Έξι χρόνια πριν από τις σημερινές εξελίξεις στο BasketGate, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επισκεπτόταν τις εγκαταστάσεις του Προμηθέα Πατρών, πόζαρε με τη φανέλα της ομάδας και έπαιζε μπάσκετ με αθλητές του συλλόγου, τον οποίο διοικούσε ο Βαγγέλης Λιόλιος. Σήμερα, το όνομα του τελευταίου βρίσκεται στο επίκεντρο σοβαρών καταγγελιών για φερόμενη χειραγώγηση αγώνων και αποτελεσμάτων.
Το 2019, όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, πραγματοποίησε περιοδεία στην Πάτρα, στο πλαίσιο της οποίας επισκέφθηκε και τις εγκαταστάσεις του Προμηθέα Πατρών.
Κατά την επίσκεψή του, ξεναγήθηκε στους χώρους του συλλόγου, φόρεσε τη φανέλα της ομάδας και συμμετείχε σε παιχνίδι μπάσκετ με αθλητές του Προμηθέα, ο οποίος βρισκόταν υπό τη διοίκηση του Βαγγέλη Λιόλιου.
Δείτε εικόνες:
*********************
2026/ΟΤΑΝ Ο ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΠΗΓΕ ΣΤΟΝ ΟΛΥΜΠΟ ΜΕ ΞΕΝΑΓΟ ΤΟΝ ΠΕΤΡΟ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ
Δωροδοκίες στο μπάσκετ: Ο Παπαπέτρου έκανε πεζοπορία με τον Μητσοτάκη στον Όλυμπο
Δεκαεννέα ημέρες πριν τη σύλληψη του, ο διαιτητής ήταν στο βουνό συνοδεύοντας τον Πρωθυπουργό – Στο σπίτι του εντοπίστηκαν 820.000 ευρώ
Σε πεζοπορία στον Όλυμπο συνόδευσε τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, ο διαιτητής και νυν υπεύθυνος στη Διεύθυνση Δασών Πιερίας Πέτρος Παπαπέτρου.
Ο Παπαπέτρου, ο οποίος κατάγεται από την περιοχή, συμμετείχε ως εκπρόσωπος φορέων στην εν λόγω πεζοπορία, η οποία έγινε στα πλαισια της αναδειξης του Ολύμπου ως μνημείο Πολιτιστικής κληρονομιάς της Unesco, παρουσία του Πρωθυπουργού και της Λίνας Μενδώνη, στις 2 Οκτωβρίου 2026, δηλαδή 19 ημέρες πριν τη σύλληψή του.
Η παρέα ξεκίνησε από τη θέση Πριόνια μέχρι τη Μονή του Αγίου Διονυσίου, όπως φαίνεται και στο βίντεο του ΑΠΕ-ΜΠΕ.
Παπαπέτρου και Μητσοτάκης σε πεζοπορία στον Όλυμπο
Ο Πέτρος Παπαπέτρου είναι ένας από τους εμπλεκομένους και πρώτος προφυλακισμένος στο σκάνδαλο των στημένων αγώνων μπάσκετ και ερευνάται από τη Δικαιοσύνη.
2019/OTAN O ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΥΝΕΤΡΩΓΕ ΜΕ ΤΟΝ ΦΡΑΠΕ , ΤΟΝ ΧΑΣΑΠΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΣΗΚΩΣΕΙΣ , ΤΟΝ ΑΥΓΕΝΑΚΗ ΘΕ ΝΑ ΒΡΕΙΣ...
documento.gr
29 Ιουνίου 2025
Ένα αποκαλυπτικό βίντεο από τα… παλιά ήρθε στο φως της δημοσιότητας που δείχνει τον Κυριάκο Μητσοτάκη σε ιδιαίτερα χαλαρό και χαρωπό ύφος να συναγελάζεται εν έτει 2019 στο ίδιο τραπέζι με τον «φραπέ» και τον «χασάπη», δίπλα- δίπλα!
Στο πιο πάνω στιγμιότυπο από το ίδιο τραπέζι εικονίζονται ο Γιώργος Ξυλούρης ή «Φραπές» (αριστερά) και ο Ανδρέας Στρατάκης ή «Χασάπης» (δεξιά).
Σήμερα το φύλλο του Documento που κυκλοφορεί, αποκαλύπτει ότι ο “φραπές” και ο “χασάπης” δεν ήταν άγνωστα πρόσωπα για τον πρωθυπουργό αλλά άνθρωποι των Αυγενάκη και Βορίδη.
Ο Γ. Ξυλούρης ή “φραπές” είναι γνωστός ως ο διαχρονικός κομματάρχης της ΝΔ στην Ανω Μεσαρά. Με τον Λευτέρη Αυγενάκη όμως, τον οποίο επίσης «ανέλαβε» επί σειρά ετών, έφτασε στο… απόγειο της καριέρας του. Η οικογένεια του Γιώργου Ξυλούρη στην Κρήτη, διαχρονικού προέδρου και του ισχυρού συνεταιρισμού σταφιδοπαραγωγών ΚΣΟΣ Σουλτανίνα, στελεχώνει το ΚΥΔ της Γαλακτοκομικής ΙΚΕ Κόφινα που, σύμφωνα με καταγγελία, είχε αυξήσει τα κεφάλια των ζώων της ευρύτερης οικογένειάς του από 4.885 το 2014 σε 54.681 έως το 2023! Ο Ξυλούρης, ο οποίος διερευνάται σε δικαστικές υποθέσεις που έχουν ανοίξει για τον ΟΠΕΚΕΠΕ στην Κρήτη, «αποτυπώνεται» σε πλήθος συνομιλιών. Μάλιστα, ως παράγοντας φέρεται να συνεννοήθηκε με τον Βορίδη, ο οποίος μίλησε με τον Φλωρίδη ώστε να διασφαλιστεί το «ξεκώλωμα» της Ευρωπαίας εισαγγελέα.
Ο Ανδρέας Στρατάκης, γνωστός και ως «Χασάπης», που ήταν υποψήφιος στις εκλογές του 2019 με την ΝΔ , δέθηκε με κουμπαριά με τον Μάκη Βορίδη, όταν ο υπουργός βάφτισε στην Κρήτη τον εγγονό του. Σε μια κατάφωρη σύγκρουση συμφέροντος, ο Κρητικός διορίστηκε από 1.11.2019 έως και 12.1.2021 άμισθος σύμβουλος του Μ. Βορίδη στο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης. Ταυτόχρονα, ξεκίνησε ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου του ΚΥΔ (κέντρο υποδοχής δηλώσεων για επιδοτήσεις) Γαλακτοκομική Συνεργατική ΙΚΕ Κοφινά της κόρης του «Φραπέ». Πρόκειται για το ΚΥΔ που ελέγχεται για βαθιά εμπλοκή στις παράνομες επιδοτήσεις. Τέλος, ο «Χασάπης» πέρασε και από το ΔΣ της Γαίας Επιχειρείν, της εταιρείας των Neuropublic, Τράπεζας Πειραιώς και αγροτοσυνεταιρισμών που ήταν μονοπωλιακός «φορέας μεσολάβησης» για τις επιδοτήσεις.
Έτσι στήθηκε το πλιάτσικο στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Βίντεο από το 2019
Υπάρχει ένα είδος κήνσορα στην Ελλάδα που θεωρεί ότι ο χρόνος από τη δεκαετία του 90 δεν έχει περάσει καθόλου.
