που έλκουν την καταγωγή τους από τους Shadows (οι τίτλοι από το “Una Colt…”), αλλά και avant προσαρμογές σ’ ένα κάπως ψυχεδελικό σκηνικό (“Mystery, πάλι από το “Una Colt…”). Οργιαστική φαντασία…

Το έργο του κορυφαίου Ιταλού συνθέτη κινηματογραφικής μουσικής Piero Piccioni

🎶 Tracklist:

00:00:00 Tema del Principe Rodrigo

00:01:53 Peccato Mortale (Happiness #2)

00:03:41 La bella signora

00:06:58 E' vero ogni mondo e' felice (#2)

00:10:45 Love Story Ends

00:13:44 Per noi due soli (Love Theme)

00:18:06 Sogno

00:20:49 Chi dice donna dice donna (Parigi)

00:23:00 Persistently You

00:24:25 Love Will Find A Way 1

00:27:18 Love Theme

00:32:00 Primo Tradimento

00:34:51 Memories

00:38:56 Mexican Dream (Alternate Version)

00:40:45 Was It You (Piero's Piano Take)

00:43:00 Come un Sogno

00:45:02 Temptation (Version 10)

00:48:29 Annette Song

00:51:18 Macchina d'amore

00:55:19 Bello, onesto, emigrato Australia sposerebbe compaesana illibata (Titoli)

00:57:36 Blu femminile

01:01:31 Theme Reprise, Pt. 2

01:03:37 La Volpe dalla coda di velluto (Love Theme)

01:05:30 Eva

01:07:36 Amore mio aiutami (Version 4)

01:09:36 Amore amore amore, Pt. 1 (Instrumental)

01:10:50 Message to a Star

01:14:05 La notte brava (Marinacci - Slow Flute Version)

01:15:24 Adua e le compagne (Seq. 3)

01:16:41 Project for a Dream

01:19:31 Amanda's Train

01:21:36 Nebulosa

01:23:22 Soraya (Romantic Flute and Strings)

01:26:53 Magic of Tahiti (Version 3)

01:29:56 Love In Brooklyn

01:30:43 Feeling Low Blues

01:34:00 Lady Ex

01:37:13 Dolce Melodia

01:39:41 A tempo di gavotta

01:42:20 Adelina

 

Όττο Ντιξ , ένας αντιπολεμικός ζωγράφος σε ένα τρίπτυχο

1. Art & Crime

«Ο Πόλεμος» του Otto Dix

Γιώργος Ρόρρης
Ζωγράφος

«Ο Πόλεμος» του Otto Dix

Otto Dix, Stormtroops advancing under a gas attack
Aπό τη σειρά «Ο Πόλεμος» #12

 

Ήταν 11 του Νοεμβρίου, ημέρα Δευτέρα, και ώρα 5 και 15 το πρωί του 1918, ακριβώς πριν 100 χρόνια, όταν με ανακωχή τελείωσε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ή Μεγάλος Πόλεμος, όπως αποκαλείται στη Γαλλία και στην Αγγλία, δύο από τα κράτη που πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος στον πόλεμο αυτόν.

Έναν πόλεμο που αιματοκύλισε την ευρωπαϊκή ήπειρο για 4 ολόκληρα χρόνια και λίγους μήνες, και στον οποίο έχασαν την ζωή τους περίπου 18 εκατομμύρια στρατιώτες και άμαχοι.

Έναν πόλεμο που άλλαξε ριζικά τη μορφή της Ευρώπης και είχε ως αποτέλεσμα τη διάλυση αυτοκρατοριών (Αυστροουγγρικής, Οθωμανικής) και τη δημιουργία πλήθους νέων κρατών (Τσεχοσλοβακία, Ουγγαρία, Γιουγκοσλαβία).

Έναν πόλεμο, εντέλει, το τέλος του οποίου και ο τρόπος που επετεύχθη αυτό έδωσαν την αφορμή για ποικίλες προσεγγίσεις, ερμηνείες, αλλά πάνω απ’ όλα για πικρία και θυμό από την πλευρά της ηττημένης Γερμανίας. Συναισθήματα που απετέλεσαν ένα υπόβαθρο επί του οποίου, μέσω πλήθους άλλων παραγόντων, οικοδομήθηκαν οι συνθήκες για το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Ο γράφων, με τις μηδαμινές ιστορικές του γνώσεις, πιστεύοντας πως ο κόσμος στον οποίο ζούμε σήμερα καθώς και η σημερινή Ευρώπη όπως την ξέρουμε είναι εν πολλοίς αποτέλεσμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, και επιθυμώντας προσωπικά να τιμήσει αυτήν τη Μεγάλη Επέτειο, επέλεξε να αναφερθεί σ’ ένα εμβληματικό έργο τέχνης που γεννήθηκε από τη ζωντανή εμπειρία του πολέμου αυτού. Ο δημιουργός του ήταν στρατιώτης στο μέτωπο, και αυτά που ζωγράφισε τα είδε με τα μάτια του. Η δική του συμβολή στην ανάδειξη της φρίκης του τεχνολογικού πολέμου, μαζί με εκείνες άλλων καλλιτεχνών που την είχαν επίσης ζήσει, δεν απέτρεψε μεν το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, συνέβαλε όμως καθοριστικά ώστε να περιοριστεί η απανθρωπία και τα εγκλήματα των σύγχρονων Πολέμων με την κύρωση Διεθνών Συνθηκών.

 

Otto Dix, Nocturnal Madman από τη σειρά «Ο Πόλεμος» #22
Otto Dix Lens Being Bombed από τη σειρά «Ο Πόλεμος» #33

 

Otto Dix Company resting από τη σειρά «Ο Πόλεμος» #14
Otto Dix, Skul από τη σειρά «Ο Πόλεμος» #31

ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ 

Ο Πόλεμος» του Otto Dix - The Art of Crime

 

 *******************

2. Η ζωή και το έργο του Όττο Ντιξ

Πηγή: e-prologos.gr

Wilhelm Heinrich Otto Dix

2 Δεκεμβρίου 1891 – 25 Ιουλίου 1969.

09

Γερμανός καλλιτέχνης, ζωγράφος και χαράκτης, γνωστός για την απεικόνιση της φρίκης του Α’ και Β’ παγκοσμίου πολέμου και της δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Αν και στα πρώιμα έργα του συναντάμε μια επιρροή από την αναγεννησιακή περίοδο με πορτραίτα και τοπία, στην συνέχεια παρατηρούμε την επίδραση του έργου του Vincent van Gogh του φουτουριστικού όσο και εξπρεσιονιστικού ρεύματος. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο καπιταλισμός, η φρίκη, ο θάνατος και η καταστροφή θα αποτελέσει ορόσημο στην αλλαγή προσωπικής αισθητικής και οπτικής αντίληψης του κόσμου. Μια καινούργια καλλιτεχνική περίοδος αρχίζει η πραγματικότητα παίρνει τη θέση της καλλιτεχνικής φαντασίας. Ασκεί έντονη κριτική στον καπιταλισμό με την αιχμηρή του πένα και παρουσιάζει με μοναδικό τρόπο τις αντιφάσεις του. Ο Ντιξ έχει στον βασικό καμβά των προτεραιοτήτων του τον πόλεμο και την πορνεία .Σε όλη τη διάρκεια της ζωης του διώχθηκε για το έργο του από τους θιασώτες του φασισμού και της «ηθικής». Το έργο του ξεσκέπαζε τη δημοκρατία της Βαϊμάρης και την ανάγκαζε να κοιταχτεί κατάματα στον καθρεφτη. Ο Όττο Ντιξ ενοχλούσε.

pragerstrasse-1920

Prager Straße (Prague Street), 1920

10d06c76f2dd77968ff38d9567f56cba

Whore with War Cripple (1923)

Γεννήθηκε στην πόλη Ούντερμχαους της Γερμανίας το 1891 και ήταν ο πρωτότοκος γιος του ενός εργάτη χυτηρίου σιδήρου και μια μοδίστρας.Η επαφή του με την τέχνη έρχεται σε πολύ νεαρή ηλικία. Ο χρόνος που δαπανά στο στούντιο του μεγαλύτερου ξαδέρφου του, ζωγράφου τοπίων Φριτς Άμαν, είναι αρκετά μεγάλος. Μαθήματα τέχνης θα δεχτεί για πρώτη φορά από ένα δάσκαλο του στο δημοτικό σχολείο. Οι αρχές του 20ου αιώνα τον βρίσκουν να ζωγραφίζει τα δικά του τοπία.Η επαφή του με το συμβολικό έργο του χαράκτη Max Klinger θα τον μυήσει αργότερα στην χαρακτική τέχνη . Εκει γνωρίζει και το έργο των Νίτσε και Γκαίτε που θα αποτελέσει πηγή έμπνευσης του μαζί με την Αγία Γραφή .[...................]


ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ 

Η ζωή και το έργο του Όττο Ντιξ


 

Συρανό ντε Μπερζεράκ (1950): O υπέροχος μυταράς

 

Cyrano de Bergerac/Συρανό ντε Μπερζεράκ (1950)Cyrano de Bergerac (1950 film) - Wikipedia


Ο  Συρανό ντε Μπερζεράκ  πέρασε στην ιστορία της Τέχνης ως ο  μυταράς  ήρωας του θεατροποιού  Εντμόν Ροστάν , γενναίος ιππότης του Τάγματος των Γασκόνων και δεινός ξιφομάχος , όπως επίσης και έξοχος  στιχοπλόκος . Το φυσικό "κουσούρι" του Συρανό γίνεται η αιτία να μην μπορεί να εκφράσει τον έρωτά του στη νεαρή εξαδέλφη του Ρωξάνη. Προκειμένου όμως να την κάνει ευτυχισμένη, αποφασίζει να θυσιάσει τα αισθήματά του και να βοηθήσει τον αντεραστή του.
Ο Εντμόν Ροστάν δημιούργησε έναν από τους πιο δημοφιλείς ήρωες της θεατρικής  σκηνής,
μεταφέροντας στο θέατρο την ιστορία του πραγματικού Συρανό ντε Μπερζεράκ, ενός συγγραφέα και στρατιωτικού του 17ου αιώνα, που πέθανε σε μικρή σχετικά ηλικία εξαιτίας ενός φυσικού ατυχήματος.
Ο Συρανό ντε Μπερζεράκ είναι ένα αριστουργηματικό έργο του ρομαντισμού του 19ου αιώνα, ένα χορταστικό σκηνικό υπερθέαμα, στο οποίο ο έρωτας και η τιμή δοκιμάζονται μέσα σε αίθουσες θεάτρων, σάλες ζαχαροπλαστείων, αυλές σπιτιών, πεδία μάχης και μοναστήρια, γεννώντας εξίσου αβίαστα και το γέλιο και τη συγκίνηση.

Συρανό ντε Μπερζεράκ (συγγραφέας) - ΒικιπαίδειαΣυρανό ντε Μπερζεράκ (συγγραφέας) - Βικιπαίδεια

Ο χαρισματικός ξιφομάχος και λόγιος Σιρανό ντε Μπερζεράκ κρατάει κρυφή την αγάπη του για την Ρωξάνη. Ο λόγος ακούει στην τεράστια μύτη του, που τον κάνει να πιστεύει ότι αυτή δεν θα τον θέλει. Χρησιμοποιεί έναν νεαρό ιππότη για να τις μεταδώσει τα ποιήματα του, αλλά ο ιππότης και η Ρωξάνη ερωτεύονται.

https://www.gutenberg.org/cache/epub/37131/pg37131.cover.medium.jpg Διαβάστε το βιβλίο online σε μετάφραση Γεωργίου Στρατήγη: HTML

Cyrano de Bergerac text (πρωτότυπο κείμενο στα Γαλλικά)

  upload.wikimedia.org/wikipedia/el/9/93/Cyranode...

Συρανό ντε Μπερζεράκ (ταινία 1950) - Βικιπαίδεια

Σκηνοθέτης: Michael Gordon Ηθοποιοί: José Ferrer, Mala Powers, William Prince

Βραβείο α΄ανδρικού ρόλου στον πρωταγωνιστή Χοσέ Φερέρ


Cyrano de Bergerac (1950 film) - Wikipedia

«Γονικές παροχές και δωρεές μεταξύ στενών συγγενών»: σε ποιες περιπτώσεις κάνεις «συνεταίρο» και την Εφορία

Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων: εμβληματικός πλέον θεσμός


Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων: «Ξεφυλλίζοντας» τις έξι μέρες μιας… πολύ πυκνής αφήγησης

Βιβλία, ιδέες, προβληματισμοί, εντυπώσεις, πρόσωπα, καλεσμένοι και στιγμές από την πρόσφατη διοργάνωση που, φιλοξενώντας 210 ομιλητές σε 130 εκδηλώσεις με δωρεάν είσοδο, ανέβασε ακόμα ψηλότερα τον πήχη της, παρά την πενιχρή συμμετοχή του ΥΠ.ΠΟ.

Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων: «Ξεφυλλίζοντας» τις έξι μέρες μιας… πολύ πυκνής αφήγησης
O Κουβανός συγγραφέας Λεονάρδο Παδούρα

Εφημερίδα των Συντακτών/efsyn.gr 

ΑΝΙΑ, ανταπόκριση. «Τι επιχορήγηση να παίρνει από το ΥΠ.ΠΟ. το Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων;». Επιστρέφοντας από την Κρήτη, έχοντας παρακολουθήσει την εβδομάδα εκδηλώσεων του 5ου κατά σειρά βιβλιοφιλικού θεσμού που –αν κρίνω μάλιστα απ’ το περιεχόμενο, τις παρουσίες και κυρίως απ’ τη διάθεση και τα σχόλια των ξένων προσκεκλημένων συγγραφέων–εξελίσσεται σε σημαντικότατο ετήσιο ραντεβού στον πανευρωπαϊκό (και όχι μόνο) «χάρτη» ανάλογων διοργανώσεων, αυτό το ερώτημα είχε προτεραιότητα.

Πώς αναγνωρίζει το υπουργείο την υποδειγματική διοργάνωση που μόνο φέτος φιλοξένησε μέσα σε έξι ημέρες (22-28/6) περισσότερους από 210 ομιλητές προερχόμενους από 18 χώρες, για περισσότερες από 130 εκδηλώσεις, όλες με δωρεάν είσοδο, με τη συμμετοχή 51 εκδοτικών οίκων και σε συνεργασία με κορυφαίους πολιτιστικούς φορείς, όπως το Φεστιβάλ ΛΕΑ, το British Council, το Γαλλικό Ινστιτούτο, το Ινστιτούτο Γκέτε, η Ελληνοαμερικανική Ενωση, το Ινστιτούτο Θερβάντες κ.ά.; Η απάντηση είναι μία δυσάρεστη έκπληξη. Δυσάρεστη ίσως λιγότερο για το ίδιο το Φεστιβάλ Χανίων που, ευτυχώς, έχει αρωγούς και τον Δήμο Χανίων και την Περιφέρεια Κρήτης, και περισσότερο για την πολιτιστική πολιτική του ΥΠ.ΠΟ. που φέτος επιχορήγησε τον θεσμό μόλις με 5.000 ευρώ! Ποσό που δεν αρκεί ούτε για μισή ημέρα φιλοξενίας π.χ. των διάσημων συγγραφέων απ’ όλο τον κόσμο που παραβρέθηκαν.

