ΑΓΑΘΙΟΥ ΤΟΥ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟΥ*
Anthologia Graeca
V , 220
Επί τινι Κλεοβούλω την παλλακήν αποκείραντι
εἰ καὶ νῦν πολιή σε κατεύνασε, καὶ τὸ θαλυκρὸν
κεῖνο κατημβλύνθη κέντρον ἐρωμανίης,
ὤφελες, ὦ Κλεόβουλε, πόθους νεότητος ἐπιγνούς,
νῦν καὶ ἐποικτείρειν ὁπλοτέρων ὀδύνας,
μηδ᾽ ἐπὶ τοῖς ξυνοῖς κοτέειν μέγα, μηδὲ κομάων
τὴν ῥαδινὴν κούρην πάμπαν ἀπαγλαΐσαι.
ἀντὶ πατρὸς τῇ παιδὶ πάρος μεμέλησο ταλαίνῃ,
καὶ νῦν ἐξαπίνης ἀντίπαλος γέγονας.
***************
ΑΓΑΘΙΑ ΤΟΥ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟΥ*
ΒΙΒΛΙΟ 5,220
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
[Gerontakos] 
Σε κάποιον Κλεόβουλο που έκοψε τα μαλλιά της ερωμένης του
Παρόλο που το άσπρο σου κεφάλι σε έχει ηρεμήσει
και η διάπυρη ερωτομανία σου έχει καταλαγιάσει,
Θα ΄πρεπε , Κλεόβουλε, όντας έμπειρος στα πάθη της νιότης,
να καταλαβαίνεις τα βάσανα που περνούν οι νεότεροι
και να μη θυμώνεις με τους κοινούς σε όλους καημούς
ούτε να αφανίζεις εντελώς την όμορφη κόμη της λυγερής κόρης.
Πριν, φρόντιζες το δύστυχο κορίτσι σαν πατέρας,
όμως άξαφνα τώρα έγινες εχθρός της.
________________

Η γυναικεία κόμη ως σύμβολο όχι μόνο ομορφιάς αλλά και ταπείνωσης
Tο επίγραμμα του Αγαθία του Σχολαστικού αποτελεί μια διεισδυτική ψυχογραφία της πατριαρχικής αντίληψης και συμπεριφορά απέναντι στη γυναίκα που επικρατούσε στο Βυζάντιο . Ο ποιητής δεν στέκεται μόνο στην επιφάνεια μιας ερωτικής αντιζηλίας, αλλά φωτίζει μια από τις πιο βίαιες και διαχρονικές πράξεις ταπείνωσης της γυναίκας: την ατιμωτική κουρά της κεφαλής της .
Όχι μόνο στην ειδωλολατρική αρχαιότητα και το χριστιανικό Βυζάντιο, αλλά σε όλες τις εποχές η πλούσια κόμη της γυναίκας ήταν το κατεξοχήν σύμβολο της ομορφιάς, της θηλυκότητας και της κοινωνικής της ταυτότητας .
Η πράξη του Κλεόβουλου να κόψει τα μαλλιά της άπιστης ερωμένης του, δεν είναι απλώς μια εκδικητική κίνηση , αλλά ένας προφανής συμβολικός ακρωτηριασμός.Η αμαύρωση της ομορφιάς μέσω της βίαιης κουράς δεν αποτελεί μόνο μια μορφή εκδικητικής τιμωρίας , αλλά αποσκοπεί και στον κοινωνικό στιγματισμό της. Μια γυναίκα με κομμένα μαλλιά σε μια συντηρητική κοινωνία σημαίνει μια γυναίκα ανήθικη , που κουβαλά πάνω της την τιμωρία του αφέντη-εραστή της, καθιστώντας την ανήθικη στο βλέμμα άλλων ανδρών.
Ο Αγαθίας εντοπίζει με οξύνοια την αλλαγή στους ρόλους του Κλεόβουλου ως άντρα απέναντι στη νέα γυναίκα: «Πριν, φρόντιζες το δύστυχο κορίτσι σαν πατέρας, κι άξαφνα τώρα της έγινες αντίπαλος.», του λέει δηκτικά , αφού από εραστής μετετράπη σε δυνάστη της κοπέλας.
