Πέμπτη, Αυγούστου 06, 2026

Δώσ' μου άλλη μία ευκαιρία Κι απ’ τα κέρατα θα πιάσω τη ζωή

Θεραπεία | Θέμος Σκανδάμης


Δώσ' μου άλλη μία ευκαιρία
Κι απ’ τα κέρατα θα πιάσω τη ζωή
Όλοι κάνουν κάποια θεραπεία 
Κι όλοι άρρωστοι ξυπνάνε το πρωί

Κι όλοι κρύβουν στο ντουλάπι 
την αγάπη κι ένα χάπι

κι όλοι ψάχνουν στα χαμένα 
μήπως βρούνε τα κλεμμένα
τα όνειρά τους τα καημένα 
μήπως βρούνε τι τους φταίει
Κι η σελήνη απόψε κλαίει 
Απόψε κλαίει σαν παιδί

Δώσ' μου άλλη μία ευκαιρία
Κι απ’ τα κέρατα θα πιάσω τη ζωή
Όλοι θέλουν την ελευθερία
Κι όλοι θέλουνε καλύτερο κελί

Κι όλοι πέφτουν στο κρεβάτι 
Και κοιμούνται μ’ ένα μάτι

Και με τ’ άλλο ξαγρυπνάνε 
Θεούς και δαίμονες ρωτάνε
Να τους πούνε που πονάνε
Να τους πούνε που το πάνε
Κι η σελήνη απόψε κόβει
Απόψε κόβει σαν γυαλί

Δώσ' μου άλλη μία ευκαιρία
Κι απ’ τα κέρατα θα πιάσω τη ζωή 
Σόλωνος και Μπενάκη στη γωνία
Ήρθε ο χάρος κάποιο βράδυ να μας βρει

 Μεθυσμένος στο τιμόνι
Σ’ ένα Άουντι μας καρφώνει

Κελαηδούσαν οι γαϊδάροι 
Σ’ ένα τροπικό φεγγάρι
Κι ήρθε το μεγάλο ψάρι
Μακριά για να μας πάρει 
Στου έρωτα τη θεία χάρη
Στου Έρωτα την Αφρική

ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ «ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΤΕΙΧΩΝ» (Κ.Θ.Β.Ε.) ΠΟΥ ΑΝΘΙΣΕ ΣΤΙΣ ΠΡΩΤΕΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗΣ

 https://i0.wp.com/frear.gr/wp-content/uploads/2026/08/765997594_1630387255760382_7905494151311074456_n.jpg?w=720&ssl=1

Για τη «Σκηνή της Θεσσαλονίκης» της Ελισσάβετ Θεοδωράνου 

ΚΡΙΤΙΚΗ : Ζωή Βερβεροπούλου, LavartΕλισσάβετ Θεοδωράνου, Η σκηνή της Θεσσαλονίκης. Σχήματα εναλλακτικού θεάτρου στην τροχιά της Μεταπολίτευσης (1974-2000), Νεφέλη, Αθήνα 2026.

https://frear.gr/wp-content/uploads/2018/06/logo-retina.png 

ΠΗΓΗ: ΦΡΕΑΡ (ηλεκτρονικό περιοδικό)frear.gr 

 https://i0.wp.com/frear.gr/wp-content/uploads/2026/08/%CE%95%CE%9E%CE%A9%CE%A6%CE%A5%CE%9B%CE%9B%CE%9F.jpg?w=593&ssl=1

Το βιβλίο της Ελισάβετ (Ελίζας) ΘεοδωράνουPhoto of Eliza Theodoranou αποτελεί μια νέα και αξιοσημείωτη προσθήκη στην ελληνική θεατρολογική βιβλιογραφία. Επανεπεξεργασμένη εκδοχή διδακτορικής διατριβής, η οποία υποστηρίχθηκε στο Τμήμα Θεάτρου του ΑΠΘ το 2019, η μελέτη εντάσσεται στο πεδίο της ιστορίας του θεάτρου και, όπως μαρτυρά ο τίτλος της, οργανώνεται γύρω από 3 άξονες: ο πρώτος είναι χρονικός (η Μεταπολίτευση και συγκεκριμένα η τελευταία 25ετία του 20ού αιώνα), ο δεύτερος είναι τοπικός (η Θεσσαλονίκη) και ο τρίτος ειδολογικός, αφορά δηλαδή αυτό που η συγγραφέας προσδιορίζει στη δεδομένη χωροχρονική συνθήκη ως «εναλλακτικό θέατρο» και περιλαμβάνει τους επαγγελματικούς θιάσους έρευνας που αναπτύχθηκαν παράλληλα με, αλλά έξω από, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ). Η εν λόγω κατηγορία εκπροσωπείται στην ανάλυση από το Θεατρικό Εργαστήρι Θεσσαλονίκης (1974-1989), το Καφέ-Θέατρο Θεσσαλονίκης (1979-1991), την Επιθεώρηση Δραματικής Τέχνης της Ρούλας Πατεράκη (1979-1986) και την Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» (1979-2000).

Η Θεοδωράνου συγκροτεί πριν απ’ όλα μια χρήσιμη και μεθοδικά οργανωμένη δεξαμενή πληροφορίας για μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα φάση της θεατρικής ιστορίας της Θεσσαλονίκης, που δεν είχε μέχρι σήμερα μελετηθεί συστηματικά σε επιστημονικό επίπεδο. Εξετάζοντας τη δραστηριότητα και το καλλιτεχνικό προφίλ των ανωτέρω τεσσάρων σχημάτων, αναδεικνύει την ξεχωριστή δυναμική της θεατρικής ζωής εκτός του αθηναϊκού κέντρου, όπως αυτή διαμορφώθηκε μέσα από τις έντονες πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές ανακατατάξεις της μεταπολιτευτικής περιόδου, αλλά και από το κλίμα δημιουργικής κινητικότητας, τόλμης και ευφορίας που χαρακτήρισε την εποχή.

