Πολλοί απορούν βλέποντας τον απέραντα φλύαρο και ακροδεξιό υπουργό να χαζοπηδά και να φωνάζει άναρθρα. Ο τύπος είναι ευτυχισμένος. Το όνειρό του ήταν και είναι να είναι υπουργός και να βγαίνει κάθε μέρα στην τηλεόραση. Το κατάφερε δίχως ηθική, συνέπεια και σοβαρότητα, υμνώντας πάντα τον εκάστοτε ισχυρό. Καμιά έγνοια δεν έχει για την χώρα και τους ανθρώπους της. Λέει ό,τι θέλει, ασχημονεί – «Πόσο θα φάτε, 300 κιλά θα γίνετε;», «Εγώ έκλεισα τα νοσοκομεία, μη μου πάρει τη δόξα η τρόικα» και άλλα εύοσμα, έχει δε και τα αδιευκρίνιστά του και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Υπάρχει θετικό έργο από τα υπουργεία που πέρασε; Μόνο αποδόμηση και ιδιωτικοποίηση. Και όμως ψηφίζεται από δεκάδες χιλιάδες νεοδημοκράτες. Τι άλλο να περιμένει κανείς από ένα άτομο που εξαρχής ήταν το απόλυτο αντιπαράδειγμα του πολιτικού, που φιλοδοξεί να γραφεί θετικά στην ιστορία για τα όσα έπραξε για το κοινό καλό;
Το σοβαρό ζήτημα βρίσκεται στους ψηφοφόρους του. Δεν βρίσκουν καλύτερο πολιτικό από αυτόν στο κόμμα τους; Ή τα κριτήριά τους δεν είναι η σοβαρότητα, η συνέπεια, οι αρχές, η ηθική και, ναι, και η ανιδιοτέλεια. Το απόλυτο κριτήριό τους είναι όποιος φανατικά και με ουρλιαχτά στηρίζει όλες τις αθλιότητες και τις παρανομίες που διαπράττει η κυβέρνησή του; Σε αυτές τις περιπτώσεις οι περισσότεροι υπουργοί σιωπούν – δεν φτάνει βέβαια ούτε αυτό, αλλά αναφέρεται για λόγους σύγκρισης.
Φαίνεται πως στον καιρό μας πλήθος ανθρώπων καθορίζουν την πολιτική τους στάση με βάση τις πεποιθήσεις τους, την πίστη τους δηλαδή, και όχι με βάση τη γνώση και την αλήθεια. Τι συνιστά αυτό; Μοιάζει με τη στάση οπαδών θρησκευτικής αίρεσης, οι οποίοι δεν θέτουν ερωτήματα, δεν κρίνουν τους «σωτήρες» τους και αποκρούουν κάθε αντίρρηση πριν καν την ακούσουν. Είναι φυλακισμένοι στο δόγμα τους. Όταν όμως αυτό εκφράζεται στην πολιτική και ιδιαιτέρως σήμερα όπου τα πράγματα είναι πολύ σύνθετα και ρευστά τα πράγματα γίνονται επικίνδυνα. Η οργή που προκαλεί η αντικοινωνική πολιτική του νεοφιλελευθερισμού, η έλλειψη μιας ζωντανής Αριστεράς και ενός άυλου και ισχυρού αξιακού συστήματος, στέλνει άλογα πλήθος ανθρώπων στην Ακροδεξιά. Από κάπου έχουν την ανάγκη να πιαστούν. Παραμερίζεται η λογική και η αλήθεια μπροστά στον φόβο και την ανασφάλεια. Το δόγμα, (η πεποίθηση, η πίστη) εδώ είναι πανίσχυρο, ορατό και απλοϊκό – οι μετανάστες αποτελούν το πρόβλημα και άλλα απλοϊκά. Ίσως έτσι μπορεί, μερικά βέβαια, να εξηγηθεί η πανευρωπαϊκή άνοδος της Ακροδεξιάς, όταν ακόμη και σήμερα ζουν άνθρωποι που έζησαν στο πετσί τους την απόλυτη βαρβαρότητα του φασισμού και του ναζισμού.
Φαίνεται πως όλο και περισσότερο θα ευτελίζεται η πολιτική – δέστε και τον πλανητάρχη – γεγονός που φθείρει τον κοινοβουλευτισμό και θρέφει την Ακροδεξιά.
Για πολλές δεκαετίες η ελπίδα ήταν η Αριστερά. Τώρα περνά την ολόπλευρη κρίση της και έτσι μένουν ανενόχλητοι οι αριβίστες πολιτικοί, οι ακροδεξιοί και οι ανάλγητοι ολιγάρχες. Επιπλέον μένουν απροστάτευτοι οι αδύναμοι όλων των κατηγοριών. Αυτό και αν δεν είναι σοβαρό πρόβλημα!
Στιγμές από τη νίκη του Luiz Inacio Lula da Silva, AP Photo
Lucas Landau
Και ναι, μία αριστερή κυβέρνηση που κερδίζει με τόσο μικρή διαφορά, δεν μπορεί να ανατρέψει το σύστημα, αλλά υπάρχει κόσμος που θα πάρει ανάσες, θα ανακουφιστεί από την πιο ανθρώπινη πολιτική της σε δυο τρία σημεία. Έχουμε ανάγκη από μέρες δικές μας, που να μην τις χαρίζουμε σε κανέναν.
Παλαντζάρουμε πάνω σε μία τραμπάλα που δεν πέφτει ποτέ το βάρος ολοκληρωτικά σε μία πλευρά, αιωρούμαστε ανάμεσα σε μικρές ποσοστιαίες διαφορές, αλλά αυτό είναι αρκετό κάθε φορά να αλλάζει η διάθεσή μας. Δυο τρεις μονάδες στην Βραζιλία και είδαμε λίγο ουρανό. Δεν χρειάζεται να αλλάξει ο κόσμος για να αλλάξει η ψυχολογία μας. Κάτι μικρά ή λίγο μεγαλύτερα, είναι απαραίτητα για να κρατηθείς όρθιος.
Τις γνωρίζω τις ενστάσεις και πολιτικά ίσως να είναι ορθές, αλλά είναι και λίγο κυνικές και αγνοούν ή υποτιμούν κάτι που σε ορισμένες εποχές και συγκυρίες είναι εξ ίσου σημαντικό με την ανατροπή του συστήματος εκμετάλλευσης. Έχουμε ανάγκη από πρέζες αέρα, έχουμε ανάγκη από μέρες δικές μας, που να μην τις χαρίζουμε σε κανέναν.
Την ημέρα της απόφασης του δικαστηρίου για την Χρυσή Αυγή είχα γράψει «μας περιμένουν μπροστά μας μεγάλες ήττες από τον Φασισμό αλλά όχι σήμερα». Όχι σήμερα λοιπόν. Δεν είναι σήμερα η μέρα που θα υποτιμήσουμε την εκλογή Λούλα γιατί προδικάζουμε πως θα είναι απλά άλλο ένα διάλειμμα σοσιαλδημοκρατικών αυταπατών. (Μου την είπαν φίλοι αυτήν την ατάκα και στενοχωρηθήκαμε).
Ας μην κλέβουμε από τον κόσμο αλλά και από τους εαυτούς μας τέτοιες μέρες, δεν θα έχουμε πολλές. Η ψύχραιμη πολιτική αποτίμηση και οι οξυδερκείς αναλύσεις είναι πάντα χρήσιμες αλλά ας αφήσουμε και καμία μέρα να περάσει χωρίς αυτές. Έχουμε ανάγκη και από άλλα πράγματα.
Και ναι, μία αριστερή κυβέρνηση που κερδίζει με τόσο μικρή διαφορά, δεν μπορεί να ανατρέψει το σύστημα αλλά υπάρχει κόσμος που θα πάρει ανάσες, θα ανακουφιστεί από την πιο ανθρώπινη πολιτική της σε δυο τρία σημεία. Δεν θα ανατρέψει τον Καπιταλισμό. Εν αντιθέσει με τις ακροδεξιές κυβερνήσεις που ακόμη και με μια ψήφο διαφορά να εκλεγούν κάνουν ότι γουστάρουν δίχως κανέναν φραγμό.
Και σίγουρα δεν βοηθάνε ιδιαίτερα οι σκληροί χαρακτηρισμοί περί προσκυνημένων σοσιαλδημοκρατών, βολεμένων κρυφοαστών και λαγών του συστήματος. Μην ανοίξουμε εδώ πάλι την κουβέντα που αποτελεί τον μόνιμο λόγο διασπάσεων της Αριστεράς σε όλες τις χώρες και όλες τις εποχές και συνοψίζεται στο ερώτημα : «Αριστερά της ρήξης ή Αριστερά της συμμετοχής;». Δεν υπάρχει Αριστερά της συμμετοχής ή τουλάχιστον κανείς δεν ξεκινάει έτσι. Απλά στην πορεία νιώθει την ανάγκη να κάνει κάτι έστω μικρό σήμερα και όχι να περιμένει την οριστική ανατροπή.
Σωστό ή λάθος, κρίνεται κατά περίσταση και οφείλω να πω πως και δύο πλευρές έχουν πολύ ισχυρά κα στέρεα επιχειρήματα. Όμως δεν γίνεται να τιμωρούμε τον κόσμο επειδή δεν έχει φτάσει στα επιθυμητά από εμάς επίπεδα συνειδητοποίησης και ταξικής συνείδησης. Τόσος ελιτισμός καταντάει αυτό που είπα, τιμωρητικός.