Ομολογώ ότι απόρησα με την αξιολόγηση που κάνει το καθ’ ύλην αρμόδιο υπουργείο, ενώ γνωρίζει το μέγεθος και τον κόπο της διοργάνωσης εκ του σύνεγγυς, αφού μάλιστα φέτος ήταν παρούσα στις εκδηλώσεις η διευθύντρια της Διεύθυνσης Γραμμάτων του ΥΠ.ΠΟ., Σίσσυ Παπαθανασίου, η ίδια που –ας θυμίσουμε ενδεικτικά– χρειάστηκε άνω των 200.000 ευρώ για την ελληνική εκπροσώπηση στην 44η Διεθνή Εκθεση Βιβλίου του Εμιράτου της Σάρτζα, η οποία περιλάμβανε το ελληνικό περίπτερο και 30 εκδηλώσεις, λιγότερες κι απ’ το ένα τέταρτο όσων έγιναν στα Χανιά. Είναι κρίμα το ΥΠΠΟ να μην αξιολογεί θεσμούς που λειτουργούν πρότυπα σε έναν χώρο κλειδί του σύγχρονου πολιτισμού.

Αθλος

Πάντως με ή χωρίς την καλή διάθεση του ΥΠ.ΠΟ. για απτή και δίκαιη στήριξη, το Φεστιβάλ Βιβλίου των Χανίων ολοκληρώθηκε και φέτος με ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία. Και μόνο η φιλοσοφία της κατανομής των εκδηλώσεων ήταν ένας άθλος εκ μέρους των διοργανωτών, του Μανώλη Πιμπλή στη διεύθυνση και της ολιγομελούς του ομάδας που περιλαμβάνει ακόμα τις Παυλίνα Μάρβιν και Κυριακή Μπεϊόγλου στον σχεδιασμό του προγράμματος, τη Ζωή Γεωργούλα στην επιμέλεια παραγωγής, τον Βασίλη Κιμούλη στην επικοινωνία και –μια θαυμάσια έκπληξη– στη δημιουργία και διαχείριση ψηφιακού περιεχομένου τους φοιτητές εργαστηρίου του Τμήματος Επικοινωνίας και Ψηφιακών Μέσων του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, με την εποπτεία της καθηγήτριάς τους Αναστασίας Γιαννακοπούλου.

Γιατί όμως άθλος; Διότι και φέτος το πρόγραμμα ήταν διαμορφωμένο έτσι ώστε να προσφέρει μία βεντάλια επιλογών που κάλυπτε τις διαφορετικές όψεις της βιβλιοφιλίας χαρίζοντας σε κάθε επισκέπτη τη δυνατότητα να φτιάξει τη δική του ατζέντα προτιμήσεων, το δικό του φεστιβαλικό πρόγραμμα βάσει ενδιαφερόντων, ροπών και γούστων. Εντός της ομπρέλας του φεστιβάλ που είχε κεντρικό άξονα το «Κόσμοι σε Σύγκρουση» υπήρχε π.χ. μία ολόκληρη σειρά καθημερινών εκδηλώσεων που συνομιλούσαν με την Ιστορία, τα εμβληματικά πρόσωπα και τη λογοτεχνική παράδοση της Κρήτης, απ’ τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Νίκο Καζαντζάκη έως σύγχρονους Κρητικούς λογοτέχνες, όπως οι Μιχάλης Αλμπάτης και Λάζαρος Αλεξάκης, και βέβαια τον περίφημο κβαντικό φυσικό και ακαδημαϊκό δάσκαλο Στέφανο Τραχανά, ως κεντρικό τιμώμενο πρόσωπο της φετινής διοργάνωσης.

Ενας άλλος κύκλος εκδηλώσεων αφορούσε, σε συνεργασία με το ΛΕΑ, περίφημους ισπανόφωνους συγγραφείς. Αλλος κύκλος αφορούσε τους Ελληνες μεταφραστές και το έργο τους. Αλλος το παλαιστινιακό ζήτημα –γι’ αυτόν με έμφαση στη ζωντανή συνομιλία Λεβί – Ασράουι γράψαμε ήδη. Αλλος την ποιότητα και τις προκλήσεις των σύγχρονων δυτικών δημοκρατιών και την άνοδο της ακροδεξιάς. Αλλος το θέμα της βίας, πολιτικής, κοινωνικής ή σεξουαλικής. Και δεκάδες άλλοι, άλλα θέματα και πρόσωπα που απασχολούν τη σύγχρονη λογοτεχνία, τη σύγχρονη διανόηση, την πολιτική και τα ενδιαφέροντα κάθε ανήσυχου και σκεπτόμενου πολίτη. Πράγμα που σημαίνει ότι εάν συγκέντρωνε κανείς τα έντυπα προγράμματα με τις κυκλωμένες εκδηλώσεις και σημειώσεις κάθε επισκέπτη, καμία σειρά ημερήσιων εκδηλώσεων δεν θα συνέπιπτε με την άλλη. Ο καθένας παρακολούθησε δηλαδή το «δικό του» φεστιβάλ.

Για τους δημοσιογράφους που καλύπταμε το γεγονός, η ταυτόχρονη διεξαγωγή εκδηλώσεων καθημερινά στους πέντε χώρους της βασικής έδρας του φεστιβάλ (στις δύο αίθουσες του Θέατρου Μίκης Θεοδωράκης, στις άλλες δύο στο Μεγάλο Αρσενάλι και στη Σκάλα της Αγίου Μάρκου) σήμαινε μία διαρκή κινητικότητα αν θέλαμε να πάρουμε μία γεύση… απ’ όλα.

Από λαμπερές πολιτικές παρουσίες, δεν ήταν αυτή του, ευρισκόμενου για λίγο στα Χανιά, πρωθυπουργού, παρότι η επίσκεψή του στο φεστιβάλ συζητιόταν ως σχεδόν βέβαιη. Ηταν όμως αυτή της Ντόρας Μπακογιάννη που βρέθηκε μάλιστα δύο βραδιές μαζί με τον σύζυγό της Ισίδωρο Κούβελο στο φεστιβαλικό Αρσενάλι, μόνο για να παραστεί στις παρουσιάσεις βιβλίων του Σταύρου Θεοδωράκη («14 σκιές και αλήθειες της Ελλάδας», Μεταίχμιο) και του Χρήστου Χωμενίδη («Δεκατρία», Πατάκης).

Η κατακλείδα όλων αυτών και των πολύ – πολύ περισσότερων που δεν αναφέρθηκαν είναι ένα «μπράβο» στους διοργανωτές και η επισήμανση ότι μία τόσο άρτια και υψηλού επιπέδου πολιτιστική διοργάνωση μπορεί πραγματικά να προβάλλει την Ελλάδα στο εξωτερικό, να επιτύχει την ώσμωση του ντόπιου στοιχείου με τους ξένους καλεσμένους και το γόνιμο ανακάτεμα των ηλικιών –φέτος ήταν σχεδόν η πλειονότητα νέοι άνθρωποι. Και παρότι μπορεί να αποτελέσει και κίνητρο στοχευμένου τουρισμού, δεν το υπογραμμίζουμε, γιατί αν κρίνουμε από τον συνωστισμό στο παλιό ενετικό λιμάνι αυτό το εξαήμερο, τα καλοκαιρινά Χανιά είναι στα πρόθυρα του φαινομένου του υπερτουρισμού.

12+1 στιγμιότυπα σαν μικρά φωτογραφικά «κλικ»

Είδαμε:

1. Τον πολυαγαπημένο και στην Ελλάδα Κουβανό συγγραφέα Λεονάρδο Παδούρα να συνομιλεί με τον Ελληνα μεταφραστή του Κώστα Αθανασίου για το τελευταίο του βιβλίο – πορτρέτο της Αβάνας.

Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων: «Ξεφυλλίζοντας» τις έξι μέρες μιας… πολύ πυκνής αφήγησης2. Τον ιστορικό Μενέλαο Χαραλαμπίδη να μιλά[.................................]ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων: «Ξεφυλλίζοντας» τις έξι μέρες ...


ΓΙΑ ΤΟ ΙΔΙΟ ΘΕΜΑ

Ο Μάνος Κοντολέων γράφει για το βιβλίο του «Τρίποντο και πιρουέτα»

Το καινούργιο μου βιβλίο / Επειδή η λογοτεχνία οφείλει να μην αποσιωπά

Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσα να έχω γράψει αυτό το «Τρίποντο και πιρουέτα» στα σαράντα μου χρόνια. Δεν είμαι βέβαιος. Ίσως ο συγγραφέας να χρειάζεται να ωριμάσει μαζί με την κοινωνία μέσα στην οποία ζει. Ίσως πάλι να χρειάζεται να εμπιστευθεί περισσότερο τον ίδιο του τον εαυτό.

Πάντως, γράφοντας το «Τρίποντο και πιρουέτα», δεν αισθάνθηκα πως απομακρυνόμουν από όσα με απασχόλησαν σε όλη τη συγγραφική μου διαδρομή. Αντίθετα, είχα την αίσθηση πως επέστρεφα σε παλιές εμμονές και σταθερές μου: στους εφήβους που αναζητούν τη θέση τους μέσα στον κόσμο, στις οικογενειακές σχέσεις που άλλοτε προστατεύουν και άλλοτε πληγώνουν, στη μοναξιά, στη διαφορετικότητα, στην ανάγκη του ανθρώπου να αγαπήσει και να αγαπηθεί.

Μόνο που αυτή τη φορά όλα αυτά συναντήθηκαν με έναν τρόπο πιο προσωπικό.

Στο «γραφείο» ενός συγγραφέα σαν κι εμένα δεν υπάρχουν μόνο λέξεις. Υπάρχουν αναγνώσματα, μουσικές, πρόσωπα που γνώρισα και άλλα που ποτέ δεν συνάντησα, αλλά αισθάνθηκα πως με συντρόφευαν. Υπάρχουν οι ήρωες βιβλίων που κάποτε διάβασα, οι άνθρωποι που κάποτε αγάπησα, όσοι με πλήγωσαν ή και εγώ τους τραυμάτισα, οι φόβοι που κληρονόμησα από την εποχή μου, αλλά και οι βεβαιότητες που ο χρόνος φρόντισε να αποδομήσει.

Ανήκω σε μια γενιά που προσπαθούσε να μάθει να μιλά εύκολα για ορισμένα πράγματα. Και ίσως γι’ αυτό χρειάστηκε να περάσουν περισσότερα από πενήντα χρόνια συνεχούς συγγραφικής παρουσίας για να αισθανθώ έτοιμος να εμπιστευτώ δύο ήρωες που θα οδηγούνταν, με απόλυτη φυσικότητα, από τη φιλία στον έρωτα. Όχι γιατί η λογοτεχνία οφείλει να προκαλεί, αλλά γιατί οφείλει να μην αποσιωπά όσα ανήκουν στην ανθρώπινη εμπειρία.

Σε προηγούμενες δεκαετίες, ένα μυθιστόρημα με θέμα τον έρωτα ανάμεσα σε δύο αγόρια ίσως να θεωρούνταν εκ των προτέρων μια πράξη πρόκλησης. Σήμερα θα ήθελα να πιστεύω πως μπορεί να διαβαστεί ως αυτό που πραγματικά είναι: η ιστορία δύο νέων ανθρώπων που ανακαλύπτουν τον εαυτό τους και τον άλλον. Τίποτε περισσότερο, αλλά και τίποτε λιγότερο.

Δεν ξέρω πώς θα υποδεχθεί το βιβλίο το αναγνωστικό κοινό - εφήβων ή ενηλίκων. Θα ήθελα, πάντως, οι νεότεροι αναγνώστες να μη νιώσουν πως κάποιος επιχειρεί να τους διδάξει κάτι, αλλά να αναγνωρίσουν μέσα στις σελίδες του τις δικές τους αγωνίες και τις δικές τους προσδοκίες. Και οι μεγαλύτεροι να θυμηθούν πως υπήρξαν κι εκείνοι έφηβοι, όταν μια φιλία, ένα άγγιγμα, ένα τραγούδι ή ένα βιβλίο μπορούσαν να αποκτήσουν σχεδόν μυθικές διαστάσεις.

Τελικά για ένα είμαι βέβαιος: το «Τρίποντο και πιρουέτα» δεν είναι ένα βιβλίο που ήρθε να ανατρέψει τη μέχρι τώρα πορεία μου. Περισσότερο το αισθάνομαι σαν μια προδιαγεγραμμένη κατάληξη πολλών υπόγειων διαδρομών που διατρέχουν όλο το έργο μου. Και ίσως, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, να είναι ένα από τα πιο προσωπικά βιβλία που έχω γράψει.


* Ο Μάνος Κοντολέων είναι συγγραφέας


 

«Τώρα τον βλέπουν όλοι»*

 

Αλλά τώρα πάνω στη σκηνή ένα αγόρι...

Αγόρι, έφηβος, νεαρός άντρας ή πλάσμα χωρίς ταυτότητα φύλου;

Φορά κάτι σα σκούρα μπλε φόρμα -στενό παντελόνι και αμάνικη μπλούζα.

Υψώνει τα χέρια, λυγίζει το σώμα...

Ο Κλείτος.

Ο Αλέξανδρος το ξέρει καλά αυτό το λύγισμα!

Το έχει πρωτοδεί εκείνο το απόγευμα στην ακρογιαλιά. Μετά, στο πευκόδασος, όταν το σώμα του φίλου του γινότανε αφήγηση. Και ύστερα, τόσες φορές, όταν η μουσική καταλάμβανε το μικρό δωμάτιο της σοφίτας.

Μα τώρα είναι διαφορετικά.

Τώρα ο Κλείτος χορεύει μπροστά σε όλους.

Και η μουσική του West Side Story κυλά μέσα στην αίθουσα.

Τα πόδια του πότε χτυπάνε με ορμή τα σανίδια και πότε γλιστράνε πάνω τους. Τα χέρια του ανοίγουν, κλείνουν, πετούν, αγκαλιάζουν τον αέρα. Ολόκληρο το κορμί του μοιάζει να κυνηγά έναν αόρατο συνομιλητή και την ίδια στιγμή να προσπαθεί να ξεφύγει από αυτόν.

Και ο Αλέξανδρος παρακολουθεί.

Δεν σκέφτεται.

Δεν αναλύει.

Μόνο κοιτάζει.

Και ξαφνικά αισθάνεται κάτι που τον ξαφνιάζει.

Μέσα στις κόρες των ματιών του κάτι λάμπει που δεν είναι -σίγουρα!- αντανάκλαση των προβολέων της αίθουσας.

Αδέλφι του θαυμασμού η ζήλεια!

Γιατί μέχρι εκείνη τη στιγμή αυτός ο χορός τού ανήκε.

Αυτό το λύγισμα του κορμιού, αυτές οι κινήσεις, αυτή η ομορφιά, ήταν κάτι που μόνο εκείνος είχε γνωρίσει.

Και τώρα...

Τώρα τον βλέπουν όλοι.

