1. Ο ΤΡΑΜΠ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ2. Ο ΤΡΑΜΠ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ
Ανάρτηση από τον προσωπικό Ιστότοπο του Τραμπ, truthsocial.com, με την οποία δείχνει πώς σκοπεύει , στα επόμενα δύο χρόνια της θητείας του, να αντιμετωπίζει τις απορρίψεις εκ μέρους των Δημοκρατικών των διαταγμάτων του και των Νόμων προς ψήφιση της κυβέρνησής του. Δηλαδή με Βέτο!
Αντιλαμβάνεστε τι σκηνές απείρου κάλλους θα δούμε να εκτυλίσσονται στα δύο Σώματα (Γερουσία και Βουλή) αλλά και στο Οβάλ Γραφείο.
Το νέο βιβλίο του Ομότιμου Καθηγητή Εγκληματολογίας ΕΚΠΑ Γιάννη Πανούση, Εγχειρίδιον για συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας (Κύφαντα, 2026) επιστρέφει στο πεδίο που ο ίδιος υπηρετεί συστηματικά: εκεί όπου η αστυνομική μυθοπλασία συναντιέται με την Εγκληματολογία, την κοινωνική ηθική και τα διλήμματα της δικαιοσύνης. Ο Γιάννης Πανούσης διαθέτει δυνατή πένα και πολλές ιδιότητες: ως πανεπιστημιακός και εγκληματολόγος προσεγγίζει το έγκλημα, τη δικαιοσύνη και την κοινωνία με αναλυτική ακρίβεια, ενώ ως συγγραφέας και ποιητής φωτίζει τις υπαρξιακές, ηθικές και ανθρώπινες διαστάσεις τους. Το έργο του κινείται ανάμεσα στη γνώση και τη φαντασία, στην επιστήμη και την τέχνη.
Το «Εγχειρίδιον» πρώτα εξετάζει γιατί γράφουμε και γιατί διαβάζουμε αστυνομική λογοτεχνία, συνδέοντας το είδος με την ηθική, την Εγκληματολογία, τη βία, την ενοχή και την κοινωνική πραγματικότητα. Στη συνέχεια στρέφεται στον συγγραφέα, στις φιλοδοξίες, τις παγίδες, τις τεχνικές της αστυνομικής γραφής, ενώ στο τελευταίο μέρος αναλύει τα αρχετυπικά μοτίβα του είδους, από τον φόνο και τον δράστη έως τον μύθο, την τραγωδία, την κάθαρση και την αναζήτηση της αλήθειας. To «Εγχειρίδιον» δεν είναι μόνο οδηγός συγγραφής όπως δηλώνει ο τίτλος, αλλά και δοκίμιο για τη σχέση της αστυνομικής μυθοπλασίας με την κοινωνία, τη δικαιοσύνη και τα σκοτεινά όρια της ανθρώπινης πράξης.
Με αφορμή το νέο βιβλίο συνομιλήσαμε με τον Γιάννη Πανούση για τα όρια της λογοτεχνικής αναπαράστασης του εγκλήματος, τη σχέση συγγραφέα και δράστη, αλλά και την ευθύνη της αφήγησης και τις σύγχρονες προκλήσεις γύρω από την έμφυλη βία και την πολιτική ορθότητα – τα πεδία στα οποία έχουμε συμφωνήσει ότι …διαφωνούμε.
Στο υπόβαθρο αυτής της συζήτησης βρίσκεται η μορφή του καλλιτέχνη-επιστήμονα, όπως την περιγράφει ο Joseph Campbell μέσα από τον μύθο του Δαιδάλου: μια μορφή που κινείται πέρα από τα συνήθη όρια της κοινωνικής κρίσης και παραμένει αφοσιωμένη «όχι στην ηθική της εποχής του, αλλά στην ηθική της τέχνης του». Ο Δαίδαλος, γράφει ο Campbell, είναι «ο ήρωας της οδού της σκέψης», εκείνος που πιστεύει ότι η αλήθεια, όπως την ανακαλύπτει, μπορεί να μας ελευθερώσει. Και στον λαβύρινθο αυτόν, όπου νομίζουμε ότι θα συναντήσουμε το τέρας, ίσως τελικά συναντούμε έναν θεό· όπου νομίζουμε ότι θα σκοτώσουμε κάποιον άλλον, ίσως σκοτώνουμε τον ίδιο μας τον εαυτό· και όπου νομίζουμε ότι ταξιδεύουμε προς τα έξω, φτάνουμε στο κέντρο της ίδιας μας της ύπαρξης (Campbell, 2020, p. 40).
Υπάρχει ουσιαστική αναλογία ανάμεσα στην/στον εγκληματολόγο-επιστήμονα και στην/ον συγγραφέα-καλλιτέχνη ως προς την αναζήτηση, την ερμηνεία και την αναπαράσταση της αλήθειας;
Ο εγκληματολόγος, ως επιστήμων, οφείλει ν’ ακολουθεί πιστά τις αρχές της μεθοδολογίας του κλάδου και, όποια ερμηνευτική θεωρία κι αν εφαρμόζει, να μην εκφεύγει των κανόνων, των όρων και των ορίων των εν γένει ποινικών και εγκληματολογικών επιστημών.
Άρα δεν ‘αναπαριστά’ την αλήθεια του εγκλήματος, του εγκληματία ή του θύματος, αλλά επιχειρεί να εντοπίσει το iter criminis, δηλαδή την κοινωνικοψυχολογική πορεία της ωρίμανσης της εγκληματογένεσης, με διανοητικά, εμπειρικά κι ερευνητικά εργαλεία, ώστε να κατανοήσει το βαθύτερο ‘γιατί;’ και να προτείνει μία ανθρωπιστική ορθολογική αντεγκληματική πολιτική.
Αντίθετα, ο συγγραφέας είναι πιο ‘ελεύθερος’ στην περι-γραφή και τις αναπαραστάσεις του εγκλήματος, όπου -ποιητική αδεία- δημιουργεί πολλές φορές ‘προσομοιώσεις’ πραγματικής ζωής, σχέσεων, καταστάσεων ή και εξηγήσεων. Δεν υποχρεούται ν’ ακολουθεί σχολαστικά το γράμμα του νόμου, ακόμα κι αν έχει υιοθετήσει την procedural εκδοχή, γιατί το βάρος πέφτει στην ατμόσφαιρα μυστηρίου και στο γρίφο κι όχι στις strictο sensu διαδικασίες.
Ποιές θα μπορούσαν να είναι οι βασικές αρχές μιας «Εγκληματολογίας της αφήγησης» και θα είχαν ίσως εφαρμογή (και) στα ΜΜΕ;
Η εγκληματική πραγματικότητα συνοδεύεται από τη μιντιακή αναπαράστασή της. Τα ΜΜΕ διαμεσολαβούν και μέσω των εικόνων κατασκευάζουν «αλήθειες» και επιχειρούν να επηρεάσουν μια κοινή γνώμη, που αν και υποψιάζεται τις προθέσεις και τα κίνητρα, συχνά παρασύρεται και πιστεύει τις διοχετευόμενες πληροφορίες. Αυτά τα εγκληματογενή και εγκληματογόνα μηνύματα διαπλάθουν μια ψευδή συνείδηση και εντέλει μια ψευδή συναίνεση. Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις του εγκλήματος και του εγκληματία μπορούν να καταστούν διαλυτικές της κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης.
Τα ερωτήματα πολλά.
Μέσω των αναπαραστάσεων αξιολογούμε την εγκληματικότητα και μέσω των στερεοτύπων ερμηνεύουμε τις εγκληματολογικές στατιστικές;
Πώς είναι δυνατό το «μεγάλο κοινό» να συναινεί όταν συγκροτείται από ομάδες και άτομα διαφορετικών αντιλήψεων;
Μήπως πρόκειται για μια «νοητική» ή πολιτική ή κοινωνική ή μιντιακή κατασκευή που δεν προδικάζει ούτε μπορεί να προβλέψει τις στάσεις της «κοινής γνώμης»;
Οι «εικόνες στο κεφάλι μας» (pictures in our heads), δηλαδή τα στερεότυπα του φόβου, της ανασφάλειας, της διαφοράς, βασίζονται κυρίως στο πραγματικό· με συνέπεια το υπερ-πραγματικό να οδηγεί σε παραμορφώσεις και σε «δουλείες». Ο πλασμένος, όχι «κατ’ εικόνα», αλλά από την εικόνα τηλεθεατής, αποπληροφορείται μέσω της υπερπληροφόρησης και αποπροσανατολίζεται μέσω των κοινωνικών δημοσκοπήσεων. Η «διαμεσολαβημένη αλήθεια» στοχεύει στη δημιουργία τηλε-κατευθυνόμενων πολιτών. Η προκατασκευασμένη κοινωνία (της κοινής γνώμης) «χωνεύει» τα μετακατασκευασμένα μηνύματα των ΜΜΕ μέσα σε μια συνένοχη αναζήτηση ομοφωνίας και πίεση για συμμόρφωση. Ο δημόσιος χώρος των ΜΜΕ κατασκευάζει (ψευδαισθήσεις) και κατασκευάζεται (από ειδωλολάτρες) στη λογική δραματο-ειδησεογραφικού προτύπου. Η αναπαράσταση αντανακλά τις συλλογικές προκαταλήψεις μας και αναπαράγει τις κοινωνικές μας συμπεριφορές. Η κοινωνική πραγματικότητα του εγκλήματος (κοινωνικές συγκρούσεις, ταξικά συμφέροντα κ.λπ.) υποχωρεί προ μιας διαμεσολαβημένης και αλλοτριωμένης κοινωνικής συνείδησης.