Επαναλαμβάνω πως όπως πάνε τα πράγματα μας περιμένουν μεγάλες ήττες. Αλλά και ωραίες μέρες. Ας τις ζήσουμε όπως τους αξίζει και όπως μας αξίζει γιατί ακόμη και αυτές είναι κερδισμένες δεν μας τις χάρισε κανένας.
Κάπως έτσι δεν είναι η ζωή μας όλη; Μέχρι να πεθάνουμε έχουμε να ζήσουμε πολλές υπέροχες στιγμές αθανασίας. Ας μην τις πετάμε, δεν είναι άπειρες.
Το Il bigamo (Ο Δίγαμος) του 1956 είναι μια ιταλική σατιρική κωμωδία, που στοχεύει με σπαρταριστό τρόπο τα ήθη της εποχής, την αστυνομική- δικαστική γραφειοκρατική μηχανή, που δεν ξέρει τι της γίνεται και τυλίγει σε μια κόλλα χαρτί αθώους πολίτες , και την «αγυρτεία» , τον τσαρλατανισμό των φιλοχρήματων δικηγόρων, που αντί να υπερασπίζονται καταδικάζουν τους πελάτες τους.
Η ταινία αφηγείται την ιστορία του καλόκαρδου και αφελή Mario De Santis (Marcello Mastroianni), ενός πλασιέ οδοντόκρεμας (Colodont!), ο οποίος κατηγορείται ψευδώς για διγαμία από μια γυναίκα που ισχυρίζεται ότι την παντρεύτηκε και την εγκατέλειψε πριν εφτά χρόνια .
Φυσικά , η απίθανη πλοκή είναι το όχημα για να στηθεί μια καυστική γελοιογραφία της Ιταλικής κοινωνίας και ενός συστήματος απονομής Δικαιοσύνης , που παίζει πομπωδώς το θέατρο του παραλόγου, κονιορτοποιώντας την Αλήθεια.
Ο Mario ταλαιπωρείται άνευ προηγουμένου ,κλείνεται στη φυλακή , αποδοκιμάζεται από την οικογένειά του και τον κοινωνικό περίγυρο αφού η αστυνομία και οι δικαστές αρνούνται να πιστέψουν την αθωότητά του, παρά την προφανή σύγχυση ταυτότητας .
Ο δικηγόρος του, τον οποίο υποδύεται με απαράμιλλο τρόπο ο Vittorio De Sica, είναι ένας φαντασμένος και πομπώδης «πρίγκιπας της δικηγορίας», ένας φιλοχρήματος αγύρτης . Αντί να τον υπερασπιστεί ουσιαστικά, τον συμβουλεύει να δηλώσει ...ένοχος για να ελαφρύνει την ποινή του..
Η ταινία σατιρίζει και την αμάθεια , υποκρισία της «ευυπόληπτης» κοινωνίας. Η σύζυγος του Mario δέχεται πιέσεις από την οικογένειά της να τον εγκαταλείψει, ενώ κανείς δεν πιστεύει την αθωότητά του, θεωρώντας δεδομένο ότι οι άνδρες έχουν πάντα κρυφές ζωές , αλλά βρίσκει συμπαράσταση και φιλία από τους λούμπεν παραβατικούς συγκάτοικούς του στο κελί της φυλακής .
Σκηνοθεσία: Luciano Emmer .
Πρωταγωνιστές: Marcello Mastroianni (Mario), Vittorio De Sica (ο δικηγόρος), Franca Valeri (Isolina, η μηνύτρια) και Giovanna Ralli (Valeria, η σύζυγος) .
Στο Σενάριο συμμετείχαν γνωστοί δημιουργοί της ιταλικής κωμωδίας, όπως οι Age & Scarpelli και ο Francesco Rosi .
Η ταινία θεωρείται ένα πρώιμο και υποτιμημένο δείγμα του είδους commedia all'italiana, με τους κριτικούς να ξεχωρίζουν την ερμηνεία του De Sica ως δικηγόρου και το απολαυστικό χιούμορ που πηγάζει από την απελπισία του Mastroianni .
Προσοχή! Η "αυτόματη" μετάφραση δεν είναι ως συνήθως καλή , αλλά μπορείτε να ενεργοποιήσετε τους αγγλικούς υπότιτλους.
Γιορτάζοντας με φινέτσα την τέχνη του Βιβάλντι και του Γκουίντο, η Ορχήστρα της Βασιλικής Όπερας συνοδεύει αυτό το σαγηνευτικό μπαλέτο, όπου ο Τιερί Μαλαντέν αναδεικνύει την ένταση ανάμεσα στην απελπισία που προκαλεί η απουσία των εποχών και την άχρονη ομορφιά του κύκλου της φύσης.
📀 Το DVD είναι διαθέσιμο στο ηλεκτρονικό μας κατάστημα: https://tickets.chateauversailles-spe... Βρείτε αυτό το DVD στο ηλεκτρονικό μας κατάστημα: https://tickets.chateauversailles-spe...
Από τη μία πλευρά, η απελπισία της ανθρωπότητας μπροστά στην αμετάκλητη εξαφάνιση των εποχών· από την άλλη, η υπέροχη αιωνιότητα της ανανέωσης της φύσης... Αυτοί είναι οι δύο κόσμοι που εξερευνά ο Thierry Malandain στο *Les Saisons* (Οι Εποχές), ένα μπαλέτο που συνυφαίνει τις «Τέσσερις Εποχές» του Antonio Vivaldi με τις «Τέσσερις Εποχές του Χρόνου» του Giovanni Antonio Guido. Η Ορχήστρα της Βασιλικής Όπερας, υπό τη διεύθυνση του Stefan Plewniak, προσφέρει μια λεπτή ερμηνεία αυτών των γνωστών μελωδιών, παρέχοντας μια φρέσκια και ζωντανή συνοδεία στους χορευτές του Μπαλέτου Malandain στο Μπιαρίτς.
📍 Η παράσταση ηχογραφήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 2023 στη Βασιλική Όπερα των Βερσαλλιών.
━━━ 🎶 ━━━
Ορχήστρα της Βασιλικής Όπερας Στέφαν Πλέβνιακ - Βιολί και σκηνοθεσία
Μπαλέτο Malandain στο Μπιαρίτς Τιερί Μαλαντέν - Χορογράφος
Παρασκευή 23, μέρα ανοιξιάτικη εν μέσω φθινοπώρου – μήνας Οκτώβριος στη «Μάνα Θεσσαλονίκη».
Βρίσκομαι στην Εγνατία οδό, εκεί όπου μέχρι και το 1955, στον αριθμό 114, στεγαζόταν το οικογενειακό φαρμακείο του σπουδαίου λογοτέχνη και ζωγράφου Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη. Λίγο πιο πέρα, στον φιλόξενο χώρο της Αγιορείτικης Εστίας, εγκαινιάζεται η έκθεση «Θρέμμα του Άθω».
Ο γιος του, Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης – ο οποίος έχει επιμεληθεί την έκθεση – με περιμένει στον πάνω όροφο για να περιηγηθούμε παρέα στα τρία επιμέρους τμήματά της.
Στο μεταξύ, αναλογίζομαι τα όσα γράφει ο Ηλίας Πετρόπουλος: «Σήμερα όλος ο κόσμος ξέρει τον Πεντζίκη από τα γραπτά του και τις ζωγραφιές του», και συνεχίζει με τρόπο, για εμένα, αποκαλυπτικό: «Ωστόσο, το κοινό ξέρει τον μισό Πεντζίκη. Ίσως ο σπουδαιότερος είναι ο προφορικός Πεντζίκης».
Γι’ αυτό και, έχοντας ήδη διαβάσει το άλλο – αν θέλετε – motto της έκθεσης, που αναγράφεται πλάι στο πρόσωπο του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη σαν σύννεφο από την «Πραγματολογία» του 1949, δεν αιφνιδιάστηκα: «Θέλοντας να ξεκουράσει τη φαντασία του, θέλησε να ταξιδέψει σ’ ένα κλίμα με πυκνότερη μνήμη απ’ εκείνη της σύγχρονης πόλης όπου διαβιοί. Πήγε λοιπόν στο Άγιον Όρος.»
Δεν είχα υποψιαστεί, βέβαια, ότι ο γιος του Πεντζίκη δεν θα ήθελε να καταγραφούν τα όσα επρόκειτο να μου ξετυλίξει: «Θα σας πείραζε να σας ηχογραφήσω;» ρώτησα, για να πάρω πίσω ένα «σαφώς και πειράζει».
Προτού εκκινήσουμε το μικρό μας κυκλικό οδοιπορικό στην έκθεση, μου εξηγεί πως το να παιδευτεί το μνημονικό είναι φορές καλύτερο. Από τι, ομολογώ δεν ξεκαθάρισε, αλλά τον ακολούθησα χωρίς δεύτερη σκέψη.
