Ο ήρωας του Νίκου Εγγονόπουλου όχι μόνο αντιστέκεται στην Ιστορία, αλλά επιμένει να αγαπά

ΑΡΚΕΙ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ στην αυτοπροσωπογραφία του Νίκου Εγγονόπουλου, που κοσμεί την πρόσφατη έκδοση του άγνωστου μέχρι πρότινος στο ευρύ κοινό «Ευγενικού μυθιστορήματος», για να διακρίνει κανείς τους βασικούς άξονες της προσωπικής του κοσμοθεωρίας: η μετωπική στάση της μορφής του, που παραπέμπει στις βυζαντινές αγιογραφίες ενός από τους κυριότερους δασκάλους του, του Φώτη Κόντογλου, αλλά και οι ευρύτερες αρχιτεκτονικές αναφορές, με τον Παρθενώνα να υψώνεται πάνω σε μια κατασκευή από τούβλα, αποκαλύπτουν τη διπλή γλώσσα ενός δημιουργού που αντιλαμβανόταν το αλλόκοτο ελληνικό σύμπαν ως το εξαιρετικά προβληματικό και συνάμα γοητευτικό πεδίο συνάντησης των πιο ακραίων αντιφάσεων. Και ο ίδιος, ένας αμήχανος, διοπτροφόρος, νεωτερικός κοκκινομάλλης άγιος, που διατηρεί ωστόσο τη σεμνότητα του τεχνίτη, όπως μαρτυρούν τα εργαλεία της ζωγραφικής του, μοιάζει να επιστρέφει σχεδόν αιφνιδιαστικά στον 20ό αιώνα, τον οποίο έμελλε να σφραγίσει με τον πλέον ανεξίτηλο τρόπο.
Αυτό το ζωντανό πεδίο ανασύνθεσης, που χωρούσε το αρχαίο, το βυζαντινό, το λαϊκό και το σύγχρονο, εναργές κοσμοπολίτικο σύμπαν που έθρεψε τις φαντασιώσεις ολόκληρης της γενιάς του ’30, απέκτησε, στη δική του περίπτωση, εξαρχής ηρωικά χαρακτηριστικά. Γιατί, πέρα από τις υπερρεαλιστικές ανατροπές και τις ανεξάντλητες μεταμορφώσεις της φαντασίας, στον ποιητικό του κόσμο δεσπόζει η μορφή του ήρωα ως διαρκής δυνατότητα υπέρβασης των ιστορικών και υπαρξιακών περιορισμών. Ο ίδιος υπήρξε, άλλωστε, από τους πρώτους που προσέγγισαν μορφές όπως ο Ανδρούτσος και ο Κολοκοτρώνης με έναν τρόπο πολύ πιο ανατρεπτικό, έως και βλάσφημο για πολλούς, από εκείνον με τον οποίο ο Σεφέρης προσέγγισε τον Μακρυγιάννη, αναγνωρίζοντας στα πρόσωπα των αγωνιστών τους αιώνιους μαχητές της ελευθερίας, εκείνους που αντιστέκονται στην εξουσία και ταυτόχρονα διεκδικούν το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια και την αγάπη, ακόμη και όταν γνωρίζουν πως η αναμέτρησή τους είναι εξαρχής άνιση. Αυτές οι μορφές έγιναν τα διαρκή, φασματικά του άλτερ έγκο, οι διαφορετικές εκδοχές μιας πραγματικότητας που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να επαναπροσδιοριστεί. «Ο κοκκινοτρίχης τώρα προχωράει μέσα στον προθάλαμο που είχε το θολωτό ταβάνι / κι ένα μεγάλο φανάρι να κρέμεται στη μέση / το πάτωμα πλακάκια μαύρα και άσπρα», γράφει χαρακτηριστικά στο «Ευγενικό μυθιστόρημα», μεταφέροντας την ηρωική περιπέτεια σε έναν χώρο όπου η εικαστική λεπτομέρεια αποκτά τη δική της μυστηριώδη, σχεδόν τελετουργική υπόσταση.
