Όποιος έβγαινε από την αρχαία Αθήνα με κατεύθυνση προς την Ελευσίνα
περνούσε πρώτα από τον Κεραμεικό. Εκεί, έξω από τα τείχη της πόλης,
άρχιζε η Ιερά Οδός, ο δρόμος που οδηγούσε σε αυτό που πολλοί ιστορικοί
θεωρούν το σημαντικότερο θρησκευτικό προσκύνημα του αρχαίου ελληνικού
κόσμου.
Για αιώνες, κάθε φθινόπωρο, χιλιάδες άνθρωποι ακολουθούσαν
την ίδια διαδρομή προς τα δυτικά. Όταν οι πρώτοι μύστες βάδιζαν προς
την Ελευσίνα, η Αθήνα ήταν ακόμη μια πόλη της αρχαϊκής Ελλάδας. Όταν οι
τελευταίοι διέσχισαν την Ιερά Οδό, σχεδόν μία χιλιετία αργότερα, η
Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία είχε ήδη υιοθετήσει τον χριστιανισμό.
Στο διάστημα που μεσολάβησε, η Αθήνα γνώρισε τη χρυσή της εποχή. Ο Σωκράτης περιπλανήθηκε στην Αγορά, ο Πλάτων ίδρυσε την Ακαδημία, ο Αριστοτέλης δίδαξε τους μαθητές του. Ο Παρθενώνας υψώθηκε πάνω από την πόλη, ο Αλέξανδρος
μετέφερε τον ελληνικό κόσμο μέχρι τα βάθη της Ασίας και η Ρώμη
αναδύθηκε από μια περιφερειακή δύναμη της Ιταλίας σε μια αυτοκρατορία
που κυριάρχησε στη Μεσόγειο.
Παρ’ όλες τις ανατροπές της ιστορίας,
ένα πράγμα παρέμενε σταθερό. Κάθε χρόνο, η Ιερά Οδός γινόταν τόπος
συνάντησης ανθρώπων από ολόκληρο τον ελληνικό και, αργότερα, τον ρωμαϊκό
κόσμο. Δεν ήταν προνόμιο μιας πόλης ούτε ενός λαού. Άνδρες και
γυναίκες, πολίτες και δούλοι, αγρότες, στρατιώτες, ποιητές, έμποροι και
αυτοκράτορες που μιλούσαν ελληνικά, μπορούσαν να μυηθούν, αρκεί να μην
είχαν διαπράξει φόνο χωρίς να έχουν εξαγνιστεί. Όλους τούς ένωνε η ίδια
πεποίθηση ότι στην Ελευσίνα υπήρχε μια γνώση που άξιζε να αναζητήσει
κανείς.
Σχεδόν δεκαέξι αιώνες μετά το τέλος των Μυστηρίων, μια
ελληνική ερευνητική ομάδα επιχείρησε να εξετάσει ένα από τα πιο
αμφιλεγόμενα ερωτήματα που έχουν διατυπωθεί ποτέ για την τελετή.
Θα μπορούσε ο κυκεώνας, το τελετουργικό ποτό των Μυστηρίων, να παράγει ψυχοδραστικές λυσεργαμιδικές ενώσεις; «Για
εμάς το ερώτημα δεν ήταν αν οι αρχαίοι έπαιρναν LSD. Το ερώτημα ήταν αν
η θεωρία ότι ο κυκεώνας μπορούσε να παράγει ψυχοδραστικά αποτελέσματα
είχε πραγματική χημική βάση» λέει σήμερα στο «Βήμα» ο καθηγητής Φαρμακογνωσίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Προκόπης Μαγιάτης. Στο μεταξύ, το ενδιαφέρον για τη μελέτη φαίνεται πως δεν περιορίζεται μονάχα στην επιστημονική κοινότητα.
Πέρα
από τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά ιδρύματα, η ιστορία της έχει ήδη
αρχίσει να προσελκύει το ενδιαφέρον και δημιουργών από άλλα πεδία.
Σήμερα
γνωρίζουμε ότι οι μύστες έβλεπαν, άκουγαν και βίωναν κάτι. Οι ίδιοι οι
αρχαίοι μιλούσαν για «δρώμενα», «δεικνύμενα» και «λεγόμενα». Κάτι
παρουσιαζόταν μπροστά τους, κάτι λεγόταν. Τι ακριβώς ήταν παραμένει ένα
από τα μεγαλύτερα μυστήρια της αρχαιότητας. Ίσως και το μεγαλύτερο.

