|
«Κουράστηκα να ακούω πως έτσι γίνονται τα πράγματα στην Ελλάδα-Το εμπόριο επιρροής είναι έγκλημα» Λάουρα Κοβέσι , Ευρωπαία Εισαγγελέας
|
Μητσοτάκης και Τσίπρας. Το αξέχαστο δίδυμο από τα παλιά και πάλι στις οθόνες μας
Το πρώτο κόμμα στις εκλογές δεν εκφράζει την πλειοψηφία της κοινωνίας. Αντιπροσωπεύει το κομμάτι που εκδήλωσε το υψηλότερο ποσοστό συσπείρωσης. Η πρώτη ταχύτητα της κοινωνίας, αυτοί που ζουν καλύτερα, συσπειρώνεται γύρω από τη Νέα Δημοκρατία. Πιο απλοϊκά: οι βολεμένοι έχουν μία επιλογή. Οι υπόλοιποι έχουν περισσότερες και η δυσφορία κατακερματίζεται.
Λίγο πριν τις εκλογές του 2023 στελέχη του Μαξίμου πήραν από το κτίριο κάτι κούτες με ογκώδεις φακέλους. Και επειδή υπήρξε και φωτογραφικό στιγμιότυπο, χρησιμοποιήθηκε στα social media ως το πρώτο σημάδι για την επερχόμενη πολιτική αλλαγή. «Τα μαζεύουν και φεύγουν», έγραψε προβεβλημένος παράγοντας του ΣΥΡΙΖΑ.
Δεν τον πήραν στην πλάκα. Η κυβέρνηση είχε ήδη στην καμπούρα της την τραγωδία των Τεμπών και το σκάνδαλο των υποκλοπών. Το σύνθημα, με τον Μητσοτάκη που συνουσιάζεται παθητικά, έλαβε διαστάσεις σλόγκαν στα κοινωνικά δίκτυα. Και έγινε viral η φωτογραφία, από drone, με τους ακτιβιστές που το σχημάτισαν χρησιμοποιώντας τα κορμιά τους.
Γνωρίζουμε όλοι τη συνέχεια. Ούτε ο Μητσοτάκης δεν πίστευε στα μάτια του όταν είδε τα exit poll. Και ο Τσίπρας άρχισε να μαζεύει τα προσωπικά του αντικείμενα από την Κουμουνδούρου. Τι ήταν αυτό που έδωσε στη Νέα Δημοκρατία το 41% του 2023; Οι αναλύσεις ήταν σαφείς. Το ελληνικό εκλογικό σώμα χορηγεί, συνήθως, δύο ευκαιρίες. Και ο Μητσοτάκης υπερείχε, σύμφωνα με τις μετρήσεις, σε όλα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά έναντι του Τσίπρα. Και το κυριότερο: η αντιπολίτευση δεν προέβαλε μία πειστική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.
Ερχόμαστε στο παρόν. Στην αρχή μίας μακράς προεκλογικής περιόδου. Η γούνα της κυβέρνησης έχει περισσότερα ράμματα. Προστέθηκε ο ΟΠΕΚΕΠΕ, η απροκάλυπτη εργαλειοποίηση της Δικαιοσύνης, φαινόμενα έπαρσης και αλαζονείας. Και το κυριότερο: η ζωή έγινε πιο ακριβή, πιο δύσκολη, για το μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας. Υπάρχουν και άλλα θέματα, όπως η διαχείριση των δημοσίων συμβάσεων και η διάθεση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, αλλά αυτά απασχολούν ελάχιστα ως καθόλου το εκλογικό ακροατήριο.
Εδώ, λοιπόν, εγείρονται δύο ερωτήματα. Πού αποδίδεται η δημοσκοπική αντοχή της κυβέρνησης; Και για ποιο λόγο, μετά από επτά χρόνια, δεν έχει εμφανιστεί ένας αξιόπιστος και ισχυρός εναλλακτικός πόλος διακυβέρνησης;
Ας δούμε το πρώτο ερώτημα, θέτοντας και ένα συμπληρωματικό. «Όλος ο κόσμος βρίζει, αλλά η Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται πρώτη στην πρόθεση ψήφου. Πώς γίνεται αυτό;».
Είναι απλή αριθμητική που προκύπτει από τους συσχετισμούς στην κοινωνία. Υπάρχει μία κοινωνία τριών ταχυτήτων.