Το άγνωστο επί δεκαετίες ποίημα των 188 στίχων, οργανωμένο σε τέσσερα μέρη, αφηγείται την αναζήτηση μιας μυστηριώδους γυναίκας από έναν νεαρό άνδρα, ο οποίος διασχίζει έναν κόσμο μεσαιωνικών αναφορών, υπερρεαλιστικών εικόνων και ερωτικής προσμονής, μέχρι να φτάσει στην πολυπόθητη συνάντηση.
Ίσως γι’ αυτό ο Εγγονόπουλος να υπήρξε βαθιά μόνος. Επειδή η ποίησή του δεν χωρούσε ούτε στις ασφαλείς ταξινομήσεις της ελληνικότητας ούτε στις ευκολίες ενός υπερρεαλισμού που θα αρκούνταν στην παραδοξότητα των εικόνων. Στη δική του αντίληψη, το άλτερ έγκο του ηρωικού προτύπου παρέμενε ενιαίο και αδιαίρετο, καθώς ο Διγενής Ακρίτας μπορούσε να συναντήσει τον Σιμόν Μπολιβάρ και ο Θεόφιλος να συνομιλήσει ισότιμα με τον Λοτρεαμόν, που υπήρξε κεντρικό σημείο αναφοράς στην ποίησή του. Ο Βυζαντινός πολεμιστής μπορούσε κάλλιστα να μεταμορφωθεί σε ερωτευμένο ιππότη και ο επαναστάτης να αναγνωρίσει στον έρωτα μια εξίσου υψηλή μορφή ανδρείας – ας μη λησμονούμε ότι και ο ίδιος είχε εκφράσει την επιθυμία να πολεμήσει στο πλευρό των δημοκρατικών δυνάμεων κατά τον Ισπανικό Εμφύλιο. Όλες αυτές οι μορφές αποτελούσαν εκφάνσεις της μόνης, ίσως, ακλόνητης βεβαιότητάς του ότι η ποίηση οφείλει να διασώζει τη δυνατότητα του θνητού ανθρώπου να υπερβαίνει τα επίγεια όριά του, την ίδια στιγμή που η πραγματικότητα επιμένει να τον καθηλώνει σε ένα ασφυκτικό τέλμα.
Γεννημένος στην Αθήνα το 1907 (γεννήθηκε και πέθανε τον μήνα Οκτώβριο, 21/10/1907-31/10/1985), με οικογενειακές καταβολές από την Κωνσταντινούπολη και νεανικές εμπειρίες από τη Γαλλία, ο Εγγονόπουλος συγκρότησε την πνευματική του φυσιογνωμία μέσα από μια εξαιρετικά σύνθετη μαθητεία, όπου η ευρωπαϊκή πρωτοπορία, με την οποία ήρθε σε επαφή κατά τη διαμονή του στο εξωτερικό, συνυπήρχε με τη βυζαντινή τέχνη, τα δημοτικά τραγούδια, τη λαϊκή ζωγραφική και την αρχαία γραμματεία. Η μαθητεία του κοντά στον μεγάλο του δάσκαλο, Κωνσταντίνο Παρθένη, όπως και η ουσιαστική σχέση του με τον Φώτη Κόντογλου και τον Δημήτρη Πικιώνη, αλλά και η στενή φιλία του με τον Ανδρέα Εμπειρίκο, συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας αισθητικής που προσέδιδε την ίδια βαρύτητα στην παράδοση και στον μοντερνισμό. Όταν, το 1938, κυκλοφόρησε το «Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν» και, έναν χρόνο αργότερα, «Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής», η υποδοχή υπήρξε απροκάλυπτα εχθρική. Η κριτική χλεύασε τη φαινομενική ασυναρτησία των ποιημάτων, ενώ η σάτιρα προς το πρόσωπό του έφτασε μέχρι την επιθεώρηση. Δεν ήταν, ωστόσο, μόνο η ανατροπή της λογικής αλληλουχίας που προκαλούσε το κοινό αίσθημα, ανίκανο να αναγνωρίσει την υψηλή προέλευση της ειρωνείας του, αλλά κυρίως η διεκδίκηση μιας διαφορετικής ελληνικότητας, η οποία αρνούνταν να παραδώσει τα σύμβολα της Ιστορίας και της παράδοσης στους φαινομενικά αποκλειστικούς διαχειριστές τους.