 

* Απόσπασμα από το βιβλίο «Τρίποντο και πιρουέτα», εκδόσεις Πατάκη


Η γειτονιά μου μετατρέπεται σε μια ιδιότυπη παρτίδα Stratego

 

Η γειτονιά μου μετατρέπεται σε μια ιδιότυπη παρτίδα Stratego

https://peopleonset.com/sites/default/files/styles/talent_media_pictures/public/2025-10/talent_media_pictures/IMG_7251.jpeg?itok=luYCPlv2Ανδρέας Νεοκλέους


Πριν από περίπου δύο χρόνια, περπατώντας στη γνώριμη διαδρομή της Αλεξάνδρου Σβώλου, κατευθυνόμουν σε μια από τις αγαπημένες μου γωνιές στο κέντρο της Θεσσαλονίκης: εκεί όπου ο δρόμος διασταυρώνεται με τη Φιλικής Εταιρείας και τη Δημητρίου Μαργαρίτη, δίπλα στο ιστορικό «Μακεδονικόν».

Για μένα, η ομορφιά αυτού του δρόμου δεν εξαντλείται στον κινηματογράφο ή τη δημοτική βιβλιοθήκη. Κρύβεται ή φανερώνεται κυρίως σε μια γωνιακή πολυκατοικία. Χωρίς να με αφορά – ή καλύτερα χωρίς να θέλω να επεκταθώ σε αυτό το ζήτημα της αρχιτεκτονικής της ανάλυσης ή της ακριβής χρονολογίας ανέγερσής της, (ίσως εδώ να έγκειται και ο παρακάτω προβληματισμός) γιατί απλούστατα με γοητεύει από μόνη της αυτή η διαχρονική της αισθητική.

Εκρού και space gray αποχρώσεις, αν μπορώ να πω, με ερυθρές λεπτομέρειες και αντίστοιχα μωσαϊκά στα ταβάνια των μπαλκονιών, συνθέτουν μια σπάνια αστική αρμονία. Ένα κτήριο που του πρέπει, ναι σίγουρα, μια ερωτική επιστολή (τουλάχιστον αυτό σκεφτόμουν πολλές φορές).

Μέχρι που στο ισόγειο ξεφύτρωσε ένα – άντε θα το πω – “hipster” μαγαζί. Αν αυτή η παρέμβαση είχε φωνή, θα ήταν η βουβή κραυγή από τον πίνακα του Munch, καθώς μια μέρα η πρόσοψη βάφτηκε ολοκληρωτικά με ένα φωσφοριζέ, κραυγαλέο ροζ.

Κάπως έτσι, οι led επιγραφές ήρθαν να κλέψουν επιθετικά την ομορφιά του κτιρίου.

Ευτυχώς, μετά από καιρό, η χρωματική παλέτα αποκαταστάθηκε και η αισθητική αυτοεκτίμηση της πολυκατοικίας διασώθηκε. Το μαγαζί έκλεισε πρόσφατα. Και, παραδόξως, κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε, όπως συμβαίνει τώρα με την ιστορική «Μουριά» στην Αθήνα ή εξέφρασε τη βαθιά του ευγνωμοσύνη για τα όσα προσέφερε – όπως συνέβη με τον πολυχώρο «Ένεκεν» που έκλεισε προσφάτως στην πόλη μας.

Επιστρέφοντας χθες από ένα ταξίδι στην Αθήνα, συνειδητοποίησα ότι η γειτονιά μου στη Θεσσαλονίκη φιγουράρει πλέον και επίσημα ως ένας από τους πιο “cool” δρόμους της Ευρώπης.

Οι αλλαγές γίνονται με ταχύτητες που θα ζήλευαν ακόμη και τα δημόσια έργα, αυτά που στερούν πολύτιμες θέσεις στάθμευσης, σε μια περίοδο που οι αρμόδιες αρχές (όπως ανέφερε πρόσφατο ρεπορτάζ της Parallaxi) παραδέχονται ότι το παρκάρισμα είναι το νούμερο ένα πρόβλημα του κέντρου.

Στην Αθήνα αντίκρισα μια αφίσα που αποτύπωνε την σαφή τοποθέτηση μερίδας κατοίκων από τα Εξάρχεια: «Tourists, hipsters, digital nomads, investors… you are destroying our neighbourhood… Go home». Σήμερα, πίσω στη Θεσσαλονίκη, είδα το επόμενο spot της γωνίας έτοιμο να ανοίξει. Ο δρόμος αλλάζει ανεπιστρεπτί. Τα πλακάκια, τα πεζοδρόμια δίνουν τη θέση τους σε ομοιόμορφα τραπεζοκαθίσματα και αστρονομικά τασάκια.

Προσπαθώ να καταλάβω γιατί αυτή η αλλαγή μου προκαλεί αυτό το περίεργο αίσθημα, δεν νομίζω πως είναι ανεξήγητο, αλλά δεν μπορώ να είμαι και βέβαιος για την προέλευσή του.

Ίσως το μόνο σίγουρο να είναι ότι από τέτοιες μικρές αλλοιώσεις ξεκινούν οι αντιδράσεις και καταλήγουν σε αφίσες οργής στους τοίχους. Ποιος χάνει και ποιος κερδίζει από αυτή τη μεταμόρφωση;

Τα παραδοσιακά, ήσυχα καφενεία της πόλης μειώνονται αισθητά, χάνοντας τη μάχη σε μια ιδιότυπη παρτίδα Stratego, όπου τα χιπστερικά μαγαζιά εκτοπίζουν ό,τι άλλο δεν είναι όμοιό τους.

Μαζί με τα τραπέζια, έρχεται και μια συγκεκριμένη δυναμική στη μουσική που παίζει ασταμάτητα, λες και δεν υπάρχει αύριο. Μια μουσική υπόκρουση που σε αποπροσανατολίζει, σε κάνει να ξεχνάς αν είναι Δευτέρα ή Παρασκευή, αν μόλις έχουμε σχολάσει από τη δουλειά ή αν είναι Σαββατοκύριακο.

Μια μόνιμη, ηλεκτρική βαβούρα αναδύεται από αυτή τη νέα «δυναμική» της γειτονιάς ενώ το φάντασμα της μαρμάρινης πλατείας στέκει τώρα εκεί, εγκλωβισμένο σε ένα ιδιότυπο, ξένο soundtrack που της επιβλήθηκε.

Εάν πληκτρολογούσαμε «hipster coffee shop» στο tool bar της αναζήτησης του υπολογιστή μας – ως μια συντομογραφία – μάλλον θα ήξερε ακριβώς τι θα εννοούσαμε με αυτή τη φράση.

Ένα τέτοιο καφέ διαθέτει μάλλον τα εξής και απαραίτητα χαρακτηριστικά: άφθονο φυσικό φως που μπαίνει από τις μεγάλες βιτρίνες, ξύλινα ή κάποιο άλλου υλικού τραπέζια βιομηχανικού μεγέθους για άνετη καθιστική θέση, φωτεινό εσωτερικό με τοίχους βαμμένους λευκούς ή καλυμμένους με πλακάκια τύπου «subway», και Wi-Fi διαθέσιμο για να εργαστώ ή να χασομερήσω.

Φυσικά, ο ίδιος ο καφές έχει επίσης σημασία, και σε αυτά τα καφέ μπορείς να είσαι σίγουρος ότι θα έπαιρνες έναν καπουτσίνο φτιαγμένο από μοντέρνο εσπρέσο ελαφριού καβουρδίσματος, με την ποικιλία γάλακτος της επιλογής σου και μια περίτεχνη τέχνη λατέ να σχηματίζει κάποιο είδος λουλουδιού.

Το αξιοπερίεργο με όλα αυτά τα καφέ είναι ότι έχουν υιοθετήσει μια τόσο παρόμοια αισθητική και που προσφέρουν σχεδόν πανομοιότυπα μενού, αλλά δεν έχουν υποχρεωθεί κιόλας να το κάνουν αυτό από κάποια μητρική εταιρεία, όπως συμβαίνει με μια αλυσίδα όπως τα Starbucks που αναπαράγει το μοντέλο της.