Στην πρώτη ταχύτητα βρίσκονται εκείνοι που είδαν, για διάφορους λόγους, τα οικονομικά τους να βελτιώνονται. Είναι το κομμάτι της κοινωνίας που μπορεί και κάνει διακοπές, ταξιδεύει, γεμίζει τα μαγαζιά.
Στη δεύτερη ταχύτητα είναι εκείνοι που βγάζουν το μήνα με το ζόρι. Και στην τρίτη εκείνη που σκέφτονται τι φαγητό θα βάλουν στο τραπέζι.
Η πρώτη ταχύτητα προάγει ως κύρια επιλογή τη σταθερότητα και τη διατήρηση της κατεστημένης κατάστασης. Και εκφράζεται, συμπαγώς, από τη Νέα Δημοκρατία.
Όλοι οι υπόλοιποι είναι σαφώς περισσότεροι. Αλλά η εκλογική τους έκφραση είναι κατακερματισμένη.
Λίγο ως πολύ αυτό συμβαίνει πάντα. Το πρώτο κόμμα στις εκλογές δεν εκφράζει την πλειοψηφία της κοινωνίας. Αντιπροσωπεύει το κομμάτι που εκδήλωσε το υψηλότερο ποσοστό συσπείρωσης. Σήμερα, λοιπόν, η πρώτη ταχύτητα της κοινωνίας συσπειρώνεται γύρω από τη Νέα Δημοκρατία καθώς δεν πείθεται από καμία άλλη πρόταση όσον αφορά την ευημερία της και τη σταθερότητα της χώρας. Για να το θέσω πιο απλοϊκά: οι βολεμένοι έχουν μία επιλογή. Οι υπόλοιποι έχουν περισσότερες.
Το δεύτερο ερώτημα επιχειρεί να μάθει για ποιο λόγο δεν έχει εμφανιστεί ένας αξιόπιστος εναλλακτικός πόλος διακυβέρνησης. Ασφαλώς και είναι θέμα προσώπων. Η πολιτική έχει γίνει περισσότερο προσωποκεντρική από ποτέ. Εξαρτάται και από την άρθρωση πολιτικού λόγου. Για να κερδίσεις εκλογές πρέπει να αφαιμάξεις δυνάμεις από το πρώτο κόμμα. Και, εν προκειμένω, οφείλεις να είσαι πειστικός προς το κεντρώο ακροατήριο. Η αντιπολίτευση επένδυσε περισσότερο στην οργή και στη διαμαρτυρία και λιγότερο, πολύ λιγότερο, σχεδόν καθόλου, στις προγραμματικές προτάσεις. Όταν όμως επενδύεις στην οργή και στη διαμαρτυρία, μπορεί να εκφράζεις την κοινωνική πλειοψηφία, αλλά να υστερείς στην εκλογική.
Πριν από λίγες μέρες ένα κορυφαίο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, ο Παναγιώτης Δουδωνής κατηγόρησε την κυβέρνηση για «αβάντα» προς τον Αλέξη Τσίπρα, τον οποίο και επιλέγει ως αντίπαλο. Το ίδιο μουρμουρίζουν και άλλα στελέχη του κόμματος. Πρώην στενός συνεργάτης του Αλέξη Τσίπρα, με τον οποίο δεν διατηρεί πλέον σχέσεις, έλεγε ότι ακόμα και το ντοκιμαντέρ του Σκάι για τη διαπραγμάτευση του 2015 εντάσσεται σε μία υπόγεια προσπάθεια ενίσχυσης του πρώην πρωθυπουργού γιατί θα δημιουργήσει πολωτικές συζητήσεις.
Θέλει, στα αλήθεια, η κυβέρνηση τον Τσίπρα ως αντίπαλο; Λογικά ναι. Όχι μόνο επειδή ο Κυριάκος Μητσοτάκης τον έχει νικήσει όσες φορές αναμετρήθηκαν. Αλλά επειδή ο Τσίπρας θα διεγείρει φοβικά σύνδρομα στα οποία θα επενδύσει η Νέα Δημοκρατία για να συσπειρώσει το κοινό της «πρώτης ταχύτητας» και να ανησυχήσει τους κεντρώους. Και για αυτό ο Ανδρουλάκης θα πρέπει να πολεμηθεί ως εναλλακτική καταφυγή. Να λοιδορηθεί και να απαξιωθεί. Και όσο ο Τσίπρας χρησιμοποιεί το παρωχημένο λεξιλόγιο των ‘80ς, για θάλασσες, ταξίδια και αγώνες, τόσο θα χρησιμοποιείται ως σκιάχτρο.