Τα Media λειτουργούν ως «μηχανική πραγματικότητα» (Reality engineering) και τα κοινωνικά μηνύματα, τα οποία εκπέμπουν μέσω των αναπαραστάσεων του εγκλήματος, ενώ (μοιάζει να) προβάλλουν συγκρούσεις (παρέκκλιση), στην πραγματικότητα θωρακίζουν τη συναίνεση. Θεωρητικά, απέναντι στα Media η κοινή γνώμη άλλοτε συμφωνεί (consensus), άλλοτε διαφωνεί με παραλλαγές (dissensus), άλλοτε συγκρούεται (conflict) κι άλλοτε δεν σχηματοποιείται ως όλον, αλλά εκφράζεται μέσω ατομικών θέσεων (asensus). Στην πράξη όμως, μέσω των εικόνων των Media, διαμορφώνονται γενικές απόψεις για το έγκλημα, στερεότυπα, ετικέτες και μέσω του κοινωνικού ελέγχου εξατομικεύεται η πειθαρχοποίηση των παρεκκλινόντων.
Στην αναπαράσταση το πραγματικό αντικείμενο απουσιάζει και υποκαθίσταται από την εικόνα ενός άλλου ή ανάλογου αντικειμένου που προκαλεί έντονα συναισθήματα.
Φοβάμαι ότι πολλές φορές οι συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας παίζουν αυτό το ρόλο του ‘διακινητή στερεοτύπων’ ή πέφτουν [από αφέλεια;] σε τέτοιες παγίδες παραγωγής ομοιωμάτων πραγματικότητας.
Εκεί εντοπίζω τον κρίσιμο ρόλο του εγκληματολόγου.
Μέσα από την Εγκληματολογία της αφήγησης να μην αφήσει το συγγραφέα να παρασυρθεί από κατασκευασμένες αλήθειες ή από βιωματικά τραύματα [απομακρυνόμενος από τα πορίσματα των επιστημών] και μέσα από την επιστημονικοποίηση της newsmaking Criminology (Εγκληματολογία της Ειδησεογραφίας) να μην αφήσει την κοινή γνώμη όμηρο κι έρμαιο των τηλεδικών και του κιτρινισμού των πλασματικών εντυπώσεων.
Μπορεί η αφήγηση να συμβάλει στην επανένταξη ή τη λύτρωση του δράστη, σύμφωνα με τη λογική της narrative criminology και του “redemption script” του Shadd Maruna;
Αν και είμαι υπέρμαχος κάθε μεθόδου ή τρόπου που θα μπορούσε να συμβάλλει στην επανένταξη του ανθρώπου που εγκληματεί [ως δικαίωμα-ομπρέλα που εμπεριέχει όλα τα άλλα δικαιώματα του κρατούμενου], αν και θα ήθελα η λογοτεχνία των απομνημονευμάτων παλαιών εγκλείστων [π.χ ξένοι Ντοστογιέφσκι, Ζαν Ζενέ, Ντε Σαντ, και Έλληνες Κ.Σαμαράς, Γ.Παπαδόπουλος, Β.Ρωχάμης κ.ά] να επηρεάζουν τον σωφρονιστικό νομοθέτη, δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος ως προς την αποτελεσματικότητα των σχετικών αφηγημάτων [συχνά χριστιανικού ή ηθικοπλαστικού χαρακτήρα].
Πολύ δύσκολα γινόμαστε ‘καλύτεροι άνθρωποι’ [είτε είμαστε νομοταγείς, είτε παραβατικοί], επειδή μας ενθουσίασε ένα βιβλίο, μία ταινία, μία συζήτηση. Μια τέτοια ‘ανα-μορφωτική κι ανα-πλαστική’ λειτουργία μπορεί ίσως να ωφελήσει κάποιον ειδικά, αλλά δεν μπορεί να ενταχθεί σε μία θεωρία γενικής ισχύος.
Ασχολείται το αστυνομικό μυθιστόρημα με τον πραγματικό εγκληματία ως σύνθετο ανθρώπινο υποκείμενο ή συχνά αναπαράγει στερεότυπες εικόνες «κατώτερων», περιθωριακών ή προδιαγεγραμμένα ενόχων ανθρώπων;
Εξαρτάται από τις υπερκείμενες της γραφής [ηθικές, κοινωνικές, πολιτικές] αναφορές του συγγραφέα κι από το στόχο του στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα.
Βρίσκω στερεοτυπικό και ‘βολικό’ το να παρουσιάζονται ΠΑΝΤΟΤΕ οι πλούσιοι /υπερενταγμένοι ως καλοπροαίρετοι και οι περιθωριακοί/αποτυχόντες ως κακόβουλοι. Το ίδιο όμως ισχύει με το μοτίβο οι ισχυροί [πολιτικοί] και οι θεσμοί [αστυνόμοι, δικαστές] να είναι ΠΑΝΤΟΤΕ οι ένοχοι και οι λοιποί [των παρανόμων συμπεριλαμβανομένων] να είναι ΠΑΝΤΟΤΕ οι αθώοι.
Οι σκληροί λευκοί εναντίον των ανυπεράσπιστων έγχρωμων (sic), οι βίαιοι άντρες εναντίον των θυματοποιημένων γυναικών, τα κράτη-δολοφόνοι εναντίον των αγαθών κοινοτήτων/μειονοτήτων έχουν πολυπαιχτεί ως σενάρια κι έχουν κουράσει.
Η πραγματική ζωή έχει κι άλλες ενδιαφέρουσες πλευρές που αξίζει να φωτίσει η αστυνομική λογοτεχνία.
Με αφορμή την κριτική σας στην «ψευτο-ηθική των politically correct αντιλήψεων» και στην «κουλτούρα της ακύρωσης» πότε η κριτική που αποκαλείται “politically correct” ή “cancel culture” λειτουργεί πράγματι ως λογοκρισία και πότε ως αναγκαία διεκδίκηση ορατότητας, σεβασμού και μη κακοποιητικής γλώσσας;
Αυτή η αναγκαία λεπτή γραμμή ίσως ν’ ανακαλυφθεί στο μέλλον. Σήμερα όμως ζούμε σε μία κατά-σταση [αντ-εκδίκησης, αντ-επίθεσης ή συμψηφισμού;] γενικής επιβολής του ενός έννομου αγαθού [ισοφάνεια, συμπερίληψη] πάνω στο άλλο [ελευθερία έκφρασης], ενώ –κατά τη γνώμη μου– κάθε περίπτωση πρέπει στη λογοτεχνία να κρίνεται/σταθμίζεται ξεχωριστά και ad hoc.
Ο φόβος του εκδότη και του συγγραφέα ότι το έργο μπορεί να γίνει αντικείμενο μονόπλευρης κριτικής και μιντιακής διαπόμπευσης από οργανωμένες ομάδες πίεσης, τους οδηγεί σε αυτοπεριορισμούς κι αυτολογοκρισία, που σε μεγάλο βαθμό αφαιρούν τη λογοτεχνική αξία ή την πρωτοτυπία της έμπνευσης.
Ελπίζω όλος αυτός ο αχός να μην καταλήξει σε σύγχρονο index librorum prohibitorum.
Δεν υπάρχει ‘κακοποιητική γλώσσα’ στη λογοτεχνία. Υπάρχει κακή λογοτεχνία και κακογραμμένα μανιφέστα προπαγάνδας [ένθεν/κακείθεν], εκδιδόμενα υπό το πρόσχημα της λογοτεχνικής απόδοσης των ‘διαφορετικοτήτων’.