Αυτή η παρατήρηση αποκαλύπτει τον πυρήνα της ανδροκρατούμενης κοινωνίας του καιρού του αλλά και κάθε εποχής , όταν ο άνδρας αυτοδιορίζεται ως κτήτορας-προστάτης (πατρική φιγούρα) όσο η γυναίκα συμμορφώνεται με τις επιθυμίες του.
Μόλις όμως η γυναίκα εκδηλώσει τη δική της βούληση , η προστασία μετατρέπεται ακαριαία σε τυραννία. Η γυναίκα παύει να είναι το τρυφερό και αδύναμο πλάσμα που χρήζει αγάπης και προστασίας, αλλά γίνεται «αντίπαλος» που πρέπει να εξοντωθεί ηθικά και σωματικά.
Η πράξη που περιγράφει ο Αγαθίας στον 6ο αιώνα μ.Χ. δεν είναι μεμονωμένη. Η ιστορία της ανδροκρατίας βρίθει παρόμοιων παραδειγμάτων:
Στην αρχαία Σπάρτη και τη μεσαιωνική Γερμανία η κούρα εν χρω ήταν τιμωρία για τη μοιχεία.
Στο Μεσαίωνα χρησιμοποιήθηκε για να «απογυμνώσει» τη "γυναίκα-μάγισσα" από τη διαβολική δύναμή της πριν από τη δίκη και την πυρά της.
Στον 20ό αιώνα χιλιάδες γυναίκες στη Γαλλία μετά την Κατοχή (1944) κουρεύτηκαν δημόσια με την κατηγορία της «οριζόντιας συνεργασίας» με τους Ναζί.
Σε όλες τις περιπτώσεις, όπως και στην περίπτωση του Κλεόβουλου, το κούρεμα είναι μια πράξη εξουσίας πάνω στο ξένο σώμα. Είναι η προσπάθεια του άνδρα να εγγράψει την οργή του πάνω στη φυσική υπόσταση της γυναίκας.
Είναι ενδιαφέρον ότι ο Αγαθίας δεν επικαλείται το δίκαιο της γυναίκας, αλλά τη σωφροσύνη που υποτίθεται πρέπει να διέπει έναν άνδρα προχωρημένης ηλικίας , άρα πολύπειρο και με καταλαγιασμένες τις ερωτικές του ορμές. Τονίζει ότι ένας άνδρας θα έπρεπε να δείχνει κατανόηση στα ανθρώπινα πάθη («κοινοί καημοί» της νιότης), αντί να καταφεύγει σε βίαιες πράξεις εκδίκησης απέναντι σε ένα αδύναμο, σωματικά και κοινωνικά, πλάσμα.
Το επίγραμμα παραμένει σοκαριστικά επίκαιρο. Η «κουρά» της νεαρής ερωμένης από τον Κλεόβουλο είναι η αρχετυπική εικόνα της βίας που γεννά ο τραυματισμένος ανδρικός εγωισμός.Άπειρα είναι τα περιστατικά της ανδρικής βαρβαρότητας αυτού του είδους στην εποχή μας , όχι μόνο στις μουσουλμανικές χώρες αλλά και στις "πολιτισμένες" κοινωνίες της Δύσης.
Ο Αγαθίας, παρότι τέκνο της εποχής του, καταδικάζει , σαν να είναι σύγχρονος υπερασπιστής των ανθρώπινων δικαιωμάτων, την έμφυλη βία, που είναι ξένη σε κάθε λογικό άνθρωπο. Αναδεικνύει έτσι το ανώνυμο θύμα του επιγράμματος ως σύμβολο της άδικης και εξευτελιστικής μεταχείρισης κάθε γυναίκας , ως κτηνώδη πράξη που πηγάζει κυρίως από την ανδρική ανασφάλεια.
Gerontakos,Μάιος 2026***************
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
1. α. *Αγαθίας ο Σχολαστικός
1. β**Αγαθίας :Κύκλος των νέων επιγραμμάτων2, Χρήστος Ντούμας: «Οι διαχρονικοί συμβολισμοί της κόμης»
«Η σημασία και ο συμβολισμός των γυναικείων
μαλλιών κατέχουν ιδιαίτερη θέση στην ιστορία του ανθρώπινου κάλλους,
με το μήκος της γυναικείας κόμης να παραμένει σταθερό ,αφού κατά
κανόνα τα διατηρούν μακριά
.