Μετά από την εισαγωγή της συγγραφέως, όπου διασαφηνίζονται και αιτιολογούνται οι βασικές επιστημονικές επιλογές της (χρονικά όρια μελέτης, επιλογή θιάσων κ.λπ.), η κυρίως μελέτη υιοθετεί μια τριμερή δομή. Το Α΄ μέρος αναφέρεται στην πρώτη μεταπολεμική εικοσαετία και στα χρόνια της δικτατορίας, καταγράφοντας βασικές εξελίξεις στο θέατρο της Θεσσαλονίκης μέχρι το 1974. Τα τέσσερα κεφάλαιά του επισκοπούν το τοπίο στην πόλη πριν και μετά την ίδρυση του ΚΘΒΕ, τη συμβολή του Κυριαζή Χαρατσάρη, τον Φοιτητικό Όμιλο Θεάτρου και Κινηματογράφου, καθώς επίσης την ίδρυση και τα πρώτα χρόνια του Θεατρικού Εργαστηρίου της «Τέχνης». Διασφαλίζονται έτσι οι απαραίτητες συνδέσεις και γνώσεις υποβάθρου, προκειμένου να μεταβεί ομαλά ο αναγνώστης στο Β’ μέρος, που αποτελεί τον κεντρικό ερευνητικό πυρήνα της μελέτης. Αυτό εκτείνεται σε τρία κεφάλαια και φέρει τον τίτλο «Η Μεταπολίτευση και η πορεία προς μια πολυφωνική θεατρική κουλτούρα στη Θεσσαλονίκη».

Το πρώτο κεφάλαιο παρουσιάζει διεξοδικά τη θεατρική παραγωγή των τεσσάρων μελετώμενων θιάσων στα διάφορα στάδια της πορείας τους, συγκεντρώνοντας στοιχεία και συντελεστές για όλες τις παραστάσεις τους, μαζί με τα δημοσιογραφικά δημοσιεύματα και τις κριτικές που τις συνόδευσαν. Το δεύτερο κεφάλαιο εστιάζει στην καλλιτεχνική ταυτότητα, στις πολιτικές ρεπερτορίου, στους πρωτεργάτες, στον τρόπο λειτουργίας και στην ιδιαίτερη πολιτιστική συμβολή του εκάστοτε σχήματος, καθώς και στους πολλαπλούς παράγοντες (εξωτερικούς και εσωτερικούς) που επηρέασαν τις διαδρομές και την επιβίωσή τους. Τεκμηριώνονται έτσι με στοιχεία οι κοινωνικο-πολιτικές προτεραιότητες του Θεατρικού Εργαστηρίου, η μουσικο-θεατρική φυσιογνωμία του Καφέ-Θεάτρου και το ειδικό ενδιαφέρον του για την κωμωδία, ο καθαρά πειραματικός χαρακτήρας της Επιθεώρησης Δραματικής Τέχνης και, τέλος, η έννοια του θιάσου ρεπερτορίου που καθόρισε το προφίλ της Πειραματικής Σκηνής της «Τέχνης». Το μικρότερο σε έκταση τρίτο κεφάλαιο παραθέτει δεδομένα για τις περιοδείες όλων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, συνδέοντας τη συγκεκριμένη πρακτική με τη βούλησή τους να διευρύνουν το κοινό και την αναγνωρισιμότητά τους, πέρα από τα περιορισμένα, τοπικά όρια.

Το Γ΄ Μέρος, με πέντε επιμέρους κεφάλαια και τίτλο «Συμπεράσματα: Παράμετροι μιας έντονης θεατρικής δραστηριότητας», περιλαμβάνει ουσιαστικά τη συζήτηση και την ερμηνευτική ανασύνθεση των ερευνητικών ευρημάτων. Γίνεται χωριστή αναφορά στους θεατρικούς χώρους που αξιοποιούν τα σχήματα, στη λειτουργία που επιτελούν ως φυτώρια καλλιτεχνών, στο γενικότερο ζήτημα της εκπαίδευσης των ηθοποιών, στη σχέση με το ΚΘΒΕ και την Αθήνα, όπως επίσης και στις συνεργασίες θιάσων και καλλιτεχνικών συντελεστών. Αυτό που εν κατακλείδι διαπιστώνεται στο βιβλίο, είναι ότι, από το τέλος της δεκαετίας του 1970, το θεατρικό τοπίο στη Θεσσαλονίκη αλλάζει σημαντικά: αναπτύσσονται νέες και καλλιτεχνικά ανήσυχες ομάδες που, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, καταλήγουν να συνδιαμορφώνουν το γενικότερο πολιτιστικό κλίμα της πόλης. Με τον θεσμό των κρατικών επιχορηγήσεων να διαδραματίζει ζωτικό ρόλο στη δύσκολη επιβίωσή τους, συνιστούν ένα «ενδιαφέρον θεατρικό καλειδοσκόπιο», όπου συνυπάρχουν διαφορετικές καλλιτεχνικές φυσιογνωμίες, στόχοι και ρεπερτόρια, στοιχείο που εκφράζει την ποικιλία και τη ζωντάνια των θεάτρων έρευνας. Η παρακμή τους θα έρθει στο τέλος της δεκαετίας του 1980, όταν τα δεδομένα αρχίζουν να αλλάζουν, με την Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» να είναι ο μόνος – εκ των τεσσάρων – θίασος που θα επιβιώσει στις δυο επόμενες δεκαετίες.