Αναφέρεστε σε θεματικές όπως η γυναικοκτονία, ο βιασμός, η σεξουαλική εκμετάλλευση, η κακοποίηση παιδιών και η βία, ενώ επισημαίνετε ότι το αστυνομικό μυθιστόρημα δεν κινείται πάντοτε έξω από τη μισαλλοδοξία, τις προκαταλήψεις και τα στερεότυπα. Με βάση αυτά, μπορεί το αστυνομικό μυθιστόρημα να παραμένει σκοτεινό, σκληρό και δραματικά αποτελεσματικό χωρίς να γίνεται κακοποιητικό απέναντι στις ευάλωτες ομάδες που αναπαριστά;
Όπως είπα και προηγουμένως δεν υπάρχει ‘κακοποιητική γλώσσα’ στη λογοτεχνία. Τα κακά στερεότυπα δεν παράγουν πάντοτε καλά αντι-στερεότυπα [ως αντεστραμμένα είδωλα παλαιών προκαταλήψεων,σελ.63]. Άλλωστε τα αντι-στερεότυπα είναι συνήθως ‘στερεοτυπικά’ και πολλές φορές λειτουργούν πιο διχαστικά από τα παλιά στερεότυπα που θέλουν να κατα-δικάσουν [περισσότερα στο βιβλίο του Πασκάλ Μπρυκνέρ, Ένας σχεδόν τέλειος ένοχος].
Αν από τη μία θέλουμε το αστυνομικό μυθιστόρημα να είναι ‘κοινωνικό’ κι από την άλλη να περιγράφει το ‘αντικοινωνικό ή ακοινωνικό’ μέρος της ζωής κατά τη βούληση κάποιων ομάδων, αν πρέπει όλοι οι δράστες τέτοιων εγκλημάτων να είναι ‘τέρατα’ και όλοι οι άλλοι αθώοι, αναρωτιέμαι πόσο συμβατές είναι αυτές οι αντιλήψεις με την [εγκληματική/ποινική ] πραγματικότητα και με τις επιστημονικές έρευνες των εγκληματολόγων.
Δεν μπορεί η Θυματολογία, από τη φύση της ‘συντηρητική’ να κατισχύει της Εγκληματολογίας, που είναι από τη φύση της φιλελεύθερη.
Ακραία μορφή αυτής της αντίληψης θα ήταν η επαναφορά της ποινής του θανάτου για τέτοιου είδους εγκληματίες. Ελπίζω να μη φτάσουν ως εκεί οι κραυγές μίσους ορισμένων.
Στη σελ. 83, όπου αναφέρεστε στα «θύματα-ήρωες», προκύπτει το ερώτημα: Ποιός έχει τελικά το δικαίωμα να αφηγηθεί την εμπειρία του θύματος: ο συγγραφέας-αφηγητής, ο δράστης, ο ντετέκτιβ, η κοινότητα ή το ίδιο το θύμα-ρόλος μέσα στην αφήγηση;
Νομίζω ότι ο κύριος λόγος πέφτει στη βίωση του εγκλήματος από το θύμα. Το ίδιο όμως ενδιαφέρει και η βίωση από το δράστη. Πρέπει και οι δύο ν’αφηγηθούν ‘τις αλήθειές τους’ για να μπορέσουν οι θεσμοί, οι ειδικοί και οι συγγραφείς να βρουν ψήγματα της ουσιαστικής [υπαρξιακής;] Αλήθειας, η οποία θα θεμελιώσει την ποινή, την ερμηνεία και την αναπαράσταση.
Οι υπόλοιποι [κοινή γνώμη κλπ] εκ των υστέρων κι εκ του ασφαλούς ή θα προσχωρήσουν στη σπειροειδή γραμμή της σιωπής [συντασσόμενοι με την πλειοψηφούσα εκδοχή] ή θα ζητήσουν περισσότερη καταστολή.
Και στις δυο περιπτώσεις, ούτε θα κατανοήσουν το έγκλημα, ούτε ποτέ θα συγχωρέσουν τον εγκληματία [ανακυκλώνοντας το κοινωνικό μίσος].
Ο δημοσιογράφος Μάικλ Γουόρντ περιμένει την ευκαιρία να πάρει δική του στήλη στην εφημερίδα και να αρχίσει να χτίζει την καριέρα του. Η τύχη του "χαμογελά" όταν ένα βράδυ στο καφενείο απέναντι από το σπίτι του, βρίσκει τον καφετζή νεκρό και ένα νεαρό να φεύγει τρέχοντας από τον τόπο του εγκλήματος.
Όπως ήταν φυσικό η εφημερίδα του αναθέτει το ρεπορτάζ και ο Μάικλ πετάει στα ουράνια. Τώρα θα φτιάξει τη ζωή του, θα παντρευτεί την αγαπημένη του και θα μετακομίσει από το άθλιο δωματιάκι που ζει ως εργένης.
Όταν όμως μετά από μια δίκη-παρωδία ο νεαρός εγκληματίας καταδικάζεται σε θάνατο, η ζωή του Μάικλ αρχίζει να σκοτεινιάζει από τις τύψεις που του κατατρώνε το μυαλό. Και αυτό είναι μόνο η αρχή.
Η πρώτη από τις τρεις ταινίες του Λετονού σεναριογράφου και σκηνοθέτη Μπορίς Ίνγκστερ, παρά το γεγονός ότι είναι ένα πρωτόλειο χαμηλού προϋπολογισμού, έμελλε να αποτελέσει την απαρχή ενός ολόκληρου είδους. Θεωρείται το πρώτο φιλμ νουάρ στην ιστορία του κινηματογράφου, αν και κάποιοι διαφωνούν με αυτή την άποψη.
Όπως και να έχει, ο ξένος του τρίτου ορόφου είναι ένα πανέμορφο, έξυπνο, πρωτότυπο και καλογραμμένο νουάρ, σαφώς επηρεασμένο από τον Γερμανικό εξπρεσιονισμό, με πολύ καλό ρυθμό και εξαιρετική φωτογραφία. Η σεκάνς του εφιάλτη είναι κατά την άποψή μου υποδειγματική.
Μεγάλο ατού της ταινίας είναι και οι άριστα αναπτυγμένοι χαρακτήρες της ιστορίας:
Από τον πρωταγωνιστή (που μακάρι ο ηθοποιός να διέθετε την απαιτούμενη εσωτερικότητα για το ρόλο), μέχρι τον κυνικό ηλικιωμένο δημοσιογράφο που κάθε του κουβέντα κρύβει και μια πικρή αλήθεια, από την ατρόμητη κοπέλα που βάζει τη ζωή της σε κίνδυνο για να σώσει τον αγαπημένο της, μέχρι τον εκνευριστικά αδιάφορο δικαστή, τον κακομοίρη "εγκληματία" και τους φρικτούς γείτονες του δημοσιογράφου, όλοι είναι άψογοι.
Το αποκορύφωμα όμως είναι ο απίθανος Πίτερ Λόρι με τα γουρλωτά του μάτια, που δίνει στον ρόλο του αγνώστου την προσωπική του ιδιαιτερότητα και φτιάχνει έναν εξωτερικά μειλίχιο-εσωτερικά σατανικό διαταραγμένο χαρακτήρα, από εκείνους που δεν θέλεις ποτέ να συναντήσεις στη ζωή σου.
Σε αυτό το βίντεο, εξερευνούμε 11 από τους κορυφαίους σύγχρονους καλλιτέχνες τοπίου, που εργάζονται και κυριαρχούν στην παγκόσμια καλλιτεχνική σκηνή σήμερα. Από καταξιωμένους εν ζωή δασκάλους, όπως ο Peter Doig και ο Anselm Kiefer, μέχρι αξιοσημείωτες σύγχρονες φωνές σε όλο τον κόσμο, ανακαλύψτε πώς αυτοί οι ζωγράφοι επαναπροσδιορίζουν την τέχνη του τοπίου μέσα από ονειρικά περιβάλλοντα, πλούσιες υφές, ζωντανά χρώματα και έντονη φαντασία.
Είτε είστε καλλιτέχνης που αναζητά έμπνευση, συλλέκτης έργων τέχνης που παρακολουθεί τις τάσεις της αγοράς, είτε λάτρης της τέχνης που θέλει να ανακαλύψει τα κορυφαία ταλέντα του σήμερα, αυτός ο οδηγός αναλύει το μοναδικό στιλ, τη δημιουργική προσέγγιση και την καλλιτεχνική φιλοσοφία κάθε ζωγράφου.