Όπως και στην αρχαιότητα έτσι και κατά
τη βυζαντινή περίοδο η γυναικεία κόμη είναι σύμβολο ομορφιάς και
αισθησιασμού. Σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο(Προς Κορινθίους Α’,
11:6), οι γυναίκες οφείλουν να έχουν μακριά μαλλιά, να μην τα κόβουν
αλλά να τα διατηρούν καλυμμένα με πέπλο ή κεφαλόδεσμο.
Όταν τα
μαλλιά είναι λυτά και σε δημόσια θέα, τότε ελλοχεύουν ηθικοί κίνδυνοι, δείγμα αμαρτωλού βίου. Η ανεπιτήδευτη εμφάνιση ήταν σύμβολο
αγνότητας για τις γυναίκες αριστοκρατικής καταγωγής, ενώ η χρήση
καλλωπιστικών ουσιών ήταν δείγμα ατιμίας, αντάξιο της λαϊκής τάξης αλλά και των μοιχαλίδων, μιμάδων και εκπορνευόμενων γυναικών .
Στον Παιδαγωγό ο Κλήμης Αλεξανδρείας αναφέρει ότι τα απλά μαζεμένα
μαλλιά, χωρίς περιττά στολίδια, αναδεικνύουν την πραγματική ομορφιά
της γυναίκας .
Επομένως μια αξιοπρεπής κυρία δεν αφήνει τα μαλλιά της
ελεύθερα στους ώμους και οφείλει να τα συγκρατεί στο αυχένα με χτένες
ή περόνες
. Ο πιο διαδεδομένος τρόπος συγκράτησης των μαλλιών ήταν
σε πλεξούδα, διαχρονικό σημάδι πλούτου αφού πολλές φορές τις
στόλιζαν με πολύτιμους λίθους. Χαρακτηριστική η ψηφιδωτή απεικόνιση
στην Αγ. Σοφία της αυτοκράτειρας Ειρήνης της Ουγγαρίας, συζύγου του
Ιωάννη Κομνηνού ΙΙ.
Πηγή:(PDF) «Περί Τριχών Σημασίας». Αισθητική, Κοινωνική και
σημειολογική προσέγγιση
της
Βασιλικής Κόκκορη, Δρος Βυζαντινολογίας, Ε. Μ.Π.
...........................................1. β**Αγαθίας :Κύκλος των νέων επιγραμμάτων2, Χρήστος Ντούμας: «Οι διαχρονικοί συμβολισμοί της κόμης»
Πηγή:(PDF) «Περί Τριχών Σημασίας». Αισθητική, Κοινωνική και
σημειολογική προσέγγιση
της
Βασιλικής Κόκκορη, Δρος Βυζαντινολογίας, Ε. Μ.Π.
4. Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΔΙΑΠΟΜΠΕΥΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΠΙΒΙΩΣΑΝ |
Εκδοση 10η -
Μάιος 2011 - Copyright ©: Αρης Στουγιαννίδης |
- ![]() |
«Οι ποινές που εφήρμοζε το βυζαντινό δίκαιο ως φυσική συνέχεια των ποινών του
ρωμαϊκού δικαίου περιελάμβαναν τη θανάτωση, τον εξανδραποδισμό, τον ακρωτηριασμό,
το σωματικό κολασμό, την κουρά, την εξορία, τη δήμευση. Εθιμικά ειχε καθιερωθει
και η
διαπόμπευση[1] ενώ
ο νόμος δεν την καθόριζε ρητά παρά μόνο σε δύο περιπτώσεις].
Εκτός από την ηθική απαξίωση και την οικονομική εξαθλίωση που
συνεπάγονταν ποινές όπως αυτή της κουράς, της εξορίας και της δήμευσης
των περιουσιακών στοιχείων, παρατηρείται μια καταφανής αγριότητα στις
περιπτώσεις της θανατικής ποινής, της διαπόμπευσης και του ακρωτηριασμού και του σωματικού κολασμού.
