«Συμβαίνουν αυτά. Και θα συμβούν πολύ χειρότερα, από τη στιγμή που η κατάλυση κάθε έννοιας διεθνούς δικαίου και ο αποκεφαλισμός ηγετών που δε γουστάρουμε με συνοπτικές διαδικασίες είναι η νέα κανονικότητα.»
Δημήτρης Πολιτάκης ,Δημοσιογράφος
Η ιστορική μήτρα του ιταλικού νεορεαλισμού, με την οποία ο Visconti, στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο, αποδρά από τη κρατούσα φασιστική αισθητική. Η καλύτερη εκδοχή του «Ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές», μπροστά στην οποία οι δύο αμερικάνικες μεταφορές είναι απλές οδοντόκρεμες. Ο Visconti φτιάχνει ένα πορτραίτο της μικροαστικής Ιταλίας. Ο αδέκαρος Τζίνο σταματά σε ένα πανδοχείο, που ανήκει στον Τζουσέπε και τη σύζυγό του Τζοβάνα, πείθεται να δουλέψει εκεί και γίνεται εραστής της νεαρής γυναίκας. Ο Τζίνο είναι τυχοδιώκτης και περιπλανητής και στην πραγματικότητα αδυνατεί να προσαρμοστεί. Αυτό είναι που τον ωθεί πάντα σε φυγή. Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, πάντα θα προσπαθεί να φύγει. Η Τζοβάνα, μικροαστή παντρεμένη με κάποιον μεγαλύτερο της, ο οποίος έχει μια σχετική οικονομική επιφάνεια (εστιάτορας), κάνει ότι μπορεί για να ξεφύγει απ' τη μοίρα της. Παραμένει σε ένα γάμο στον οποίο δεν είναι ευτυχισμένη μόνο και μόνο για να απολαμβάνει μια σχετική οικονομική εξασφάλιση. Σε μία βραδινή έξοδο σκοτώνουν τον σύζυγο, παρουσιάζοντας το συμβάν σαν αυτοκινητιστικό ατύχημα. Στην πραγματικότητα αποκαλύπτεται πως ο εγκέφαλος πίσω απ' το έγκλημα είναι η Τζοβάνα, η οποία έτσι αποκτά το εστιατόριο του πεθαμένου συζύγου, και φυσικά τον Τζίνο. Αλλά ο Τζίνο ύστερα απ' αυτό είναι φάντασμα του εαυτού του... Μοναδικός συνδυασμός ενός περιρρέοντος ερωτισμού, που υποβάλλεται από τα υπονοούμενα των κοντινών πλάνων και τις έντονες σκιάσεις, με την οξεία κοινωνική παρατήρηση, την έξοδο της κάμερας στο δρόμο. Το εγγενές παιχνίδι του στόρι με τη μοίρα εδώ αντιμετωπίζεται ως μια συνεχής πάλη με τις κοινωνικές αντιθέσεις, με υπερτονισμένο τον αντίκτυπο στον ατομικό ψυχισμό. Η συμβολική ματιά του Visconti είναι επαναστατικότατη. Ο σύζυγος αντιπροσωπεύει όλη αυτή την καθησυχασμένη τάξη που περιβάλλει τους δύο περιθωριακούς, τη γυναίκα και τον άνεργο νέο. Συνάμα με το συγκεκριμένο σενάριο, ο σκηνοθέτης βρίσκεται σε ένα ενδιάμεσο στάδιο, ισορροπώντας ανάμεσα στο μελόδραμα και την τευτονική ένταση, ένα στοιχείο αρχαιοελληνικής τραγωδίας. Σκηνοθετικά, αφήνει το στίγμα του δείχνοντας ήδη την προτίμησή του στην εκλεπτυσμένη ατμόσφαιρα και το βαρύ ντεκόρ. 'Έτσι προς το τέλος π.