00:00 - Introduction 00:49 - Peter Doig (Scotland / Trinidad) 02:48 - Daniel Heidkamp (USA) 04:33 - Shara Hughes (USA) 06:15 - Anselm Kiefer (Germany) 07:57 - George Shaw (UK) 09:46 - Jori Poutanen (Finland / Australia) 11:17 - Katie Leavey (Australia) 12:48 - Sushree Sahu & Jay Laurence (Australia) 14:39 - Marie Riordan (Australia) 16:18 - Amaria Stark (Australia)
Αυτή η ανακυκλούμενη ιστορία ότι ο Τσίπραςμε τις αλλαγές στους Ποινικούς Κώδικες λίγο πριν από τις εκλογές του 2019 επιχείρησε «να εξαργυρώσει γραμμάτια» έχει αρχίσει να κουράζει. Την επανέλαβε σήμερα ο Κ. Μητσοτάκης στη συνέντευξη στον ALPHA, ενώ πριν λίγους μήνες την είχε ξαναβγάλει στην κυκλοφορία ο Άδωνις Γεωργιάδης.
Τα ερωτήματα είναι απλά: Υπάρχουν ονόματα, ποιους εννοούν, γιατί (αν υπάρχουν στοιχεία) δεν μιλούν συγκεκριμένα; Ποιος (ή ποιοι) επωφελήθηκαν από τις αλλαγές στους Ποινικούς Κώδικες του Τσίπρα το 2019;
Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ.
Γιατί αυτή η κατάχρηση των υπονοουμένων από το 2019 μέχρι σήμερα, εκτός από κουραστική, έχει καταντήσει και ύποπτη. Φοβάται κάτι η κυβέρνηση και δεν προχωρά σε συγκεκριμένη ονοματολογία ή όλα αυτά τα υπονοούμενα απλώς συγκροτούν έναν «αστικό μύθο» χωρίς ουσία και περιεχόμενο;
Όσο δεν δίνονται απαντήσεις, η κοινή γνώμη κλίνει προς την εκδοχή του «αστικού μύθου» και η κυβέρνηση μένει εκτεθειμένη για παραπλάνηση και «σπέκουλα».
Η πρόκληση για τον Κ. Μητσοτάκη και τους «λαλίστατους» υπουργούς του είναι ανοιχτή.
Μέσα από τα μάτια και τις σκέψεις μιας γυναίκας επιτελείται ένα διπλό έργο: αφενός το ζωντάνεμα μιας εποχής, αφετέρου η καταγραφή της δύναμης της γυναίκας, η οποία, παρά τον μικρό ρόλο που της επιτρέπουν να έχει, βλέπει τα πράγματα με μια διορατικότητα που συνδέει τη σοφία με την ευαισθησία
Αννα Γρίβα. Η αλχημίστρια. Ιστορικό μυθιστόρημα. Σελ. 168. Μελάνι, 2026 (φωτ. Dirk Skiba)Η Άννα Γρίβα, βαθιά γνώστρια της εποχής λόγω των σπουδών της, μας μεταφέρει στη θαυμαστή εποχή της ιταλικής Ύστερης Αναγέννησης
Το νέο ιστορικό μυθιστόρημα της Αννας Γρίβα εκτυλίσσεται στο υπό ισπανική κατοχή Παλέρμο της Σικελίας περί το 1630. Η Σικελία, σταυροδρόμι πολιτισμών λόγω της στρατηγικής της θέσης στη Μεσόγειο, φέρει τα ίχνη από το πέρασμα πολλών λαών, Φοινίκων, Ελλήνων, Ρωμαίων, Αράβων, Νορμανδών, Ισπανών, Γάλλων, γεγονός που γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στο Παλέρμο.
Την εποχή κατά την οποία διαδραματίζεται η πλοκή, μετά τη Μεταρρύθμιση και την Αντιμεταρρύθμιση, η Ιερά Εξέταση, βασικό εργαλείο της τελευταίας, αποκτά στα ισπανικά χέρια μια δύναμη στα όρια του τρόμου. Χαρακτηριστικό είναι το Palazzo Chiaramonte-Lo Steri, έδρα της Ιεράς Εξέτασης στο Παλέρμο. Οπως αναφέρει η συγγραφέας στο επίμετρο, επισκέφθηκε το κτίριο στο πλαίσιο της έρευνάς της, καταγράφοντας σχέδια, ζωγραφιές και προσευχές καταδικασμένων που άφησαν τα ίχνη τους λίγο πριν από το τέλος τους.
Η πρωταγωνίστρια του βιβλίου, η Τζούλια, είναι κόρη και εγγονή γυναικών που ήταν φαρμακεύτριες, ένα άλλο όνομα για τους αλχημιστές, καθώς αλχημεία και ιατρική είχαν πλέον συνδεθεί στενά. Οι γονείς της ήταν γνώστες της τέχνης αυτής, η οποία βασιζόταν κυρίως στον σωστό χειρισμό της φωτιάς, μια πρακτική που ανάγεται λατρευτικά στον Ζωροάστρη. Η Σοφία Ρομάνο, μητέρα της Τζούλια, κατηγορήθηκε για μαγεία και οδηγήθηκε στην πυρά, ενώ η ίδια μετά τον τραγικό θάνατο της μητέρας της αμφισβητεί τη χρησιμότητα της τέχνης της και αναζητεί εκ νέου το νόημα της ζωής και των μυστικών τεχνών. Ετσι φτάνει η Τζούλια σε βάθη στα οποία δεν είχαν φτάσει οι πρόγονοί της, ώστε να γίνει εντέλει μια πραγματική αλχημίστρια της ζωής, όπως υπονοεί, κατά τη γνώμη μου, και ο τίτλος του βιβλίου.
Όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα περιβάλλον όπου η ισπανική κυριαρχία έχει γίνει ανυπόφορη για τους ντόπιους κατοίκους. Η Φεντερίκα, στενή φίλη της Σοφίας Ρομάνο και προστάτιδα της Τζούλια μετά την καταδίκη της μητέρας της, δυσκολεύεται να κατανοήσει την ελευθεριακότητα της Μαρίας, στενής φίλης της Τζούλια και κόρης του Ισπανού αξιωματούχου δον Χουάν Γκαρθία. Αντίθετα, μέσα από τη ζωή και τις πράξεις της Μαρίας, η Τζούλια κατανοεί καλύτερα τον εαυτό της και την πνευματική της κληρονομιά. Ο μυστικός γάμος της Μαρίας με τον Αντόνιο, ανιψιό του σιδερά Τζοβάνι και της Νούντσια, μεταφέρει τη δράση από το Παλέρμο στη Ρώμη. Εκεί η Τζούλια μαθαίνει από τη Νούντσια για τον Τζορντάνο Μπρούνο, ο οποίος είχε καεί στην πυρά στο Κάμπο ντε Φιόρι λόγω των επαναστατικών ιδεών του περί ενός απείρου χωρίς κέντρο σύμπαντος, και αντιλαμβάνεται τη μακρά ιστορία διωγμού της γνώσης, που είχε ξεκινήσει από την Υπατία και έφτανε μέχρι την εποχή της, με την καταδίκη του Γαλιλαίου ως υποστηρικτή του ηλιοκεντρικού συστήματος.
Δεν είναι όμως μόνον η επιστήμη που σκιαγραφείται παραστατικά στο βιβλίο. Σημαντική θέση κατέχει και η τέχνη μέσα από την παρουσία της Αρτεμίζια Τζεντιλέσκι, της πρώτης γυναίκας που έγινε δεκτή στην Ακαδημία των Τεχνών του Σχεδίου της Φλωρεντίας, την οποία συναντά η Τζούλια στο εργαστήριο του Γκαμπριέλε, του αινιγματικού εντέλει έρωτα της πρωταγωνίστριας.Artemisia Gentileschi, Mary Magdalene in Ecstasy, λάδι σε καμβά, 31 x 41 in., Βενετία, Fondazione Musei Civici, Palazzo Ducale, με μακροπρόθεσμο δανεισμό από ιδιωτική συλλογή.
Η συγγραφέας, βαθιά γνώστρια της εποχής λόγω των σπουδών της, μας μεταφέρει, στο πλαίσιο αυτού του ιστορικού μυθιστορήματος, στη θαυμαστή εποχή της ιταλικής Ύστερης Αναγέννησης μέσα από τα μάτια και τις σκέψεις μιας γυναίκας και έτσι επιτελεί ένα διπλό έργο: αφενός το ζωντάνεμα μιας εποχής που έχει ελάχιστα αναδειχτεί στη χώρα μας, αφετέρου την καταγραφή της δύναμης της γυναίκας, η οποία, παρά τον μικρό ρόλο που της επιτρέπουν να έχει, βλέπει τα πράγματα με μια διορατικότητα που συνδέει τη σοφία με την ευαισθησία. Η Τζούλια και η Μαρία βλέπουν και ενεργούν όπως δεν θα τολμούσαν ή δεν θα μπορούσαν να το κάνουν οι άντρες της εποχής τους.