Ως σύνολο, και πέρα από τη συμβολή της στη γενικότερη γνώση μας για τη μεταπολιτευτική ελληνική σκηνή, η μελέτη της Θεοδωράνου εμφανίζει ορισμένα χαρακτηριστικά που είναι χρήσιμο να επισημανθούν:

-Πρώτα από όλα, διαθέτει ισχυρή ερευνητική διάσταση, καθώς η συγγραφέας εντόπισε και εξέτασε έναν εντυπωσιακό όγκο πρωτογενούς υλικού. Συγκεκριμένα, συλλέχθηκαν και μελετήθηκαν πάνω από 15.000 δημοσιεύματα, άρθρα, συνεντεύξεις, κριτικές παραστάσεων και αφιερώματα, που βρέθηκαν διασκορπισμένα σε δεκάδες έντυπα του ημερήσιου και περιοδικού Τύπου από το 1970 έως και το 2000. Σε αυτό το πλαίσιο, η μελέτη επιβεβαιώνει πόσο σημαντικές πηγές για την ιστορική και παραστασιολογική έρευνα είναι τα αρχεία του Τύπου: όχι μόνο οι πληροφορίες, τα συμφραζόμενα και οι ατμόσφαιρες μιας εποχής που διασώζονται μέσω της ειδησεογραφίας, αλλά και οι απόψεις, οι δημόσιες συζητήσεις και οι αξιολογικές διαδικασίες πρόσληψης που αντικατοπτρίζονται στην κριτική, αποθησαυρίζοντας έτσι πολύτιμα ίχνη της εφήμερης τέχνης του θεάτρου.

-Ο ερευνητικός μόχθος αλλά και ο σύγχρονος χαρακτήρας της έκδοσης αποτυπώνονται και στο εξής: αυτό που υπήρξε αρχικά ένας δεύτερος τόμος-παράρτημα της διατριβής με χρονολόγιο παραστάσεων, παραστασιογραφικά στοιχεία και κριτικογραφία, είναι τώρα προσβάσιμος στον αναγνώστη μέσω QR code που περιλαμβάνεται στο βιβλίο και το εμπλουτίζει με χρήσιμες πληροφορίες τεκμηρίωσης, χωρίς όμως να το βαραίνει με επιπλέον σελίδες.

-Μολονότι δεν είναι προτεραιότητα της μελέτης να ορίσει θεωρητικά την έννοια του «εναλλακτικού θεάτρου», συνεισφέρει εντούτοις εμπειρικά στη διαμόρφωση μιας σύνθετης και χωροχρονικά προσαρμοσμένης αντίληψης για αυτό, που φαίνεται να συσχετίζεται με τις εξής ιδέες: με το μη εμπορικό, το μη παραδοσιακό το μη συμβατικό, και κατά συνέπεια με τον πειραματισμό, την έρευνα και την καινοτομία σε επίπεδο ρεπερτορίου. Επίσης, συνδέεται γενικότερα με την καλλιτεχνική πρωτοπορία και, σε πολλές περιπτώσεις, με τη νεαρή ηλικία των δημιουργών. Κυρίως, όμως, ο όρος μοιάζει να σηματοδοτεί για τη Θεοδωράνου μια συνθήκη θεατρικής πολυφωνίας, όσο και μη θεσμικότητας, αφού περιγράφεται ως η «εκτός Κρατικού θεατρική ζωή της Θεσσαλονίκης», του οποίου και εκλαμβάνεται ως ο αντίποδας. Δεν είναι τυχαίο ότι η δραστηριότητα του ΚΘΒΕ αναφέρεται βεβαίως, αλλά έπεται των υπό μελέτη σχημάτων και μάλιστα παρατίθεται αρκετά αργότερα, σε ενότητα με τον τίτλο «Υστερόγραφο»: Η ιεραρχική αυτή επιλογή φέρνει συνειδητά την (θεατρική) περιφέρεια στο (ερευνητικό) επίκεντρο αντικατοπτρίζοντας και σε επίπεδο δομής τους στόχους του βιβλίου, ενώ συγχρόνως προσθέτει ερμηνευτικές παραμέτρους στον όρο «εναλλακτικός».

-Βασική πρακτική του βιβλίου είναι η αξιοποίηση αυθεντικών μαρτυριών από ζώντες συντελεστές των θεατρικών σχημάτων που έδρασαν στη Θεσσαλονίκη κατά τις πρώτες μεταπολιτευτικές δεκαετίες. Θα μπορούσαμε εν προκειμένω να μιλήσουμε για άτυπες πρακτικές μιας «προφορικής ιστορίας του θεάτρου», με βιωματικό υλικό που αποκτά ειδική βαρύτητα, αφενός επειδή πληροφορεί εκ των έσω, αφετέρου επειδή, για πρώτη φορά, συλλέγεται μεθοδικά και αρχειοθετείται από τη θεατρολογική έρευνα. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η μελέτη διαθέτει εν σπέρματι και μια κοινωνιολογική δυναμική, ανοίγοντας προοπτικές για μελλοντικές αναλύσεις από την ίδια τη συγγραφέα ή άλλους ερευνητές. Ενδεικτικά, οι παρέες και ο ρόλος τους στη συγκρότηση και τη φυσιογνωμία των θεατρικών σχημάτων στη Θεσσαλονίκη της Μεταπολίτευσης φαίνεται να είναι πολυσύνθετος και ενδεχομένως μια επόμενη, εστιασμένη στο θέμα έρευνα, θα αναπλαισίωνε με καινούργιους τρόπους τη γνώση μας για τη συγκεκριμένη περίοδο.