Ακόμα και ο Γεωργικός Νόμος του 7ου-8ου αι. προέβλεπε ακρωτηριασμό στην
περίπτωση που έκοβε κανείς σταφύλια ή καρπούς σε ξένη ιδιοκτησία, και
φραγγελισμό στην περίπτωση που τα ζώα κάποιου διέφευγαν της προσοχής του
και έμπαιναν σε ξένη γη.
Κατά τον Καθ. Γ. Μπαμπινιώτη (131, ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟΝ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ,
Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ, ΚΕΝΤΡΟ ΛΕΞΙΚΟΛΟΓΙΑΣ, 1966) διαπόμπευση είναι Δημοσίος Εξευτελισμός.
Κατά Φυτράκη (ΜΕΙΖΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ) σ. 327 είναι διασυρμός, πόμπεμα, ρεζιλεμα.
Κατά Σταματάκο [ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ] σ. 265 διαπομπεύω σημαίνει
φέρω εις πέρας την πομπήν ή περιφέρω, φέρω πέριξ.
Δες και σχόλιο μου[3].
Κατά Δημητράκο
(300, ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ, Τομ. 4 Σελ. 1922) διαπομπεύω
σημαίνει φέρω εις πέρας, τελώ πομπήν και περιφέρωντας κάτι το προσφέρω
όπως προς τους καλεσμένους σε συμπόσιο.
Στο Βυζάντιο διαπόμπευαν τους κλέφτες, τους δειλούς,
τους μέθυσους, τους μοιχούς, τους προδότες και άλλους, είτε ήταν απλοί
πολίτες είτε εξέχουσες προσωπικότητες. H μαστίγωση, η κουρά, η ρινότμηση και πολλά άλλα αποτρόπαια βασανιστήρια συνόδευαν την διαπόμπευση.
Η διαπόμπευση ήταν περιαγωγή του τιμωρουμένου συνήθως καθισμένου ανάποδα σε ένα γάιδαρο. Η περιαγωγη αυτη λεγονταν ειρωνικά θρίαμβος και συγύρισμα. Στο μεσαίωνα και ιδιαίτερα στην Κρήτη λέγονταν και γιβέντισμα (κατα Ανδ. απο το γαλλικό μεσαιωνικό gibbet=σταυρος, ενώ κατα Ξανθουδίδη απο το τουρκικο güvenmek=εξευτελίζω ) πρβλ. γιβεντισμένη
Η διαπόμπευση ηταν μια πομπή με πρωταγωνιστή τον
διαπομπευόμενο και ένα ξέφρενο όχλο που τον προσέβαλε και εξευτέλιζε με
κάθε τροπο, σε πλατείες και δρόμους. Ήταν από τα πιο αγαπημένα θεάματα
των βυζαντινών.
Καί σήμερα λέμε "είδα τις πομπές σου", ή χαρακτηρίζουμε κάποιον
ως "μπομπή" (βλ.
και "μπόμπιρας"). Πομπεύομαι εχει
σήμερα την έννοια του "ντροπιάζομαι".
Πράξη πρώτη: Τα προκαταρτικά
Η διαπόμπευση δεν είχε νομικό έρεισμα παρά μόνο σε 2 περιπτώσεις. Τις ποινές που προέβλεπαν οι Νεαρές του Ιουστινιανού τις βρίσκουμε και στην Εξάβιβλο του Αρμενοπούλου[Αρμ [499]].
Όπου όμως ανέφεραν : "τυπτόμενος
και κουρευόμενος, εξοριζέσθω" (συχνά στην Εξάβιβλο του Αρμενοπούλου
[499]) υπονοούσαν, χωρίς να το επιβάλλουν, ότι θα επακολουθούσε και διαπόμπευση.
Δεν θα είχε άλλωστε νόημα η κουρά[1] χωρίς διαπόμπευση, αφού γινόταν για λόγους εξευτελισμού και όχι για λόγους υγιεινής
ή αισθητικής.