*Καθηγητής Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης, ΠΑΔΑ
Τα επεισόδια στη Θεσσαλονίκη που προκάλεσαν οι διατεταγμένες αστυνομικές δυνάμεις του κ. Χρυσοχοΐδη για να τιμήσουν τη συγκέντρωση Κασιδιάρη προκάλεσαν τις εύλογες αντιδράσεις της δημοκρατικής αντιπολίτευσης. Πολλοί θυμήθηκαν τη σκοτεινή περίοδο μετά το 1998 (απόπειρα δολοφονίας του Δημήτρη Κουσουρή και των συντρόφων του) και κυρίως την εποχή της μαζικοποίησης (2010-2013), όταν η Χρυσή Αυγή είχε εξασφαλίσει ακόμα και την ψήφο της πλειοψηφίας των μελών των «ειδικών δυνάμεων» της ΕΛΑΣ. Εκείνα τα χρόνια της κρίσης η ναζιστική οργάνωση κατόρθωσε από παρακολούθημα και συνεργός της δράσης των ΜΑΤ να αναδειχθεί σε οργανωτή των επιθέσεων με στόχους τους μετανάστες, τους αριστερούς νεολαίους, τους συνδικαλιστές του ΚΚΕ. Και μετά τον παλλαϊκό ξεσηκωμό που προκάλεσε η οργανωμένη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, η τότε κυβέρνηση υποχρεώθηκε να αποσύρει ακόμα και επιτελικούς αξιωματικούς και διευθυντές Αστυνομικών Τμημάτων, έτσι ώστε να καταστεί εφικτή η καταστολή της εγκληματικής δράσης και να προχωρήσει η δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης.
Μιχαλολιάκος και Κασιδιάρης
Τώρα όλα μοιάζουν να έχουν ξεχαστεί. Από τη μια μεριά, η εναπομείνασα Χρυσή Αυγή, στα χέρια του ιδρυτή και μοναδικού αρχηγού της Νίκου Μιχαλολιάκου αναμασά τα ίδια ναζιστικά της «πιστεύω». Την Παρασκευή, για παράδειγμα, δημοσίευε στον ιστότοπό της τις απόψεις του Ρεβίλο Όλιβερ, ενός γνωστού αμερικανού «αναθεωρητή» και βέβαια απολογητή των φιλοχιτλερικών απόψεων σε βάρος του Ρούζβελτ. Ο Όλιβερ θεωρείται μέντορας του νεοναζιστή Γουίλιαμ Λούθερ Πιρς, τον οποίο θαυμάζει ο Μιχαλολιάκος και ο Κασιδιάρης.
Αλλά ο Ηλίας Κασιδιάρης κάνει ότι τα έχει ξεχάσει όλα αυτά. Απευθύνεται μέσω του «Χ» στους «ακολούθους» του, οι οποίοι είναι πεισμένοι ότι δεν έχει διαπράξει κανένα έγκλημα και συγκεντρώνονται να τον δουν, και να φωτογραφηθούν μαζί του. Για τις χωριστές διαδρομές των δυο παλιών αχώριστων συνεργών (Μιχαλολιάκου και Κασιδιάρη) έχουμε ήδη αναφερθεί στο «Χωρίς Εφημερίδ» (Ο Μιχαλολιάκος, ο Κασιδιάρης και η… Ρηγίλλης, 8.10.2026). Αλλά υπάρχει και συνέχεια.
Κασιδιάρης και… Μπούκουρας
Η μεγάλη δίκη της Χρυσής Αυγής που ολοκληρώθηκε και σε δεύτερο βαθμό παραμένει ταμπού για τον Ηλία Κασιδιάρη. Εξακολουθεί να επαναλαμβάνει ότι δεν ευθύνεται για κανένα έγκλημα, σβήνοντας από το μυαλό των ακολούθων του τα δεκάδες εγκλήματα της ναζιστικής οργάνωσης, τα οποία τεκμηριώθηκαν στο δικαστήριο και πείθοντάς τους ότι ο ίδιος δεν έχει καμιά σχέση με την ηγεσία της Χρυσής Αυγής. Προτιμά να θυμάται μια εντελώς διαφορετική δίκη. Επαναλαμβάνει ότι έχει αθωωθεί το 2024 για την αστεία δίωξη που του ασκήθηκε επειδή χρησιμοποίησε τη φράση «Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες». Έβγαλε, μάλιστα, και βιβλίο το 2025 με τίτλο «Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες» και δηλώνει «αθώος».
Το αστείο είναι ο πρώτος που χρησιμοποίησε το σύνθημα αυτό για να «ξεπλυθεί» από τις αποκαλύψεις για τον ναζιστικό χαρακτήρα της Χρυσής Αυγής είναι ο βουλευτής της οργάνωσης Στάθης Μπούκουρας, ο οποίος απολογούμενος στη Βουλή, όταν ζητήθηκε η άρση της ασυλίας του δήλωνε με στόμφο: «Ο Ανδρέας Παπανδρέου με έκανε εθνικιστή, ναι! Είναι κακό; “Η Ελλάδα στους Έλληνες”, έλεγε, Πρόεδρε» (7.5.2014).
Μη βιαστείτε να σκεφτείτε τι σχέση έχει ο «ανανήψας» Μπούκουρας με τον «σκληρό» Κασιδιάρη. Η απάντηση είναι απλή. Έχουν την ίδια συνήγορο, τη Βάσω Πανταζή, η οποία μάλιστα έκανε σχετικές δηλώσεις έξω από το δικαστήριο της Λαμίας που αθώωσε τον Κασιδιάρη για τη χρήση της φράσης.
Αλλά το σύνθημα, όπως φαίνεται και στην εικόνα του τίτλου, ήταν κοινό σύνθημα της Χρυσής Αυγής, για να προβάλλονται κάτω από την κάλυψη του παλιού συνθήματος του ΠΑΣΟΚ οι ρατσιστικές αντιμεταναστευτικές θέσεις της Χρυσής Αυγής. Εδώ φαίνεται Λαγός και Κασιδιάρης σε ξενοδοχείο στη Χίο (16.11.2016). Τα σχετικά βίντεο φιλοξενούνται ακόμα στον επίσημο ιστότοπο της Χρυσής Αυγής. [.............................]
Ενδεχομένως αυτή να είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που όλος ο πλανήτης ασχολείται με τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, με τον Ντόναλντ Τραμπ και τις αμφιλεγόμενες πολιτικές του να είναι ο λόγος.
Αναλυτές έχουν εξηγήσει πως το αποτέλεσμα στη Γερουσία, όπου όλα “παίζονται” θα κριθεί εν πολλοίς σε δυο πολιτείες:
το Τέξας όπου ο Δημοκρατικός Τζέιμς Ταλαρίκο αντιμετωπίζει το “σύστημα”, δηλαδή τον Γενικό Εισαγγελέα, υπερσυντηρητικό και μια από τις πιο αμφιλεγόμενες πολιτικές προσωπικότητες της χώρας με εμπλοκή σε σοβαρά σκάνδαλα (πχ για οικονομική απάτη κακουργηματικού χαρακτήρα) Κεν Πάξτον και
το Μίσιγκαν. H έδρα έμεινε κενή λόγω της συνταξιοδότησης της βετεράνου Δημοκρατικής γερουσιαστή Ντέμπι Στέιμπναου και τη διεκδικούν ο Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ και ο πρώην πράκτορας του FBI και αξιωματικός του στρατού των ΗΠΑ, Μάικ Ρότζερς.
Ας γνωρίσουμε τον άνθρωπο που μπορεί να κρίνει την κυριαρχία της κυβέρνησης στη Γερουσία.
Ποιος είναι λοιπόν, ο Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ, ο οποίος αν εκλεγεί θα γίνει ο πρώτος Μουσουλμάνος που θα μπει στη Γερουσία των ΗΠΑ;
Στην ιστοσελίδα του, ο Abdulrahman Mohamed El-Sayed αναφέρει ότι «σπούδασε ιατρική, αλλά διαπίστωσε πως οι διαλυμένες πολιτικές ήταν αυτές που αρρωσταίνουν τους ανθρώπους» κι έτσι «αφιέρωσε ολόκληρη την καριέρα του στην οικοδόμηση κυβερνητικών υπηρεσιών που πραγματικά εργάζονται για τους κατοίκους του Μίσιγκαν».