Συνοψίζοντας, το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί πολλαπλώς χάρη στα ειδικά χαρακτηριστικά του: όχι μόνο ως ιστορική, θεατρολογική μελέτη, αλλά και σαν μια θερμή αφήγηση, από όπου αναδύεται οικείο το πρόσφατο θεατρικό παρελθόν, οι άνθρωποί του, αλλά και γενικότερα η πολιτισμική μνήμη μιας πόλης και μιας ολόκληρης εποχής. Για να μάθουν οι νεότεροι, και να νοσταλγήσουν αυτοί που την έζησαν. Και ίσως για αυτούς τους τελευταίους να έχει και προστιθέμενη αξία.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Η φωτογραφία από τη Φαύστα του Μέντη Μποσταντζόγλου (Μποστ), σε σκηνοθεσία Γιώργου Εμιρζά. Θεατρικό Εργαστήρι της Τέχνης, 1972. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]


Για τη «Σκηνή της Θεσσαλονίκης» της Ελισσάβετ Θεοδωράνου – γράφει η Ζωή Βερβεροπούλου

Ελισσάβετ Θεοδωράνου, Η σκηνή της Θεσσαλονίκης. Σχήματα εναλλακτικού θεάτρου στην τροχιά της Μεταπολίτευσης (1974-2000), Νεφέλη, Αθήνα 2026.

Το βιβλίο της Ελισσάβετ (Ελίζας) Θεοδωράνου αποτελεί μια νέα και αξιοσημείωτη προσθήκη στην ελληνική θεατρολογική βιβλιογραφία. Επανεπεξεργασμένη εκδοχή διδακτορικής διατριβής, η οποία υποστηρίχθηκε στο Τμήμα Θεάτρου του ΑΠΘ το 2019, η μελέτη εντάσσεται στο πεδίο της ιστορίας του θεάτρου και, όπως μαρτυρά ο τίτλος της, οργανώνεται γύρω από 3 άξονες: ο πρώτος είναι χρονικός (η Μεταπολίτευση και συγκεκριμένα η τελευταία 25ετία του 20ού αιώνα), ο δεύτερος είναι τοπικός (η Θεσσαλονίκη) και ο τρίτος ειδολογικός, αφορά δηλαδή αυτό που η συγγραφέας προσδιορίζει στη δεδομένη χωροχρονική συνθήκη ως «εναλλακτικό θέατρο» και περιλαμβάνει τους επαγγελματικούς θιάσους έρευνας που αναπτύχθηκαν παράλληλα με, αλλά έξω από, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ). Η εν λόγω κατηγορία εκπροσωπείται στην ανάλυση από το Θεατρικό Εργαστήρι Θεσσαλονίκης (1974-1989), το Καφέ-Θέατρο Θεσσαλονίκης (1979-1991), την Επιθεώρηση Δραματικής Τέχνης της Ρούλας Πατεράκη (1979-1986) και την Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» (1979-2000).

Η Θεοδωράνου συγκροτεί πριν απ’ όλα μια χρήσιμη και μεθοδικά οργανωμένη δεξαμενή πληροφορίας για μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα φάση της θεατρικής ιστορίας της Θεσσαλονίκης, που δεν είχε μέχρι σήμερα μελετηθεί συστηματικά σε επιστημονικό επίπεδο. Εξετάζοντας τη δραστηριότητα και το καλλιτεχνικό προφίλ των ανωτέρω τεσσάρων σχημάτων, αναδεικνύει την ξεχωριστή δυναμική της θεατρικής ζωής εκτός του αθηναϊκού κέντρου, όπως αυτή διαμορφώθηκε μέσα από τις έντονες πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές ανακατατάξεις της μεταπολιτευτικής περιόδου, αλλά και από το κλίμα δημιουργικής κινητικότητας, τόλμης και ευφορίας που χαρακτήρισε την εποχή.

Μετά από την εισαγωγή της συγγραφέως, όπου διασαφηνίζονται και αιτιολογούνται οι βασικές επιστημονικές επιλογές της (χρονικά όρια μελέτης, επιλογή θιάσων κ.λπ.), η κυρίως μελέτη υιοθετεί μια τριμερή δομή. Το Α΄ μέρος αναφέρεται στην πρώτη μεταπολεμική εικοσαετία και στα χρόνια της δικτατορίας, καταγράφοντας βασικές εξελίξεις στο θέατρο της Θεσσαλονίκης μέχρι το 1974. Τα τέσσερα κεφάλαιά του επισκοπούν το τοπίο στην πόλη πριν και μετά την ίδρυση του ΚΘΒΕ, τη συμβολή του Κυριαζή Χαρατσάρη, τον Φοιτητικό Όμιλο Θεάτρου και Κινηματογράφου, καθώς επίσης την ίδρυση και τα πρώτα χρόνια του Θεατρικού Εργαστηρίου της «Τέχνης». Διασφαλίζονται έτσι οι απαραίτητες συνδέσεις και γνώσεις υποβάθρου, προκειμένου να μεταβεί ομαλά ο αναγνώστης στο Β’ μέρος, που αποτελεί τον κεντρικό ερευνητικό πυρήνα της μελέτης. Αυτό εκτείνεται σε τρία κεφάλαια και φέρει τον τίτλο «Η Μεταπολίτευση και η πορεία προς μια πολυφωνική θεατρική κουλτούρα στη Θεσσαλονίκη».