Επιτρέψτε μου εδώ ένα ταξίδι στον χωροχρόνο της συνάντησής μας αυτής, εκεί όπου άκουγα – και θέλω να πιστεύω προσεκτικά – για την βραχεία πινελιά, μια τεχνοτροπία που με τους απελευθερωμένους χρωματισμούς της, οι οποίοι χαρακτηρίζουν το έργο του Ν.Γ.Π., επιδιώκουν μια αντίστοιχη parola liberata (μια απελευθερωμένη λέξη)﮲ μια λέξη απαλλαγμένη από το νοηματικό φορτίο φέρει, ωσάν και αυτή την μεταμόρφωση των «ιεραρχών που αρνήθηκαν τα εν τω βίω για να μεταμορφωθούν στα γράμματα του Ευαγγελίου της πίστεως.»
Και κάπως έτσι, κατευθυνόμαστε στο πρώτο μέρος της έκθεσης, αυτό της εργοβιογραφίας.
Κεντρικό σημείο αναφοράς, και στο κέντρο τοποθετημένο, αποτελεί το προσωπικό του σημειωματάριο από το καλοκαίρι του 1952 στο Άγιον Όρος – μια επίσκεψη που απετέλεσε και την μεγαλύτερη διαμονή του εκεί, διάρκειας 20 ημερών.
Λίγο πάρα δίπλα στα τεκμήρια, ξεχωρίζει μια φωτογραφία με τον Γιώργο Σεφέρη από το ταξίδι τους στη Νάουσα. Στις σημειώσεις του, ο ποιητής παρατηρεί: «Περίεργο φαινόμενο η μνήμη του ΝΓΠ, τα συγκρατεί όλα.»
Σταματάμε μπροστά σε μια εικόνα. Ο Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης μου εξηγεί πως απεικονίζει τον πατέρα του με ένα φιδόχορτο μπροστά του – μια αναφορά που συνομιλεί απευθείας με το εμβληματικό του μυθιστόρημα «Το μυθιστόρημα της Κυρίας Έρσης».
«Ο λαϊκός θρύλος λέει», μου αφηγείται, «πως κανείς πηγαίνει στο Άγιον Όρος για δύο λόγους: ο ένας είναι η ορφάνεια και ο άλλος η φτώχεια». Την ίδια στιγμή, φτάνουμε μπροστά σε μια προθήκη όπου φυλάσσονται παλιά φιαλίδια πίσω από το γυαλί.
Στα αριστερά, σε ένα φάρμακο μισοάδειο, η υπογραφή του φαρμακοποιού παππού (πατέρα του Ν.Γ.Π.) με γαλλικούς χαρακτήρες θυμίζει την οικογενειακή φαρμακαποθήκη – ένα από τα πρώτα, αν όχι το πρώτο φαρμακείο της πόλης που προμήθευε/απέστελλε φάρμακα στο Άγιον Όρος.
Στα δεξιά, εγγεγραμμένος σε άλλα φιαλίδια, ο γραφικός χαρακτήρας του ίδιου του πατέρα.
Η επίσκεψη, του 1952, υποκινήθηκε πράγματι από τη φτώχεια. Καθώς περνάμε στο δεύτερο μέρος της έκθεσης, ο κ. Γαβριήλ μου υποδεικνύει μια φωτογραφία όπου εικονίζονται ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, ο ζωγράφος Παραλής και ο πατέρας Ζαχαρίας στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους.
«Ξόδεψα μόνο 300.000 δραχμές», σημειώνει ο Ν.Γ. Πεντζίκης, με τον γιο του να σχολιάζει με χαμόγελο πως το Άγιον Όρος αποτελούσε τότε έναν προορισμό προσιτό, που προσέφερε καταφύγιο χωρίς να επιβαρύνει το πενιχρό τους πορτοφόλι.
Στο δεύτερο τμήμα της έκθεσης, το ημερολόγιο του 1952 κυριαρχεί στον χώρο, καλύπτοντας τη μεγαλύτερη επιφάνεια από τους τρεις από τους τέσσερις τοίχους. Ανάμεσα στις σελίδες του απλώνονται προσχέδια και διαγράμματα, προορισμένα να μεταμορφωθούν αργότερα σε πίνακες.
Καθώς παρατηρούμε το υλικό, ο κ. Γαβριήλ μου υπενθυμίζει την πνευματική και κοινωνική συνθήκη της εποχής – τότε που η απώλεια των αγιορείτικων μετοχίων, η διακοπή των δεσμών με τη Ρωσία μετά το 1917 και η δραματική μείωση των μοναχών συνέθεταν μια εικόνα «ας πούμε παρακμής»:
«Ας μην ξεχνάμε πως το Άγιον Όρος τότε δεν αποτελούσε το “στέμμα” που έχουμε σήμερα στο μυαλό μας. Σκέψου μόνο πως, την περίοδο της χιλιετηρίδας του, το 1963, πολλοί πίστευαν ότι η αθωνική πολιτεία δεν θα κατάφερνε να επιβιώσει στη μετέπειτα εποχή» ενώ συμπληρώνει καταληκτικά «όμως, άλλες οι σκέψεις των ανθρώπων και άλλη η βουλή της Υπεραγίας Θεοτόκου».
Έχω την εντύπωση πως σε αυτό ακριβώς το σημείο συναντιέται ο τρόπος του με τον χαρακτηρισμό που είχε δώσει κάποτε για τον Ν.Γ. Πεντζίκη ο Χρυσόστομος Σταμούλης, σε μια εκδήλωση μνήμης στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού.[................................]
Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ υιοθέτησε, με ευρεία πλειοψηφία, για ακόμη μια χρονιά, ψήφισμα που ζητεί να τερματιστεί το εμπάργκο των ΗΠΑ σε βάρος της Κούβας, πλην όμως με τον χαμηλότερο αριθμό ψήφων των τελευταίων 30 ετών.
Εδώ και εβδομάδες, η Αβάνα κατηγορούσε την Ουάσιγκτον πως είχε αποδυθεί σε διπλωματική επίθεση προκειμένου διάφορες χώρες να αποσύρουν την υποστήριξή τους στο νομικά μη δεσμευτικό ψήφισμα που παρουσιάστηκε από την κουβανική αντιπροσωπεία.
Το κείμενο, που ζητεί να αρθεί το οικονομικό, εμπορικό και χρηματοπιστωτικό εμπάργκο των ΗΠΑ σε βάρος της νήσου υπό κομμουνιστική κυβέρνηση εγκρίθηκε με 130 ψήφους υπέρ, 17 κατά και 25 αποχές. Πρόκειται για τον μικρότερο αριθμό θετικών ψήφων από το 1995.
Αξίζει να σημειωθεί πως, η Ελλάδα -για πρώτη φορά- συγκαταλέχθηκε στις χώρες (μαζί με Γερμανία, Ιταλία κ.ά.) που επέλεξαν την αποχή, συντασσόμενη προφανώς με τη «γραμμή» των ΗΠΑ, αντίθετα με μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις όπως η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ισπανία, που παρέμειναν σταθερές και ψήφισαν υπέρ του τερματισμού του εμπάργκο.
Το ψήφισμα
Το ψήφισμα, που προτείνεται κάθε χρόνο από το 1992, ειδικά φέτος περιείχε αναφορά στις συνέπειες του πετρελαϊκού αποκλεισμού που επιβάλλεται από την αμερικανική κυβέρνηση στη χώρα της Καραϊβικής τους τελευταίους εννιά μήνες.
Για πολύ καιρό, η Αβάνα εξασφάλιζε σχεδόν ομόφωνη έγκριση του κειμένου στον ΟΗΕ. Το 2004 και το 2005, εξασφάλιζε πάνω από 182 ψήφους υπέρ του ψηφίσματος, που πάντως καταψήφιζαν πάγια οι ΗΠΑ και το Ισραήλ.
«Ο κόσμος για ακόμη μια φορά τάχθηκε κατά πλειοψηφία εναντίον του αποκλεισμού, παρά τις πιέσεις και τους εκβιασμούς που ασκήθηκαν με τον πιο θρασύ τρόπο από τις ΗΠΑ για να αλλάξει η πορεία αυτής της ψηφοφορίας» σχολίασε μέσω X ο κουβανός πρόεδρος Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ.
Στην έδρα των Ηνωμένων Εθνών, ο κουβανός υπουργός Εξωτερικών Μπρούνο Ροδρίγκες κατηγόρησε την Ουάσιγκτον πως θέλει να «καθορίσει την τύχη» της χώρας του και να «ιδιοποιηθεί» τα πλούτη της.
«Ο αποκλεισμός σκοτώνει και τιμωρεί τον πληθυσμό μας σιωπηρά όσο ποτέ πριν» πρόσθεσε από το βήμα ο επικεφαλής της κουβανικής διπλωματίας.
Λίγο πριν από την ψηφοφορία, ο αμερικανός πρεσβευτής στον ΟΗΕ Μάικ Γουόλτς αρνήθηκε την ύπαρξη αποκλεισμού σε βάρος της Κούβας και αντέτεινε πως για «τις ελλείψεις» που αντιμετωπίζει «ο κουβανικός λαός φταίει αποκλειστικά το διεφθαρμένο κομμουνιστικό καθεστώς».
Ο μόνιμος αντιπρόσωπος των ΗΠΑ είπε ακόμη ότι η χώρα του πούλησε, την περίοδο μεταξύ του Ιανουαρίου και του Αυγούστου, εμπορεύματα αξίας 875 εκατομμυρίων δολαρίων, συμπεριλαμβανομένων καυσίμων, σε εταιρείες του ιδιωτικού τομέα στη χώρα. «Αυτό δυσαρεστεί το κομμουνιστικό καθεστώς, η έκφραση ‘ιδιωτικός τομέας’» πρόσθεσε.