Αντίθετα, παρά την – έστω και μικρή – γεωγραφική απόσταση που τα χωρίζει και την αν μη τι άλλο απόλυτη ανεξαρτησία τους το ένα από το άλλο, όλα έχουν καταλήξει στο ίδιο αποτέλεσμα. Κι όμως, η έκταση αυτής της ομοιότητας είναι τόσο συγκλονιστική που δεν μπορεί να θεωρηθεί βαρετή. Ωστόσο, εδώ είναι που ανακύπτει ο προβληματισμός: εάν όλα αυτά τα μέρη είναι τόσο παρόμοια, σε τι ακριβώς είναι αυθεντικά;

Θεωρητικοί του πολιτισμού, όπως ο Ισπανός κοινωνιολόγος Μανουέλ Καστέλς, περιέγραψαν ήδη τον τρόπο με τον οποίο η παγκοσμιοποίηση γεννά κάποιου είδους ομοιομορφία και μονοτονία, και κατέγραψαν τη φθίνουσα σημασία που αποκτάει η φυσική γεωγραφία ενός χώρου.

Όταν λοιπόν η γεωγραφία χάνει τη σημασία της, τότε αποκτούν μεγαλύτερη σημασία οι ζώνες μεταφοράς. Έτσι ακριβώς, το 1992, ο Γάλλος φιλόσοφος Μαρκ Ωζέ έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «Μη-τόποι», στο οποίο μελετούσε τις αισθητηριακές εμπειρίες των αυτοκινητοδρόμων, των αεροδρομίων και των ξενοδοχείων: ζώνες που είχαν καταστεί αξιόπιστα ομοιόμορφες σε ολόκληρο τον κόσμο.

Προσέδιδαν και ακόμα προσδίδουν μια ξεχωριστή, παράδοξη αίσθηση άνεσης στον σύγχρονο νομά, ο οποίος ανήκει στη ζώνη χωρίς τόπο.

Στους «μη-τόπους», «οι άνθρωποι είναι πάντα, και ποτέ, στο σπίτι τους», έγραψε ο Ωζέ. Η εισαγωγή του βιβλίου περιγράφει έναν Γάλλο επιχειρηματία που οδηγεί προς το αεροδρόμιο «Σαρλ ντε Γκωλ», περνά γρήγορα από τον έλεγχο ασφαλείας, ψωνίζει στα καταστήματα αφορολογήτων ειδών και στη συνέχεια επιβιβάζεται απρόσκοπτα στην πτήση του.

Η πορεία προς την πτήση και στη συνέχεια η εμπειρία της ίδιας της πτήσης συνεπάγεται ένα είδος απογύμνωσης του εαυτού και του περιβάλλοντος, έως ότου όλα να γίνουν ομαλά και ομοιόμορφα.

Είναι ένα αναγνωρίσιμο συναίσθημα – σκέψου το – εκείνη η ελαφρά απομάκρυνση από την πραγματικότητα που συμβαίνει όταν το αεροπλάνο απογειώνεται, ή η καθαρή έκρηξη ανωνυμίας όταν ανοίγεις για πρώτη φορά την πόρτα ενός δωματίου ξενοδοχείου.

Αυτή ακριβώς η ομογενοποίηση, που κάποτε περιοριζόταν στις ζώνες τράνζιτ, στα αεροδρόμια και στα λόμπι των ξενοδοχείων, έχει πλέον δραπετεύσει και, δεν ξέρω έχω την εντύπωση ότι παρεισφρέει – έχει αποικίσει το πεζοδρόμιο της γειτονιάς μας.

Τα νέα hipster καφέ είναι οι «μη-τόποι» της διπλανής πόρτας. Τι είναι αυτό που ενοχλεί λοιπόν;

Ενοχλεί η οικειότητα του ανοίκειου. Η απουσία οποιασδήποτε οργανικής σχέσης με τον χώρο. Μπαίνεις μέσα ως ένας ακόμη περαστικός, χωρίς πολλά-πολλά, καθώς το self-service παρελαύνει και η μοναδική εκφορά λόγου περιορίζεται σε μια τυποποιημένη συναλλαγή για το τι θέλεις να παραγγείλεις. Και έπειτα, η ανθρώπινη επαφή σταματά εκεί.

Δεκτό, αντί για κοινότητα, μια «χορτασιά για το μάτι» με όλα αυτά τα –ναι, ομολογουμένως ωραία– αντικείμενα design, που όμως δεν λένε και κάτι πέραν αυτού. Στην τελική, δυσκολεύομαι. Ακριβώς επειδή συνειδητοποιώ πως για την ύπαρξή τους ευθύνεται η μεγάλη αποδοχή και η ζήτηση του κόσμου –και ναι, δεν παίζει στρες, ας υπάρξουν.

Δικαίωμα, επιλογή, είμαι μαζί σας. Απλώς δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι αυτά τα μέρη θα διαγράψουν μια πορεία που θα συμμετέχει στη διαμόρφωση της κοινής ιστορίας της πόλης, όπως έκαναν άλλα σπουδαία στέκια στο παρελθόν. Ίσως και να μην χρειάζεται όμως να συμμετέχουν σε κάτι τέτοιο. Εξάλλου ποιο από όλα αυτά τα “ιστορικά στέκια” είχε εκκινήσει με μια τέτοια υπόσχεση; με μια ενδεχόμενη συνδρομή στο τοπικό γίγνεσθαι;

Επιτρέψτε μου μονάχα να έχω έναν φόβο, καθώς η φαντασία μου αδυνατεί να τους χαρίσει ένα βαθύ μέλλον ή ένα ουσιαστικά δυναμικό παρόν.

ΑΝΗΣΥΧΙΑ: επικοινωνούμε ψηφιακά σε βάρος της ζωντανής επαφής !

https://encrypted-tbn0.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcS9av1NWnduBpp4Q7CEZ31q-KKMJbV5M06sF0e-EcTaOg&s=10

Αόρατες αλλαγές: Σε 14 χρόνια “χάσαμε” περισσότερες από 120.000 λέξεις

Ρούλα Μαντή | Athens VoiceΡούλα Μαντή

💡 AI Summary by Libre

Η μελέτη αποκαλύπτει ότι παρά την αυξημένη ψηφιακή επικοινωνία, οι άνθρωποι μιλούν λιγότερο, χάνοντας χιλιάδες προφορικές λέξεις ετησίως.

Η αντικατάσταση της ζωντανής συνομιλίας με ψηφιακές αλληλεπιδράσεις μειώνει τις κοινωνικές επαφές και επηρεάζει αρνητικά την έκφραση και κατανόηση συναισθημάτων.

Η μείωση της προφορικής γλώσσας περιορίζει την ικανότητα ανάπτυξης σύνθετων επιχειρημάτων, επηρεάζοντας αρνητικά τη δημοκρατική συζήτηση και τον πολιτικό λόγο.

Η απλοποίηση της γλώσσας οδηγεί σε διχαστική πολιτική ρητορική και μειωμένη κατανόηση της κοινωνικής πραγματικότητας, ενισχύοντας το διπολισμό και την ένταση.

Υπάρχουν αλλαγές που τις αντιλαμβανόμαστε αμέσως. Η εμφάνιση του διαδικτύου, η εξάπλωση των κινητών τηλεφώνων, η τεχνητή νοημοσύνη, οι οικονομικές κρίσεις ή οι πανδημίες. Υπάρχουν όμως και άλλες αλλαγές, σχεδόν αόρατες, που συμβαίνουν αργά, σιωπηλά και επίμονα, μέχρι τη στιγμή που κάποιος θα τις μετρήσει και θα μας αναγκάσει να τις κοιτάξουμε κατάματα.