Το πρώτο κεφάλαιο παρουσιάζει διεξοδικά τη θεατρική παραγωγή των τεσσάρων μελετώμενων θιάσων στα διάφορα στάδια της πορείας τους, συγκεντρώνοντας στοιχεία και συντελεστές για όλες τις παραστάσεις τους, μαζί με τα δημοσιογραφικά δημοσιεύματα και τις κριτικές που τις συνόδευσαν. Το δεύτερο κεφάλαιο εστιάζει στην καλλιτεχνική ταυτότητα, στις πολιτικές ρεπερτορίου, στους πρωτεργάτες, στον τρόπο λειτουργίας και στην ιδιαίτερη πολιτιστική συμβολή του εκάστοτε σχήματος, καθώς και στους πολλαπλούς παράγοντες (εξωτερικούς και εσωτερικούς) που επηρέασαν τις διαδρομές και την επιβίωσή τους. Τεκμηριώνονται έτσι με στοιχεία οι κοινωνικο-πολιτικές προτεραιότητες του Θεατρικού Εργαστηρίου, η μουσικο-θεατρική φυσιογνωμία του Καφέ-Θεάτρου και το ειδικό ενδιαφέρον του για την κωμωδία, ο καθαρά πειραματικός χαρακτήρας της Επιθεώρησης Δραματικής Τέχνης και, τέλος, η έννοια του θιάσου ρεπερτορίου που καθόρισε το προφίλ της Πειραματικής Σκηνής της «Τέχνης». Το μικρότερο σε έκταση τρίτο κεφάλαιο παραθέτει δεδομένα για τις περιοδείες όλων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, συνδέοντας τη συγκεκριμένη πρακτική με τη βούλησή τους να διευρύνουν το κοινό και την αναγνωρισιμότητά τους, πέρα από τα περιορισμένα, τοπικά όρια.

Το Γ΄ Μέρος, με πέντε επιμέρους κεφάλαια και τίτλο «Συμπεράσματα: Παράμετροι μιας έντονης θεατρικής δραστηριότητας», περιλαμβάνει ουσιαστικά τη συζήτηση και την ερμηνευτική ανασύνθεση των ερευνητικών ευρημάτων. Γίνεται χωριστή αναφορά στους θεατρικούς χώρους που αξιοποιούν τα σχήματα, στη λειτουργία που επιτελούν ως φυτώρια καλλιτεχνών, στο γενικότερο ζήτημα της εκπαίδευσης των ηθοποιών, στη σχέση με το ΚΘΒΕ και την Αθήνα, όπως επίσης και στις συνεργασίες θιάσων και καλλιτεχνικών συντελεστών. Αυτό που εν κατακλείδι διαπιστώνεται στο βιβλίο, είναι ότι, από το τέλος της δεκαετίας του 1970, το θεατρικό τοπίο στη Θεσσαλονίκη αλλάζει σημαντικά: αναπτύσσονται νέες και καλλιτεχνικά ανήσυχες ομάδες που, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, καταλήγουν να συνδιαμορφώνουν το γενικότερο πολιτιστικό κλίμα της πόλης. Με τον θεσμό των κρατικών επιχορηγήσεων να διαδραματίζει ζωτικό ρόλο στη δύσκολη επιβίωσή τους, συνιστούν ένα «ενδιαφέρον θεατρικό καλειδοσκόπιο», όπου συνυπάρχουν διαφορετικές καλλιτεχνικές φυσιογνωμίες, στόχοι και ρεπερτόρια, στοιχείο που εκφράζει την ποικιλία και τη ζωντάνια των θεάτρων έρευνας. Η παρακμή τους θα έρθει στο τέλος της δεκαετίας του 1980, όταν τα δεδομένα αρχίζουν να αλλάζουν, με την Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» να είναι ο μόνος – εκ των τεσσάρων – θίασος που θα επιβιώσει στις δυο επόμενες δεκαετίες.

Ως σύνολο, και πέρα από τη συμβολή της στη γενικότερη γνώση μας για τη μεταπολιτευτική ελληνική σκηνή, η μελέτη της Θεοδωράνου εμφανίζει ορισμένα χαρακτηριστικά που είναι χρήσιμο να επισημανθούν:

-Πρώτα από όλα, διαθέτει ισχυρή ερευνητική διάσταση, καθώς η συγγραφέας εντόπισε και εξέτασε έναν εντυπωσιακό όγκο πρωτογενούς υλικού. Συγκεκριμένα, συλλέχθηκαν και μελετήθηκαν πάνω από 15.000 δημοσιεύματα, άρθρα, συνεντεύξεις, κριτικές παραστάσεων και αφιερώματα, που βρέθηκαν διασκορπισμένα σε δεκάδες έντυπα του ημερήσιου και περιοδικού Τύπου από το 1970 έως και το 2000. Σε αυτό το πλαίσιο, η μελέτη επιβεβαιώνει πόσο σημαντικές πηγές για την ιστορική και παραστασιολογική έρευνα είναι τα αρχεία του Τύπου: όχι μόνο οι πληροφορίες, τα συμφραζόμενα και οι ατμόσφαιρες μιας εποχής που διασώζονται μέσω της ειδησεογραφίας, αλλά και οι απόψεις, οι δημόσιες συζητήσεις και οι αξιολογικές διαδικασίες πρόσληψης που αντικατοπτρίζονται στην κριτική, αποθησαυρίζοντας έτσι πολύτιμα ίχνη της εφήμερης τέχνης του θεάτρου.

-Ο ερευνητικός μόχθος αλλά και ο σύγχρονος χαρακτήρας της έκδοσης αποτυπώνονται και στο εξής: αυτό που υπήρξε αρχικά ένας δεύτερος τόμος-παράρτημα της διατριβής με χρονολόγιο παραστάσεων, παραστασιογραφικά στοιχεία και κριτικογραφία, είναι τώρα προσβάσιμος στον αναγνώστη μέσω QR code που περιλαμβάνεται στο βιβλίο και το εμπλουτίζει με χρήσιμες πληροφορίες τεκμηρίωσης, χωρίς όμως να το βαραίνει με επιπλέον σελίδες.