Προχθές, ο Μάικ Γουόλτς και ο Μπρούνο Ροδρίγκες αντάλλαξαν σκληρές επικρίσεις και βαριές εκφράσεις στον διάλογο για το ψήφισμα. Ο κ. Γουόλτς κατήγγειλε τον τρόπο ζωής κουβανών αξιωματούχων και την πολιτική καταστολή και ο κ. Ροδρίγκες τον χαρακτήρισε «ψεύτη».
Σύμφωνα με υπολογισμούς της Αβάνας, το αμερικανικό εμπάργκο, σε ισχύ από το 1962, έχει προκαλέσει οικονομικές ζημίες-ρεκόρ: έφθασαν τα οκτώ δισεκατομμύρια δολάρια μεταξύ του Μαρτίου του 2025 και του Φεβρουαρίου του 2026, προτού καν επιβληθεί ο πετρελαϊκός αποκλεισμός κι ανακοινωθούν κατά κύματα νέες κυρώσεις της Ουάσιγκτον σε βάρος κρατικών επιχειρήσεων και αξιωματούχων στη νήσο.
Σημειώνεται πως, η ψήφος στον ΟΗΕ έχει πολιτική βαρύτητα αλλά μόνο το Κογκρέσο των ΗΠΑ μπορεί να άρει το εμπάργκο. Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, η οποία αποτελείται από 193 μέλη, υιοθετεί το ψήφισμα σε ετήσια βάση για περισσότερες από τρεις δεκαετίες — εκτός από το 2020 κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID — χωρίς σημαντικές διαφοροποιήσεις.
ΚΚΕ: Κατάπτυστη η στάση της ελληνικής κυβέρνησης στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ
Η στάση της Ελλάδας προκάλεσε την αντίδραση του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων της ΚΕ του ΚΚΕ, που σε ανακοίνωσή του σημειώνει:
«Η κυβέρνηση της ΝΔ βρέθηκε ακόμη μία φορά στη λάθος πλευρά της Ιστορίας, όταν μετά από 33 χρόνια απείχε από την ψηφοφορία στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ για το ψήφισμα της Κούβας που απαιτεί τον τερματισμό του ιμπεριαλιστικού αποκλεισμού. Η στάση της είναι κατάπτυστη και απαράδεκτη! Μαζί με μια χούφτα ακόμα χώρες, ευθυγραμμίστηκε με την καμπάνια των ΗΠΑ ενάντια στο ψήφισμα της Κούβας, ενώ αυτό εγκρίθηκε από μεγάλη πλειοψηφία 130 χωρών στη Γενική Συνέλευση.
Η επιλογή της κυβέρνησης της ΝΔ είναι ένα ακόμα στοιχείο της εμπλοκής στα ιμπεριαλιστικά αμερικανοΝΑΤΟικά σχέδια ενάντια στους λαούς, σε μια στιγμή μάλιστα που δυναμώνουν οι απειλές της κυβέρνησης Τραμπ ακόμα και για ένοπλη επέμβαση ενάντια στην Κούβα. Η στάση της την καθιστά συνένοχη στο συνεχιζόμενο έγκλημα του αποκλεισμού που δημιουργεί τεράστια βάσανα και στερήσεις στον κουβανικό λαό και στρώνει το έδαφος για την αποδοχή των προσχημάτων και τη στήριξη μιας ενδεχόμενης ιμπεριαλιστικής επέμβασης, ενός νέου εγκλήματος.
Δυστυχώς για την κυβέρνηση της ΝΔ, ο ελληνικός λαός τρέφει βαθιά και πλατιά αισθήματα φιλίας και αλληλεγγύης για τον ηρωικό λαό της Κούβας που αντιστέκεται για πάνω από 60 χρόνια στον βάρβαρο αποκλεισμό και τις απειλές των ΗΠΑ.
Το ΚΚΕ θα συνεχίσει να πρωτοστατεί και να εκφράζει την έμπρακτη διεθνιστική του αλληλεγγύη στην Κουβανική Επανάσταση και τον λαό της, να καταδικάζει την ιμπεριαλιστική επιθετικότητα στην οποία πλέον συμβάλλει και η ελληνική κυβέρνηση».
Στη Ρώμη κατά την διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, μια επίθεση από την Ιταλική αντίσταση σε μία Γερμανική περίπολο που είχε πολλά θύματα ήταν αφορμή για μία μαζική εκτέλεση Ιταλών κάτω από τις εντολές του Γερμανού αντισυνταγματάρχη KapplerΗ ταινία «Σφαγή στη Ρώμη» (Massacre in Rome / Rappresaglia, 1973) είναι ένα ιταλικό δράμα πολέμου σε σκηνοθεσία George P. Cosmatos, βασισμένο στην πραγματική ιστορία της σφαγής στις Σπηλιές Αρντεατίνε στη Ρώμη το 1944. Πρωταγωνιστούν οι Richard Burton και Marcello Mastroianni.
Στις 23 Μαρτίου 1944, Ιταλοί παρτιζάνοι επιτέθηκαν σε γερμανική μονάδα, προκαλώντας τον θάνατο 33 ατόμων. Ως αντίποινα, τα γερμανικά στρατεύματα εκτέλεσαν 335 Ιταλούς πολίτες με αναλογία 10 προς 1.
Κύρια Πλοκή: Ο Richard Burton υποδύεται τον Γερμανό αντισυνταγματάρχη των SS Herbert Kappler, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των αντιποίνων, ενώ ο Marcello Mastroianni υποδύεται τον ιερέα Father Pietro Antonelli, ο οποίος προσπαθεί να μεσολαβήσει. Η ταινία εστιάζει στην ηθική σύγκρουση και τη διαδικασία εκτέλεσης των εντολών.
Συντελεστές: Σκηνοθεσία George P. Cosmatos, σενάριο βασισμένο στο βιβλίο του Robert Katz «Death in Rome», μουσική Ennio Morricone, παραγωγή Carlo Ponti.
Λόγω της απεικόνισης του Πάπα Πίου ΙΒ΄ ως γνώστη των γεγονότων αλλά σιωπηλού, η αδελφή του Πάπα μήνυσε για συκοφαντική δυσφήμιση. Ο παραγωγός Ponti και ο σκηνοθέτης Cosmatos καταδικάστηκαν αρχικά σε αναστολή φυλάκισης, αλλά η ποινή ακυρώθηκε αργότερα λόγω αμνηστίας.
Ο Kappler στην ταινία απεικονίζεται ως ένας κουρασμένος αξιωματικός που αμφιταλαντεύεται, ενώ ιστορικά ήταν φανατικός ναζιστής. Επιπλέον, τα θύματα των αντιποίνων ήταν Αυστριακοί στρατιώτες και όχι Γερμανοί στρατιώτες.
Διαβάστε παρακάτω το άρθρο του Σαράντου Θεοδωρόπουλου στο kosmodromio.gr , πριν από τρία χρόνια, αποτελεί ένα μικρό αφιέρωμα στα 80 χρόνια από την κηδεία του Κωστή Παλαμά (28 Φεβρουαρίου 1943) και εξιστορεί πώς ο θάνατος του εθνικού ποιητή έγινε αφορμή για μια μαζική αντιστασιακή εκδήλωση κατά της ναζιστικής Κατοχής. Αρχές του 1943, η Αθήνα «έβραζε» — ο ναζισμός είχε ηττηθεί σε Αφρική και Στάλινγκραντ, ενώ η Εθνική Αντίσταση είχε απελευθερώσει μεγάλες περιοχές («Ελεύθερη Ελλάδα»). Τον Φεβρουάριο του 1943 το ΕΑΜ οργάνωνε κινητοποιήσεις κατά της πολιτικής επιστράτευσης· στις 23/2 ιδρύθηκε η ΕΠΟΝ και στις 24/2 οι διαδηλώσεις στο Σύνταγμα και την Ομόνοια είχαν 25 νεκρούς.
Ο Παλαμάς: Παρουσιάζεται ως κορυφαίος ποιητής, κριτικός και στοχαστής — ψυχή της Νέας Αθηναϊκής Σχολής, που ανέδειξε το έργο του Κρυστάλλη, του Σολωμού και του Κάλβου — καθώς και ως Γενικός Γραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο θάνατός του (27/2/1943) συγκλόνισε τους Αθηναίους. Ο θάνατος του Παλαμά συγκλόνισε τους πάντες . Παρά την επιθυμία του γιου του, Λέανδρου, για εξόδιο ακολουθία σε στενό κύκλο, η κηδεία πήρε χαρακτήρα παλλαϊκής διαδήλωσης. Παρουσία Γερμανών και δωσίλογων, οι ποιητές Σωτήρης Σκίπης και ο Άγγελος Σικελιανός απήγγειλαν ποιήματα και ο Γιώργος Κατσίμπαλης ξεκίνησε να απαγγέλλει τον απαγορευμένο από την κατοχική διοίκηση εθνικό μας ύμνο, με τον κόσμο να τον ακολουθεί.
Το άρθρο συνδέει την κηδεία με τη συνέχεια του αγώνα (π.χ. την εξέγερση της 5ης Μαρτίου 1943 στο υπουργείο Εργασίας) και παραθέτει ολόκληρα τα ποιήματα του Σκίπη («Στον Κωστή Παλαμά») και του Σικελιανού («Ηχήστε οι Σάλπιγγες»), τονίζοντας τη σημασία της πνευματικής αντίστασης.