Βέβαια ο Τσίπρας έχει πάντα την ευκαιρία της αλίευσης από τη μεγάλη δεξαμενή της οργής. Όμως εκεί πια κάνουν κουμάντο (ακρο)δεξιά αφεντικά. Ωστόσο ο Τσίπρας είναι αυτός που έχει τον χρόνο με το μέρος του. Αρκεί να πετύχει τη δεύτερη θέση και να στείλει το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση ως μπαλαντέρ. Μετά θα πρέπει να σταθεί κάτω από το δέντρο και να περιμένει το φρούτο να πέσει.




Το «έντεχνο λαϊκό» είναι ένας γενικός όρος που καλύπτει ατομικές ιδιαιτερότητες, αντιφάσεις και συλλογικές διεργασίες που εκκινούν ήδη από τη δεκαετία του 1940. Η δημιουργική διάδραση μεταξύ των νέων τότε Αργύρη Κουνάδη και Μάνου Χατζιδάκι οδηγεί σε μια πρώιμη –προ-Θεοδωρακική– εκδοχή του «έντεχνου λαϊκού» στο αισθητικό σταυροδρόμι μιας υπαινικτικής αισθητικοποίησης του «ρεμπέτικου» και της μεγάλης παράδοσης του ευρωπαϊκού έντεχνου τραγουδιού («Lied» ή «mélodie»). Πρόκειται για μια εκδοχή «liedesque» την οποία ο Κουνάδης εγκατέλειψε χάρη κυρίως στις αβανγκάρντ φιλοδοξίες της γερμανικής του καριέρας. Στον Χατζιδάκι, ωστόσο, η εκδοχή αυτή παρέμεινε η πολυτιμότερη συνισταμένη του έργου του, οδηγώντας στα επιτεύγματα της δεκαετίας του 1970 (Ο Μεγάλος Ερωτικός, Τα Παράλογα, Χωρίον ο Πόθος).[1]
Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη στην Ελλάδα, αυτό που αποκαλείται «έντεχνο λαϊκό» αντιπροσωπεύει το απαύγασμα της νεοελληνικής συμβολής στη σύγχρονη μουσική και ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν ένας από τους προφήτες του: εκείνος που κατόρθωσε να οικοδομήσει ένα πραγματικό οικοδόμημα της ελληνικής μουσικής ξεκινώντας από το ρεμπέτικο. Αυτή η ανάγνωση, κανονιστική πλέον, τείνει να εγγράφει το έργο του σε μια λογική εθνικής ιδιοποίησης, όπου η λαϊκή κουλτούρα, επανερμηνευμένη από τον συνθέτη, βρίσκεται μεταμορφωμένη σε μια λόγια μουσική γλώσσα. Συντονίζεται δε με το κυρίαρχο αφήγημα της περίφημης Γενιάς του 1930, η οποία αντιλαμβανόταν την καλλιτεχνική παραγωγή ως τοποθετημένη στη διασταύρωση δύο τύπων συνέχειας: μιας διαχρονικής, που συνέδεε την κλασική Ελλάδα με τη νεότερη Ελλάδα, και μιας συγχρονικής, που συνδύαζε τη λαϊκή κουλτούρα με την ατομική δημιουργία.
Θα ήθελα, ωστόσο, να προτείνω μια αναθεώρηση αυτής της κυρίαρχης οπτικής. Η συνθετική φιλοδοξία του Χατζιδάκι ίσως δεν υπήρξε, πρωτίστως, να ξεκινήσει από το ρεμπέτικο, αλλά μάλλον να αρθεί στο ύψος του εκλεπτυσμένου mélomane που υπήρξε, του βαθιά εμποτισμένου από τη δυτική λόγια μουσική και, κατά συνέπεια, από μια παράδοση που αναγορεύει το προσωπικό ύφος σε οντολογική συνθήκη ενός συνθέτη. Με άλλα λόγια, το κρίσιμο γι’ αυτόν ήταν η ανάγκη να ενταχθεί στον κύκλο των συνθετών που θεωρούσε ο ίδιος πραγματικά άξιους του ονόματος, σύμφωνα με τα κριτήρια αυτής της παράδοσης.