Ρητές μνείες υπάρχουν:
[Αρμ 499 σ.210 Βιβ. ΙΙΙ Τιτ. Η - «Περί μισθώσεως και περί εργολάβων» §41] "οι δε αθετησαντες εργολάβοι δια δαρμού[2] και κουράς και εξορίας σοφρωνιζεσθωσαν"
[Αρμ 499 σ.211 Βιβ. ΙΙΙ Τιτ. Η - «Περί μισθώσεως και περί εργολάβων» §43] "ει δε τινες (εργολάβοι) ευρεθώσι παρά τά διατεταγμένα διαπραττόμενοι, τυπτόμενοι[2] και κουρευόμενοι εξοριζέσθωσαν"
[Αρμ. 499 σ. 364 Βιβ. VI Τιτ. ΙΔ - Περί διαφόρων Ποινών §12] Ο ετέρου πραγματείαν υπεισερχόμενος ... "διά δαρμού[2] και κουράς και θριάμβου και διηνεκούς εξορίας υπομενέτω τιμωρίαν".
Η πρώτη πράξη της "τελετής" διαπόμπευσης ήταν λοιπόν το κούρεμα, το οποίο ήταν πολύ μεγάλη προσβολή για τον ένοχο. Το «κουρεύω» οι βυζαντινοί το έλεγαν και «κουράζω». Είναι συνηθισμένη η φράση: "τον τάδε εκούρασαν μοναχόν"*. Η διαπόμπευση εκτός από εξευτελιστική διαδικασία ήταν και ιδιαίτερα κοπιώδης γιατί τον τιμωρημένο, κατα τη διάρκεια της "τελετής", τον χτυπούσαν κιόλας. Από τότε το «κουράζω» έγινε συνώνυμο του «καταπονώ». Από κει βγαίνουν και οι φράσεις «Άντε να κουρεύεσαι» ή «Αστον να κουρεύεται» που σημαίνουν ότι κάποιος είναι τόσο αχρείος ώστε του αξίζει το κούρεμα (δηλ. η διαπόμπευση). Ο τιμωρημένος γινόταν σαν "κουρέμενο γίδι"' ή "κουρόγιδο" που αργότερα μετατράπηκε σε κορο(γ)ιδο και μετα σε "κοροϊδο". Συνώνυμο ειναι και το επτανησιακό «μπαίνιο τση ρούγας»(εμπαιγμος του δρόμου).[...................................]
Το λεγόμενο ασθενές φύλο είχε μεγαλύτερο ποσοστό συμμετοχής στις διαπομπεύσεις, ιδίως λόγω της μοιχείας. Έτσι η διαπομπευθείσα ονομάζονταν
πομπεμένη ή βαρύμπομπη ή γιβεντισμένη. (διαισθάνομαι
ότι το αττικό τοπωνύμιο "Βαρυμπόμπη" θα
δόθηκε από κάποια τέτοια δυστυχισμένη που αποφάσισε μετά την διαπόμπευση να
καταφύγει στην ερημιά ως κοινωνικώς απόβλητη. Η ετυμολογική ερμηνεία για την
προέλευση από κάποιο Αλβανό ονομαζόμενο "Μπόμπη" δεν μου φαίνεται
λογική. Η διαπόμπευση της μοιχαλίδας φαίνεται ότι επέζησε και μετά την πτώση
του Βυζαντίου και την Τουρκοκρατία. Υπάρχει παροιμία που λέει :"Οποία
δεν κάθεται καλά και κάνει εργολαβία: στο γάιδαρο και στον παπά και την αστυνομία".
Ο εστί μεθερμηνευόμενον: Οποία πηγαίνει με άλλους άντρες (η εργολαβία σήμαινε
ερωτοτροπία, αφού προέβλεπε συχνή περιδιάβαση από το σπίτι του εραστή / ερωμένης,
σαν τον εργολάβο που κάνει επιμέτρηση για την επισκευή σπιτιού), την καβαλικεύουμε
ανάποδα στο γάιδαρο (διαπόμπευση), την στέλνουμε στον παπά για την ηθικό-θρησκευτική
τιμωρία (επιτίμια, αφορισμός) και στην αστυνομία για την ποινική δίωξη (η μοιχεία
αποποινικοποιήθηκε επ΄ εσχάτων).

Hobson's Choice /Η εκλογή του Χόμπσον (1954)
AP Photo/Matt Rourke