.
Από αριστερά: Σπ. Μελάς, Μαρίκα Κοτοπούλη, Αγγελος Σικελιανός, Μιχάλης Μαντούδης. Λίγο πίσω, μεταξύ του Σικελιανού και του Μαντούδη, ο Ηλίας Βενέζης.
ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Παλαμάς
Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές, δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα… Βογκήστε τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα!
Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα, κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό, ποιόν κλει, τι κι αν το πει η δικιά μου γλώσσα;
Μα εσύ, Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά, Ήρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ’ αστέρια, μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ’ τον στα χέρια
γιγάντιο φλάμπουρο κι απάνω από μας που τον υμνούμε με καρδιά αναμμένη, πες μ’ ένα μόνο ανασασμόν: “Ο Παλαμάς!”, ν’ αντιβογκήσει τ’ όνομά του η οικουμένη!
Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές, δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα… Βογκήστε τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα!
Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένας λαός, σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει… κι ακέριος φλέγεται ως με τ’ άδυτο ο Ναός, κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει πρώτη φορά.
Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός
της αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώρα
Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός
την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα,
που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά
στη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη,
τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο
με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει.
Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές, δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα… Βόγκα Παιάνα! Οι σημαίες οι φοβερές της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα!
Το Το Μεγάλο Ταξίδι του Πέτρου (ελληνικά: Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου) είναι ένα κλασικό παιδικό μυθιστόρημα της Ελληνίδας συγγραφέως Άλκης Ζέη (1925-2020), που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1971 και θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα έργα της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας. Το έργο αφηγείται την ιστορία ενός αγοριού ονόματι Πέτρου, μέσα από τα μάτια του οποίου παρουσιάζεται η εμπειρία του ελληνικού λαού κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, από την ιταλική εισβολή το 1940 έως την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων το 1944.
Η ιστορία ξεκινά στις 27 Οκτωβρίου 1940, όταν ο εννιάχρονος Πέτρος θρηνεί τον θάνατο του τριζονιού του. Την επόμενη μέρα, ξυπνά από τη φωνή της μητέρας του: «Σήκω, έγινε πόλεμος!» . Ο πόλεμος ανατρέπει εντελώς τη ζωή του Πέτρου. Στη συνέχεια, βιώνει μαζί με την οικογένειά του (τους γονείς, τον παππού και τη μεγαλύτερη αδελφή του Αντιγόνη) τις κακουχίες της Κατοχής: την πείνα, τα συσσίτια, τους φόβους και τις διώξεις. Καθώς μεγαλώνει, ο Πέτρος συμμετέχει επίσης στο αντιστασιακό κίνημα, μέχρι που φτάνει η μέρα της απελευθέρωσης τον Οκτώβριο του 1944, όταν είναι πλέον δεκατριών ετών και έχει ωριμάσει .Η Άλκη Ζέη, δεκαπεντάχρονη όταν ξεκίνησε ο Πόλεμος του 40.
Η Άλκη Ζέη έγραψε για τον Μεγάλο περίπατο με αφορμή την παράσταση του Εθνικού Θεάτρου (Περίοδος 2011-2013):
Μια φορά κι έναν καιρό, όταν οι μαμάδες σας δεν είχαν ακόμα γεννηθεί και οι γιαγιάδες σας ήταν μικρά κορίτσια, ένα κορίτσι γύρω στα δεκαπέντε είχε βάλει το ξυπνητήρι για να σηκωθεί να πάει την άλλη μέρα σχολείο. Το είχε βάλει αρκετά νωρίς γιατί εκείνη η μέρα που ξημέρωνε ήταν μια σημαντική μέρα γι’ αυτή. Είχε γράψει ένα έργο για το κουκλοθέατρο του σχολείου και μια επιτροπή από τις πιο μεγάλες τάξεις θα έδινε την έγκριση αν ήτανε να παιχτεί. Το κορίτσι δεν άκουσε το ξυπνητήρι γιατί, πριν χτυπήσει, την ξύπνησε η μητέρα της. –Σήκω! της είπε με ταραγμένη φωνή, η αδελφή σου σηκώθηκε κιόλας. Δεν ακούς τις σειρήνες! Έγινε πόλεμος!
Η μέρα ήταν μια Δευτέρα, στις 28 Οκτωβρίου του 1940. Και το κορίτσι ήμουν εγώ.
Έτσι έζησα τον πόλεμο, την Κατοχή, την Αντίσταση, την απελευθέρωση. Το έργο μου παίχτηκε στο κουκλοθέατρο παρ' όλο που ήταν Κατοχή, πείνα και τρόμος. Και στα θέατρα παίζανε σπουδαία έργα, κι οι συγγραφείς γράψανε ποιήματα και μυθιστορήματα που τα διαβάζουμε και τα θαυμάζουμε ως σήμερα, γιατί δεν θέλανε ν’ αφήσουνε τον κόσμο να ζει μόνο μέσα στον τρόμο και την πείνα.
Τίποτα δεν ξέχασα από κείνα τα χρόνια που έζησα, από τις 28 Οκτωβρίου του 1940, που μας κήρυξαν οι Ιταλοί τον πόλεμο, κι αργότερα και οι Γερμανοί, ως τις 12 Οκτωβρίου του 1944, που απελευθερώθηκε η Ελλάδα. Κι ακόμα δεν ξέρω γιατί είμαστε η μόνη χώρα της Ευρώπης που δεν γιορτάζει τη μέρα της απελευθέρωσης, που, για τη δικιά μας τουλάχιστον γενιά, ήταν η ομορφότερη μέρα της ζωής μας.
Έτσι λοιπόν έζησα τον πόλεμο, την Κατοχή, την Αντίσταση. Δύσκολες μέρες. Κρύο, πείνα... Ζούσαμε όμως έντονες στιγμές και σχεδόν όλοι, από τον πιο μικρό ως τον πιο μεγάλο, παλεύαμε για να φύγει ο καταχτητής. Περνούσαμε αγωνίες μα και μεγάλες χαρές και μ' ενθουσιασμό πηγαίναμε να γράψουμε στους τοίχους τη λέξη «λευτεριά» με κίνδυνο να μας σημαδέψουν ίσια στην καρδιά. Πιστεύαμε πως, γράφοντας αυτήν τη λέξη, η λευτεριά θα έρθει σίγουρα και κάναμε όνειρα πολλά, όνειρα για τη ζωή που θα ζούσαμε τότε.
Στα παιδιά μου, αντί για παραμύθια, διηγιόμουνα όλες αυτές τις σημαντικές μέρες που έζησα και δεν ξεχνούσα ούτε μια λεπτομέρεια. Δεν ξέρω αν τις έλεγα γι’ αυτά ή για μένα, για να μην τις ξεχάσω.
Διηγιόμουνα λοιπόν στην Ειρήνη και τον Πέτρο κάθε βράδυ και μια ιστορία των παιδικών και των πρώτων εφηβικών μου χρόνων και βλέποντας πως τους άρεσε πιο πολύ από το να τους πω τη Χιονάτη και τους εφτά νάνους, σκέφτηκα γιατί να μη διηγηθώ αυτή την ιστορία και σ’ άλλα παιδιά και σ’ όλα τα παιδιά της Ελλάδας.
Δανείστηκα το όνομα του γιου μου του Πέτρου και πολλά από το χαρακτήρα του, κι έτσι άρχισε ο Μεγάλος περίπατος του Πέτρου, μέσα σε μια τόσο σημαντική εποχή για τη χώρα μας, και περπατάει ακόμα, από το 1972 που έγραψα το βιβλίο ως σήμερα, που κάνει το «μεγάλο του περίπατο» στο Εθνικό θέατρο.
Άλκη Ζέη
ΔΥΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Στο παρακάτω απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Άλκης Ζέη Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρουαναφέρεται στη γερμανική κατοχή, στην Αθήνα του 1941-44. Ο λαός μέσα από τις οργανώσεις αντιστεκόταν όπως μπορούσε, με απεργίες, διαδηλώσεις, καταστροφές σε εγκαταστάσεις ή υλικά του εχθρού. Ορισμένες φορές αντιστέκονταν και τα παιδιά με το δικό τους τρόπο.
1.
Με το σχολείο του Πέτρου ήτανε χειρότερα τα πράματα. Το είχανε επιτάξει οι καραμπινιέροι και τώρα τα μαθήματα γινόντανε σ’ ένα πρώην γκαράζ. Χάμω ήτανε πατημένο χώμα σκληρό, γεμάτο ξεραμένα λάδια. Από την τεράστια σιδερένια πόρτα, ακόμα κι αν ήτανε κλειστή, έμπαινε κρύο. Σε κάθε γωνιά έκανε μάθημα κι από μια τάξη του Δημοτικού και πολλές φορές, σαν έλειπε κανένας δάσκαλος, κάνανε και δυο και τρεις τάξεις μαζί. Τελειώνανε στις δώδεκα, γιατί μετά ερχότανε το Γυμνάσιο. Πολλές φορές, σα σχολνούσε, συναντούσε το Γιάννη, που πήγαινε για μάθημα. Από τα εβδομήντα παιδιά της τάξης του Πέτρου ήτανε ζήτημα αν ήταν παρόντα κάθε μέρα τα είκοσι. Ο κύριος Λουκάτος δε διάβαζε πια τον κατάλογο για να βάλει «απών», κι ούτε ρωτούσε κανέναν, «γιατί άργησες;» σαν έφτανε στη μέση του μαθήματος. Δεν κρατούσε πια βέργα, δεν έλεγε «σκασμός» κι ούτε την αγαπημένη του φράση, που την ξέρανε πια απέξω κι ανακατωτά: «Θα σε στείλω να κόβεις ξύλα». Την πρώτη μέρα που πήγανε για μάθημα, τρομάξανε να τον γνωρίσουνε. Τους είπε «καλά μου παιδάκια» και τους ρώτησε αν φάγανε το πρωί. Σήκωσε το χέρι της μονάχα η Νιούρα, η κόρη του φούρναρη.