Μια τέτοια υπόθεση καλεί σε επανεξέταση της θέσης του ρεμπέτικου στο χατζιδακικό εγχείρημα. Το ρεμπέτικο εμφανίζεται λιγότερο ως μια καταγωγή και περισσότερο ως ένα ευκαιριακό, εύπλαστο υλικό, στην υπηρεσία της συγκρότησης μιας αισθητικής ατομικότητας τοποθετημένης στο σταυροδρόμι του λαϊκού και του λόγιου. Υπ’ αυτή την έννοια, ο Χατζιδάκις διακρίνεται τόσο από τους υπέρμαχους ενός μουσικού εθνικισμού όσο και από εκείνους ενός κοσμοπολίτικου μοντερνισμού: το έργο του επιδιώκει να είναι ταυτόχρονα ριζωμένο και υπερβατικό, λόγιο και δημοφιλές· εγγράφοντας τη νεότερη Ελλάδα σε έναν ιστορικό διάλογο με την ευρωπαϊκή μουσική της εποχής του. Σε μια αντιστροφή των όρων, υπό τους οποίους ίσως ακόμα κι ο ίδιος αντιλαμβανόταν τον συνθετικό εαυτό του, η δυτική ακροαματική παιδεία του αποτέλεσε μάλλον τον ακλόνητο και δεδομένο ορίζοντα εντός του οποίου εντάχθηκε η περισσότερο ενδεχομενική, βιωματική σχέση του με το ρεμπέτικο. Υπ’ αυτή την προοπτική, η αναφορά στο ρεμπέτικο δεν υπήρξε για τον Χατζιδάκι –ή, τουλάχιστον, όχι αποκλειστικά– μια καταγωγή, αλλά πρωτίστως ένα εργαλείο: διευκόλυνε την αναζήτησή του για αισθητική, ή μάλλον κοινωνικο-αισθητική, ατομικότητα –αν με τον όρο αυτό εννοήσουμε την ευθυγράμμιση μεταξύ της πρακτικής της «μεταγραφής» (με την ειδική σημασία που έδινε στη λέξη ο ίδιος, δηλαδή τον λόγιο χειρισμό των –objets trouvés των– λαϊκών μελωδιών) και στην επιθυμία του ως ομοφυλόφιλου άνδρα, ο οποίος είλκετο από άνδρες που προέρχονταν από ταπεινά κοινωνικά περιβάλλοντα–, χωρίς, ωστόσο, να επιδιώκει να πάψουν αυτοί να είναι αυτό που ήταν: δηλαδή, εκδοχές μεσογειακού macho, εγγεγραμμένες σε μια πατριαρχική και ετεροκανονιστική παράδοση. Τρεις λέξεις μπορούν να συνοψίσουν αυτή τη δυναμική: επιθυμία, απόσταση, εξιδανίκευση.
Σε διαφοροποίηση από τους «εναρμονιστές» της Εθνικής Σχολής, όπως ο Bourgault-Ducoudray και ο Άραμης (Περικλής Αραβαντινός) και, γενικότερα, από στάσεις που ανάγονται σε μια (αυτο-)αποικιοκρατική νοοτροπία,[2] ο Χατζιδάκις ανοίγει τις πόρτες του αστικού του σαλονιού για να υποδεχθεί τις λαϊκές μελωδίες όπως ακριβώς είναι. Δεν επιδιώκει ούτε να τις μετασχηματίσει ούτε να τις καταστήσει πρώτη ύλη ενός υποτιθέμενα ανώτερης ποιότητας έργου. Αντιθέτως, επιθυμεί να τις προσκαλέσει μέσα στο ίδιο του το περιβάλλον, έτσι ώστε στο τέλος της διαδικασίας να απομένει το ίχνος μιας συνάντησης ανάμεσα σε δύο κόσμους που, ωστόσο, παραμένουν διακριτοί: αυτός του αστικού σαλονιού και εκείνος της λαϊκής αγοράς. Ίσως θα έπρεπε να βλέπουμε στον Χατζιδάκι λιγότερο έναν «αισθητικοποιημένο Τσιτσάνη» και περισσότερο έναν «επικαιροποιημένο Καλομοίρη» – επικαιροποιημένο, ιδίως, μέσω της ανάδειξης μιας μοντέρνας αστικής ευαισθησίας, περισσότερο προσανατολισμένης προς τον γαλλικό (και ισπανικό) μοντερνισμό παρά προς τον Βάγκνερ ή τον γερμανικό ρομαντισμό.