-Μολονότι δεν είναι προτεραιότητα της μελέτης να ορίσει θεωρητικά την έννοια του «εναλλακτικού θεάτρου», συνεισφέρει εντούτοις εμπειρικά στη διαμόρφωση μιας σύνθετης και χωροχρονικά προσαρμοσμένης αντίληψης για αυτό, που φαίνεται να συσχετίζεται με τις εξής ιδέες: με το μη εμπορικό, το μη παραδοσιακό το μη συμβατικό, και κατά συνέπεια με τον πειραματισμό, την έρευνα και την καινοτομία σε επίπεδο ρεπερτορίου. Επίσης, συνδέεται γενικότερα με την καλλιτεχνική πρωτοπορία και, σε πολλές περιπτώσεις, με τη νεαρή ηλικία των δημιουργών. Κυρίως, όμως, ο όρος μοιάζει να σηματοδοτεί για τη Θεοδωράνου μια συνθήκη θεατρικής πολυφωνίας, όσο και μη θεσμικότητας, αφού περιγράφεται ως η «εκτός Κρατικού θεατρική ζωή της Θεσσαλονίκης», του οποίου και εκλαμβάνεται ως ο αντίποδας. Δεν είναι τυχαίο ότι η δραστηριότητα του ΚΘΒΕ αναφέρεται βεβαίως, αλλά έπεται των υπό μελέτη σχημάτων και μάλιστα παρατίθεται αρκετά αργότερα, σε ενότητα με τον τίτλο «Υστερόγραφο»: Η ιεραρχική αυτή επιλογή φέρνει συνειδητά την (θεατρική) περιφέρεια στο (ερευνητικό) επίκεντρο αντικατοπτρίζοντας και σε επίπεδο δομής τους στόχους του βιβλίου, ενώ συγχρόνως προσθέτει ερμηνευτικές παραμέτρους στον όρο «εναλλακτικός».

-Βασική πρακτική του βιβλίου είναι η αξιοποίηση αυθεντικών μαρτυριών από ζώντες συντελεστές των θεατρικών σχημάτων που έδρασαν στη Θεσσαλονίκη κατά τις πρώτες μεταπολιτευτικές δεκαετίες. Θα μπορούσαμε εν προκειμένω να μιλήσουμε για άτυπες πρακτικές μιας «προφορικής ιστορίας του θεάτρου», με βιωματικό υλικό που αποκτά ειδική βαρύτητα, αφενός επειδή πληροφορεί εκ των έσω, αφετέρου επειδή, για πρώτη φορά, συλλέγεται μεθοδικά και αρχειοθετείται από τη θεατρολογική έρευνα. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η μελέτη διαθέτει εν σπέρματι και μια κοινωνιολογική δυναμική, ανοίγοντας προοπτικές για μελλοντικές αναλύσεις από την ίδια τη συγγραφέα ή άλλους ερευνητές. Ενδεικτικά, οι παρέες και ο ρόλος τους στη συγκρότηση και τη φυσιογνωμία των θεατρικών σχημάτων στη Θεσσαλονίκη της Μεταπολίτευσης φαίνεται να είναι πολυσύνθετος και ενδεχομένως μια επόμενη, εστιασμένη στο θέμα έρευνα, θα αναπλαισίωνε με καινούργιους τρόπους τη γνώση μας για τη συγκεκριμένη περίοδο.

Συνοψίζοντας, το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί πολλαπλώς χάρη στα ειδικά χαρακτηριστικά του: όχι μόνο ως ιστορική, θεατρολογική μελέτη, αλλά και σαν μια θερμή αφήγηση, από όπου αναδύεται οικείο το πρόσφατο θεατρικό παρελθόν, οι άνθρωποί του, αλλά και γενικότερα η πολιτισμική μνήμη μιας πόλης και μιας ολόκληρης εποχής. Για να μάθουν οι νεότεροι, και να νοσταλγήσουν αυτοί που την έζησαν. Και ίσως για αυτούς τους τελευταίους να έχει και προστιθέμενη αξία.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Η φωτογραφία από τη Φαύστα του Μέντη Μποσταντζόγλου (Μποστ), σε σκηνοθεσία Γιώργου Εμιρζά. Θεατρικό Εργαστήρι της Τέχνης, 1972. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]


Για τη «Σκηνή της Θεσσαλονίκης» της Ελισσάβετ Θεοδωράνου

 

Ζωή Βερβεροπούλου, LavartΚριτική: Ζωή Βερβεροπούλου

Ελισσάβετ Θεοδωράνου, Η σκηνή της Θεσσαλονίκης. Σχήματα εναλλακτικού θεάτρου στην τροχιά της Μεταπολίτευσης (1974-2000), Νεφέλη, Αθήνα 2026.https://i0.wp.com/frear.gr/wp-content/uploads/2026/08/%CE%95%CE%9E%CE%A9%CE%A6%CE%A5%CE%9B%CE%9B%CE%9F.jpg?w=593&ssl=1