Μια σειρά από μεγαλοδημοσιογράφους, που πιστεύουν ότι η εποχή της παντοδυναμίας τους και κυρίως της αμετροέπειας που τους χαρακτήριζε σε κείνα τα χρόνια της άπλας, συνεχίζεται ανέμελα.
Πως το δικαίωμα που απέκτησαν μόνοι τους να χαρακτηρίζουν τους ανθρώπους με προσβλητικό τρόπο, να εξευτελίζουν ανθρώπους, να ταπεινώνουν , να ανεβοκατεβάζουν πρόσωπα και κυρίως να υπηρετούν αφηγήματα μέσα από συχνότητες τηλεοπτικές, παραμένει κραταιό.
Η περίπτωση του Πρετεντέρη, του παλαιού πρωτοπαλίκαρου του ΔΟΛ και του πολιτικού ρεπορτάζ αποτελεί μια από τις κορυφαίες περιπτώσεις αυτής της κατηγορίας.
Όσοι τον κρατούν σε αυτό το ρόλο προφανώς εγκρίνουν τα εκάστοτε λεκτικά του χυδαιολογήματα. Προφανώς αρνούνται να δεχτούν πως όσα τριάντα χρόνια πριν μπορεί και να γινόταν ανεκτά λόγω παντοδυναμίας αυτών των προσώπων που προφανώς νομιμοποιούνταν το θράσος τους από τους κρατούντες που έτρεμαν τα σχόλια τους, σήμερα μοιάζουν με παρηκμασμένες καρικατούρες.
Πως η εποχή είναι άλλη και κάθε ατάκα σαν την ανεκδιήγητη σεξιστική ατάκα ”της κυρίας με το κραγιόν” την επόμενη στιγμή έχει γίνει αντικείμενο οργής στα social που δεν παίζουν και καταρρίπτουν σε δευτερόλεπτα τέτοια ρατσιστικά, σεξιστικά, προσβλητικά παραληρήματα, βάζοντας στη θέση τους όλα αυτά τα αμετροεπή όντα που πιστεύουν ότι έχουν το δικαίωμα να λειτουργούν ως εγκαλούντες των πάντων.
Ο Πρετεντέρης και τα άλλα τηλεοπτικά απολειφάδια μιας φρικτής εποχής δεν είναι απλά η αποφορ΄΄ωςά ενός κόσμου που μοιάζει τόσο παράταιρος πια, είναι η επικίνδυνη εκδοχή ενός δημόσιου λόγου που ανοίγει το δρόμο στα λαϊκιστικά παρακλάδια της πολιτικής, στην Ακροδεξιά την ίδια. Αν στην τηλεόραση επιτρέπεται να στοχοποιούνται άνθρωποι με απαράδεκτους χαρακτηρισμούς μετά έρχεται η καθημερινότητα και όλο αυτό το κάνει ευαγγέλιο.
Ο εμπρηστικός, υβριστικός λόγος που ποτέ δεν καταδικάζεται κυρίως από τα δημοσιογραφικά όργανα που καταπίνουν αμάσητα τέτοια παραληρήματα γίνεται σχολείο για τον όχλο που τον μιμείται.
«Ο θεός της σφαγής» της Γιασμίνα Ρεζά, σε σκηνοθεσία Ζωρζίνας Τζουμάκα και Χριστίνας Χριστοφή (κριτική θέατρου) – Πίσω από τις πολιτισμένες μάσκες
Για την παράσταση της Γιασμίνα Ρεζά (Yasmina Reza) «Ο θεός της σφαγής», σε σκηνοθεσία Ζωρζίνας Τζουμάκα και Χριστίνας Χριστοφή, στο Studio Μαυρομιχάλη.
Γράφει οΝίκος Ξένιος
bookpress.gr
«Χωρίς συγκρούσεις δεν υπάρχει θέατρο». (Ιονέσκο, Notes et contre-notes, 1962)
Είδα, στο Studio Μαυρομιχάλη, το έργο της Γιασμίνα ΡεζάΟ θεός της σφαγής (μτφρ. Γιώργος Αρχιμανδρίτης, εκδ. Εστία), στην ωραία σκηνοθεσία της Ζωρζίνας Τζουμάκα και της Χριστίνας Χριστοφή. Το 2006 η Γιασμίνα Ρεζά έγραψε το «Dieu du carnage», που την καθιέρωσε συγγραφικά: το έργο έκανε πρεμιέρα στη Ζυρίχη το 2007 και τον Ιανουάριο του 2008 στο Παρίσι. Ακολούθως, ανέβηκε στο Λονδίνο και στη Νέα Υόρκη, κερδίζοντας το 2009 μια σειρά από βραβεία, μεταξύ των οποίων βραβείο Ολιβιέ καλύτερης κωμωδίας και βραβείο Τόνυ καλύτερου έργου. Το 2011 μεταφέρθηκε στο σινεμά από τον Πολάνσκι με τίτλο «Carnage» και κέρδισε δύο υποψηφιότητες για Χρυσή Σφαίρα στην κατηγορία α’ γυναικείου ρόλου για τις Τζόντι Φόστερ και Κέιτ Γουίνσλετ.
Το ύφος και η θεματική του έργου παραπέμπουν στο «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» του Έντουαρντ Άλμπι. Η δράση εκτυλίσσεται σε ένα διαμέρισμα του Μπρούκλιν ανάμεσα σε δύο παντρεμένα ζευγάρια: ο ενδεκάχρονος γιος του ενός ζευγαριού έχει δεχτεί επίθεση στο πάρκο από τον γιο του άλλου. Οι γονείς του θύτη προσκαλούνται στο σπίτι των γονέων του θύματος, με σκοπό μια βραδιά πολιτισμένης και λογικής επίλυσης της διαφοράς τους. «Τίποτε ρεαλιστικό, τίποτε περιττό» είναι η σκηνογραφική οδηγία της Ρεζά – στη συγκεκριμένη παράσταση η Ισιδώρα Ντούλου δίνει αφαιρετικά το στίγμα του chic διαμερίσματος, με τα επιδεικτικά τοποθετημένα βιβλία Ιστορίας της Τέχνης, τις σκόπιμα αγορασμένες τουλίπες, τον δίσκο με το ρούμι και τα ποτήρια και ένα-δυο καθίσματα.
Μέχρι το τέλος του έργου, το σαλόνι έχει μετατραπεί σε πεδίο μάχης και οι οιονεί πολιτισμένοι ενήλικοι έχουν μετατραπεί σε έρμαια των ενστίκτων τους, κάνοντας τον θεατή να ξεχάσει τελείως το βίαιο επεισόδιο μεταξύ των εφήβων.
Η συζήτηση είναι αρχικά ευγενική και επικεντρώνεται στους τραυματισμούς του νεαρού θύματος και στα σπασμένα δόντια του. Ακολουθούν κεράσματα με κλαφουτί, ερωταπαντήσεις σχετικά με τις καριέρες αμφοτέρων και φιλοφρονήσεις, όμως σύντομα το θέμα μετακυλίεται στην αντίδραση του νεαρού θύτη, στο αν νιώθει μεταμέλεια και στο αν οφείλει να ζητήσει συγγνώμη. Ο πατέρας του αναγνωρίζει ότι ο γιος του έσφαλε, αλλά η συνεσταλμένη και φαινομενικά υπάκουη σύζυγός του (στην οποία απευθύνεται με ένα γελοίο χαϊδευτικό) αντιδρά έντονα στην επισήμανση της μητέρας του θύματος ότι ο γιος της έχει «παραμορφωθεί». Από εκείνο το σημείο και μετά, και με τη βοήθεια του αλκοόλ, οι τόνοι αγριεύουν, η επιθετικότητα κορυφώνεται και η ευγένεια πάει περίπατο. Μέχρι το τέλος του έργου, το σαλόνι έχει μετατραπεί σε πεδίο μάχης και οι οιονεί πολιτισμένοι ενήλικοι έχουν μετατραπεί σε έρμαια των ενστίκτων τους, κάνοντας τον θεατή να ξεχάσει τελείως το βίαιο επεισόδιο μεταξύ των εφήβων.