Υπόσχεται να αγωνιστεί «για να οικοδομήσει μια κυβέρνηση που να λειτουργεί για εσάς, όχι για τον Ίλον Μασκ, τον Ντόναλντ Τραμπ ή τους δισεκατομμυριούχους φίλους τους».
H κάθετη θέση στον πόλεμο στη Γάζα
To Mίσιγκαν όπου “κατεβαίνει” ο Ελ-Σαγέντ είναι η καρδιά της αραβοαμερικανικής κοινότητας στις ΗΠΑ. Για τους πολίτες του, ο πόλεμος στη Γάζα είναι μια μόνιμα ανοιχτή πληγή.
Όταν λοιπόν, η επίσημη Ουάσινγκτον και η ηγεσία των Δημοκρατικών στήριζαν την στρατιωτική επέμβαση του Ισραήλ, η τοπική κοινωνία ένιωσε προδομένη και εξοργισμένη.
Ο Ελ-Σαγέντ δεν δίστασε να καταδικάσει ευθέως τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τις απώλειες αμάχων, να απαιτήσει άμεση κατάπαυση του πυρός και να συγκρουστεί με το ισχυρό φιλοϊσραηλινό λόμπι της Ουάσινγκτον -που ειρήσθω εν παρόδω χρηματοδοτεί με εκατομμύρια τους πολιτικούς που συντάσσονται.
Τόλμησε δηλαδή, να πει όσα απέφευγαν άλλοι, ώστε να μη χάσουν χορηγίες και έγινε η φωνή της κοινότητας του. Παράλληλα, έγινε και εχθρός της άλλης πλευράς.
Το μουσουλμανικό όνομα και η μεικτή πραγματικότητα
O εκ των πρωταγωνιστών των ενδιάμεσων εκλογών αντιπροσωπεύει όσα καταδικάζει ο Τραμπ. Για αρχή, είναι γιος μεταναστών από την Αίγυπτο, άρα για τον πρόεδρο των ΗΠΑ είναι ένας ξένος, όχι ορίτζιναλ Αμερικανός.
Για αυτό και στις προεκλογικές του συγκεντρώσεις ο Τραμπ αποκαλούσε τον 42χρονο είτε “Abdulababab” (κοροϊδευτικά), είτε με το μεσαίο του όνομα (Μοχάμεντ), όπως έκανε με τον Μπαράκ Ομπάμα, τον οποίον ανέφερε ως Χουσεΐν.
Η απάντηση του Ελ-Σαγέντ ήταν αρκούντως καυστική.
«Το όνομα Μοχάμεντ δεν φαίνεται να ενοχλεί τον Τραμπ, όταν παρακαλάει τους ηγέτες του Κόλπου για επενδύσεις, αλλά τον ενοχλεί όταν ένας Αμερικανός γιατρός διεκδικεί τη Γερουσία στο Μίσιγκαν».
Ο 47ος πρόεδρος των ΗΠΑ επαναλάμβανε συχνά και αβάσιμους ισχυρισμούς, περί διασυνδέσεων του πρωταγωνιστή της ιστορίας μας με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, για να τον παρουσιάσει ως “άνθρωπο του μίσους” που “απειλεί τις παραδοσιακές αμερικανικές αξίες”.
Για την ιστορία, οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου προσδιόρισαν το μέλλον του τότε 16χρονου μαθητή, που μεγάλωνε σε μικρό προάστιο του Ντιτρόιτ, με τον Αιγύπτιο -πολιτικό μηχανικό- πατέρα του, την λευκή Αμερικανίδα μητριά του και τα παιδιά της.
Ένα παραδοσιακό τραπέζι της μεικτής οικογένειας είχε παραδοσιακά αιγυπτιακά πιάτα και χοιρινό μπέικον με σάλτσες μπάρμπεκιου.
Όπως έχει γράψει στο βιβλίο του με τίτλο Healing Politics “μεγάλωσα στην τομή δυο κόσμων: το συντηρητικό, μουσουλμανικό αιγυπτιακό υπόβαθρο του πατέρα μου και την τυπική μεσοδυτική κουλτούρα της μητριάς μου”.
Έτσι, κατάλαβε ότι οι άνθρωποι μπορούν να μοιράζονται την ίδια αγάπη και αξίες, ακόμα κι αν οι παραδόσεις τους μοιάζουν εκ διαμέτρου αντίθετες. Συνειδητοποίησε και τη χρησιμότητα του να χτίζει κάποιος γέφυρες.
Η καχυποψία που εξαφανιζόταν στο γήπεδο
Έχει γράψει ότι την επομένη των επιθέσεων πήγε στο σχολείο μέσα σε ένα κλίμα πρωτοφανούς παγωμάρας και καχυποψίας. Για πρώτη φορά ένιωσε βλέμματαφόβου στους διαδρόμους από συμμαθητές που μέχρι χθες έκαναν παρέα.
Το απόγευμα της ίδιας μέρας είχε προπόνηση στην ομάδα football του σχολείου -ήταν μέλος και αυτής του λακρός, ενώ ήταν και σε εκείνη της πάλης. Μπαίνοντας στα αποδυτήρια, οι συμπαίκτες του τον υποδέχτηκαν όπως πάντα. Δεν τον έκριναν για το όνομα ή τη θρησκεία του.
«Όταν φοράς το κράνος και πέφτεις στη λάσπη, κανείς δεν ρωτάει σε ποιον θεό προσεύχεσαι. Μετράει μόνο αν θα καλύψεις τα νώτα του διπλανού σου. Εκείνη τη μέρα κατάλαβα ότι η αλληλεγγύη χτίζεται μέσα από την κοινή προσπάθεια, όχι από τα λόγια».
Συνειδητοποίησε ότι η ταυτότητά του θα ήταν στο εξής διαρκές πεδίο δημόσιου διαλόγου. Κατάλαβε πως είχε δυο επιλογές: ή να κρυφτεί ή να “βγει” μπροστά. Άρχισε λοιπόν, να συμμετέχει στα κοινά.
Το ασθενοφόρο που δεν είχε καύσιμα
Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, όπου γνώρισε και τη σύζυγο του Σάρα, η οποία επίσης σπούδασε ιατρική -είναι ψυχίατρος. Ο επαγγελματικός του προσανατολισμός ξεκαθάρισε κατά τα ταξίδια του στην Αλεξάνδρεια τα καλοκαίρια, για να δει τους συγγενείς του.[....................................]
* Η γέννηση αυτής της σονάτας είναι γεμάτη δράμα: αρχικά γράφτηκε για τον μιγάδα βιολονίστα George Bridgetower, αλλά λόγω μιας διαμάχης για μια γυναίκα , που ο Μπετόβεν θεώρησε ότι προσέβαλε ο πιανίστας, η αφιέρωση άλλαξε σε έναν άλλο βιολονίστα, τον Kreutzer (Κρόιτσερ), που ποτέ δεν την έπαιξε. Η σονάτα ολοκληρώθηκε βιαστικά και η πρεμιέρα έγινε σχεδόν χωρίς πρόβα. ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ
*Το 1803, ο Beethoven γνώρισε τον βιολονίστα George Bridgetower (πατέρας Αφρικανός, μητέρα Ευρωπαία) και εντυπωσιάστηκε βαθιά από το ταλέντο του, αποφασίζοντας να γράψει ένα έργο ειδικά για αυτόν. Επειδή ο χρόνος ήταν πολύ πιεστικός, η σονάτα ολοκληρώθηκε λίγο πριν την πρεμιέρα και ο Beethoven πρόσθεσε πρόχειρα το πεντάγραμμο του πιάνου. Στις 24 Μαΐου 1803, στο θέατρο Augarten της Βιέννης, οι δύο ερμήνευσαν το έργο για πρώτη φορά. Λέγεται ότι ο Bridgetower το εκτέλεσε διαβάζοντας από τα χειρόγραφα, χωρίς καμία πρόβα. Κατά τη διάρκεια της παράστασης, ο Beethoven συγκινήθηκε τόσο πολύ από το παίξιμο του Bridgetower που όρμησε στη σκηνή για να τον αγκαλιάσει.
*Το χειρόγραφο έφερε αρχικά την αφιέρωση «Sonata mulattica composta per il mulatto Brischdauer, gran pazzo e compositore mulattico» (Σονάτα του μιγάδα, για τον μιγάδα Μπρίτζταουερ, τον μεγάλο τρελό και μιγάδα συνθέτη). Ωστόσο, μετά την πρεμιέρα, οι δύο άνδρες διαπληκτίστηκαν έντονα, επειδή ο Bridgetower φέρεται να προσέβαλε μια γυναίκα που ο Beethoven εκτιμούσε πολύ, και ο θυμωμένος Beethoven αφαίρεσε αμέσως την αφιέρωση.