Το βιβλίο της Ελισσάβετ (Ελίζας) Θεοδωράνου αποτελεί μια νέα και αξιοσημείωτη προσθήκη στην ελληνική θεατρολογική βιβλιογραφία. Επανεπεξεργασμένη εκδοχή διδακτορικής διατριβής, η οποία υποστηρίχθηκε στο Τμήμα Θεάτρου του ΑΠΘ το 2019, η μελέτη εντάσσεται στο πεδίο της ιστορίας του θεάτρου και, όπως μαρτυρά ο τίτλος της, οργανώνεται γύρω από 3 άξονες: ο πρώτος είναι χρονικός (η Μεταπολίτευση και συγκεκριμένα η τελευταία 25ετία του 20ού αιώνα), ο δεύτερος είναι τοπικός (η Θεσσαλονίκη) και ο τρίτος ειδολογικός, αφορά δηλαδή αυτό που η συγγραφέας προσδιορίζει στη δεδομένη χωροχρονική συνθήκη ως «εναλλακτικό θέατρο» και περιλαμβάνει τους επαγγελματικούς θιάσους έρευνας που αναπτύχθηκαν παράλληλα με, αλλά έξω από, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ). Η εν λόγω κατηγορία εκπροσωπείται στην ανάλυση από το Θεατρικό Εργαστήρι Θεσσαλονίκης (1974-1989), το Καφέ-Θέατρο Θεσσαλονίκης (1979-1991), την Επιθεώρηση Δραματικής Τέχνης της Ρούλας Πατεράκη (1979-1986) και την Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» (1979-2000).

Η Θεοδωράνου συγκροτεί πριν απ’ όλα μια χρήσιμη και μεθοδικά οργανωμένη δεξαμενή πληροφορίας για μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα φάση της θεατρικής ιστορίας της Θεσσαλονίκης, που δεν είχε μέχρι σήμερα μελετηθεί συστηματικά σε επιστημονικό επίπεδο. Εξετάζοντας τη δραστηριότητα και το καλλιτεχνικό προφίλ των ανωτέρω τεσσάρων σχημάτων, αναδεικνύει την ξεχωριστή δυναμική της θεατρικής ζωής εκτός του αθηναϊκού κέντρου, όπως αυτή διαμορφώθηκε μέσα από τις έντονες πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές ανακατατάξεις της μεταπολιτευτικής περιόδου, αλλά και από το κλίμα δημιουργικής κινητικότητας, τόλμης και ευφορίας που χαρακτήρισε την εποχή.

Μετά από την εισαγωγή της συγγραφέως, όπου διασαφηνίζονται και αιτιολογούνται οι βασικές επιστημονικές επιλογές της (χρονικά όρια μελέτης, επιλογή θιάσων κ.λπ.), η κυρίως μελέτη υιοθετεί μια τριμερή δομή. Το Α΄ μέρος αναφέρεται στην πρώτη μεταπολεμική εικοσαετία και στα χρόνια της δικτατορίας, καταγράφοντας βασικές εξελίξεις στο θέατρο της Θεσσαλονίκης μέχρι το 1974. Τα τέσσερα κεφάλαιά του επισκοπούν το τοπίο στην πόλη πριν και μετά την ίδρυση του ΚΘΒΕ, τη συμβολή του Κυριαζή Χαρατσάρη, τον Φοιτητικό Όμιλο Θεάτρου και Κινηματογράφου, καθώς επίσης την ίδρυση και τα πρώτα χρόνια του Θεατρικού Εργαστηρίου της «Τέχνης». Διασφαλίζονται έτσι οι απαραίτητες συνδέσεις και γνώσεις υποβάθρου, προκειμένου να μεταβεί ομαλά ο αναγνώστης στο Β’ μέρος, που αποτελεί τον κεντρικό ερευνητικό πυρήνα της μελέτης. Αυτό εκτείνεται σε τρία κεφάλαια και φέρει τον τίτλο «Η Μεταπολίτευση και η πορεία προς μια πολυφωνική θεατρική κουλτούρα στη Θεσσαλονίκη».

Το πρώτο κεφάλαιο παρουσιάζει διεξοδικά τη θεατρική παραγωγή των τεσσάρων μελετώμενων θιάσων στα διάφορα στάδια της πορείας τους, συγκεντρώνοντας στοιχεία και συντελεστές για όλες τις παραστάσεις τους, μαζί με τα δημοσιογραφικά δημοσιεύματα και τις κριτικές που τις συνόδευσαν. Το δεύτερο κεφάλαιο εστιάζει στην καλλιτεχνική ταυτότητα, στις πολιτικές ρεπερτορίου, στους πρωτεργάτες, στον τρόπο λειτουργίας και στην ιδιαίτερη πολιτιστική συμβολή του εκάστοτε σχήματος, καθώς και στους πολλαπλούς παράγοντες (εξωτερικούς και εσωτερικούς) που επηρέασαν τις διαδρομές και την επιβίωσή τους. Τεκμηριώνονται έτσι με στοιχεία οι κοινωνικο-πολιτικές προτεραιότητες του Θεατρικού Εργαστηρίου, η μουσικο-θεατρική φυσιογνωμία του Καφέ-Θεάτρου και το ειδικό ενδιαφέρον του για την κωμωδία, ο καθαρά πειραματικός χαρακτήρας της Επιθεώρησης Δραματικής Τέχνης και, τέλος, η έννοια του θιάσου ρεπερτορίου που καθόρισε το προφίλ της Πειραματικής Σκηνής της «Τέχνης». Το μικρότερο σε έκταση τρίτο κεφάλαιο παραθέτει δεδομένα για τις περιοδείες όλων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, συνδέοντας τη συγκεκριμένη πρακτική με τη βούλησή τους να διευρύνουν το κοινό και την αναγνωρισιμότητά τους, πέρα από τα περιορισμένα, τοπικά όρια.