Οι
πρώτοι κρύσταλλοι εργίνης (LSA) που προέκυψαν κατά τη διάρκεια του
πειράματος. Η παρουσία της εργίνης και της ισοεργίνης αποτέλεσε ένα από
τα βασικά ευρήματα της έρευνας.
Η πορεία προς το μυστήριο
Η
πομπή ξεκινούσε από την Αθήνα και προχωρούσε κατά μήκος της Ιεράς Οδού.
Οι μύστες διέσχιζαν περίπου είκοσι χιλιόμετρα, μεταφέροντας ιερά
αντικείμενα, ψάλλοντας ύμνους και συνοδεύοντας το ξόανο του Ιάκχου. Στη
γέφυρα του Κηφισού η σοβαρότητα της τελετής έσπαγε για λίγο. Εκεί
γίνονταν οι περίφημοι γεφυρισμοί, τα σκωπτικά πειράγματα και οι
βωμολοχίες που αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της γιορτής.
Όταν οι
μύστες έφταναν στην Ελευσίνα, η σημαντικότερη στιγμή βρισκόταν ακόμη
μπροστά τους. Η μύηση δεν άρχιζε αμέσως. Είχαν προηγηθεί ημέρες
προετοιμασίας, καθαρμοί, θυσίες και τελετουργίες αφιερωμένες στη Δήμητρα
και την Κόρη. Μόνο τότε ερχόταν η στιγμή του κυκεώνα. Ένα φαινομενικά
απλό ποτό το οποίο ο Ομηρικός Ύμνος συνδέει με τη στιγμή που η Δήμητρα
έσπασε τη νηστεία της μετά την αρπαγή της Περσεφόνης.
Οι αρχαίοι
δεν διαχώριζαν τη θρησκευτική εμπειρία από την ίδια τη ζωή. Ο μύθος της
Δήμητρας και της Περσεφόνης μιλούσε για όσα όλοι οι άνθρωποι κάποια
στιγμή βιώνουν. Την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, το πένθος, την
αναμονή, την επιστροφή και την ελπίδα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ακόμη
και τα σκωπτικά πειράγματα των γεφυρισμών είχαν τη θέση τους, καθώς η
πομπή δεν απέκλειε τις αντιφάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης, αντιθέτως τις
αγκάλιαζε.
Έως το Τελεστήριο
Στη συνέχεια οι μύστες
οδηγούνταν στο Τελεστήριο. Το κτίριο ήταν ένα τεράστιο οικοδόμημα
σχεδιασμένο για να χωρά χιλιάδες ανθρώπους ταυτόχρονα. Στο εσωτερικό του
υπήρχαν κλιμακωτά καθίσματα, ενώ στο κέντρο βρισκόταν το Ανάκτορο, ένας
μικρός, κλειστός χώρος όπου φυλάσσονταν τα ιερά αντικείμενα της
λατρείας.
Σήμερα γνωρίζουμε ότι οι μύστες έβλεπαν, άκουγαν και βίωναν κάτι. Οι ίδιοι οι αρχαίοι μιλούσαν για «δρώμενα», «δεικνύμενα» και «λεγόμενα».
Κάτι παρουσιαζόταν μπροστά τους, κάτι λεγόταν. Τι ακριβώς ήταν
παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της αρχαιότητας. Ίσως και το
μεγαλύτερο. Οι ποινές για όποιον αποκάλυπτε ήταν εξαιρετικά αυστηρές και
παρά τις εκατοντάδες χιλιάδες μυήσεις που πραγματοποιήθηκαν επί αιώνες,
καμία πλήρης περιγραφή της τελετής δεν έφτασε μέχρι τις μέρες μας. Κι
όμως, όσοι έβγαιναν από το Τελεστήριο έμοιαζαν να έχουν βιώσει κάτι που
τους σημάδευε βαθιά.
Οι μαρτυρίες των μυημένων
Ανάμεσα σε
αυτούς που μυήθηκαν στα Ελευσίνια Μυστήρια βρίσκονταν μερικά από τα
σημαντικότερα ονόματα του αρχαίου κόσμου. Πολιτικοί, ποιητές, φιλόσοφοι
και αυτοκράτορες. Ο Ισοκράτης, ένας από τους σημαντικότερους
ρήτορες της κλασικής Αθήνας, έγραφε ότι η Δήμητρα χάρισε στους ανθρώπους
δύο μεγάλα δώρα. Τους καρπούς της γης και τα Μυστήρια, τα οποία
προσέφεραν στους μυημένους «γλυκύτερες ελπίδες» για το τέλος της ζωής. Ο Πίνδαρος,
ο σπουδαιότερος λυρικός ποιητής της αρχαίας Ελλάδας, χαρακτήριζε
ευτυχισμένο εκείνον που είχε δει τα ιερά δρώμενα πριν κατέβει στον Αδη,
γιατί μόνο αυτός γνώριζε πραγματικά «το τέλος της ζωής και την αρχή που δίνουν οι θεοί».
