Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ακροδεξιά
και τα εθνικιστικά κινήματα καταγράφουν σημαντική άνοδο διεθνώς,
περισσότεροι από 6.000 πολιτικοί, ακαδημαϊκοί και ακτιβιστές από
περισσότερες από 40 χώρες συγκεντρώθηκαν στη Βαρκελώνη, σε μια προσπάθεια επαναπροσδιορισμού της στρατηγικής της προοδευτικής παράταξης.
Η σύνοδος, με πρωτοβουλία του Ισπανού πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ,
ο μόνος ευρωπαίος ηγέτης που έχει υψώσει ανάστημα σε ΗΠΑ και Ισραήλ
διεκδικώντας μεταξύ άλλων την ειρήνη στην περιοχή, φιλοδοξεί η
συνάντηση αυτή να αποτελέσει σημείο εκκίνησης για μια νέα διεθνή
σύγκλιση της αριστεράς και των προοδευτικών δυνάμεων.
Η συνάντηση, υπό τον τίτλο «Παγκόσμια Προοδευτική Κινητοποίηση»
(«Global Progressive Mobilisation»), έρχεται σε μια συγκυρία κατά την
οποία αλλάζουν οι πολιτικές ισορροπίες και τα προοδευτικά κόμματα σε
αρκετές χώρες βρίσκονται με την πλάτη στον τοίχο.
Η άνοδος ηγετών και κομμάτων της δεξιάς, με αιχμή ζητήματα τα οποία
εργαλειοποιούν όπως η μετανάστευση και το κόστος ζωής, περιορίζει την
επιρροή της αριστεράς διεθνώς, χωρίς αυτό να σημαίνει πως είναι άμοιρα
των ευθυνών τα προοδευτικά κόμματα. Η αδυναμία να συγκροτήσουν νέα
πολιτική γλώσσα και κυρίως πολιτικό πρόγραμμα που να δίνει απαντήσεις
στα προβλήματα της εποχής και να υπερασπιστεί τις ανθρώπινες αξίες και
τη δημοκρατία, είναι ηχηρή.
Ωστόσο, ας δούμε αν ήρθε κάτι αισιόδοξο από τη σύνοδο στη Βαρκελώνη.
Οι συμμετέχοντες εξέφρασαν συγκρατημένη αισιοδοξία ότι το κύμα αυτό
ενδέχεται να έχει φτάσει σε σημείο καμπής, επικαλούμενοι την πτώση της
δημοτικότητας του Τραμπ, την πολιτική αποδυνάμωση του Όρμπαν και τα
χαμηλότερα του αναμενομένου αποτελέσματα της γαλλικής Ακροδεξιάς σε
πρόσφατες εκλογές.
Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρέθηκε η ανάγκη επανασύνδεσης της
Αριστεράς με τα καθημερινά προβλήματα των πολιτών. Αναλυτές και
πολιτικοί σύμβουλοι επισήμαναν ότι η αποτυχία αντιμετώπισης θεμάτων όπως
ο πληθωρισμός, η ανεργία και η ανισότητα έχει οδηγήσει σημαντικά
τμήματα του εκλογικού σώματος σε πιο συντηρητικές επιλογές. Σύμφωνα με
πρόσφατες διεθνείς έρευνες κοινής γνώμης, οι πολίτες εμφανίζονται
περισσότερο ανήσυχοι για το κόστος ζωής παρά για αφηρημένες απειλές κατά
της δημοκρατίας, πράγμα που σημαίνει είτε πως έχουν ατονήσει τα
ιδεολογικά προτάγματα που συσπειρώναν κόσμο είτε πως ο κόσμος δεν
πείθεται και εξαιτίας της φθοράς και της διολίσθησης της
σοσιαλδημοκρατίας προς τα δεξιά.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο οικονομολόγος Γκαμπριέλ Ζούκμαν
πρότεινε ως αριστερή πολιτική την ενίσχυση της φορολόγησης του πλούτου,
επισημαίνοντας ότι η επιβολή φόρων σε εκατομμυριούχους και
δισεκατομμυριούχους αποτελεί δημοφιλή επιλογή σε πολλές κοινωνίες, αν
και συναντά αντιστάσεις.