*Για να διατηρήσει τις σχέσεις του στο Παρίσι, ο Beethoven αφιέρωσε το έργο στον Γάλλο βιολονίστα Rodolphe Kreutzer. Το ειρωνικό είναι ότι ο Kreutzer όχι μόνο δεν εκτίμησε το έργο, αλλά το θεώρησε «ακατανόητο» και αρνήθηκε να το ερμηνεύσει δημόσια σε όλη του τη ζωή. Έτσι, αυτό το αριστούργημα που γράφτηκε για τον Bridgetower, τελικά πήρε το όνομα κάποιου που το απέρριψε.
*Η σονάτα είναι διάσημη για την τεχνική της δυσκολία και το έντονο πάθος της, με διάρκεια περίπου 40 λεπτά, σηματοδοτώντας τη μετάβαση της σονάτας για βιολί από το σαλόνι στην αίθουσα συναυλιών. Αργότερα ενέπνευσε το ομώνυμο μυθιστόρημα του Τολστόι «Η Σονάτα του Κρόιτσερ», το οποίο με τη σειρά του διεύρυνε τη φήμη του έργου.
Ο βιολιστής Randall Goosby και ο πιανίστας Zhu Wang ερμηνεύουν τη Σονάτα για βιολί αρ. 9 του Μπετόβεν - τη Σονάτα «Bridgetower».
Αυτό το κομμάτι είναι ευρύτερα γνωστό ως Σονάτα του «Kreutzer», μετά από μια εκ νέου αφιέρωση από τον Μπετόβεν. Ωστόσο, αρχικά αφιερώθηκε στον Τζορτζ Πόλγκριν Μπρίτζταουερ (1778-1860), έναν δεξιοτέχνη βιολιστή μαύρης καταγωγής, του οποίου το εκπληκτικό ταλέντο ενέπνευσε τον Μπετόβεν να δημιουργήσει αυτό το περίφημο κομμάτι.
0:00 Κίνηση Ι. 11:35 Κίνηση II. 26:25 Κίνηση III.
Αυτή η παράσταση ανατέθηκε από το Ίδρυμα Chineke!, σε συνεργασία με την Google Arts and Culture, για τον εορτασμό της 250ής επετείου από τη γέννηση του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν.
Οι Randall Goosby και Zhu Wang εμφανίζονται κατόπιν συμφωνίας με την Young Concert Arts, inc. www.yca.org
Στο βιβλίο «Επιστροφή στη Ρενς», ο Ντιντιέ Εριμπόνεξερευνά πώς η γαλλική Ακροδεξιά κατάφερε να διεισδύσει πολιτικά και εκλογικά σε περιοχές της εργατικής τάξης, στις γειτονιές πρώην κομμουνιστών ψηφοφόρων.
Παρατηρεί πώς χύνεται το δηλητήριο του ξενοφοβικού μίσους και τον σταδιακό εκφασισμό του υποκειμένου. Οι ψηφοφόροι του κομμουνιστικού κόμματος έγιναν «εκλογική δεξαμενή» της λεπενικής alt right. Από τον Τραμπ έως τη Μελόνι, από τον Μπαρντελά έως τον Μιλέι και από τον Ορμπαν έως τη Βάιντελ. Ποια είναι η Ακροδεξιά του 2026 και πόσες αισθητικές, πολιτικές, οικονομικές, ηθικές μεταμφιέσεις έχει;
Η ανάλυση των alt right πολιτικών δεν είναι μια μονοδιάστατη διαδικασία. Εάν, μιλώντας για τον ακροδεξιό εξτρεμισμό, σκεφτόμαστε μόνο τα τάγματα εφόδου της Χρυσής Αυγής, τότε πρέπει επειγόντως να αναθεωρήσουμε τα ερμηνευτικά μας εργαλεία για να μη βρισκόμαστε διαρκώς προ δυσάρεστων εκπλήξεων. Η εξέλιξη του πολιτικού λόγου της Ακροδεξιάς μετατοπίζεται και μεταμορφώνεται –όπως και η πολιτική της δράση– ιδιαίτερα σε καιρούς παγκοσμιοποιημένης πληροφορίας.
«Συστημικό κοστούμι» μετά το πογκρόμ!
Διανύοντας την ένατη δεκαετία μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την ήττα του ναζισμού-φασισμού, η ευρωπαϊκή Ακροδεξιά έχει καταγράψει τουλάχιστον τέσσερα κύματα μεταμορφώσεων. Ο αντικομμουνιστικός αγώνας της πρώτης μεταπολεμικής δεκαετίας δημιούργησε «πρότυπα», «ένδοξες νίκες» κι αφηγήματα που βοήθησαν τους ηττημένους του πολέμου να διατηρήσουν έναν μικρό κύκλο επιρροής. Ο αντισημιτισμός, η απέχθεια στον εκδημοκρατισμό, τα κοινωνικά και φυλετικά στερεότυπα δεν εξαλείφθηκαν (Καρακατσούλη, 2024). Ακολούθησε ο «λαϊκιστικός αντικρατισμός» του δεύτερου κύματος, όταν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες άλλαζαν εκ θεμελίων. Η Ακροδεξιά άσκησε κριτική στο κοινωνικό κράτος πρόνοιας και στην πλουραλιστική πολιτική διαδικασία. Παράλληλα, παρουσίασε «ιδεολογική ανανέωση» –σε σχέση με το αιματηρό παρελθόν– και ενέταξε στον λόγο της μεταϋλιστικά διακυβεύματα, όπως η προστασία του περιβάλλοντος ή η άμεση πολιτική συμμετοχή – ατζέντες που είχε αναδείξει αρχικά η φιλελεύθερη Αριστερά της εποχής (Γεωργιάδου, 2019). Στο τρίτο κύμα της, την τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα, η ευρωπαϊκή alt right πέρασε από την άμυνα στην επίθεση. Είναι η δεκαετία όπου καταγράφεται μια έντονη, πρώτη προσπάθεια «κανονικοποίησης», κυριαρχίας στο πολιτικό σκηνικό, ιδεολογικής ηγεμονίας. Σήμερα, κατά το τέταρτο κύμα της, η Ακροδεξιά διεκδικεί ρόλο διακυβέρνησης. Οι προγραμματικοί διαχωρισμοί είναι συχνά «θολοί» και οι εθνικιστικές, αυταρχικές θέσεις υιοθετούνται από πολιτικά κόμματα του κατεστημένου (Καρακατσούλη, 2024). Η Ακροδεξιά του 21ου αιώνα δίνει επιθετικές ιδεολογικές μάχες, επιχειρεί την οικειοποίηση του δικαιωματικού λόγου, αφού πρώτα τον «φέρει στα μέτρα της» και τον προσαρμόσει ευκαιριακά στο εκλογικό κοινό που στοχεύει (Βασιλάκη & Σουβλής, 2021).
Πολύ πριν εμφανιστεί ο Ντόναλντ Τραμπ ως υποψήφιος πρόεδρος για τις εκλογές του 2016, η αμερικανική δημόσια σφαίρα γνώρισε τον δημοσιολόγο Μάιλο Γιαννόπουλο (που πλέον έχει απελαθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο): ρατσιστής, αντιφεμινιστής, με μίσος για τους μουσουλμάνους. Επιτηδευμένα προκλητική γραφή, καθημερινά διαδικτυακά σχόλια ενός δηλητηριώδους τρολ που αντιλαμβανόταν και μπορούσε να διαχειριστεί τη δύναμη των social media. Ο Μάιλο Γιαννόπουλος, παράλληλα με την ακροδεξιά δράση του, μιλούσε δημόσια και για την gay ταυτότητά του – δημιουργώντας ένα… δυσνόητο πολιτικό προφίλ. «Γκέι ακροδεξιός;» αναρωτιούνταν οι δημοσιογράφοι το μακρινό 2014. Στις προεδρικές τού 2016 υποστήριξε δημόσια και σθεναρά την υποψηφιότητα Τραμπ. Η παγκόσμια Ακροδεξιά μεταμορφώνεται επικοινωνιακά, αισθητικά, ηθικά, πολιτικά, μετά τις τραμπικές προεδρικές θητείες-οδοστρωτήρα και ο Μάιλο Γιαννόπουλος υπήρξε πρώιμη εκδοχή της alt right.