Αιώνες αργότερα, ο Κικέρων, ο μεγάλος ρωμαίος ρήτορας και πολιτικός, θα
χαρακτήριζε τα Ελευσίνια Μυστήρια ως το σημαντικότερο δώρο που πρόσφερε
ποτέ η Αθήνα στην ανθρωπότητα. Πίστευε ότι δίδασκαν στους ανθρώπους όχι
μόνο πώς να ζουν καλύτερα αλλά και πώς να αντιμετωπίζουν τον θάνατο με
μεγαλύτερη ελπίδα.
Ο Πλούταρχος, ο έλληνας ιστορικός και
φιλόσοφος των ρωμαϊκών χρόνων, παρομοίαζε την εμπειρία της μύησης με μια
πορεία μέσα από το σκοτάδι, την αγωνία και την αβεβαιότητα που
καταλήγει ξαφνικά σε ένα φως, σε έναν τόπο καθαρό και γαλήνιο. Καμία από
αυτές τις μαρτυρίες δεν αποκαλύπτει τι ακριβώς συνέβαινε μέσα στο
Τελεστήριο. Ολες όμως συγκλίνουν σε ένα σημείο. Οι μυημένοι πίστευαν ότι
είχαν κατανοήσει κάτι θεμελιώδες για την ανθρώπινη ύπαρξη. Τι ακριβώς
ήταν αυτό, δεν το γνωρίζουμε. Και πιθανώς να μην το μάθουμε ποτέ.
Το τέλος μιας παράδοσης χιλίων ετών
Όταν
ο χριστιανισμός άρχισε να εξαπλώνεται στον ελληνορωμαϊκό κόσμο, η
Ελευσίνα παρέμενε ένα από τα σημαντικότερα θρησκευτικά κέντρα της
αυτοκρατορίας. Για μεγάλο χρονικό διάστημα οι δύο κόσμοι συνυπήρξαν. Την
εποχή που οι πρώτες χριστιανικές κοινότητες εμφανίζονταν στη Μεσόγειο,
οι πομπές εξακολουθούσαν να διασχίζουν την Ιερά Οδό και το Τελεστήριο
συνέχιζε να γεμίζει με μύστες. Η ιστορία των Μυστηρίων ολοκληρώθηκε στα
τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ. Μετά τα διατάγματα του Θεοδοσίου Α΄ κατά των
παγανιστικών λατρειών, το ιερό εγκαταλείφθηκε σταδιακά. Η καταστροφή του
από τους Βησιγότθους του Αλάριχου, το 395 μ.Χ., σφράγισε το τέλος μιας
παράδοσης που είχε επιβιώσει για τόσους αιώνες.
Ανάμεσα στους πιο
έντονους επικριτές του μυστηρίου συγκαταλεγόταν ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς,
ένας από τους σημαντικότερους χριστιανούς θεολόγους του 2ου αιώνα μ.Χ.
Στα έργα του προσπάθησε να απογυμνώσει τα Μυστήρια από το κύρος τους, να
αποκαλύψει τα μυστικά τους και να τα παρουσιάσει ως ανθρώπινες
επινοήσεις. Παραδόξως, όμως, χάρη στους πολέμιους των Μυστηρίων
γνωρίζουμε σήμερα ορισμένα από τα ελάχιστα στοιχεία της τελετουργίας
τους. Ανάμεσά τους και μία φράση που θα αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία: «Ενήστευσα, έπιον τον κυκεώνα». Δεκαέξι αιώνες αργότερα, αυτή η φαινομενικά ασήμαντη φράση θα γινόταν η αφετηρία μιας επιστημονικής αναζήτησης.

Η
προετοιμασία των δειγμάτων στο Εργαστήριο Φαρμακογνωσίας του ΕΚΠΑ, όπου
εξετάστηκε πειραματικά η θεωρία για τον κυκεώνα των Ελευσινίων
Μυστηρίων.[.............]
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