Χαρακτήρες αντιπροσωπευτικοί ευρύτερων κατηγοριών
Η Γιασμίνα Ρεζά φιλοτεχνεί άψογα τα ψυχογραφήματα αυτών των τεσσάρων -φαινομενικά- αταίριαστων ανθρώπων. Ο πατέρας του θύτη φαίνεται να είναι ο πιο απρόθυμος όλων στο να ασχοληθεί με το ζήτημα που έχει προκύψει, τόσο από ανδρικό σωβινισμό, όσο και από τοποθέτηση: προς το τέλος θέτει εσκεμμένα ερωτήματα σχετικά με το αν ανιχνεύεται ποτέ πραγματική ανιδιοτέλεια στην ανθρώπινη φύση. Ο Δημοσθένης Φίλιππας κρατά τα ηνία της παράστασης στον ρόλο αυτού του κυνικού εταιρικού δικηγόρου, του οποίου το τηλέφωνο χτυπά ασταμάτητα και από τις συνδιαλέξεις του οποίου αντιλαμβανόμαστε πως είναι συνυπεύθυνος για μια κομπίνα γνωστής φαρμακευτικής εταιρεία και πως γι’ αυτόν η αξία του χρήματος είναι το πρωταρχικό ζητούμενο. Η ερμηνεία του είναι σαφώς η καλύτερη εκ των τεσσάρων. Η Ευαγγελία Καπόγιαννη είναι εξαιρετική στον ρόλο της συζύγου του, μιας καλοντυμένης γυναίκας με χαμόγελο αρπακτικού που εργάζεται στη «διαχείριση πλούτου» και προβάλλει αρχικά μια μειλίχια συμπεριφορά, όμως στην πορεία του έργου αποκαλύπτει μια υστερική, ματαιωμένη σύζυγο που παρεκτρέπεται ολότελα υπό την επιρροή του αλκοόλ. Μια πληθωρική, ευαίσθητη ερμηνεία.
Η Μαρία Μπρανίδου υποδύεται πειστικά τον ρόλο της μητέρας του θύματος: πρόκειται για μια γυναίκα-συγγραφέα που εργάζεται σε βιβλιοθήκη Τέχνης και Ιστορίας. Αυτοπροβάλλεται ως ακτιβίστρια για το ζήτημα του Νταρφούρ, ανθρωπίστρια, φιλότεχνη και ηθικά ακέραια, προτίθεται δε να επιβάλει σώνει και καλά τους κανόνες του «πολιτισμού» στους άλλους, με αποτέλεσμα να αποκαλύψει τη δηκτική της πικρία και τον απόλυτα νευρωτικό της εαυτό. Τέλος, ο σύζυγός της (και πατέρας του θύματος) έχει καταφέρει να στήσει τη δική του επιχείρηση χονδρικού εμπορίου σκευών και ειδών κιγκαλερίας. Φαίνεται ότι είναι ο υποτακτικός της σχέσης, ικανοποιώντας κάθε απαίτηση της συζύγου του, μέχρι που το αλκοόλ αρχίζει να επιδρά και η άγρια φύση του βγαίνει στην επιφάνεια σε μιαν απαξιωτική αποτίμησή του της κοινωνίας: «Μας ενδιαφέρει ποτέ τίποτε άλλο πέρα από τον εαυτό μας;» Ο Βασίλης Πουλάκος είναι πολύ καλός στον ρόλο αυτού του κλασικού «μαμάκια», που δέχεται κάθε δεκαπέντε λεπτά τηλεφώνημα από τη μητέρα του και που προφασίζεται αλλεργία στα τρωκτικά για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι εγκατέλειψε το ανυπεράσπιστο χάμστερ της κόρης του στη μέση του δρόμου: «Μην ανησυχείς», λέει στην κόρη του, «Θα φάει... θα φάει φύλλα, αγριοκάστανα – θα βρει διάφορα πράγματα· ξέρει τι πρέπει να φάει. Σκουλήκια, σαλιγκάρια, ό,τι μπορεί να έχει πέσει από κάδους απορριμμάτων – είναι παμφάγο ζώο, ακριβώς όπως κι εμείς». Αυτό και μόνο ξεσηκώνει τα αλτρουϊστικά συναισθήματα όλων, κι εδώ ο θεατής ανακαλύπτει μέσα του τον μικροαστό υποκριτή, εφόσον κατ’ ουσίαν το έργο θέτει πολύ σοβαρότερα, κοινωνικοπολιτικά ζητήματα.
Η επιθυμία να υπερβούμε τον πρωτόγονο εαυτό μας δεν είναι απαραιτήτως μια μάσκα. Μπορεί να είναι το ίδιο ειλικρινής και απαραίτητη με τον πιθανό θυμό μας και με τη βίαιη εκδοχή του εαυτού μας. Όπως ειλικρινής φαίνεται και η αρχική πρόθεση των δυο ζευγαριών να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα με γνήσιο πολιτισμό, ευγένεια και κατανόηση. Ωστόσο, ενώ στην αρχή όλα φαίνονται να κυλούν ομαλά, με τα δυο ζευγάρια να συντάσσουν γρήγορα μια δήλωση συγκατάβασης για το περιστατικό μεταξύ των γιων τους, οι κρυμμένες διαθέσεις και προκαταλήψεις μετατρέπουν σταδιακά τη συνθήκη σε επιθετική. Οι τέσσερις χαρακτήρες κινούνται αρχικά με προσοχή, σαν να πατούν σε τσόφλια αυγών αλλά γρήγορα οι μάσκες πέφτουν και οι τέσσερις αποκαλύπτουν τα πραγματικά, καταπιεσμένα συναισθήματά τους, ενώ αναδύεται και το κλειστοφοβικό στοιχείο του αστικού διαμερίσματος και το ανυπέρβλητο οικοδόμημα του εγωϊσμού κατά την επίλυση των συγκρούσεων μέσα στο ζευγάρι. Αυτό που ξεκινά ως μια μάχη εγωισμού μεταξύ των συζύγων, μετατρέπεται σε πόλεμο των φύλων και σε σαφή σαρκασμό του συμβιβασμού που περιλαμβάνει ο θεσμός του μπουρζουά γάμου.
Οι καλοί τρόποι και η «πολιτική ορθότητα» καταρρέουν μπροστά στις πρωτόγονες ορμές και στο ένστικτο της κυριαρχίας.