Ύφος
Το μουσικό ύφος του Χατζιδάκι, αν και συχνά χαρακτηρίζεται «μοναδικό», δεν έχει ποτέ αποτελέσει αντικείμενο διεξοδικής ανάλυσης, ούτε σε αισθητικό ούτε σε αυστηρά τεχνικό επίπεδο. Μπορεί, ωστόσο, να διατυπωθεί η υπόθεση: η προσωπική γλώσσα του αποκρυσταλλώθηκε γύρω από μια πρωταρχική και ιδιότυπη εκδοχή του λεγόμενου έντεχνου λαϊκού — μια εκδοχή που θα την ονομάσω «liedesque».[3]
Η έννοια αυτή επιτρέπει να συλληφθεί η άρθρωση ανάμεσα σε πολλούς πόλους: τον εγγενή λυρισμό της γαλλικής méoldie (ή του γερμανικού Lied), την υπαγωγή στην κανονιστική έννοια του «έργου», την υψηλή ποίηση, την εξιδανίκευση – ακόμη και αισθητικοποίηση– της λαϊκής κουλτούρας και, τέλος, μια, ειλικρινώς, παράδοξη αναζήτηση «ελληνικότητας». Παράδοξη, διότι, περισσότερο από καλά ζυγισμένος στόχος, η ελληνικότητα εμφανίζεται ως το δευτερογενές αποτέλεσμα μιας διπλής άρθρωσης: αφενός, της ευρωπαϊκής λόγιας μουσικής – από τα Lied του Σούμπερτ και του Mάλερ έως τα ψευδο-βιβαλντικά υλικά του Χαμόγελου της Τζοκόντας, περνώντας από τις υφολογικές αναμνήσεις: του Σατί και του Ραβέλ (Για μια μικρή λευκή αχιβάδα), του Καρλ Ορφ (Όρνιθες) και του Στραβίνσκυ (Χωρίον ο Πόθος)· αφετέρου, του κόσμου του ρεμπέτικου – ενός ρεμπέτικου σε μεγάλο βαθμό φιλτραρισμένου, εξιδανικευμένου, επιφορτισμένου με την εκπροσώπηση ενός Λαού (με κεφαλαίο «Λ»). Αργότερα, σε ραδιοφωνικές συνομιλίες του της δεκαετίας του 1970, το ρεμπέτικο θα ήταν κατά τον Χατζιδάκι κάτι «ετοιμοθάνατο» – μια μεταστροφή, εντέλει, προβλέψιμη.
Με τον όρο «αισθητικοποίηση» εννοώ τη σκηνοθεσία ενός «ευρήματος» –όπως μιας μελωδίας του Τσιτσάνη ή του Παπαϊωάννου– μέσω της οποίας το εύρημα αυτό αποκτά αύρα με τη μπενγιαμινική έννοια, δηλαδή «τη μοναδική εμφάνιση μιας απόστασης, όσο κοντινή κι αν είναι».[4] Η ειρωνεία έγκειται εδώ στο γεγονός ότι η ίδια η συνθήκη αυτής της αύρας εδράζεται στην αναπαραγωγιμότητα του έργου: είτε πρόκειται για την ηχογράφηση είτε για την παρτιτούρα που λειτουργεί ως βάση για τη συναυλία. Η αύρα δηλώνει εδώ την επαναμάγευση μιας λαϊκής μελωδίας που έχει καταστεί αισθητικά αδρανής μετά την απώλεια της αρχικής της αύρας στο πλαίσιο μιας καπιταλιστικής κοινωνίας της αγοράς. Τα τεχνικά μέσα αυτής της «επαν-αυροποίησης» προέρχονται όλα από τη δυτική παράδοση: οργανολόγιο, αρμονική γλώσσα, έννοια του έργου – ή, ακόμη περισσότερο, του κύκλου τραγουδιών (Liederkreis).[......................................]