χ. βλέπουμε τον Τζίνο (που έχει βρει καταφύγιο σε μία πρόσκαιρη σχέση) σχεδόν να χάνεται στην μπαρόκ ταπετσαρία του διαμερίσματος της ερωμένης του. Οι «Διαβολικοί εραστές» είναι ουσιαστικά ένας θρήνος για τα ανθρώπινα πάθη. Είναι η παρατήρηση μίας αναπότρεπτης αλυσιδωτής αντίδρασης, με αρχετυπικές, θα έλεγε κανείς, καταβολές, παρμένες από τις αρχαιοελληνικές τραγωδίες: το πάθος γίνεται πέρασμα στο έγκλημα. Οι Ερινύες σκορπούν τις εμμονές, ο έρωτας γίνεται αποστροφή και υποψία, η προδοσία πέφτει σαν Θεϊκή τιμωρία και η εκδίκηση ξεπλένει το έγκλημα με περισσότερο αίμα. Όμως, πέρα από μία ερωτική τραγωδία, το «Ossessione» είναι ακριβώς ότι έτρεμε το φασιστικό κατεστημένο της εποχής: μία πολιτική καταγγελία του Visconti. Μία γενναία απεικόνιση της παρακμής της Ιταλικής κοινωνίας, του διαμελισμού των αξιών και του τέλους της αθωότητας. Οι εραστές πατάνε σε κινούμενοι άμμο, τη στιγμή που η χώρα βουλιάζει στην ίδια ακριβώς θανάσιμη παγίδα. Η τόλμη του Visconti θα τον βάλει στο στόχαστρο και θα τον οδηγήσει στη φυλακή. Θα έχει προλάβει όμως πρώτα να φτύσει το κατεστημένο στα μούτρα. Αναρτήθηκε από: Cahiers du cinema __________
γράφει την ιστορία του προσωπικού του φίλου Θανάση Ροδόπουλου, ο οποίος ,αν και συμμετείχε στο εκτελεστικό απόσπασμα του Νίκου Μπελογιάννη ,αρνήθηκε να συμμετάσχει στην εκτέλεση του «ανθρώπου με το γαρίφαλο».
Γράφει ο Φώτης Λαμπρινός:
«Γείτονας των νεανικών μου χρόνων σε μια γειτονιά της Αθήνας και φίλος μιας ζωής, ο Θανάσης Ροδόπουλος υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία την εποχή που βρισκόταν σε εξέλιξη η υπόθεση Μπελογιάννη.
Η δίκη, η καταδίκη, η εκτέλεση. Υπηρετούσε σε ένα στρατόπεδο πεζικού στην Αγία Παρασκευή Βορειοανατολικά της Αθήνας.
Μια νύχτα, γύρω στις 3.00, ο λοχαγός ξύπνησε καμιά 20αριά στρατιώτες, τους είπε να ντυθούν με πλήρη εξάρτηση και να πάρουν τα τουφέκια τους. Ανάμεσά τους και ο Θανάσης. Τους έβαλε σε ένα φορτηγό και έφυγαν από το στρατόπεδο διανύοντας μια σχετικά σύντομη διαδρομή.
Εφτασαν σε ένα σημείο όπου ο Θανάσης κοιτάζοντας από το φορτηγό, είδε ότι ήταν ένα ελεύθερο πεδίο, αλλά στο βάθος φαινόταν η μάντρα από το μεγάλο νοσοκομείο της Αθήνας που λέγεται «Σωτηρία» και κατάλαβε αμέσως περί τίνος πρόκειται.
Οπότε βγαίνοντας οι στρατιώτες όλοι και ο λοχαγός, ο Θανάσης έμεινε μέσα στο αυτοκίνητο.
Υστερα από λίγα λεπτά ο λοχαγός κατευθύνθηκε προς το φορτηγό, εμφανίστηκε στο άνοιγμα του καμιονιού και του είπε:
«Έλα έξω. Τι κάθεσαι εκεί;».
Και ο Θανάσης ήρεμα του απάντησε:
«Δεν θα βγω, κύριε λοχαγέ».
«Τι είπες;» του λέει.
«Δεν θα βγω από το καμιόνι, κύριε λοχαγέ».