Τα παραπάνω γίνονται πολύ σοβαρότερα εάν λάβουμε υπόψη μας και το μοτίβο του εκφοβισμού (bullying), δηλαδή τη διαπίστωση ότι μέσα στους περισσότερους από εμάς κρύβεται ένας νταής. Και αυτό δεν είναι ατομικό γνώρισμα των τεσσάρων χαρακτήρων, αλλά συνοψίζει την υποκρισία της αστικής τάξης: τάχατες εμπνευσμένοι από τον «Ιβανόη», οι δυο άνδρες δικαιολογούν την εφηβική παραβατικότητα και βία ως φυσικό εφηβικό ένστικτο, κάπου αλλού μιλούν με ζωώδη, macho κυνισμό για το σεξ, ενώ συμφωνούν στο ότι το να ανατρέφεις παιδιά δεν είναι τίποτε παραπάνω από ένας μπελάς. Οι καλοί τρόποι και η «πολιτική ορθότητα» καταρρέουν μπροστά στις πρωτόγονες ορμές και στο ένστικτο της κυριαρχίας. Το κείμενο της Ρεζά εγείρει ευρύτερα ζητήματα της κοινωνικής συνύπαρξης: πώς μπορούμε να προσδοκούμε αρμονική συμβίωση με άλλα κράτη, όταν δεν μπορούμε να τα βρούμε ούτε καν με τους γείτονές μας;
Παρά το εξαιρετικό χιούμορ του κειμένου, το κλίμα του έργου παραμένει ζοφερό, περίπου όπως το απέδωσε ο Πολάνσκι στην ταινία του. Castigat ridento mores, (τα ήθη αποκαλύπτονται μέσω της γελοιοποίησης, δηλαδή η κωμωδία ασκεί κριτική στα ήθη), oι τέσσερις ενήλικες εμπλέκονται σε παράλογους καυγάδες και στη σύγκρουσή τους αποκαλύπτονται οι ανούσιες «pinailleries» τους (οι συζητήσεις τους για επουσιώδη ζητήματα), οι άκρως συντηρητικές, έως αντιδραστικές απόψεις τους σε ευαίσθητα ζητήματα, οι σεξιστικές τοποθετήσεις τους και, ακόμη-ακόμη, η ομοφοβία τους. Στο ευφυές κείμενο της Ρεζά, τα σκηνικά αντικείμενα (τα βιβλία Τέχνης, το μπουκέτο με τις τουλίπες, το πιστολάκι και τα τηλέφωνα που χτυπούν) διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη δραματική οικονομία. Ξεσκεπάζουν όλο το μικροαστικό «πακέτο» της αγωγής τους, σαν ένας «εμετός» πάνω στον πανάκριβο ιλουστρασιόν τόμο με τα έργα του Όσκαρ Κοκόσκα, που αντιμετωπίζεται με ψέκασμα κολόνιας «Kouros». Η χρήση του video της Χριστίνας Χριστοφή στη σκηνή του εμετού είναι μια ωραία σκηνογραφική επινόηση, δεδομένου ότι έχει και αλληγορικό χαρακτήρα. Ελάχιστα απομένουν στο τέλος από την ηθικολογική θεώρηση του κόσμου και από τη μάταιη υπεράσπιση ενός εκλεπτυσμένου, «πολιτισμένου» μοντέλου ζωής (που κατ’ ουσίαν είναι σύμπτωμα της αστικής υποκρισίας).
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου και χορού.
«Βερονίκ, μήπως μας ενδιαφέρει και τίποτ' άλλο πέρα από τον εαυτό μας; Όλοι θα θέλαμε να πιστεύουμε σε μια πιθανή βελτίωση. Που πρωτεργάτες της θα ήμασταν εμείς οι ίδιοι, χωρίς κανένα προσωπικό όφελος για μας. Υπάρχει όμως κάτι τέτοιο; Άλλοι σέρνονται, αυτός είναι ο τρόπος τους, κι άλλοι ενεργούν, αρνούνται να συμβιβαστούν με το πέρασμα του χρόνου -και ποια η διαφορά; Οι άνθρωποι αγωνίζονται μέχρι να πεθάνουν... Η παιδεία, οι δυστυχίες του κόσμου... Εσείς γράφετε ένα βιβλίο για το Νταρφούρ, εντάξει, σας καταλαβαίνω, σκέφτεστε, αφού η ιστορία του ανθρώπου είναι φτιαγμένη από αιματοχυσίες, θα διαλέξω μία και θα γράψω ένα βιβλίο γι' αυτή. Ο καθένας σώζει τον εαυτό του όπως μπορεί.»
Βασικό στοιχείο της δραματουργίας της Γιασμίνα Ρεζά είναι η εστίαση σε φαινομενικά ασήμαντα στοιχεία της πραγματικότητος, στις ελάχιστες εκείνες ρωγμές που γίνονται χάσματα και την καταβροχθίζουν. «Μου αρέσει να πηγαίνω από το πιο μικρό στο πιο μεγάλο», λέει η συγγραφέας, «γιατί πιστεύω πως η μεταφυσική του ανθρώπου δεν κρύβεται στις μεγάλες ηρωικές στιγμές. Η απόγνωση και τα μυστικά του κρύβονται στις αόρατες λεπτομέρειες, σ' αυτές τις μόνιμες και ανεπαίσθητες χαραμάδες της καθημερινότητας».
Μέγιστη ανατόμος του ανθρώπινου ψυχισμού, η Γιασμίνα Ρεζά φωτίζει τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις των ηρώων της, χωρίς να κρίνει ή να νουθετεί. Η ευφυΐα με την οποία περιγράφει την αγωνία που εμπεριέχεται σε κάθε είδους ψευδαίσθηση αγγίζει τον αναγνώστη θεατή με τρόπο άμεσο και καταλυτικό. Η γραφή της, λαμπερή και κοφτερή σαν λεπίδα, προκαλεί το γέλιο αλλά και τη θλίψη για το παράλογο της ύπαρξης, ισορροπώντας αριστοτεχνικά ανάμεσα στη σοβαρότητα και την ελαφράδα, ανάμεσα στις επιθυμίες και τη ματαίωσή τους, τις ελπίδες και τις διαψεύσεις τους. (Γιώργος Αρχιμανδρίτης, από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Πρωτοποριακό για την εποχή του δράμα αστυνομικής πλοκής , που ξεφεύγει από τον τυπικό κύκλο των ταινιών νουάρ , επειδή θίγει το διαχρονικά οξύ πρόβλημα των φυλετικών προλήψεων στις ΗΠΑ. Ένας προσοντούχος νεαρός μαύρος γιατρός αναλαμβάνει τη θεραπεία δύο τραυματισμένων λευκών ρατσιστών
αδελφών, που έχουν συλληφθεί για ληστεία και έχουν μεταφερθεί στο νομαρχιακό νοσοκομείο. Ο γιατρός υποψιάζεται ότι ο ένας από τους δύο ληστές έχει όγκο στον εγκέφαλο και τον φροντίζει με ιδιαίτερο ζήλο , αλλά στη διάρκεια μιας ειδικής εξέτασης που επιχειρεί να του κάνει , ο τραυματίας πεθαίνει, χωρίς ο γιατρός να φταίει. Ο αδελφός του πεθαμένου κατηγορεί τον μαύρο γιατρό ως δολοφόνο λόγω φυλετικού μίσους και αρνείται να δώσει την άδεια για να γίνει νεκροτομή . Από το σημείο αυτό και πέρα το θέμα παίρνει πελώριες διαστάσεις με γενίκευση των φυλετικών ταραχών ... Παρά τις σεναριακές της αδυναμίες , η ταινία είναι σκηνοθετημένη με ξεκάθαρο στόχο να στηλιτεύσει τον ρατσισμό . Προφανής είναι η αντίληψη ότι το φυλετικό μίσος βρίσκει πρόσφορο έδαφος στον κόσμο των εξαθλιωμένων, αμόρφωτων μαζών, γεγονός πολλαπλά επιβεβαιωμένο από την Ιστορία. Ο μανιχαϊστικός διαχωρισμός των χαρακτήρων , αναδεικνύει την ανάγκη για την ύπαρξη ψυχωμένων ιδεαλιστών , που θα ορθώσουν το ανάστημά τους απέναντι στην ευθυνόφοβη επίσημη γραφειοκρατία, απαιτώντας Δικαιοσύνη. Οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών είναι πειστικές, με προεξάρχουσα αυτήν του "αιώνια κακού" του Χόλιγουντ Ρίτσαρντ Γουίντμαρκ , αλλά και του νεαρού Σίντεϊ Πουατιέ, για τον οποίο αποτελεί το ντεμπούτο του στον κινηματογράφο.Σημειωτέον ότι ο Γουίνμαρκ έπαιξε την ίδια χρονιά ένα σημαντικό ρόλο στη συγκλονιστική ταινία του Ζιλ Ντασέν Η Νύχτα και η Πόλη. Υπέροχη η φωτογραφία της ταινίας με τα υποβλητικά ασπρόμαυρα κοντράστ , που τονίζουν το δραματικό χαρακτήρα της.