Μία από αυτές είναι η εξαφάνιση των λέξεων από την καθημερινότητά μας.

Οι άνθρωποι του 21ου αιώνα επικοινωνούν περισσότερο από ποτέ. Στέλνουν αμέτρητα μηνύματα, σχολιάζουν αναρτήσεις, ανταλλάσσουν emojis, συμμετέχουν σε τηλεδιασκέψεις, βλέπουν βίντεο και καταναλώνουν αδιάκοπα περιεχόμενο. Κι όμως, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη ερευνητών του Πανεπιστημίου της Αριζόνα και του Πανεπιστημίου του Μιζούρι-Κάνσας Σίτι, μιλούν ολοένα και λιγότερο.

Are We Talking Less Than We Used To?

Το εύρημα μοιάζει παράδοξο. Πώς γίνεται να ζούμε στην πιο συνδεδεμένη εποχή της ανθρώπινης ιστορίας και ταυτόχρονα να μιλάμε λιγότερο; Η απάντηση βρίσκεται ίσως στη διαφορά ανάμεσα στην επικοινωνία και στη συνομιλία. Δεν είναι το ίδιο πράγμα να ανταλλάσσεις πληροφορίες και να συμμετέχεις σε μια ζωντανή ανθρώπινη συζήτηση. Δεν είναι το ίδιο να στέλνεις ένα σύντομο μήνυμα και να αφηγείσαι μια ιστορία. Δεν είναι το ίδιο να πατάς ένα εικονίδιο «μου αρέσει» και να κάθεσαι απέναντι από έναν άνθρωπο προσπαθώντας να εξηγήσεις τι νιώθεις.

Οι ερευνητές υπολογίζουν ότι μεταξύ 2005 και 2019 ο μέσος άνθρωπος έχασε περισσότερες από 120.000 προφορικές λέξεις τον χρόνο. Πρόκειται για μια τεράστια μεταβολή, η οποία δύσκολα μπορεί να γίνει αντιληπτή στην καθημερινότητα. Κανείς δεν ξυπνάει ένα πρωί και αποφασίζει να μιλήσει λιγότερο. Η μείωση προκύπτει από δεκάδες μικρές αλλαγές που έχουν διεισδύσει στον τρόπο ζωής μας.

Κάποτε οι καθημερινές δραστηριότητες απαιτούσαν διάλογο. Ζητούσες οδηγίες από έναν περαστικό. Μιλούσες με τον ταμία στο σούπερ μάρκετ. Ρωτούσες τον βιβλιοπώλη για ένα βιβλίο. Σήμερα, η πλοήγηση γίνεται από μια φωνή GPS, οι αγορές από ένα αυτόματο μηχάνημα, η τραπεζική συναλλαγή από μια εφαρμογή και η αναζήτηση πληροφοριών από μια μηχανή αναζήτησης.

Το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο η εξοικονόμηση χρόνου. Είναι και η σταδιακή εξαφάνιση χιλιάδων μικρών κοινωνικών αλληλεπιδράσεων που άλλοτε αποτελούσαν το αόρατο νήμα της κοινωνικής ζωής.

Ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι αλλάζει ο τρόπος που ζούμε. Τα νοικοκυριά πολλών γενεών γίνονται ολοένα και πιο σπάνια. Οι άνθρωποι παντρεύονται αργότερα, κάνουν λιγότερα παιδιά και συχνά ζουν μόνοι τους. Η τηλεργασία μειώνει τις αυθόρμητες συζητήσεις στους χώρους εργασίας. Οι χώροι όπου παλαιότερα αναπτύσσονταν κοινωνικοί δεσμοί —σύλλογοι, λέσχες, εκκλησίες, κοινότητες γειτονιάς— χάνουν μέρος της επιρροής τους.

Κάθε μία από αυτές τις αλλαγές μοιάζει ασήμαντη. Όλες μαζί όμως δημιουργούν έναν διαφορετικό κόσμο. Έναν κόσμο στον οποίο μπορεί να περάσει ολόκληρη ημέρα χωρίς ουσιαστική συζήτηση.

Η γλώσσα, ωστόσο, δεν είναι απλώς ένα εργαλείο επικοινωνίας. Είναι το εργαλείο με το οποίο οργανώνουμε τη σκέψη μας.

Ο Ρώσος ψυχολόγος Λεβ Βιγκότσκι είχε υποστηρίξει ήδη από τον προηγούμενο αιώνα ότι η γλώσσα και η σκέψη εξελίσσονται μαζί. Οι λέξεις δεν εκφράζουν απλώς τις ιδέες μας· τις διαμορφώνουν. Όταν μαθαίνουμε νέες λέξεις, αποκτούμε νέους τρόπους να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Όταν χάνουμε λέξεις, χάνουμε και αποχρώσεις της πραγματικότητας.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι ψυχολόγοι παρατηρούν συχνά πως άνθρωποι που δυσκολεύονται να περιγράψουν τα συναισθήματά τους δυσκολεύονται και να τα διαχειριστούν. Η θλίψη, η απογοήτευση, η μοναξιά, η ματαίωση, η αμηχανία, η ενοχή, η νοσταλγία δεν είναι το ίδιο πράγμα. Χρειάζονται διαφορετικές λέξεις, διαφορετικές έννοιες και διαφορετικές αφηγήσεις.

Όταν το λεξιλόγιο φτωχαίνει, τα συναισθήματα τείνουν να συγχωνεύονται σε λίγες γενικές κατηγορίες. «Είμαι χάλια», «δεν είμαι καλά», «νευριάζω». Οι λεπτές διαβαθμίσεις χάνονται. Κι όταν δεν μπορούμε να περιγράψουμε με ακρίβεια αυτό που νιώθουμε, δυσκολευόμαστε και να το κατανοήσουμε.

Η μείωση της προφορικής επικοινωνίας φαίνεται να επηρεάζει ιδιαίτερα τους νέους ανθρώπους. Είναι η πρώτη γενιά στην ιστορία που περνά τόσο μεγάλο μέρος της ζωής της σε ψηφιακά περιβάλλοντα. Οι φιλίες εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλά συχνά διαμεσολαβούνται από οθόνες. Οι συζητήσεις γίνονται με συντομογραφίες, εικόνες, βίντεο και σύμβολα.

Βεβαίως, η γλώσσα δεν πεθαίνει. Μετασχηματίζεται. Κάθε γενιά δημιουργεί το δικό της λεξιλόγιο και τους δικούς της κώδικες επικοινωνίας. Ωστόσο, αρκετοί ερευνητές φοβούνται ότι η υποχώρηση της εκτεταμένης προφορικής συζήτησης μπορεί να περιορίσει την ικανότητα των ανθρώπων να αναπτύσσουν σύνθετα επιχειρήματα και να επεξεργάζονται πολύπλοκες ιδέες.

Και εδώ το ζήτημα παύει να είναι ατομικό και γίνεται πολιτικό.

Δημοκρατία και γλώσσα

Η δημοκρατία βασίζεται στη γλώσσα. Βασίζεται στην ικανότητα των πολιτών να συζητούν, να διαφωνούν, να επιχειρηματολογούν και να κατανοούν σύνθετα προβλήματα. Όσο πιο περίπλοκη είναι μια κοινωνία, τόσο περισσότερες λέξεις χρειάζεται για να περιγράψει τον εαυτό της.

Τα τελευταία χρόνια πολλοί αναλυτές παρατηρούν ότι ο πολιτικός λόγος διεθνώς γίνεται πιο απλός, πιο συναισθηματικός και πιο διχαστικός. Οι σύνθετες αναλύσεις υποχωρούν μπροστά στα συνθήματα. Οι αποχρώσεις χάνονται ανάμεσα σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Οι λέξεις που απαιτούν σκέψη αντικαθίστανται από λέξεις που προκαλούν άμεση συναισθηματική αντίδραση.