Πηδάει πάνω στο φορτηγό ο λοχαγός, τραβάει το περίστροφο από τη θήκη του, το τείνει στο πρόσωπο του Θανάση και του λέει: «Ροδόπουλε, ξέρεις τι μπορώ να σου κάνω σύμφωνα με τον στρατιωτικό νόμο αυτήν τη στιγμή;».
«Το γνωρίζω, κύριε λοχαγέ, κάντε ό,τι νομίζετε, εγώ από το καμιόνι δεν βγαίνω».
Επειτα από λίγο, κάποια δευτερόλεπτα δηλαδή, ο λοχαγός ξανάβαλε το περίστροφο στη θήκη, πήδηξε από το καμιόνι και απομακρύνθηκε.
Γύρισαν στο στρατόπεδο, κάποια στιγμή.
Αυτή την ιστορία μου την αφηγήθηκε ο Θανάσης δυο τρεις μέρες μετά την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη. Πρόσθεσε όμως ότι αυτό που δεν μπορούσε να αντέξει και αποφάσισε να παραμείνει στο καμιόνι δεν ήταν η εκτέλεση, αλλά το βλέμμα.
Φοβόταν να δει τον Μπελογιάννη και φοβόταν μήπως τον δει ο Μπελογιάννης.
Γιατί;
Επειδή όταν ήταν μικρός, στο σπίτι του στο χωριό στα Βραχναίικα, έξω από την Πάτρα, η οικογένειά του –κομμουνιστική οικογένεια– έκρυβε τον Μπελογιάννη, που τότε ήταν παράνομος καθοδηγητής της περιοχής.
Και τον θυμότανε πολύ καλά ο Θανάσης, γιατί πιτσιρικάς ο ίδιος τότε, ο Μπελογιάννης έπαιζε μαζί του, μιλούσε, κουβέντιαζε, τον κοίταζε… και αυτό το βλέμμα ήταν που σταμάτησε τον Θανάση και δεν πήρε μέρος στην εκτέλεση.
Οταν επέστρεψαν στο στρατόπεδο, ο Θανάσης περίμενε τις συνέπειες.
Να τον καλέσει ο διοικητής, να γίνει ανάκριση, να τον παραπέμψουν στο στρατοδικείο… και είδε ότι κανείς δεν τον ενόχλησε, κανείς δεν του είπε τίποτε και υποψιάστηκε ότι ο λοχαγός το αποσιώπησε, χωρίς να πει σε κανένα τίποτε κι έτσι δεν είχε καμία συνέπεια.
Καμία ανάκριση, καμιά κλήση για απολογία κ.ο.κ.
Οπότε συνέχισε τη θητεία του κανονικά, μέχρι που απολύθηκε.
Ύστερα από περίπου δύο εβδομάδες ο ραδιοφωνικός σταθμός στα βραχέα του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, που εξέπεμπε από το Βουκουρέστι, μιλώντας για την εκτέλεση του Μπελογιάννη ανέφερε ότι υπήρχαν και στρατιώτες που αρνήθηκαν να λάβουν μέρος στην εκτέλεση».
Eίναι δύσκολο να γίνει μια ταινία, ένα αυτόνομο έργο
τέχνης, πάνω στη ζωή του Κάφκα, ενός συγγραφέα που η επιτυχία του
συνδέθηκε με την παραγωγή ενός επιθέτου (καφκικός), του οποίου η
συμβολική δυναμική αποτελεί πλέον ένα κοινό και γενικώς αποδεκτό
νόμισμα. Μοιραία τότε η ζωή και το έργο θα αποτελούν συγκοινωνούντα
δοχεία, το ένα θα χρησιμεύει ως «άλλοθι» του άλλου, συστήνοντας ένα
νοηματικό και ιδεολογικό νεφέλωμα όπου είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς
το «μυθολογικό», το παραλογοτεχνικό, από το καθαυτό και γνήσια
αισθητικό, αν αυτό το τελευταίο υφίσταται όντως και δεν είναι απλώς μια
οφθαλμαπάτη όσων παίρνουν υπερβολικά σοβαρά την ύπαρξη της αυθεντικής
αισθητικής αξίας.