Καθώς ο Εγγονόπουλος δεν αποκήρυξε τις ελληνικές καταβολές του, αλλά τόλμησε να τις ανασυνθέσει δημιουργικά μέσα από τον υπερρεαλιστικό του λόγο, επιστρατεύοντας προφορικά και γραπτά κειμήλια, όπως η τουρκαρβανίτικη «Αληπασιάδα» του Χατζή Σεχρέτης, τα δημοτικά τραγούδια αλλά και οι ανυπότακτοι πρωτεργάτες της Επανάστασης, δεν μπορούσε να χωρέσει στις εύκολες κατηγοριοποιήσεις της εποχής. Το ίδιο συνέβη και με την πρωτότυπη, αιχμηρή γλώσσα του, που μπορούσε να μετακινείται από τη δημοτική στους αρχαϊσμούς και από τις βυζαντινές διατυπώσεις στην καθημερινή ομιλία –τον είχαν κατηγορήσει, άλλωστε, για τη χρήση μιας ιδιότυπης «μαλλιαρής» γλώσσας–, όπως ακριβώς η ζωγραφική του συνδύαζε διαφορετικές εικαστικές παραδόσεις. Για εκείνον, καμία εκδοχή της ελληνικής γλώσσας δεν ήταν εκ προοιμίου ακατάλληλη για την ποίηση, η οποία υπερέβαινε εξαρχής τις συμβατικές ειδολογικές κατηγοριοποιήσεις, καθώς οι λέξεις μπορούσαν να μεταφέρουν το βάρος της ιστορικής τους διαδρομής χωρίς να χάνουν την ικανότητα να γεννούν διαρκώς νέες σημασίες. Η φαινομενική ασυνέχεια δεν σήμαινε σε καμία περίπτωση απουσία οργάνωσης: απλώς φαίνεται να υιοθετεί την ελεύθερη τάξη των συνειρμών, της εσωτερικής αναλογίας και της εικαστικής συναρμογής. Η ελευθερία εκπορευόταν από την ίδια τη γλώσσα και μοναδικός κριτής, στα μάτια του Εγγονόπουλου, παρέμενε ο ποιητής – είτε λεγόταν Σολωμός, ο αιώνιος δάσκαλός του, είτε κόμης του Λοτρεαμόν, είτε Μποντλέρ.

Η πιο επιβλητική ενσάρκωση αυτής της ποιητικής αντίληψης παραμένει ο «Μπολιβάρ», το έργο που γράφτηκε στα χρόνια της Κατοχής και κυκλοφόρησε αυτοτελώς το 1944. Η επιλογή του Λατινοαμερικανού απελευθερωτή ως κεντρικού προσώπου ενός ελληνικού ποιήματος δεν συνιστούσε απλώς μια ευφάνταστη ιστορική μεταφορά, αλλά μια ριζική αναθεώρηση της ίδιας της έννοιας της εθνικής ταυτότητας. Ο Μπολιβάρ μπορούσε να είναι Έλληνας επειδή η ελληνικότητα, στην πιο ουσιαστική της εκδοχή, εξέφραζε τη δυναμική της ελευθερίας, την οποία είχε υπερασπιστεί με τον πιο απέριττο τρόπο ο πάντοτε αγαπημένος του Εγγονόπουλου, Διονύσιος Σολωμός. Πολλοί μελετητές διέκριναν στο ποιητικό του έργο τις αντανακλάσεις διαφορετικών επαναστατικών μορφών, ενώ ο Κώστας Βούλγαρης, σε μια σειρά από κείμενά του, έχει αναδείξει τη δυνατότητα μιας ανάγνωσης του Μπολιβάρ υπό το πρίσμα της μορφής του Άρη Βελουχιώτη. Ο ίδιος ο Εγγονόπουλος, άλλωστε, δεν είχε στερηθεί τις ιστορικές δοκιμασίες, αφού είχε πολεμήσει στην πρώτη γραμμή του ελληνοϊταλικού πολέμου και είχε δραπετεύσει από στρατόπεδο εργασίας κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ενώ είχε κατορθώσει να αντιμετωπίσει με ιδιαίτερο σθένος την επίμονη λοιδορία που είχε δεχτεί το ποιητικό του έργο.