Παράλληλα, η Ν. Τάντεν (σύμβουλος των Δημοκρατικών
στις ΗΠΑ) υπογράμμισε ότι η οικονομική πίεση που βιώνουν τα νοικοκυριά
καθιστά δύσκολη την κινητοποίηση των πολιτών γύρω από θεσμικά ζητήματα,
σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι «όταν κάποιος δυσκολεύεται να αγοράσει
βασικά αγαθά, δύσκολα θα δώσει προτεραιότητα στη δημοκρατία».
Από τη Λατινική Αμερική ως την Ευρώπη
Από τη Λατινική Αμερική έως την Ευρώπη, η ανάγκη για μια νέα διεθνή
αρχιτεκτονική συνεργασίας, έναν νέο δίαυλο επικοινωνίας ανάμεσα στις
προοδευτικές δυνάμεις αποτέλεσε βασικό θέμα της συνόδου. Ο πρόεδρος της
Βραζιλίας Λούλα Ντα Σίλβα, κάλεσε σε αναμόρφωση των
διεθνών θεσμών και σε ενίσχυση της πολυμερούς συνεργασίας, τονίζοντας
ότι η υπεράσπιση ενός «δικαιότερου πολυμερούς συστήματος» αποτελεί
βασική προϋπόθεση για την προοδευτική πολιτική.
Αντίστοιχα, ο πρόεδρος της Νότιας Αφρικής Σιρίλ Ραμαφόσα, υπογράμμισε την ανάγκη οικοδόμησης νέων συμμαχιών μεταξύ χωρών του παγκόσμιου Νότου και της Ευρώπης.
Η συζήτηση για τη μεταρρύθμιση θεσμών όπως το Συμβούλιο Ασφαλείας του
ΟΗΕ ανέδειξε τη διάχυτη αίσθηση ότι το διεθνές σύστημα βρίσκεται σε
φάση μετάβασης. Οικονομολόγοι και ειδικοί σε θέματα πολιτικής
οικονομίας, όπως η Μαριάνα Ματσουκάτο, επισήμαναν ότι
οι υφιστάμενοι θεσμοί εξακολουθούν να λειτουργούν, αλλά οι εσωτερικές
τους ισορροπίες μεταβάλλονται, δημιουργώντας ένα κενό που μπορεί να
καλυφθεί είτε από προοδευτικές είτε από αυταρχικές δυνάμεις.
Η σύνοδος δεν απέφυγε και την αυτοκριτική. Η Ιζαμπέλα Αλιέντε,
πρώην πρόεδρος της Γερουσίας της Χιλής, τόνισε ότι η Αριστερά έχει
απομακρυνθεί από τις κοινωνικές βάσεις της, χάνοντας την επαφή με τις
ανάγκες των πολιτών. Η επισήμανση αυτή βρήκε απήχηση σε πολλούς
συμμετέχοντες, οι οποίοι αναγνώρισαν ότι η επανασύνδεση με την
καθημερινότητα αποτελεί προϋπόθεση για την πολιτική ανάκαμψη.
Ιδιαίτερα έντονη παρουσία είχαν και πολιτικές προσωπικότητες από τις
Ηνωμένες Πολιτείες, με παρεμβάσεις και μηνύματα υποστήριξης από στελέχη
του Δημοκρατικού Κόμματος, μεταξύ των οποίων ο Τιμ Βαλς και ο Μπέρνι Σάντερς.
Ο Σάντερς, ανεξάρτητος αριστερός συνεργαζόμενος με τους Δημοκρατικούς,
ήταν από εκείνους που χρωμάτισαν με πιο κόκκινα χρώματα τη σύνοδο. Δεν
είχε τον χώρο που δόθηκε σε πρωθυπουργούς αλλά δήλωσε με έμφαση πως η
Αριστερά πρέπει να ασχοληθεί άμεσα με τις ανισότητες, το κόστος ζωής,
την πρόσβαση στην υγεία και τα κοινωνικά αγαθά και έδωσε έμφαση στη
σημασία οργάνωσης από τα κάτω και της κινητοποίησης κοινωνικών δυνάμεων
κάνοντας σαφές πως η αλλαγή δεν είναι θέμα μόνο κυβερνητικών
συμφωνιών.