Σκηνοθεσία: Joseph L. Mankiewicz
Σενάριο: Joseph L. Mankiewicz, Lesser Samuels
Ηθοποιοί: Richard Widmark, Linda Darnell, Stephen McNally.
Ο ήρωας του Νίκου Εγγονόπουλου όχι μόνο αντιστέκεται στην Ιστορία, αλλά επιμένει να αγαπά
Το «Ευγενικό μυθιστόρημα», που μόλις κυκλοφόρησε, είναι το άγνωστο ερωτικό ποίημα των 188 στίχων του μεγάλου ζωγράφου και ποιητή, ο οποίος αναζήτησε στην ελληνική παράδοση τις πιο ανατρεπτικές εκδοχές της.
Ο Εγγονόπουλος υπήρξε βαθιά μόνος, επειδή η ποίησή του δεν χωρούσε ούτε στις ασφαλείς ταξινομήσεις της ελληνικότητας ούτε στις ευκολίες ενός υπερρεαλισμού που θα αρκούνταν στην παραδοξότητα των εικόνων.
ΑΡΚΕΙ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ στην αυτοπροσωπογραφία του Νίκου Εγγονόπουλου, που κοσμεί την πρόσφατη έκδοση του άγνωστου μέχρι πρότινος στο ευρύ κοινό «Ευγενικού μυθιστορήματος», για να διακρίνει κανείς τους βασικούς άξονες της προσωπικής του κοσμοθεωρίας: η μετωπική στάση της μορφής του, που παραπέμπει στις βυζαντινές αγιογραφίες ενός από τους κυριότερους δασκάλους του, του Φώτη Κόντογλου, αλλά και οι ευρύτερες αρχιτεκτονικές αναφορές, με τον Παρθενώνα να υψώνεται πάνω σε μια κατασκευή από τούβλα, αποκαλύπτουν τη διπλή γλώσσα ενός δημιουργού που αντιλαμβανόταν το αλλόκοτο ελληνικό σύμπαν ως το εξαιρετικά προβληματικό και συνάμα γοητευτικό πεδίο συνάντησης των πιο ακραίων αντιφάσεων. Και ο ίδιος, ένας αμήχανος, διοπτροφόρος, νεωτερικός κοκκινομάλλης άγιος, που διατηρεί ωστόσο τη σεμνότητα του τεχνίτη, όπως μαρτυρούν τα εργαλεία της ζωγραφικής του, μοιάζει να επιστρέφει σχεδόν αιφνιδιαστικά στον 20ό αιώνα, τον οποίο έμελλε να σφραγίσει με τον πλέον ανεξίτηλο τρόπο.
Αυτό το ζωντανό πεδίο ανασύνθεσης, που χωρούσε το αρχαίο, το βυζαντινό, το λαϊκό και το σύγχρονο, εναργές κοσμοπολίτικο σύμπαν που έθρεψε τις φαντασιώσεις ολόκληρης της γενιάς του ’30, απέκτησε, στη δική του περίπτωση, εξαρχής ηρωικά χαρακτηριστικά. Γιατί, πέρα από τις υπερρεαλιστικές ανατροπές και τις ανεξάντλητες μεταμορφώσεις της φαντασίας, στον ποιητικό του κόσμο δεσπόζει η μορφή του ήρωα ως διαρκής δυνατότητα υπέρβασης των ιστορικών και υπαρξιακών περιορισμών. Ο ίδιος υπήρξε, άλλωστε, από τους πρώτους που προσέγγισαν μορφές όπως ο Ανδρούτσοςκαι ο Κολοκοτρώνης με έναν τρόπο πολύ πιο ανατρεπτικό, έως και βλάσφημο για πολλούς, από εκείνον με τον οποίο οΣεφέρης προσέγγισε τονΜακρυγιάννη, αναγνωρίζοντας στα πρόσωπα των αγωνιστών τους αιώνιους μαχητές της ελευθερίας, εκείνους που αντιστέκονται στην εξουσία και ταυτόχρονα διεκδικούν το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια και την αγάπη, ακόμη και όταν γνωρίζουν πως η αναμέτρησή τους είναι εξαρχής άνιση. Αυτές οι μορφές έγιναν τα διαρκή, φασματικά του άλτερ έγκο, οι διαφορετικές εκδοχές μιας πραγματικότητας που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να επαναπροσδιοριστεί. «Ο κοκκινοτρίχης τώρα προχωράει μέσα στον προθάλαμο που είχε το θολωτό ταβάνι / κι ένα μεγάλο φανάρι να κρέμεται στη μέση / το πάτωμα πλακάκια μαύρα και άσπρα», γράφει χαρακτηριστικά στο «Ευγενικό μυθιστόρημα», μεταφέροντας την ηρωική περιπέτεια σε έναν χώρο όπου η εικαστική λεπτομέρεια αποκτά τη δική της μυστηριώδη, σχεδόν τελετουργική υπόσταση.
Το άγνωστο επί δεκαετίες ποίημα των 188 στίχων, οργανωμένο σε τέσσερα μέρη, αφηγείται την αναζήτηση μιας μυστηριώδους γυναίκας από έναν νεαρό άνδρα, ο οποίος διασχίζει έναν κόσμο μεσαιωνικών αναφορών, υπερρεαλιστικών εικόνων και ερωτικής προσμονής, μέχρι να φτάσει στην πολυπόθητη συνάντηση.