Όλα αυτά με αφορμή την ταινία της Ανιέσκα Χόλλαντ που εσχάτως κυκλοφόρησε και έχει τον τίτλο απλά και σκέτα Φραντς Κάφκα, από όπου και εύλογα προκύπτει και το περιεχόμενό της. Θέλοντας και μη, ο Φραντς Κάφκα της Χόλαντ μάς παραπέμπει στον ακόμη πιο απλά και σκέτα Κάφκα του Στήβεν Σόντεμπεργκ, ταινία από την εμφάνιση της οποίας έχουν ήδη κυλήσει πάνω από τριάντα χρόνια, και βέβαια στη Δίκη
του Όρσον Γουέλς, που δείχνει να προσανατολίζεται περισσότερο σε ένα
συγκεκριμένο έργο του συγγραφέα, και όχι ειδικά στη ζωή του, παρότι
τελικά αποδεικνύεται ότι ο διαχωρισμός αυτός της Δίκης από τον
Κάφκα, του Κάφκα από το «καφκικό», είναι σχεδόν ανέφικτος. Ο θρύλος του
Κάφκα κάνει δύσκολη την απλή και μόνη εστίασή μας στο έργο του, ή σε μια
εκδοχή της εγκαταβίωσής του στην τσεχική πρωτεύουσα.
Και οι τρεις βασικοί πρωταγωνιστές των ταινιών ενσαρκώνουν αυτό που
λέμε διαλεκτική ρόλου και ηθοποιού, ή, τουλάχιστον για τις δύο πρώτες
περιπτώσεις, διαλεκτική σταρ και ρόλου: στη μορφή του Άντονι Πέρκινς
απηχείται απαρανάγνωστα η ψυχοδυναμική του Νόρμαν Μπέητς από το Ψυχώ
του Χίτσκοκ, ενώ η εκλέπτυνση των ρόλων του Τζέρεμυ Άιρονς δεν είναι
δυνατόν να παραβλεφθεί ως κριτήριο για την επιλογή του στον ρόλο του
μεσοαστού Τσεχοεβραίου Φραντς, που τυλίγεται αργά αλλά σταθερά στα
δίχτυα μιας ανώνυμης εξουσίας, άρα και μοίρας.
Από την ταινία του Γουέλς ήδη έγινε σαφές ότι Κάφκα χωρίς Πράγα δεν
νοείται. Και βέβαια, όχι μιαν οποιαδήποτε Πράγα αλλά αυτήν που
προσφέρεται στην όρασή μας μέσα από τα άχνινα τούλια που αναδύει ο
Μολδάβας θολώνοντας τη σκοπιά από τη γέφυρα του Καρόλου. Μια Πράγα
ασπρόμαυρη, νυχτερινή, γεμάτη από μακριές απειλητικές σκιές, φωτισμένη
από το φωταέριο της εποχής (κάτι που τονίζει ο Σόντεμπεργκ ήδη από την
πρώτη σεκάνς της ταινίας του). Μια Πράγα με πλάνα διαγώνια, που τονίζουν
την υποκειμενική, ή ασταθή, θέαση, εκείνην που ο Γουέλς πρότεινε ως
αφηγηματική και αισθητική καινοτομία ήδη με τον Πολίτη Κέην.
Και, βέβαια, η λιτή εκφραστικότητα του chiaroscuro ψάχνει τις
αντιστοιχίες με τη μοιρολατρία και το αδιέξοδο, τόσο το ατομικό όσο και
το αψβουργικό, της καφκικής εποχής, για να εδραιώσει την κοσμοαντίληψη
του συγγραφέα του Πύργου και το πρίσμα υπό το οποίο τη βλέπουμε τόσα χρόνια μετά εμείς, στις αρχές του 21ού αιώνα, παρά την πρόταση των Ντελέζ και Γκουαταρί στον δικό τους «Κάφκα» ότι ο συγγραφέας της Μεταμόρφωσης
είναι κατά βάθος ένας εύθυμος και αισιόδοξος συγγραφέας, και παρά τις
νεότερες εκδοχές για τον καφκικό βίο που ναι μεν θέλουν τον συγγραφέα
κολλημένο στη μοιραία πόλη, αλλά κλίνουν και προς την εικόνα ενός
εξωστρεφούς φυσιολάτρη. Η αισθητική του ασπρόμαυρου πάντως δεν είναι
τυφλοσούρτης. Στην ταινία του Σόντεμπεργκ εγκαταλείπεται από ένα σημείο
και μετά για να υπομνηματίσει την έξοδο από τον εφιάλτη, που είναι απλώς
παροδική όμως.