Ο γερουσιαστής Κρις Μέρφυ, επισήμανε ότι οι τακτικές
που χρησιμοποιούν τα δεξιά κινήματα παρουσιάζουν ομοιότητες σε
διαφορετικές χώρες, γεγονός που καθιστά αναγκαία την ανταλλαγή εμπειριών
και στρατηγικών μεταξύ προοδευτικών δυνάμεων.
Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις και προτεραιότητες, το κοινό νήμα
της συνόδου ήταν η αναζήτηση ενός νέου αφηγήματος που θα μπορεί να
ανταγωνιστεί αποτελεσματικά τον λόγο της Δεξιάς. Η πρόκληση για την
Αριστερά, όπως αναδείχθηκε στις εργασίες της συνάντησης, δεν
περιορίζεται μόνο στην ιδεολογική αντιπαράθεση, αλλά επεκτείνεται στη
διαμόρφωση συγκεκριμένων πολιτικών προτάσεων που θα ανταποκρίνονται στις
ανάγκες των πολιτών σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης οικονομικής και
κοινωνικής αβεβαιότητας.
Σημαντικά γεγονότα στο περιθώριο της Συνόδου
Δεν διέφυγαν από την προσοχή των δημοσιογράφων όμως επίσης, σημαντικά
πολιτικά γεγονότα με αφορμή τη σύνοδο. συνέβαλε στη βελτίωση των
σχέσεων Ισπανίας – Μεξικού.
Το ταξίδι της προέδρου του Μεξικού Κλαούντια Σέινμπαουμ Πάρδο
στην Ισπανία, σηματοδοτεί μια χαλάρωση των σχέσεων που είχαν
προηγουμένως ενταθεί και αποτελεί την πρώτη επίσκεψη προέδρου από το
Μεξικό στην Ισπανία από την άνοδο στην εξουσία του κυβερνώντος κόμματος
Μορένα το 2018.
Οι σχέσεις είχαν επιδεινωθεί όταν ο μέντορας και προκάτοχος της,
Αντρές Μανουέλ Λόπεζ Ομπραδόρ, το 2019 είχε ζητήσει να ακούσει μια
συγγνώμη για τις καταχρήσεις που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια της
ισπανικής αποικιοκρατίας στο Μεξικό, ένα αίτημα που δεν ικανοποιήθηκε
τότε.
«Έχει ήδη σημειωθεί μια προσέγγιση πάνω στο αίτημα τόσο από τον
Ισπανό πρόεδρο όσο και από τον ίδιο τον βασιλιά, κάτι που
αναγνωρίζουμε», δήλωσε η Σέινμπαουμ στους δημοσιογράφους καθώς έφευγε
από τη σύνοδο, σημειώνοντας ότι εξακολουθεί να υπογραμμίζει τη στάση του
Μεξικού σχετικά με τη σημασία της αναγνώρισης των παραβιάσεων που
διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια της αποικιοκρατίας στη Λατινική Αμερική,
κατά τη συνάντησή της με τον Σάντσεζ.
Είπε επίσης ότι είχε προσκαλέσει τον Σάντσεθ να παραστεί στην πέμπτη
διοργάνωση της συνόδου κορυφής, η οποία θα πραγματοποιηθεί στο Μεξικό το
επόμενο έτος.
Στην εσωτερική πολιτική σκηνή της Ισπανίας, ο εγχώριος τύπος σήμερα
σχολιάζει, πόσο ενίσχυσε την εικόνα του Σάντσεθ η σύνοδος και η έλευση
τόσων προσωπικοτήτων για την υπεράσπιση της δημοκρατίας. Η δράση του
Ισπανού προέδρου διαψεύδει όσους-ες υποστηρίζουν ότι η Ισπανία είναι
απομονωμένη εξαιτίας των επιλογών Σάντσεθ, ο οποίος ξεκινά την περιοδεία
του στην Ανδαλουσία με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.