Από τη μέρα που τους είπε ο Γιάννης, την ώρα που σχολούσανε, «Σας θέλω», πήρανε τη συνήθεια να έρχονται στις πέντε να τον περιμένουνε να σχολάσει. Στην αρχή ο Πέτρος νόμιζε πως θα τον θέλει πάλι κάτι να του πει για την Αντιγόνη, μα ο Γιάννης, τούτη τη φορά, ούτε τον ρώτησε τι κάνει η αδελφή του. Τους έπιασε από τους ώμους, εκείνον και το Σωτήρη, και πήρανε κάτι σοκάκια, ώσπου βγήκανε στη μεγάλη λεωφόρο… Στάθηκαν σ’ ένα υψωματάκι και χάζευαν τα τεράστια γερμανικά φορτηγά που περνούσανε και θαρρείς κι έλειωνε η άσφαλτος από το βάρος τους.
– Τι διάολο κουβαλάνε; ρωτάει ο Σωτήρης.
– Πολεμικό υλικό, το πάνε στο Κέντρο χημικού πολέμου, απάντησε ο Γιάννης και κάτι ψαχούλευε μέσα στο μπλουζόν του.
Ύστερα τους κοίταξε πονηρά.
– Τι λέτε, τους σκάμε κανένα λάστιχο;
– Πώς; Πετάχτηκαν κι οι δυο μαζί.
Ο Γιάννης έβγαλε από το μπλουζόν του μια χαρτοσακούλα. Ήτανε γεμάτη κοντόχοντρες πρόκες με μεγάλο κεφάλι. Βάλθηκαν να τις πετάνε με φόρα, λες κι ήτανε χαρτοπόλεμος, κατά την άσφαλτο. Κούρνιασαν μετά και περίμεναν το πρώτο αυτοκίνητο που προχωρούσε αργά και βαριά. Ξαφνικά ακούστηκε ένας ξερός κρότος σαν πιστολιά. Ο Σωτήρης κι ο Πέτρος κόλλησαν στη γη. Ο Γιάννης τους σφύριξε στο αυτί:
– Έσκασε, έσκασε…, και το μπαλάκι χοροπηδούσε χαρούμενα στο λαιμό του.
Με πολλή προφύλαξη κοιτάζανε κι οι τρεις τους το βαρύ φορτηγό που είχε σταματήσει λίγο πιο κάτω κι η μηχανή του λαχάνιαζε. Κατέβηκε από μέσα ένας Γερμανός κι ύστερα άλλοι δυο και καταπιάστηκαν ν’ αλλάξουνε τη ρόδα.
– Έχουνε δουλειά για ώρα, λέει ο Γιάννης. Τούτο δω είναι ολόκληρο φρούριο.
– Οι δικές μου πρόκες ήτανε, είπε ο Σωτήρης, εγώ τις πέταξα κατά κει.
– Τρέχα να το κοκορευτείς, τον ψευτομάλωσε ο Γιάννης.
Πέρα από την ανηφόρα, ξεπρόβαλε η μούρη ενός άλλου φορτηγού.
Ο Γιάννης όμως τους πήρε βιαστικά από το χέρι και φύγανε. Σαν είχανε φτάσει στα σοκάκια, ακούστηκε πάλι ο ξερός κρότος.
– Τώρα ήτανε οι δικές μου πρόκες, γέλασε ο Γιάννης.
Από τότε, ο Πέτρος κι ο Σωτήρης πήγαιναν κάθε τόσο στο υψωματάκι που κοίταζε τη μεγάλη λεωφόρο, αλλάζοντας πάντα στέκι να μην τους επισημάνουν οι Γερμανοί. Ο Γιάννης τους είχε μάθει πώς να πετάνε τις πρόκες ακριβώς, δίχως να τις σπαταλάνε, κι ο ίδιος δεν ερχότανε πια μαζί τους. Την τελευταία φορά πήγανε μ’ όλη την ομάδα τού φουτμπόλ και το βρήκανε πως είναι πολύ πιο διασκεδαστικό. Φουτμπόλ παίζεις κάθε μέρα. Έσκασε, όμως, μόνο ένα λάστιχο και κοντέψανε να δαρθούνε, γιατί ο καθένας έλεγε πως ήτανε το δικό του καρφί. Δεν μπορέσανε να ξαναπάνε, άρχισε να φυσάει για μέρες τόσο δυνατός αέρας, που οι πρόκες δεν έφταναν εκεί που τις πετούσανε. Κι ύστερα ο Γιάννης δεν μπορούσε να βρει άλλα καρφιά.
– Να τινάξουμε ένα γερμανικό τρένο, είπε ο Σωτήρης, δε χρειάζονται πρόκες.
Ο Γιάννης δε γέλασε καθόλου, σαν τ’ άκουσε, ούτε τον κορόιδεψε.
– Για το τρένο θα πάρω μονάχα τον Πέτρο, του είπε σοβαρά. Εσύ είσαι ζαβολιάρης και θα λογαριάζεις όλα τα τρένα για δικά σου.
******************************
2.
Μέρος γ΄ "Συσσίτιο"
ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Στα χρόνια της Κατοχής, 1941-1944, στην Αθήνα, η πείνα εξόντωσε χιλιάδες ανθρώπους και κυρίως παιδιά. Αν δεν είχαν ενεργοποιηθεί σε μια γροθιά οι κοινωνικές και πολιτικές οργανώσεις , κυρίως το ΕΑΜ, με τα περίφημα συσσίτια, τότε η καταστροφή θα ήταν ανυπολόγιστη.
"Έγινε ακριβώς έτσι, όπως το ’λεγε ο Γιάννης κι ο Αχιλλέας Γέμισαν τα ντουβάρια με μεγάλα κόκκινα και πράσινα γράμματα –πού και πού έβλεπες και μπλε– κι όταν η Αθήνα ολόκληρη είχε γίνει ένα απέραντο αλφαβητάριο, τότε κουβάλησαν στα σχολεία κάτι τεράστια μαύρα καζάνια.
Στου Πέτρου το σχολείο, το άδειο γκαράζ, άρχισαν πάλι τα μαθήματα, και τώρα δεν απουσιάζει σχεδόν κανένα παιδί, γιατί αν λείψει χάνει το ΣΥΣΣΙΤΙΟ. Κάθε μεσημέρι καταφθάνει ένα κάρο και ξεφορτώνει τον Δάμονα και τον Φιντία. Ο Δάμων και ο Φιντίας είναι δυο καζάνια μαύρα σαν πίσσα που αχνίζουν…"
Ένα εμβληματικό βιβλίο για το έπος στην Αλβανία από την ανθρώπινη πλευρά
ΤΟ ΠΛΑΤΥ ΠΟΤΑΜΙ
Γιάννης Μπεράτης, «Μας δώσανε κάτι ζώα...»
Μας δώσανε κάτι ζώα, αχ! Θεέ μου, κάτι τόσο δύστυχα, μελλοθάνατα ζώα, που 'λεγες πως αν λίγο τα σπρώξεις, αν τους δώσεις έτσι μια με το χέρι σου, θα σωριαστούν εκεί που βρίσκονται κ' ίσως από μέσα τους θα σ' ευχαριστούν γι' αυτό. — Όλες αυτές οι πληγές, έτσι σαν κόκκινο γυαλί που κάτι υγρό διαφαίνεται από κάτω του: πίσω στ' αχαμνά μπούτια κοντά στην ουρά, σ' όλα τα πλευρά τους και την πλάτη τους απ' τα σαμάρια· σ' όλα τα γόνατα που δεν είχαν πια τρίχα…
Μα πώς θα πάμε μ' αυτά τα ζώα; Είναι δυνατόν να πάμε μ' αυτά τα ζώα; διαμαρτυρόμουνα στους αρμοδίους αξιωματικούς. Αφού ακριβώς πριν τους είπα και τους το τόνισα τόσο πολύ ότι για τα μηχανήματα θέλω γερά, ψηλά ζώα…
Σηκώνανε τους ώμους, τεντώνανε προς τα μπρος το πηγούνι τους και λέγανε:
– Τί να σου κάνουμε; Τί να σου κάνουμε; Αυτά είχαμε διαθέσιμα αυτή την ώρα, κι αυτά σου δώσαμε. Πάντως η διαταγή είναι να φύγεις αμέσως.