Οι αναπαραστάσεις της Ακροδεξιάς διαφοροποιούνται ανά περίοδο. Η σύγχρονη Ακροδεξιά επιχειρεί να ενσωματώσει –ή να καπηλευτεί– κοινωνικές κατακτήσεις και να τις πλαισιώσει ερμηνευτικά με το δικό της πολιτικό αφήγημα. Εργαλειοποιεί ΛΟΑΤΚΙ+ διεκδικήσεις για να ενισχύσει τη μισαλλόδοξη ρητορική περί «απειλής» των δυτικών ελευθεριών από δυνητικούς μεταναστευτικούς πληθυσμούς. Πρόσφατο παράδειγμα, η ύπουλη συσχέτιση του αγώνα για την Παλαιστίνη με τις ΛΟΑΤΚΙ+ ελευθερίες στη Μέση Ανατολή. Τα έμφυλα θέματα παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον για την παρατήρηση των –καιροσκοπικών– μετατοπίσεων της Ακροδεξιάς.
Επιχειρώντας να σκιαγραφήσουμε το προφίλ του alt right πολιτευτή και ψηφοφόρου, σήμερα, χρειάζεται να καταγράψουμε ψύχραιμα και επιφυλακτικά τις αναπαραστάσεις του παρελθόντος. Η διεθνώς παρατηρούμενη εκλογική άνοδος της Ακροδεξιάς δεν έγινε μόνο από κάποιους βίαιους, κοντοκουρεμένους νεοναζί με τατουάζ σβάστικες. Ο λόγος των ακροδεξιών πολιτικών κομμάτων έχει διαχυθεί σε όλα τα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα, επιβεβαιώνοντας την πολύχρονη, σταδιακή κανονικοποίησή του. Οι ηττημένοι και περιθωριοποιημένοι του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου δίνουν πολλαπλές ιδεολογικές μάχες σε διαφορετικά πολιτισμικά, ταυτοτικά και αξιακά πεδία, από τα οποία η Αριστερά ενίοτε απουσιάζει.
Ιδεολογική πάλη με videogame; Ναι!
Η μαζική επικοινωνία των τελευταίων δεκαετιών είναι ταυτισμένη με την εδραίωση των ψηφιακών πλατφορμών. Το livestream video gaming λειτουργεί ως μέσο κοινωνικής δικτύωσης για εκατομμύρια πρόσωπα διεθνώς. Δεν είναι απλώς ένας τρόπος διασκέδασης, αλλά σύνδεσης, κοινωνικοποίησης, συνομιλίας δρώντων υποκειμένων. Η σύγχρονη Ακροδεξιά, αντιλαμβανόμενη εγκαίρως τη δύναμη της αναπτυσσόμενης virtual πραγματικότητας, άρχισε να δημιουργεί μικρές ή μεγαλύτερες ψηφιακές κοινότητες και να προπαγανδίζει/αλληλεπιδρά με χιλιάδες φυσικά πρόσωπα. Εξτρεμιστικές ομάδες χρησιμοποιούν ψηφιακές πλατφόρμες για να στρατολογήσουν και να ριζοσπαστικοποιήσουν τους χρήστες (online radicalization).
Tα social media δημιουργούν echo chambers[..........................................................]
Μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο Ντιντιέ Εριμπόν επιστρέφει στη Ρενς, τη γενέτειρά του στη βόρεια Γαλλία, ύστερα από 30 χρόνια.
Το ταξίδι αυτό τον φέρνει αντιμέτωπο με ένα παρελθόν με το οποίο είχε κόψει κάθε δεσμό, σηματοδοτώντας για τον συγγραφέα μια τολμηρή κατάδυση στην οικογενειακή ιστορία του και τις κοινωνικές καταβολές του.
Ο Εριμπόν ανασύρει στη μνήμη του τον κόσμο της εργατικής τάξης -τον κόσμο των παιδικών του χρόνων- και ανασυστήνει την πορεία της κοινωνικής του ανέλιξης.
Μέσα από αυτή την προσωπική αφήγηση, αναπτύσσει τις σκέψεις του για τις κοινωνικές τάξεις και το σχολικό σύστημα, την κατασκευή των ταυτοτήτων και την ομοφυλοφιλία, την ομοφοβία και τον ρατσισμό, την Αριστερά και την Ακροδεξιά, τις εκλογές και τη δημοκρατία.
Επανεντάσσοντας τις προσωπικές διαδρομές στους μηχανισμούς κοινωνικής αναπαραγωγής και κοινωνικού αποκλεισμού, ο συγγραφέας θέτει εντέλει καίρια ερωτήματα σχετικά με την πολλαπλότητα των μορφών που παίρνει η κυριαρχία και, συνεπώς, η αντίσταση.
Η Επιστροφή στη Ρενς είναι η αυτοβιογραφική ανάλυση ενός από τους σημαντικότερους στοχαστές της εποχής μας, αλλά κι ένα κλασικό πλέον έργο κοινωνιολογίας και κριτικής θεωρίας. Γνώρισε τεράστια επιτυχία στη Γαλλία, όπου κυκλοφόρησε το 2009, και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες. Το 2017 διασκευάστηκε και μεταφέρθηκε στο θέατρο από τον Τόμας Οστερμάγιερ.
Η ανάγνωση της Επιστροφής στη Ρενς υπήρξε, μεταξύ άλλων, καθοριστική για τον συγγραφέα Εντουάρ Λουί (μέλος, μαζί με τον Εριμπόν και τον φιλόσοφο και κοινωνιολόγο Ζεφρουά ντε Λαγκανερί, ενός ενεργού πυρήνα αριστερών διανοουμένων), ο οποίος αφιερώνει στον Εριμπόν το πρώτο του βιβλίο Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ (μτφρ. Μιχάλης Αρβανίτης, Αντίποδες, 2018). (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Τι χρειάζεται για να διαμορφωθεί ο κόσμος της τέχνης σήμερα;
Μερικοί καλλιτέχνες δημιουργούν όμορφους πίνακες. Άλλοι αλλάζουν εντελώς τον τρόπο που σκεφτόμαστε την τέχνη.
Σε αυτό το επεισόδιο της σειράς «Πίσω από τον Καμβά», εξερευνούμε 12 σύγχρονους καλλιτέχνες που διαμορφώνουν τον κόσμο της τέχνης σήμερα — καλλιτέχνες που έχουν αμφισβητήσει την αναπαράσταση, την πολιτική, την τεχνολογία, την ταυτότητα, την ποπ κουλτούρα, ακόμη και την κατανόησή μας για το τι μπορεί να είναι η τέχνη.
Από τους Njideka Akunyili Crosby και Kehinde Wiley μέχρι τους Refik Anadol, Marina Abramović, Ai Weiwei, Julie Mehretu, Kerry James Marshall, KAWS, Gerhard Richter, Banksy, Takashi Murakami και Yayoi Kusama, ο καθένας από αυτούς τους καλλιτέχνες έχει αναπτύξει έναν μοναδικό τρόπο να κάνει τους ανθρώπους να σταματούν, να αμφισβητούν και να βλέπουν τα οικεία πράγματα διαφορετικά.
Αλλά αυτή δεν είναι απλώς μια λίστα με διάσημους σύγχρονους καλλιτέχνες.
Είναι μια ματιά στο γιατί αυτοί οι καλλιτέχνες είναι σημαντικοί, τι κάνει το έργο τους τόσο επιδραστικό και πώς συμβάλλουν στη διαμόρφωση του μέλλοντος της σύγχρονης τέχνης.
Θα ανακαλύψετε καλλιτέχνες που μετέτρεψαν την πολιτιστική μνήμη σε προσωπικούς χώρους, μετέτρεψαν τα δεδομένα σε καθηλωτικές εμπειρίες, αμφισβήτησαν ποιος αναπαρίσταται στον καμβά, θόλωσαν τα όρια μεταξύ καλών τεχνών και ποπ κουλτούρας, αντιμετώπισαν πολιτικά ζητήματα και ώθησαν τη ζωγραφική και την εγκατάσταση σε εντελώς νέα εδάφη.
Σε αυτό το επεισόδιο: • Njideka Akunyili Crosby • Refik Anadol • Kehinde Wiley • Marina Abramović • Ai Weiwei • Julie Mehretu • Kerry James Marshall • KAWS • Gerhard Richter • Banksy • Takashi Murakami • Yayoi Kusama
Ποιος από αυτούς τους καλλιτέχνες πιστεύετε ότι διαμορφώνει περισσότερο τον κόσμο της τέχνης;
Και αν μπορούσατε να αποκτήσετε ένα έργο τέχνης από οποιονδήποτε από αυτούς τους 12 καλλιτέχνες, ποιον θα επιλέγατε;