Ο Σόντεμπεργκ ξεφεύγει κάπως από μια ορθόδοξη καφκική γραμμή όταν από
την αρχή της ταινίας του μάς εισάγει τους γκροτέσκο και παραμορφωμένους
διώκτες του Κάφκα, κάτι που αποφεύγουν οι δύο άλλοι σκηνοθέτες,
εμμένοντας σε ένα τρόμο περισσότερο ψυχολογικό, τον οποίο αποπνέουν οι
γραφειοκρατικές δομές. Αυτός ο τρόμος τονίζεται, πάντως, όταν εξαρχής,
δίκην ενός προπατορικού αμαρτήματος, ο πρωταγωνιστής βαρύνεται από έναν
αναίτιο και αναιτιολόγητο έγκλημα. Η αναβολή, η αναμονή, η αναιτιολόγητη
ενοχή, όλα αυτά τα κλασικά καφκικά θέματα, ξεπροβάλλουν στην ταινία.
Στην ίδια ταινία, του Σόντεμπεργκ, εμφιλοχωρούν κάποιες νύξεις, αλλά και
παραπάνω από νύξεις, ότι το έγκλημα του ήρωα είναι πολιτικό, ότι
πρόκειται για τρομοκράτη δηλαδή. Κι αυτό, στις αρχές του 20ού αιώνα
δεν θα ήταν κάτι εντελώς έωλο: τα πολιτικά εγκλήματα, όπως και οι
πολιτικές ζυμώσεις των ιδεολογικών κινημάτων αποτελούσαν μιαν απτή
πραγματικότητα, και, σίγουρα, ήταν ένα κίνητρο δράσης πιο χειροπιαστό
και πιο κατανοητό για τον μέσο αμερικανό θεατή στον οποίο απευθύνεται ο
Σόντεμπεργκ. Αυτή όμως η σύμφυρση ενός Κάφκα αντικαθεστωτικού με ένα
άτομο που συνθλίβεται από το μοναρχικό και γραφειοκρατικό καθεστώς,
χωρίς να επισημαίνεται η ασφυκτική πίεση που ασκεί η αναδυόμενη
γραφειοκρατία του νεωτερικού κράτους με τις νέες τεχνικές ελέγχου της
ατομικότητας, είναι παρακινδυνευμένη, και, βέβαια, τονίστηκε και από
τους κριτικούς όταν πρωτοπροβλήθηκε η ταινία. Ωστόσο, λίγη σημασία θα
είχε αν απορρίπταμε έναν επαναστάτη και συνωμότη Κάφκα, που βυσσοδομεί
εναντίον του αψβουργικού αυταρχισμού, από τη στιγμή που ο σκηνοθέτης θα
ήθελε να τον φανταστεί έτσι: με βάση την υπάρχουσα πραγματολογία πάντως ο
Κάφκα δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για μια καθεστωτική ανατροπή.