Είναι βλέπεις που δεν τρώνε τα ζωντανά, κύριε Ανθυπασπιστά, λέγανε οι ημιονηγοί δίπλα μου καθώς ανηφορίζαμε. Τώρα με την Άνοιξη και με το χορτάρι μπορεί να πάρουνε λίγο επάνω τους. Μα μια καραβανίτσα στάρι (κι όχι, μη φανταστείς ποτέ καλά γιομάτη) για μεσημέρι-βράδυ, τί να σου κάνει για το ζώο που δωσ' του και το φορτώνουνε και το τραβολογάνε δεξιά κι αριστερά. Αυτός τα λυπάται τα φουκαριάρικα — είναι απ' τη Μυτιλήνη κ' είχε πάντα δικό του μουλάρι.
[πηγή: Γιάννης Μπεράτης, Το πλατύ ποτάμι. Με ανέκδοτες ημερολογιακές σημειώσεις, πρόλ. Κ.Θ. Δημαράς, Ερμής, Αθήνα 2002, σ. 279-280]
**************************
Γιάννης Μπεράτης, «Ξύπνησα το πρωί…»
*
Ξύπνησα το πρωί μ’ ένα περίεργο συναίσθημα πως κάτι παράξενο με ξύπνησε. Κάτι ακουγόταν σαν όλο ν’ ανεβαίνει από κάτω, απ’ το βάθος της χαράδρας, κι όλο το δωμάτιο ήταν έρημο κι όπως-όπως τακτοποιημένο, το τζάκι ήταν σβυστό, κι ούτε κι αυτός ακόμη ο Νώντας ήταν εδώ. Τα σκούρα των παραθυριών ήτανε κλειστά, αλλά χάσκανε και κάποιο φως έμπαινε. Πέταξα τις κουβέρτες μου, φόρεσα γρήγορα τα παπούτσια μου και καθώς καθόμουν ακόμη έτσι μες στο έρημο σιωπηλό σπίτι, όλο προσπαθούσα να συνέλθω, να θυμηθώ και ν’ ακούσω καλύτερα. – Μα, ναι!
Ορισμένως ήταν τραγούδι από πολλές φωνές αυτό που ακουγόταν βαθιά κι όλο ανέβαινε. Μα βέβαια! Ο Εθνικός μας Ύμνος! – Άνοιξα γρήγορα το παράθυρο και κοίταξα κάτω.
Ήταν πολύ πρωί ακόμη και το τοπίο τ’ αντίκρυζα για πρώτη φορά. Κι εκεί στο βάθος της χαράδρας, κοντά σ’ ένα μακρόστενο σπίτι και σ’ ένα ίσιωμα που απλωνόταν μπροστά του, είδα, από ψηλά, παραταγμένους όλους τους στρατιώτες, έτσι, σαν ένα μεγάλο ευθύγραμμο Π, ακίνητους και σε προσοχή, να τραγουδάνε ακόμη μ’ όλη τη δύναμη του στήθους τους:
Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά και σαν πρώτα αντρειωμένη χαίρε! ω! χαίρε! Ελευθεριά!
Δεν ξέρω γιατί ακούμπησα τους αγκώνες μου πάνω στο πρεβάζι του παραθυριού, έχωσα το κεφάλι μου μες στα δυο μου χέρια κι άρχισα να κλαίω σαν μικρό παιδί.
Το ιδιαίτερο χρώμα της 28ης Οκτωβρίου1940 μέσα από τα κείμενα των Ελλήνων λογοτεχνών εκείνης της εποχής
Η ημερομηνία ορόσημο της 28ης Οκτωβρίου 1940, ημερομηνία κήρυξης του πολέμου της Ιταλίας στην Ελλάδα που σήμανε την εμπλοκή της χώρας μας στο Β’ παγκόσμιο πόλεμο, έχει καταγραφεί με πολλούς τρόπους.
«Γι’ αυτούς που με φωτιά ή μαχαίρι κίνησαν κακό θ’ ανάψει εδώ. Μην απελπίζεται ο σταυρός μόνο ας προσευχηθούν μακριά του οι μενεξέδες». Οδυσσέας Ελύτης
Το έντονο και ιδιαίτερο χρώμα της ημέρας αυτής έχει αποδοθεί μέσα από διηγήσεις, μαρτυρίες, ιστορικές αναφορές, φωτογραφικά ντοκουμέντα. Η ιδιαιτερότητα και η σημασία της δε θα μπορούσε παρά να καταγραφεί και από τους Ελληνες λογοτέχνες της περιόδου εκείνης, όπως ο Γιώργος Σεφέρης, ο Στρατής Μυριβήλης, ο Αγγελος Τερζάκης, ο Κωστής Παλαμάς, και άλλοι.
Άγγελος Τερζάκης, Ξημερώνοντας 28η Οκτωβρίου…
«Ένας άνεμος καινούργιος, ανυποψίαστος, άρχιζε να φυσάει πάνω στην Αθήνα. Ήταν η ώρα 6 όταν οι σειρήνες της αντιαεροπορικής άμυνας ξύπνησαν την πολιτεία. Ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος, λεύκαζε ο όρθρος, μύριζε δροσιά. Στους δρόμους, τους έρημους ακόμα, κρότησαν μερικά παραθυρόφυλλα, κάποιες μπαλκονόπορτες. Οι άνθρωποι ξυπνούσαν ξαφνιασμένοι, ρωτούσαν τους πρώτους διαβάτες. Ένα βουητό ανέβαινε λίγο-λίγο από γύρω, από μακρυά, τα πρώτα ομαδικά βήματα πάφλασαν στην άσφαλτο. Μάτια υψώνοντας στον ουρανό, έψαχναν. Όμως σ’ όλη αυτή την κίνηση που άρχιζε και πύκνωνε σε μικρές συντροφιές, σε ομάδες που ξεκινούσαν για τα κέντρα, δεν ξεχώριζες ταραχή ή αγωνία. Μια διάθεση ευφορίας, κέφι ανάλαφρο, αλλόκοτο, ξεσήκωνε τις ψυχές, πρωινό αγέρι που κολπώνει το πανί. Στα μάτια των ανθρώπων που αντικρύζονταν, έφεγγε ένα χαρούμενο ξάφνιασμα, σάμπως όλος αυτός ο κόσμος, ο ίσαμε χτές βουτηγμένος στην καθημερινότητα και στη βιοπάλη, να μάθαινε ξαφνικά πώς έχει μέσα του κρυμμένα νιάτα». Άγγελος Τερζάκης, Ελληνική εποποιία 1940-41, Αθήνα 1964, σελ. 39-40.
«Η ώρα της Ιστορίας» άρθρο του Στρατή Μυριβήλη δημοσιεύεται στις 15 Νοεμβρίου 1940 στο περιοδικό Νέα Εστία, τεύχος 334. Ο μεγάλος λογοτέχνης περιγράφει και αποτιμά: «…Αυτή η ομοθυμία των δέκα εκατομμυρίων Ελλήνων, με την οποία αντίκρυσαν το φοβερό γεγονός του πολέμου, είναι θαρρώ το πιο σπουδαίο φαινόμενο στην ιστορία του έθνους μας ολόκληρου. Η Ελλάδα σύσσωμη, σύψυχη, στάθηκε μπροστά στο ανοιχτό βιβλίο της Μοίρας και υπαγορεύει το νέο κεφάλαιο της ιστορίας της (…) Αυτό το θάμα δεν είναι η πρώτη φορά που γίνεται μέσα στην ιστορία της φυλής. Δε θα ‘ναι και η στερνή. Γιατί η Ελλάδα, μέσα στο προνομιούχο κύτταρο της , είναι ένας αιώνια νέος και ολοζώντανος οργανισμός. Είναι η ίδια η έννοια της νιότης, ενσαρκωμένη σε μια ράτσα εύστροφη, ευφάνταστη, γεμάτη πείσμα και γοητευτική τρέλα. Απ’ την άλλη μεριά των συνόρων μας χτυπά ένας λαός 45 εκατομμυρίων. Τον νικούμε γιατί είμαστε μια φυλή αρσενική και λεύτερη, κι είναι μια φυλή από 45 εκατομμύρια σκλάβους. Είναι ένας αγώνας άνισος αυτός και οι λαοί του κόσμου, οχτροί και φίλοι και αδιάφοροι, τον παρακολουθούν με κατάπληξη. Ποιο θα ‘ναι το τελος του; Ελάχιστα ενδιαφέρει αυτό το τέλος. Ολάκερη η δικαίωσή μας στέκεται στην αρχή…»
Γιώργος Σεφέρης: «Δευτέρα 28… έχουμε πόλεμο»
Γιώργος Σεφέρης
Την 28η Οκτωβρίου 1940 συναντάμε και στο λογοτεχνικό έργο του Γιώργου Σεφέρη. Ο μεγάλος και διεθνώς διακεκριμένος Ελληνας λογοτέχνης την περίοδο εκείνη υπηρετούσε στο Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών. Στο « Μέρες Γ’ 16 Απρίλη 1934-14 Δεκέμβρη 1940» (Εκδ, ΙΚΑΡΟΣ) αναφέρει: «Δευτέρα 28. Κοιμήθηκα δύο το πρωί, διαβάζοντας Μακρυγιάννη. Στις τρεις και μισή μια φωνή μέσα από το τηλέφωνο με ξύπνησε: «έχουμε πόλεμο». Τίποτα άλλο. Ο κόσμος είχε αλλάξει. Η αυγή, που λίγο αργότερα είδα να χαράζει πίσω απ’ τον Υμηττό, ήταν άλλη αυγή: άγνωστη. Περιμένει ακόμη εκεί που την άφησα. Δεν ξέρω πόσο θα περιμένει, αλλά ξέρω πως θα φέρει το μεγάλο μεσημέρι».