Όταν όμως η γλώσσα απλοποιείται υπερβολικά, απλοποιείται και η εικόνα που έχουμε για τον κόσμο. Η πραγματικότητα παρουσιάζεται ως μια σύγκρουση καλών και κακών, νικητών και ηττημένων, πατριωτών και εχθρών. Οι γκρίζες ζώνες εξαφανίζονται.

Κι όμως, ο πραγματικός κόσμος είναι σχεδόν πάντα πιο περίπλοκος από τα συνθήματα.

Ίσως λοιπόν το ζήτημα των χαμένων λέξεων να μην αφορά μόνο τη νοσταλγία για μια εποχή όπου οι άνθρωποι συζητούσαν περισσότερο. Ίσως να αφορά το μέλλον της κοινωνικής συνοχής, της ψυχικής υγείας και της δημοκρατίας.

Η καλή είδηση είναι ότι η τάση αυτή δεν είναι αναπόφευκτη.

Δεν χρειάζονται μεγάλες επαναστάσεις. Χρειάζονται μικρές καθημερινές πράξεις. Ένα τηλεφώνημα αντί για ένα μήνυμα. Μια συζήτηση με τον γείτονα. Ένας καφές χωρίς κινητό πάνω στο τραπέζι. Ένα οικογενειακό τραπέζι όπου η τηλεόραση παραμένει κλειστή. Ένας περίπατος με έναν φίλο χωρίς ακουστικά στα αυτιά.

Οι λέξεις είναι σαν τους μυς. Όσο περισσότερο τις χρησιμοποιούμε, τόσο πιο δυνατές γίνονται. Και μαζί τους δυναμώνει η μνήμη, η σκέψη, η φαντασία και η ικανότητά μας να καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον.

Σε μια εποχή που όλα επιταχύνονται, ίσως η πιο επαναστατική πράξη να είναι τελικά η πιο απλή: να καθίσουμε απέναντι από κάποιον και να μιλήσουμε.

Σωκράτης – η τέχνη του διαλόγου και η αναζήτηση της αλήθειας

Αν υπάρχει μια μορφή που θα δυσκολευόταν να επιβιώσει στη σημερινή εποχή των σύντομων μηνυμάτων, των βίντεο λίγων δευτερολέπτων και των βιαστικών απαντήσεων, αυτή ίσως να ήταν ο Σωκράτης.

Ο άνθρωπος που θεωρείται ο πατέρας της δυτικής φιλοσοφίας δεν έγραψε ούτε μία γραμμή. Δεν άφησε βιβλία, πραγματείες ή εγχειρίδια. Άφησε μόνο συζητήσεις. Ερωτήσεις. Αμφιβολίες. Διαλόγους.

Στην καρδιά της σωκρατικής σκέψης βρισκόταν μια ριζοσπαστική για την εποχή ιδέα: ότι η αλήθεια δεν επιβάλλεται, δεν μεταδίδεται μηχανικά από τον σοφό στον αδαή, αλλά ανακαλύπτεται μέσα από τη συνομιλία. Ο Σωκράτης δεν δίδασκε με διαλέξεις. Περιπλανιόταν στην αγορά της Αθήνας και συνομιλούσε. Ρωτούσε. Άκουγε. Ξαναρωτούσε. Ανέτρεπε βεβαιότητες.

Όταν συναντούσε κάποιον που ισχυριζόταν ότι γνωρίζει τι είναι η δικαιοσύνη, η αρετή ή η σοφία, δεν του απαντούσε. Του ζητούσε να εξηγήσει. Και όταν εκείνος έδινε μια απάντηση, ακολουθούσε μια δεύτερη ερώτηση. Και μετά μια τρίτη. Μέχρι που η αρχική βεβαιότητα άρχιζε να τρίζει.

Αυτή ήταν η περίφημη σωκρατική ειρωνεία. Ο Σωκράτης προσποιούνταν συχνά ότι δεν γνώριζε τίποτα. «Ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα» — ένα ξέρω, ότι δεν ξέρω τίποτα. Η φαινομενική αυτή άγνοια δεν ήταν αδυναμία αλλά μέθοδος. Ήταν ένας τρόπος να αναγκάσει τον συνομιλητή του να εξετάσει τις ίδιες του τις σκέψεις.

Ακόμη πιο σημαντική ήταν η λεγόμενη μαιευτική μέθοδος. Όπως η μαία βοηθά μια γυναίκα να γεννήσει ένα παιδί, έτσι και ο φιλόσοφος βοηθά έναν άνθρωπο να «γεννήσει» μια ιδέα. Δεν προσφέρει έτοιμες απαντήσεις. Δημιουργεί τις συνθήκες ώστε η γνώση να αναδυθεί από μέσα του.

Η διαδικασία αυτή απαιτεί κάτι που σήμερα μοιάζει όλο και πιο σπάνιο: χρόνο, προσοχή και πολλές λέξεις.

Δεν μπορεί να υπάρξει σωκρατικός διάλογος σε μια πρόταση. Δεν μπορεί να υπάρξει αυτογνωσία σε ένα emoji. Δεν μπορεί να υπάρξει αναζήτηση της αλήθειας χωρίς τη διάθεση να ακούσουμε τον άλλον, να τον αφήσουμε να αναπτύξει τη σκέψη του και να αναμετρηθούμε με τα επιχειρήματά του.

Για τον Σωκράτη, η συζήτηση δεν ήταν κοινωνική ευγένεια. Ήταν ο πυρήνας της δημοκρατίας και της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο άνθρωπος όφειλε να εξετάζει διαρκώς τον εαυτό του, γιατί, όπως υποστήριζε, «ο ανεξέταστος βίος δεν αξίζει να βιώνεται».

Ίσως γι’ αυτό το έργο του παραμένει τόσο επίκαιρο σήμερα. Σε μια εποχή όπου οι αλγόριθμοι μας προσφέρουν έτοιμες απαντήσεις πριν καν διατυπώσουμε τις ερωτήσεις μας, ο Σωκράτης μάς θυμίζει ότι η ποιότητα της σκέψης μας εξαρτάται από την ποιότητα των ερωτήσεων που θέτουμε.

Και ίσως η μεγαλύτερη απώλεια από τη συρρίκνωση του προφορικού λόγου να μην είναι απλώς η απώλεια λέξεων. Ίσως να είναι η απώλεια της ίδιας της τέχνης του διαλόγου.

Γιατί οι κοινωνίες δεν προοδεύουν όταν όλοι μιλούν ταυτόχρονα. Προοδεύουν όταν οι άνθρωποι συνομιλούν πραγματικά. Όταν ακούνε. Όταν αμφισβητούν. Όταν αναζητούν μαζί την αλήθεια.

Αυτό ακριβώς έκανε ο Σωκράτης πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια στην αγορά της Αθήνας. Και αυτό ίσως είναι που έχουμε περισσότερο ανάγκη σήμερα.

  Ίσως τελικά το πρόβλημα να μην είναι ότι χάσαμε 120.000 λέξεις τον χρόνο. Ίσως το πραγματικό πρόβλημα να είναι ότι μαζί με αυτές χάσαμε χιλιάδες ευκαιρίες να γνωρίσουμε καλύτερα τον εαυτό μας και τους άλλους. Γιατί από την αγορά της αρχαίας Αθήνας μέχρι τις οθόνες των κινητών μας, η ανθρώπινη ιστορία δείχνει ότι η σκέψη γεννιέται μέσα από τον διάλογο. Και όσο λιγότερο μιλάμε, τόσο περισσότερο κινδυνεύουμε να ζούμε σε έναν κόσμο γεμάτο πληροφορίες αλλά φτωχό σε κατανόηση.