Όσο για την περίφημη σαδομαζοχιστική σχέση του Φραντς με τον
αυταρχικό πατέρα μόνο στην ταινία της Χόλλαντ ανοίγεται περιθώριο για να
της δοθεί μια θέση. Εκεί διαφαίνεται περισσότερο ο «ανθρώπινος»,
«οικιακός», «καθημερινός», Κάφκα και όχι τόσο το θύμα του
γραφειοκρατικού ολοκληρωτισμού και των παράλογων δομών του. Εκεί
μπορούμε να δούμε και τις σχέσεις του συγγραφέα με το άλλο φύλο (οι δύο
αποτυχημένοι αρραβώνες του περνούν, βέβαια, περισσότερο μόνο ως φραστική
νύξη). Απλώς, μια κινηματογραφική βιογραφία δεν κρίνεται τόσο βάσει
αυτών που παραλείπει όσο βάσει του τι κάνει με ό,τι συμπεριλαμβάνει από
τη ζωή του βιογραφούμενου. Βέβαια, η πατριαρχική επιβολή μεταδίδεται με
άλλους, έμμεσους, τρόπους. Οι ρόλοι που ερμηνεύονται από τους Ίαν Χολμ,
Άλεκ Γκυίννες, Άρμιν Μύλλερ-Σταλ, εκπροσώπους μιας εδραίας υποκριτικής
παράδοσης, απηχούν μιαν αδιαμφισβήτητη σχέση με την πατρική αυθεντία.
Μπορούμε εν προκειμένω να βγάλουμε συμπεράσματα συνδυάζοντας δύο
ετερογενή πεδία: αυτό της κατ’ εξοχήν μυθοπλασίας και εκείνο της
μυθοπλασίας που προκύπτει από την εξωφιλμική διανομή των ρόλων,
ενεργοποιώντας έτσι τη δυναμική μεταξύ σταρ, ηθοποιού και μυθοπλαστικού
ήρωα: ο Ίαν Χολμ, για παράδειγμα, εκπρόσωπος του σοβαρού αγγλικού
δραματολογίου, ερμηνεύει εδώ ένα μυθοπλαστικό πρόσωπο οπλισμένο με
αυταρχική εξουσία, πράγμα όχι τυχαίο. Όλα αυτά τα αρσενικά πρόσωπα
υποκαθιστούν την αποτρόπαιη ισχύ του πατέρα, και, για να το κάνουν,
διαθέτουν κάποια προαπαιτούμενα διαμόρφωσης του φύλου τους όπως
τουλάχιστον αυτό αποτυπώνεται πάνω στην ταινία. Ο φόβος και η ταπείνωση
του αδύναμου γιου απέναντι στον πατέρα έγιναν μετά τον Κάφκα
παροιμιώδεις εικονογραφήσεις του φόβου ευνουχισμού.
Η ζωή του Κάφκα ξεκινά με μιαν αυτομυθοπλασία, εμπνευσμένη από τις
ίδιες τις συνθήκες της ζωής του: η αξεπέραστη ενοχή που νιώθει τον ωθεί
να παραστήσει μια δίκη που στήνει ο κόσμος εις βάρος του. Αυτή η
μεταφορική μυθοπλασία θα καταλήξει στις συγγραφικές μυθοπλασίες του‒ από
όπου και η βιογραφική, λογοτεχνική, εικόνα που έχουμε για αυτόν‒, σε
μια μυθοπλασία δηλαδή με αξίωση αληθοφάνειας και πραγματικότητας.
Καταλαβαίνουμε έτσι ότι είμαστε δέσμιοι της μυθοπλασίας, ό,τι και να
κάνουμε.[................................]ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ
*Βασίλης Πατσογιάννης (Καβάλα 1959): Σπούδασε στη Φιλοσοφική του ΑΠΘ.
Ζει στην Αθήνα και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση. Μετέφρασε θεωρητικά
κείμενα των Φρόιντ, Μετς, Φουκό, Μπαρτ κ.ά., λογοτεχνικά των Βιάν,
Ραγκουνιό, Ρασίν.
Ο Σεραφείμ-Δημήτριος Ρουσσόπουλος συνδυάζει την ιδιότητα του κληρικού με την καλλιτεχνική
δημιουργία, ασχολούμενος ιδιαίτερα με τις εικαστικές και τις ψηφιακές
τέχνες.Μπείτε στο Facebook παρακολουθήστε τον ως ταπεινό κληρικό που διακονεί το λειτούργημά του αλλά και τον θεό της Τέχνης.