«Αυτό κρατάει ανάλαφρο μες στην ανεμοζάλη το από του κόσμου τη βοή πρεσβυτικό κεφάλι αυτό το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανένα: Μεθύστε με τα’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα». Κωστής Παλαμάς 1η Νοεμβρίου 1940
Αγγελος Σικελιανός: «Εικοσιοχτώ του Οχτώβρη 1940»
Ο Άγγελος Σικελιανός 18 ημέρες μετά την κήρυξη του πολέμου και συγκεκριμένα στις 15 Νοεμβρίου 1940 δημοσιεύσει στη Νέα Εστία το ποίημα «Εικοσιοχτώ του Οχτώβρη 1940»:
«…Κανείς δεν θα ξεφύγει τη γενιά του! το βάρος της θα σπάσει ως τη στιγμή που βγαίνοντας από τη λησμονιά του στο φως που πια δεν στέκουν δισταγμοί Ελέγαμε: Ένα Μαραθώνα ακόμα! Ελέγαμε: Μια Σαλαμίνα ακόμα! Ελέγαμε: Ακόμα ένα εικοσιένα! Κι ήρτες τέλος συ, Μητέρα-Μέρα, όπου αγκάλιασες κι ανύψωσες ολόκληρα τα περασμένα στον ανώτατο λυτρωτικό σκοπό τους, στον υπέρτατο τους ηθικόν Ιστορικό Ρυθμό! Ω δικαίωση όλων των ελληνικών αγώνων! Ω ύψιστη ηθική στροφή μέσα στο χάος ολόκληρου του Κόσμου! Και μαζί, ω γιγάντια πλέρια ιστορική καταβολή, από την οποία,..Νικητές, οι Έλληνες, θα ξεκινήσουμε αύριο, πρωτοπόροι της ανάπλασης ολόκληρης της γης!…»
Η διαμαρτυρία των διανοούμενων
Δεκατέσσερις μόλις ημέρες μετά 28η Οκτωβρίου 1940, την 10η Νοεμβίου, 13η ημέρα του ιταλοελληνικού πολέμου, μεγάλες μορφές των ελληνικών γραμμάτων και τεχνών, λογοτέχνες, ακαδημαϊκοί, ιστορικοί, εικαστικοί, 17 προσωπικότητες της εποχής που αυτοαποκαλούνται διανοούμενοι, άνθρωποι του πνεύματος και της τέχνης, δημοσιεύουν στην εφημερίδα «Νέα Ελλάς» κοινή διαμαρτυρία:
Η κοινή διαμαρτυρία των ανθρώπων των Γραμμάτων και της τέχνης
«Είναι δύο εβδομάδες τώρα, που ένα τελεσίγραφο μοναδικό στα διπλωματικά χρονικά των Αθηνών για το περιεχόμενον, την ώρα και τον τρόπο που το παρουσίασεν η Ιταλία κάλεσε την Ελλάδα να της παραδώση τα εδάφη της, να αρνηθή την ελευθερία της και να κατασπιλώση την τιμήν της. Οι Έλληνες δώσαμε στην ιταμή αυτή αξίωση της φασιστικής βίας, την απάντησι που επέβαλαν τριών χιλιάδων ετών παραδόσεις, χαραγμένες βαθιά στην ψυχή μας, αλλά και γραμμένες στην τελευταία γωνιά της ιερής γης, με το αίμα των μεγαλυτέρων ηρώων της ανθρώπινης ιστορίας.
«Και αυτή τη στιγμή κοντά στο ρεύμα του Θυάμιδος και στις χιονισμένες πλαγιές της Πίνδου και των Μακεδονικών βουνών πολεμούμε, τις περισσότερες φορές με τη λόγχη, αποφασισμένοι να νικήσουμε ή να αποθάνουμε μέχρις ενός. Σ’ αυτό τον άνισο σκληρότατο αλλά πεισματώδη αγώνα, που κάνει τον λυσσασμένο επιδρομέα να ξεσπάζη κατά των γυναικών, των γερόντων και των παιδιών, να καίη, να σκοτώνη, να ακρωτηριάζη, να διαμελίζη τους πληθυσμούς στις ανοχύρωτες και άμαχες πόλεις μας και στα ειρηνικά χωριά μας, έχουμε το αίσθημα ότι δεν υπερασπιζόμαστε δική μας μόνον υπόθεση: Ότι αγωνιζόμεθα για την σωτηρία όλων εκείνων των Υψηλών αξιών που αποτελούν τον πνευματικό και ηθικό πολιτισμό, την πολύτιμη παρακαταθήκη που κληροδότησαν στην ανθρωπότητα οι δοξασμένοι πρόγονοι και που σήμερα βλέπουμε να απειλούνται από το κύμα της βαρβαρότητος και της βίας.
«Ακριβώς αυτό το αίσθημα εμπνέει το θάρρος σε μας τους Έλληνες διανοουμένους, τους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης, ν’ απευθυνθούμε στους αδελφούς μας όλου του Κόσμου και να ζητήσουμε όχι την υλική αλλά την ηθική βοήθεια τους. Ζητούμε την εισφορά των ψυχών, την επανάστασι των συνειδήσεων, το κήρυγμα, την άμεση επίδρασι, παντού όπου είναι δυνατόν, την άγρυπνη παρακολούθησι και την ενέργεια για ένα καινούργιο πνευματικό Μαραθώνα που θα απαλλάξει τα δυναστευόμενα Έθνη από τη φοβέρα της πιο μαύρης σκλαβιάς που γνώρισε ως τώρα ο κόσμος.
Έλληνες στρατιώτες, χορεύουν στα βουνά του ελληνοαλβανικού μετώπου, 1940
Σημαντικό είναι το έργο των σύγχρονων του πολέμου Ελλήνων λογοτεχνών που αναφέρεται στην πρώτη ημέρα της έναρξης του ιταλοελληνικού πολέμου αλλά φυσικά δεν περιορίζεται μόνο σε αυτή. Πλήθος κείμενα και στίχοι γράφτηκαν για να περιγράψουν το έπος της Αλβανίας. Ενδεικτικά και μεταξύ άλλων αναφέρουμε τους Οδυσσέα Ελύτης, Νικηφόρο Βρεττάκο και Τίμο Μωραϊτίνη.
Οδυσσέας Ελύτης, ο έφεδρος ανθυπολοχαγός
Ο Οδυσσέας Ελύτης πολέμησε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός στην Αλβανία, έγραψε την εμβληματική συλλογή «Άσμα Ηρωικό και πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» (Εκδ. ΙΚΑΡΟΣ)
«Τώρα κείτεται απάνω στην στουρουφλισμένη χλαίνη μ’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά μ’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αυτί μοιάζει μπαξές που του ‘φυγαν άξαφνα τα πουλιά μοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά μοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε μόλις είπανε «γεια παιδιά» τα ματοτσίνορα κι η απορία μαρμάρωσε».
Και στην ίδια ποιητική συλλογή γράφει:
«…Ήταν γενναίο παιδί μετα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του με τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά και με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι (φτάσανε τόσο εύκολα μεσς στο μυαλό που δεν εγνώρισε κακό ποτέ του) με τους στρατιώτες του ζερβά-δεξιά -Φωτια στην άνομη φωτιά!- με το αίμα πάνω από τα φρύδια τα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε ύστερα λυώσαν το χιόνι να ξεπλύνουν το κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής και το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο και τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας δεν έκλαψαν γιατί να κλάψουν ήταν γενναίο παιδί!».
Νικηφόρος Βρεττάκος: «Μάνα και γιος»
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος γράφει στο ποίημά του για το έπος του 1940 «Μάνα και γιος»: «Στης ιστορίας το διάσελο όρθιος ο γιος πολέμαγε κι η μάνα κράταε τα βουνά, όρθιος να στέκει ο γιος της μπρούντζος, χιόνι και σύννεφο. Κι αχολόγαγε η Πίνδος σαν να ‘χε ο Διόνυσος γιορτή. Τα φαράγγια κατέβαζαν τραγούδια κι αναπήδιαγαν τα έλατα και χόρευαν οι πέτρες. Κι όλα φώναζαν: Ίτε παίδες Ελλήνων Φωτεινές σπάθες οι ψυχές σταυρώναν στον ορίζοντα ποτάμια πισωδρόμιζαν τάφοι μετακινιόνταν…».
Ο Τίμος Μωραϊτίνης γράφει στο ποίημα «Ελληνίδες»:
«Μερόνυχτα σκυμμένη στέκει και ξενυχτάει δουλεύοντας για την Πατρίδα κι ενώ σκυμμένη πλέκει έχει ψηλά το μέτωπο η Ελληνίδα. Και τα βελόνια γίνονται σπαθιά που βγαίνουν απ’ τη χρυσή τους θήκη ν’ αγωνιστούνε με το νιο πολεμιστή. Και πλέκουν ως τη νύχτα τη βαθιά κι είναι άσωστη κι ατέλειωτη η κλωστή, όσο κι η Νίκη».
Μια ομάδα γιατρών ξεκινά μια ανθρωπιστική αποστολή στο τροπικό δάσος του Αμαζονίου, όπου θα συναντήσει μια ομάδα τυχοδιωκτών και ένα ερπετό τεραστίων...