Ίσως γι’ αυτό ο Εγγονόπουλος να υπήρξε βαθιά μόνος. Επειδή η ποίησή του δεν χωρούσε ούτε στις ασφαλείς ταξινομήσεις της ελληνικότητας ούτε στις ευκολίες ενός υπερρεαλισμού που θα αρκούνταν στην παραδοξότητα των εικόνων. Στη δική του αντίληψη, το άλτερ έγκο του ηρωικού προτύπου παρέμενε ενιαίο και αδιαίρετο, καθώς ο Διγενής Ακρίτας μπορούσε να συναντήσει τον Σιμόν Μπολιβάρ και ο Θεόφιλος να συνομιλήσει ισότιμα με τον Λοτρεαμόν, που υπήρξε κεντρικό σημείο αναφοράς στην ποίησή του. Ο Βυζαντινός πολεμιστής μπορούσε κάλλιστα να μεταμορφωθεί σε ερωτευμένο ιππότη και ο επαναστάτης να αναγνωρίσει στον έρωτα μια εξίσου υψηλή μορφή ανδρείας – ας μη λησμονούμε ότι και ο ίδιος είχε εκφράσει την επιθυμία να πολεμήσει στο πλευρό των δημοκρατικών δυνάμεων κατά τον Ισπανικό Εμφύλιο. Όλες αυτές οι μορφές αποτελούσαν εκφάνσεις της μόνης, ίσως, ακλόνητης βεβαιότητάς του ότι η ποίηση οφείλει να διασώζει τη δυνατότητα του θνητού ανθρώπου να υπερβαίνει τα επίγεια όριά του, την ίδια στιγμή που η πραγματικότητα επιμένει να τον καθηλώνει σε ένα ασφυκτικό τέλμα.
Γεννημένος στην Αθήνα το 1907 (γεννήθηκε και πέθανε τον μήνα Οκτώβριο, 21/10/1907-31/10/1985), με οικογενειακές καταβολές από την Κωνσταντινούπολη και νεανικές εμπειρίες από τη Γαλλία, ο Εγγονόπουλος συγκρότησε την πνευματική του φυσιογνωμία μέσα από μια εξαιρετικά σύνθετη μαθητεία, όπου η ευρωπαϊκή πρωτοπορία, με την οποία ήρθε σε επαφή κατά τη διαμονή του στο εξωτερικό, συνυπήρχε με τη βυζαντινή τέχνη, τα δημοτικά τραγούδια, τη λαϊκή ζωγραφική και την αρχαία γραμματεία. Η μαθητεία του κοντά στον μεγάλο του δάσκαλο, Κωνσταντίνο Παρθένη, όπως και η ουσιαστική σχέση του με τον Φώτη Κόντογλου και τον Δημήτρη Πικιώνη, αλλά και η στενή φιλία του με τονΑνδρέα Εμπειρίκο, συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας αισθητικής που προσέδιδε την ίδια βαρύτητα στην παράδοση και στον μοντερνισμό. Όταν, το 1938, κυκλοφόρησε το «Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν» και, έναν χρόνο αργότερα, «Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής», η υποδοχή υπήρξε απροκάλυπτα εχθρική. Η κριτική χλεύασε τη φαινομενική ασυναρτησία των ποιημάτων, ενώ η σάτιρα προς το πρόσωπό του έφτασε μέχρι την επιθεώρηση. Δεν ήταν, ωστόσο, μόνο η ανατροπή της λογικής αλληλουχίας που προκαλούσε το κοινό αίσθημα, ανίκανο να αναγνωρίσει την υψηλή προέλευση της ειρωνείας του, αλλά κυρίως η διεκδίκηση μιας διαφορετικής ελληνικότητας, η οποία αρνούνταν να παραδώσει τα σύμβολα της Ιστορίας και της παράδοσης στους φαινομενικά αποκλειστικούς διαχειριστές τους.
Καθώς ο Εγγονόπουλος δεν αποκήρυξε τις ελληνικές καταβολές του, αλλά τόλμησε να τις ανασυνθέσει δημιουργικά μέσα από τον υπερρεαλιστικό του λόγο, επιστρατεύοντας προφορικά και γραπτά κειμήλια, όπως η τουρκαρβανίτικη «Αληπασιάδα» του Χατζή Σεχρέτης, τα δημοτικά τραγούδια αλλά και οι ανυπότακτοι πρωτεργάτες της Επανάστασης, δεν μπορούσε να χωρέσει στις εύκολες κατηγοριοποιήσεις της εποχής. Το ίδιο συνέβη και με την πρωτότυπη, αιχμηρή γλώσσα του, που μπορούσε να μετακινείται από τη δημοτική στους αρχαϊσμούς και από τις βυζαντινές διατυπώσεις στην καθημερινή ομιλία –τον είχαν κατηγορήσει, άλλωστε, για τη χρήση μιας ιδιότυπης «μαλλιαρής» γλώσσας–, όπως ακριβώς η ζωγραφική του συνδύαζε διαφορετικές εικαστικές παραδόσεις. Για εκείνον, καμία εκδοχή της ελληνικής γλώσσας δεν ήταν εκ προοιμίου ακατάλληλη για την ποίηση, η οποία υπερέβαινε εξαρχής τις συμβατικές ειδολογικές κατηγοριοποιήσεις, καθώς οι λέξεις μπορούσαν να μεταφέρουν το βάρος της ιστορικής τους διαδρομής χωρίς να χάνουν την ικανότητα να γεννούν διαρκώς νέες σημασίες. Η φαινομενική ασυνέχεια δεν σήμαινε σε καμία περίπτωση απουσία οργάνωσης: απλώς φαίνεται να υιοθετεί την ελεύθερη τάξη των συνειρμών, της εσωτερικής αναλογίας και της εικαστικής συναρμογής. Η ελευθερία εκπορευόταν από την ίδια τη γλώσσα και μοναδικός κριτής, στα μάτια του Εγγονόπουλου, παρέμενε ο ποιητής – είτε λεγόταν Σολωμός, ο αιώνιος δάσκαλός του, είτε κόμης του Λοτρεαμόν, είτε Μποντλέρ.
Από αριστερά: Ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Ανδρέας Εμπειρίκος και ο Nίκος Eγγονόπουλος, 1964.
Η πιο επιβλητική ενσάρκωση αυτής της ποιητικής αντίληψης παραμένει ο «Μπολιβάρ», το έργο που γράφτηκε στα χρόνια της Κατοχής και κυκλοφόρησε αυτοτελώς το 1944. Η επιλογή του Λατινοαμερικανού απελευθερωτή ως κεντρικού προσώπου ενός ελληνικού ποιήματος δεν συνιστούσε απλώς μια ευφάνταστη ιστορική μεταφορά, αλλά μια ριζική αναθεώρηση της ίδιας της έννοιας της εθνικής ταυτότητας. Ο Μπολιβάρ μπορούσε να είναι Έλληνας επειδή η ελληνικότητα, στην πιο ουσιαστική της εκδοχή, εξέφραζε τη δυναμική της ελευθερίας, την οποία είχε υπερασπιστεί με τον πιο απέριττο τρόπο ο πάντοτε αγαπημένος του Εγγονόπουλου, Διονύσιος Σολωμός. Πολλοί μελετητές διέκριναν στο ποιητικό του έργο τις αντανακλάσεις διαφορετικών επαναστατικών μορφών, ενώ ο Κώστας Βούλγαρης, σε μια σειρά από κείμενά του, έχει αναδείξει τη δυνατότητα μιας ανάγνωσης του Μπολιβάρ υπό το πρίσμα της μορφής του Άρη Βελουχιώτη. Ο ίδιος ο Εγγονόπουλος, άλλωστε, δεν είχε στερηθεί τις ιστορικές δοκιμασίες, αφού είχε πολεμήσει στην πρώτη γραμμή του ελληνοϊταλικού πολέμου και είχε δραπετεύσει από στρατόπεδο εργασίας κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ενώ είχε κατορθώσει να αντιμετωπίσει με ιδιαίτερο σθένος την επίμονη λοιδορία που είχε δεχτεί το ποιητικό του έργο.