Χρήστος Κάτσικας: «Οι πιο μορφωμένοι και οι πιο κακοπληρωμένοι: Το παράδοξο των Ελλήνων εκπαιδευτικών» (alfavita.gr)
(Μην ξεχνάμε και το Πασχαλινό τραπέζι των εκπαιδευτικών μας)
ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΔΗΜΟΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ
(σ.σ. Αφιερωμένο εξαιρετικά στους πρωτοδιοριζόμενους εκπαιδευτικούς με μισθό 780-800 ευρώ)
Ω Ύψιστε ! επίβλεψον εξ ουρανού κι επίσκεψαι την άμπελον την άφυλλον (= τον δάσκαλο), ήνπερ ναι μεν έχεις προικίσει διά νου, πλην δεν παρέχει μήδε ξυνοστάφυλον, αλλά ως άρτον έχω επιούσιον μέλανα πιτυρίτην (=από πίτουρα) και ανούσιον. * Ω Ύψιστε! εκ του μισθού απόσχων! ουδ' οβολός μοί μένει εις το θυλάκιον(= τσέπη). Ω ! ποίησόν με βόα(=βόδι) ή και μόσχον, ει βούλοι(= αν θέλεις) και θαλάσσιον μαλάκιον, ίνα η σαρξ μου αποκτήσει αξίαν παρά την εκ της πείνης καχεξίαν. Ως όρνις δος(=κάνε) καγώ να τίκτω ωόν, ίνα πλουτίσω δίδραχμον πωλών, ή ποίησόν με κόνικλον ή λαγωόν, ή γάλον (= γαλοπούλα) ευτραφή και παχουλόν, ίνα πλουτίσω δίδραχμον πωλών, λεγόντων των τρωγώντων: - Μάλλον γάτα!
Τέλος μονόπουν ποίησόν με ή άπουν* να θησαυρίζω μέσω των τριόδων, ή ποίησόν με, Ύψιστε, τετράπουν να ζω εν τοις μεγάροις τετραπόδων, αυτοκινήτοις (= με αυτοκίνητα) τας οδούς οργώνων- και νυν κι εις τους αιώνας των αιώνων!...
ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
* Σημ. Το νόημα των δύο στίχων: " Κάνε με χωλό, για να
βγάζω πολλά λεφτά επαιτώντας στους δρόμους.".
3. ΟΙ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΕΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΦΕΝΤΙΚΟΥ
" Μάγκες, χθες αναγκάσαμε τον μπαρίστα στο Καφέ στη Χαριλάου να δώσει πίσω το
δώρο του Πάσχα. Τώρα θα σας αναθέσω άλλη μία "λεπτή" αποστολή"
" Ό,τι πεις εσύ Αφεντικό!"
"Εσύ, Κώστα , θα αναλάβεις να "συνετίσεις" τον πρόεδρο του Σωματείου των Ντελιβεράδων. Έχουν γίνει πολύ ατίθασοι τα τελευταία χρόνια .
"Boss, εγώ τι θα κάνω;"
" Εσύ, Βαγγέλα, θα ασχοληθείς με τη Γραμματέα των Οικιακών Βοηθών Ελλάδας."
" Αν επιτρέπεται, Αφεντικό, ποιο είναι το πρόβλημά τους;"
" Ζητά ασφαλιστικά δικαιώματα και κάποιες άλλες σοσιαλιστικές μαλακίες από τα αφεντικά ".
" Α, το κάθαρμα! Πάει να μας φέρει ξανά τον κομμουνισμό!Θα της δείξω εγώ..."
" Εύγε , παιδί μου, για τον ζήλο σου. Παριποιήσου την καταλλήλως .Πες της να βάλει μέσα στη γλώσσα , αλλιώς θα της την κόψουμε και θα την πετάξουμε στα σκυλιά. Να μπει ταχέως στον ίσιο δρόμο . Να έχει ως παράδειγμα εμάς , της πεντακάθαρης ιδιωτικής πρωτοβουλίας ,που δουλεύουμε πάντα στη βάση των ατομικών συμβολαίων. "