γράφει ο Φίλιππος Φιλίππου
Η Ελένη Γκίκα (Κορωπί, 1959),
δημοσιογράφος και βιβλιοκριτικός, εμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1984 με την ποιητική συλλογή Σηματοδότες. Έκτοτε, έχει εκδώσει ποιήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια, διηγήματα, και συνεντεύξεις. Στο μυθιστόρημά της Sans voir
με τον υπότιτλο «Νοέμβριος 2014-Αύγουστος 2025», (εκδ. Αρμός) είναι
έκδηλη η επιρροή της ποίησης, καθώς ολόκληρες φράσεις έχουν ποιητικό
άρωμα, ενώ σε αυτό υπάρχουν ποιήματα και τραγούδια. Κατ’ αρχάς, να πούμε
ότι οι δύο γαλλικές λέξεις του τίτλου σημαίνουν αβλεπτί, αβλεπί ή
αβλεπεί, δηλαδή κάτι που δεν το κοιτάζω και χρησιμοποιείται στα
χαρτοπαίγνια, στο σκάκι και στο πόκερ.
Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερα μέρη
(Άνοιξη-Καλοκαίριι- Φθινόπωρο-Χειμώνας) κι η ιστορία αρχίζει με
τριτοπρόσωπη αφήγηση στο κεφάλαιο που τιτλοφορείται «Τα άσπρα μιγκέ». Σε
αυτό, γίνεται λόγος για ένα κορίτσι έξι χρονών που κρατάει μια κούκλα,
την Ελβίρα. Ελβίρα όμως λέγεται και η αφηγήτρια. Δίπλα της είναι η μαμά
της, ενώ σ’ ένα σπίτι που έπιασε φωτιά βρίσκεται ένας άντρας αποκαΐδια.
Δεκαεννιά χρόνια αργότερα, το κορίτσι ανακαλύπτει πως το εκείνο το
κυριακάτικο απόγευμα θα το αφορά. Στη συνέχεια, στην αρχή του πρώτου
κεφαλαίου, διαβάζουμε για πρώτη φορά το Sans voir, ενώ η αφηγήτρια
απευθυνόμενη σε κάποιον λέει «Η Λένα είναι ό,τι έχω κρατήσει από την
προηγούμενή μου ζωή. Τότε που έφυγες, τα άλλαξα όλα». Η αρχή είναι
απολύτως αινιγματική.
Η αφήγηση, λοιπόν, έχει ποιητικό
χαρακτήρα και προκαλεί απορίες και ερωτηματικά: «Επειδή ερχόσουν και το
’νιωθα, τζιτζίκι που έκανε 17 χρόνια κάτω απ’ το χώμα για να απλώσει
για δυο εβδομάδες φτερά. Με τι λέω, “στάχτες σαν μήλα κόκκινα μας
περιμένουν”, κι εγώ γράφοντας που ονειρεύομαι φτερά».
Στο τρίτο κεφάλαιο η αφηγήτρια μιλάει
για τις βιβλιοθήκες και τα βιβλία της, για τους πρώτους
ποιητές-συγγραφείς που την επηρέασαν: Μαγιακόφσκι, Τρότσκι, Μπόρχες,
Κάφκα, Ντοστογιέφσκι, Μπλίξεν, Γιουρσενάρ, Ντίκινσον, Πλαθ. Αλλά μιλάει
και τα αστυνομικά, τα οποία της άρεσαν, Χανόταν στους γρίφους, στους
σαιξπηρικούς ίσκιους των ιστοριών της Άγκαθα Κρίστι.
Η εξομολόγηση συνεχίζεται, το τέταρτο
κεφάλαιο αρχίζει με τη φράση «Από παιδί κοιτούσα μέσα από τα ανοιχτά
παράθυρα». Εδώ γίνεται λόγος για την εφημερίδα, όπου εργάστηκε η
αφηγήτρια, μια γυναίκα, η οποία αναπολεί το παρελθόν, για το θέατρο, τη
μανία της με τις φωτογραφίες, την πρώτη της δημοσιογραφική δουλειά στο
σπίτι ενός γλύπτη. Ωστόσο, η αφήγηση επικεντρώνεται στον άντρα που την
έχει συγκλονίσει, σ’ αυτόν απευθύνεται. Διαβάζουμε: «Αν δεν είσαι εδώ,
σκέφτομαι, δεν είσαι πουθενά» και λίγο παρακάτω: «Εδώ θα σου γράφω, κι
αν θέλεις κάποτε, κάποια στιγμή, μου απαντάς κι εσύ».
Όπως προαναφέραμε, η αφηγήτρια αγαπάει πολύ τον Ντοστογιέφσκι, ειδικά αναφέρει το Υπόγειό
του από το οποίο αντιγράφει μεγάλα αποσπάσματα: «…Τι μπορεί να
περιμένεις από τον άνθρωπο που ως πλάσμα είναι προικισμένος με τόσο
παράξενα γνωρίσματα;» Όπως γίνεται αντιληπτό, η αφηγήτρια ψάχνει να βρει
στα βιβλία τις απαντήσεις που αναζητά για το θέμα της ύπαρξης και τις
ερωτικές σχέσεις. Και για τον μεγάλο της έρωτα, ασφαλώς. Έτσι
επισκέπτεται στην οδό Μιχαήλ Βόδα μια γυναίκα, τη Φανή, που προβλέπει το
μέλλον. Ξέρει πως αυτό είναι ανέφικτο, αλλά επιμένει. Ωστόσο,
απευθύνεται πάλι στον άντρα που της έχει γίνει έμμονη ιδέα:
«Ποτέ δεν υπήρξες απολύτως διαυγής.
Σαν σε έκσταση μόνιμη ήσουν, αλλ’ απολύτως τρυφερός και παθιασμένος.
Ένας ημίθεος σε παράκρουση, κι εγώ μονίμως στο αντίθετο ρεύμα. Όταν
βρισκόμουν μαζί σου όλα ήταν δυνατά. Οι λαβωμένοι του ερώτα, οι απολύτως
άτρωτοι της ζωής».
Η αφηγήτρια, απευθυνόμενη στον άντρα
που τη σημάδεψε, αποκαλύπτει πως σκόπευαν να παντρευτούν, είχε
ενημερώσει και τη μητέρα της. Το μυθιστόρημα κλείνει πάλι με τα αρχικό
κεφάλαιο, «Τα άσπρα μιγκέ», ενώ υπάρχει κι ο επίσης αινιγματικός
επίλογος «Αντί επιλόγου-Τεχνητή Νοημοσύνη και Θάνατος-Γράφει ο Απόστολος
Ζιώγας». Η τελευταία φράση είναι η εξής: «Ο καθένας σκέφτεται ,
αντιλαμβάνεται ό,τι είναι διατεθειμένος για να ζει και ν’ αντέξει σ’
αυτή τη ζωή».
Όπως έχουμε σημειώσει, σε τούτο το
γεμάτο λυρισμό μυθιστόρημα είναι έκδηλη η επιρροή της ποίησης, συναντάμε
συχνά ποιήματα και τραγούδια. Επιλέγουμε ένα ποίημα του Νίκου Καββαδίας
που το έγραψε στις 18 του χρόνια, αυτό άρεσε στην αφηγήτρια και τον
άντρα που τη σημάδεψε:
Αγαπάω ότι είναι/ θλιμμένο στον κόσμο. Τα θολά τα ματάκια/
Τους αρρώστους ανθρώπους/ τα ξερά γυμνά δέντρα/ και τα έρημα πάρκα…
Ελένη Γκίκα, Sans voir, Εκδόσεις Αρμός, 2026