Αυτήν ακριβώς την ποιητική ιδιοσυστασία, που φέρνει κοντά στο σθένος του ηρωισμού τη δυνατότητα και το πάθος του έρωτα, επαναφέρει στο προσκήνιο η πρόσφατη έκδοση του «Ευγενικού μυθιστορήματος» από την Άγρα, με τη φιλολογική επιμέλεια και το εκτενές επίμετρο της Ελισάβετ Αρσενίου. Το άγνωστο επί δεκαετίες ποίημα των 188 στίχων, οργανωμένο σε τέσσερα μέρη, αφηγείται την αναζήτηση μιας μυστηριώδους γυναίκας από έναν νεαρό άνδρα, ο οποίος διασχίζει έναν κόσμο μεσαιωνικών αναφορών, υπερρεαλιστικών εικόνων και ερωτικής προσμονής, μέχρι να φτάσει στην πολυπόθητη συνάντηση. Στο επίμετρό της, η Αρσενίου αναδεικνύει τις βαθιές συνδέσεις του έργου με τη βυζαντινή και μεσαιωνική παράδοση, την τεχνική της έκφρασης, δηλαδή της λεκτικής αναπαράστασης ενός εικαστικού αντικειμένου, και τη δημιουργική ανασύνθεση του ιστορικού υλικού. Ιδιαίτερα γόνιμη είναι η παρατήρησή της ότι ο νεαρός πολεμιστής εγκαταλείπει τα στρατιωτικά του γνωρίσματα για να αναλάβει την ιδιότητα του εραστή, μεταφέροντας την ηρωική του ενέργεια από το πεδίο της μάχης σε αυτό της επιθυμίας. Η περιγραφή του κήπου, του περίκλειστου παλατιού, των φυτών, των χρωμάτων και της γυναικείας μορφής ανακαλεί ταυτόχρονα τη μεσαιωνική ερωτική αλληγορία και την υπερρεαλιστική αντίληψη της «σπασμωδικής ομορφιάς», διαρρηγνύοντας τα όρια μεταξύ πραγματικού και φανταστικού. Η γυναίκα αναδύεται ως μια αιθέρια, σχεδόν μεταφυσική παρουσία, που υπερβαίνει τα όρια του αισθητού κόσμου, καθιστώντας την ερωτική αναζήτηση μια περαιτέρω δοκιμασία της ίδιας της δυνατότητας του ανθρώπου να προσεγγίσει το απόλυτο.
Η Αρσενίου, όπως και άλλοι μελετητές, τοποθετεί τη σύνθεση του ποιήματος μεταξύ Ιουλίου του 1939 και Ιανουαρίου του 1941, σε μια περίοδο κατά την οποία ο Εγγονόπουλος δοκιμάζει τις δυνατότητες του εκτενούς αφηγηματικού ποιήματος, πριν από τη σύνθεση του «Μπολιβάρ». Η μελετήτρια συνδέει την ερμηνευτική προσέγγιση του έργου με τον θάνατο της Λουκίας Φωτοπούλου, τον Ιούλιο του 1939, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να υποκρύπτεται πίσω από τη φανταστική ερωτική ιστορία μια βαθύτερη προσωπική εμπειρία πένθους[.........................................]
PAREMVASI Think Tank, ΝΟΗΣΙΣ και διαΝΕΟσις
ενώνουν δυνάμεις για τον παραγωγικό
και τεχνολογικό μετασχηματισμό της χώρας,
με αφετηρία τη νέα έρευνα της διαΝΕΟσις.
Πώς μπορεί η Ελλάδα να μετατρέψει
την επιστημονική γνώση και την Τεχνητή Νοημοσύνη
σε πραγματική αναπτυξιακή δύναμη;
Στο ερώτημα αυτό εστιάζει η εκδήλωση «Καινοτομία και AI: Πού βρισκόμαστε; Τι πρέπει να γίνει»,
που συνδιοργανώνουν
η PAREMVASI Think Tank, το ΝΟΗΣΙΣ και η διαΝΕΟσις,
την Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2026, στις 17:30,
στο ΝΟΗΣΙΣ, στη Θεσσαλονίκη.
Με αφετηρία τη νέα έρευνα της διαΝΕΟσις για το σύστημα έρευνας και καινοτομίας στην Ελλάδα, καθώς και τα πρόσφατα ευρήματα για τη στάση των πολιτών απέναντι στην Τεχνητή Νοημοσύνη, η εκδήλωση φέρνει στο ίδιο τραπέζι την επιστημονική κοινότητα, την επιχειρηματικότητα, τους φορείς καινοτομίας και τη δημόσια διοίκηση.
Στόχος είναι η αποτύπωση της σημερινής εικόνας και, κυρίως, η διατύπωση συγκεκριμένων προτεραιοτήτων για την επόμενη ημέρα.
Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε εδώ.
Είσοδος ελεύθερη
Αναζητάς έναν δημιουργικό χώρο για να εκφραστείς και να δημιουργήσεις; Αγαπάς την τέχνη και θέλεις να αφιερώσεις χρόνο στον εαυτό σου; Το Εικαστικό Εργαστήριο Ενηλίκων στο Τελλόγλειο σε προσκαλεί να γνωρίσεις τον κόσμο της ζωγραφικής, να αναπτύξεις τις σχεδιαστικές σου δεξιότητες, να γνωρίσεις σπουδαίους δημιουργούς, να πειραματιστείς με διαφορετικές τεχνικές και υλικά.
Ξεκινώντας από τις βασικές απλές αρχές του ελεύθερου σχεδίου, οι συμμετέχοντες και οι συμμετέχουσες, θα εξοικειωθούν με τις αναλογίες, τις μετρήσεις, τις σκιές και την ογκοπλασία. Στη συνέχεια, θα έχουν την ευκαιρία να εξερευνήσουν διαφορετικές τεχνικές, να πειραματιστούν με υλικά, να δημιουργήσουν κατασκευές και κολάζ, καθώς και να γνωρίσουν το λαδοπαστέλ και την ακουαρέλα, προσθέτοντας χρώμα στα έργα τους.
Μέσα από αφιερώματα σε σημαντικούς ζωγράφους και καλλιτέχνες, οι συμμετέχοντες θα ανακαλύψουν νέες πηγές έμπνευσης και διαφορετικούς τρόπους προσέγγισης της τέχνης, ενισχύοντας παράλληλα τη δική τους προσωπική έκφραση.
Η διδασκαλία πραγματοποιείται με στοχευμένη καθοδήγηση από τους εικαστικούς Παντελή Παυλίδη και Βάσω Χατζημανώλη, με έμφαση στις ανάγκες και τον ρυθμό κάθε συμμετέχοντα.
Η σχεδίαση πραγματοποιείται σε χαμηλά καβαλέτα ή πάγκους εργασίας, στους χώρους του εκθεσιακού χώρου ή/και στα δύο διαθέσιμα εργαστήρια, δημιουργώντας ένα περιβάλλον που ενθαρρύνει την παρατήρηση, τον πειραματισμό και τη δημιουργία.
Κόστος: 280€ για είκοσι (20) δίωρα εργαστήρια
Εκπτωτική πολιτική: -10% έκπτωση σε φίλους/ες που εγγράφονται μαζί και ανέργους με την αποστολή των αντίστοιχων δικαιολογητικών στο info@teloglion.gr
Διάρκεια: Νοέμβριος 2026 – Μάιος 2027
Ένας ουδέτερος παρατηρητής θα δυσκολευτεί να βγάλει συμπέρασμα.
(ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ / EUROKINISSI)
«Δεν θα μου κάνει μαθήματα εμένα ο Τσίπρας των μολότοφ» είπε ο Άδωνης Γεωργιάδης.
είχε χαρακτηρίσει τον επικεφαλής της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης το καλύτερο πολιτικό ταλέντο της γενιάς του, αυτός είχε πει ότι αντικειμενικά ο Τσίπρας είναι απειλή για τη Νέα Δημοκρατία, αυτός είχε πει ότι ο Τσίπρας επέστρεψε εκεί απ’ όπου ξεκίνησε, από την Άκρα Αριστερά.
Αυτή είναι η μία προσέγγιση για τον πρώην πρωθυπουργό. Η άλλη με εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο προέρχεται από τα κόμματα της Αριστεράς. Για το ΚΚΕ ο Τσίπρας είναι εκπρόσωπος του συστήματος, για τα σχήματα που δημιουργήθηκαν μετά τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ είναι ένας ρεφορμιστής που έχει βγάλει δεξιό φλας, είναι προδότης (λόγω μνημονίου) και επί της ουσίας πρόκειται για έναν πολιτικό που υπηρετεί τον καπιταλισμό μεταμφιεζόμενος ενίοτε σε προοδευτικό για να παραπλανήσει τους απογοητευμένους πολίτες της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς.
Ένας ουδέτερος παρατηρητής θα δυσκολευτεί να βγάλει συμπέρασμα.
Τι είναι τελικά ο Τσίπρας; Αριστεριστής; Ρεφορμιστής; Οπορτουνιστής; Αθεράπευτα λαικιστής, όπως υποστηρίζει ο αρχηγός της Δεξιάς ; Δούρειος ίππος του Μητσοτάκη, όπως τον αποκαλεί ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης; Σοσιαλδημοκράτης παλαιάς κοπής, όπως τον θέλουν μερικοί εκ των οπαδών του;
Αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων, δυσαρέσκεια για την κατάσταση των σχολείων, υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών και στεγαστική κρίση είναι μερικά από τα συστατικά ενός εκρηκτικού κοκτέιλ που τις τελευταίες ημέρες έχει πυροδοτήσει μαζικές διαδηλώσεις στις μεγαλύτερες πόλεις της Ευρώπης.
Στον ιταλικό Νότο, όμως, η κοινωνική δυσαρέσκεια έχει πάρει μια πολύ διαφορετική και απολύτως χειροπιαστή μορφή. Και σχεδόν κανείς δεν μιλάει για αυτό.
Από την Απουλία και την Καλαβρία μέχρι τη Σικελία, το Μολίζε και τη Μπαζιλικάτα, τα ράφια των σούπερ μάρκετ είναι άδεια και τα αποθέματα καυσίμων μειώθηκαν, καθώς οδηγοί φορτηγών και εργαζόμενοι στον αγροτικό τομέα κλιμακώνουν τις κινητοποιήσεις τους απέναντι στο αυξημένο κόστος ζωής και παραγωγής.
Κλάδοι ολόκληροι έχουν αρχίσει να παραλύουν. Από τη μεταφορά τροφίμων μέχρι την ίδια την αγροτική παραγωγή, επιχειρήσεις και επαγγελματίες δηλώνουν ότι πιέζονται από το υψηλό κόστος καυσίμων, λιπασμάτων και σπόρων, αλλά και από τον ανταγωνισμό φθηνότερων εισαγόμενων προϊόντων. Παράλληλα, στον δημόσιο διάλογο επανέρχεται η χρόνια αίσθηση εγκατάλειψης του ιταλικού Νότου από τη Ρώμη.
Την ώρα που το Σαββατοκύριακο, στο Μιλάνο και την Μπολόνια διαδηλωτές έβγαιναν στους δρόμους για να ενώσουν τις φωνές τους με τον ευρωπαϊκό χορό διαμαρτυριών, λίγο νοτιότερα οι κινητοποιήσεις είχαν ήδη μεταφερθεί στις εθνικές οδούς και στα λιμάνια. Οδηγοί φορτηγών, από το Μπάρι έως το Παλέρμο, εδώ και πάνω από δύο εβδομάδες έστησαν μπλόκα σε βασικούς οδικούς άξονες και απέκλεισαν την πρόσβαση σε σημαντικά εμπορικά λιμάνια και αυτοκινητόδρομους που συνδέουν απομονωμένες περιοχές του Νότου, καταγγέλλοντας τις εξωφρενικές τιμές των λιπασμάτων, των σπόρων, καθώς και των καυσίμων για τα τρακτέρ και τα μεταφορικά μέσα.
«Για εμάς, αλλά και για την τοπική κοινότητα, έχει καταστεί αδύνατο να αντεπεξέλθουμε στο κόστος των καυσίμων», δήλωσε στο EUobserver ο Luigi Di Benedetto, διευθυντής μιας γεωργικής επιχείρησης στο Καλτατζιρόνε της Σικελίας.
«Η Ιταλία εισάγει προϊόντα που δεν πληρούν τις νομικές προδιαγραφές», πρόσθεσε, εκφράζοντας τις ανησυχίες των συναδέλφων του και των άλλων διαδηλωτών, καθώς η αγορά έχει πλημμυρίσει από φθηνότερες εισαγωγές από το εξωτερικό, με αποτέλεσμα να μην μπορούν πλέον να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους.
Χρειάστηκαν μόλις πέντε ημέρες αποκλεισμού για να παρατηρηθούν σοβαρές ελλείψεις στα σούπερ μάρκετ σε ολόκληρη τη νότια Ιταλία.
Εκτός από τα φρέσκα προϊόντα, ελλείψεις παρατηρούνται ανά περιπτώσεις και ανά περιοχή, στο γάλα, τα άλευρα, τα κονσερβοποιημένα προϊόντα, τα πουλερικά, το ψωμί ακόμα και στο εμφιαλωμένο νερό. Στο Παλέρμο, αναφορές κάνουν λόγο ακόμη και για έλλειψη πορτοκαλιών. Η ζημιά σύμφωνα με εκτιμήσεις του Σωματείου Εργαζομένων στο Παλέρμο, Confcommercio Sicilia, ανέρχεται σε έως και 50 εκατομμύρια ευρώ.
Μια ανακοίνωση στα άδεια ράφια ενός σούπερ μάρκετ ζητά συγγνώμη από τους πελάτες για την έλλειψη προϊόντων, λόγω της συνεχιζόμενης απεργίας των φορτηγατζήδων στη Νάπολη της Ιταλίας / 2026 Alessandra Tarantino/AP Photo
Μια ανακοίνωση στα άδεια ράφια ενός σούπερ μάρκετ ζητά συγγνώμη από τους πελάτες για την έλλειψη προϊόντων, λόγω της συνεχιζόμενης απεργίας των φορτηγατζήδων στη Νάπολη της Ιταλίας
Η κατάσταση εκτείνεται σε ολόκληρο τον Νότο. Εκπρόσωποι της Ένωσης Καταναλωτών Consumerismo No Profit κατέγραψαν μέσα σε δύο ημέρες, μεταξύ Παρασκευής και Σαββάτου, εννέα καταστήματα λιανικής με άδεια ή μισοάδεια ράφια.
Μέχρι στιγμής δεν έχουν αναφερθεί περιστατικά πανικού στις αγορές καθώς οι ελλείψεις οφείλονται σε καθυστερήσεις στις παραδόσεις.[.......................]