Αυτήν ακριβώς την ποιητική ιδιοσυστασία, που φέρνει κοντά στο σθένος του ηρωισμού τη δυνατότητα και το πάθος του έρωτα, επαναφέρει στο προσκήνιο η πρόσφατη έκδοση του «Ευγενικού μυθιστορήματος» από την Άγρα, με τη φιλολογική επιμέλεια και το εκτενές επίμετρο της Ελισάβετ Αρσενίου. Το άγνωστο επί δεκαετίες ποίημα των 188 στίχων, οργανωμένο σε τέσσερα μέρη, αφηγείται την αναζήτηση μιας μυστηριώδους γυναίκας από έναν νεαρό άνδρα, ο οποίος διασχίζει έναν κόσμο μεσαιωνικών αναφορών, υπερρεαλιστικών εικόνων και ερωτικής προσμονής, μέχρι να φτάσει στην πολυπόθητη συνάντηση. Στο επίμετρό της, η Αρσενίου αναδεικνύει τις βαθιές συνδέσεις του έργου με τη βυζαντινή και μεσαιωνική παράδοση, την τεχνική της έκφρασης, δηλαδή της λεκτικής αναπαράστασης ενός εικαστικού αντικειμένου, και τη δημιουργική ανασύνθεση του ιστορικού υλικού. Ιδιαίτερα γόνιμη είναι η παρατήρησή της ότι ο νεαρός πολεμιστής εγκαταλείπει τα στρατιωτικά του γνωρίσματα για να αναλάβει την ιδιότητα του εραστή, μεταφέροντας την ηρωική του ενέργεια από το πεδίο της μάχης σε αυτό της επιθυμίας. Η περιγραφή του κήπου, του περίκλειστου παλατιού, των φυτών, των χρωμάτων και της γυναικείας μορφής ανακαλεί ταυτόχρονα τη μεσαιωνική ερωτική αλληγορία και την υπερρεαλιστική αντίληψη της «σπασμωδικής ομορφιάς», διαρρηγνύοντας τα όρια μεταξύ πραγματικού και φανταστικού. Η γυναίκα αναδύεται ως μια αιθέρια, σχεδόν μεταφυσική παρουσία, που υπερβαίνει τα όρια του αισθητού κόσμου, καθιστώντας την ερωτική αναζήτηση μια περαιτέρω δοκιμασία της ίδιας της δυνατότητας του ανθρώπου να προσεγγίσει το απόλυτο.
Η Αρσενίου, όπως και άλλοι μελετητές, τοποθετεί τη σύνθεση του ποιήματος μεταξύ Ιουλίου του 1939 και Ιανουαρίου του 1941, σε μια περίοδο κατά την οποία ο Εγγονόπουλος δοκιμάζει τις δυνατότητες του εκτενούς αφηγηματικού ποιήματος, πριν από τη σύνθεση του «Μπολιβάρ». Η μελετήτρια συνδέει την ερμηνευτική προσέγγιση του έργου με τον θάνατο της Λουκίας Φωτοπούλου, τον Ιούλιο του 1939, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να υποκρύπτεται πίσω από τη φανταστική ερωτική ιστορία μια βαθύτερη προσωπική εμπειρία πένθους[.........................................]







Ο Gianni, ο Nicola και ο Antonio γίνονται φίλοι μέσα από
την αντίσταση στον Β` Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά μετά το τέλος του, τίποτα
δεν αντιστοιχεί με τα όνειρα που έκαναν. 