Το Γ΄ Μέρος, με πέντε επιμέρους κεφάλαια και τίτλο «Συμπεράσματα: Παράμετροι μιας έντονης θεατρικής δραστηριότητας», περιλαμβάνει ουσιαστικά τη συζήτηση και την ερμηνευτική ανασύνθεση των ερευνητικών ευρημάτων. Γίνεται χωριστή αναφορά στους θεατρικούς χώρους που αξιοποιούν τα σχήματα, στη λειτουργία που επιτελούν ως φυτώρια καλλιτεχνών, στο γενικότερο ζήτημα της εκπαίδευσης των ηθοποιών, στη σχέση με το ΚΘΒΕ και την Αθήνα, όπως επίσης και στις συνεργασίες θιάσων και καλλιτεχνικών συντελεστών. Αυτό που εν κατακλείδι διαπιστώνεται στο βιβλίο, είναι ότι, από το τέλος της δεκαετίας του 1970, το θεατρικό τοπίο στη Θεσσαλονίκη αλλάζει σημαντικά: αναπτύσσονται νέες και καλλιτεχνικά ανήσυχες ομάδες που, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, καταλήγουν να συνδιαμορφώνουν το γενικότερο πολιτιστικό κλίμα της πόλης. Με τον θεσμό των κρατικών επιχορηγήσεων να διαδραματίζει ζωτικό ρόλο στη δύσκολη επιβίωσή τους, συνιστούν ένα «ενδιαφέρον θεατρικό καλειδοσκόπιο», όπου συνυπάρχουν διαφορετικές καλλιτεχνικές φυσιογνωμίες, στόχοι και ρεπερτόρια, στοιχείο που εκφράζει την ποικιλία και τη ζωντάνια των θεάτρων έρευνας. Η παρακμή τους θα έρθει στο τέλος της δεκαετίας του 1980, όταν τα δεδομένα αρχίζουν να αλλάζουν, με την Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» να είναι ο μόνος – εκ των τεσσάρων – θίασος που θα επιβιώσει στις δυο επόμενες δεκαετίες.

Ως σύνολο, και πέρα από τη συμβολή της στη γενικότερη γνώση μας για τη μεταπολιτευτική ελληνική σκηνή, η μελέτη της Θεοδωράνου εμφανίζει ορισμένα χαρακτηριστικά που είναι χρήσιμο να επισημανθούν:

-Πρώτα από όλα, διαθέτει ισχυρή ερευνητική διάσταση, καθώς η συγγραφέας εντόπισε και εξέτασε έναν εντυπωσιακό όγκο πρωτογενούς υλικού. Συγκεκριμένα, συλλέχθηκαν και μελετήθηκαν πάνω από 15.000 δημοσιεύματα, άρθρα, συνεντεύξεις, κριτικές παραστάσεων και αφιερώματα, που βρέθηκαν διασκορπισμένα σε δεκάδες έντυπα του ημερήσιου και περιοδικού Τύπου από το 1970 έως και το 2000. Σε αυτό το πλαίσιο, η μελέτη επιβεβαιώνει πόσο σημαντικές πηγές για την ιστορική και παραστασιολογική έρευνα είναι τα αρχεία του Τύπου: όχι μόνο οι πληροφορίες, τα συμφραζόμενα και οι ατμόσφαιρες μιας εποχής που διασώζονται μέσω της ειδησεογραφίας, αλλά και οι απόψεις, οι δημόσιες συζητήσεις και οι αξιολογικές διαδικασίες πρόσληψης που αντικατοπτρίζονται στην κριτική, αποθησαυρίζοντας έτσι πολύτιμα ίχνη της εφήμερης τέχνης του θεάτρου.

-Ο ερευνητικός μόχθος αλλά και ο σύγχρονος χαρακτήρας της έκδοσης αποτυπώνονται και στο εξής: αυτό που υπήρξε αρχικά ένας δεύτερος τόμος-παράρτημα της διατριβής με χρονολόγιο παραστάσεων, παραστασιογραφικά στοιχεία και κριτικογραφία, είναι τώρα προσβάσιμος στον αναγνώστη μέσω QR code που περιλαμβάνεται στο βιβλίο και το εμπλουτίζει με χρήσιμες πληροφορίες τεκμηρίωσης, χωρίς όμως να το βαραίνει με επιπλέον σελίδες.

-Μολονότι δεν είναι προτεραιότητα της μελέτης να ορίσει θεωρητικά την έννοια του «εναλλακτικού θεάτρου», συνεισφέρει εντούτοις εμπειρικά στη διαμόρφωση μιας σύνθετης και χωροχρονικά προσαρμοσμένης αντίληψης για αυτό, που φαίνεται να συσχετίζεται με τις εξής ιδέες: με το μη εμπορικό, το μη παραδοσιακό το μη συμβατικό, και κατά συνέπεια με τον πειραματισμό, την έρευνα και την καινοτομία σε επίπεδο ρεπερτορίου. Επίσης, συνδέεται γενικότερα με την καλλιτεχνική πρωτοπορία και, σε πολλές περιπτώσεις, με τη νεαρή ηλικία των δημιουργών. Κυρίως, όμως, ο όρος μοιάζει να σηματοδοτεί για τη Θεοδωράνου μια συνθήκη θεατρικής πολυφωνίας, όσο και μη θεσμικότητας, αφού περιγράφεται ως η «εκτός Κρατικού θεατρική ζωή της Θεσσαλονίκης», του οποίου και εκλαμβάνεται ως ο αντίποδας. Δεν είναι τυχαίο ότι η δραστηριότητα του ΚΘΒΕ αναφέρεται βεβαίως, αλλά έπεται των υπό μελέτη σχημάτων και μάλιστα παρατίθεται αρκετά αργότερα, σε ενότητα με τον τίτλο «Υστερόγραφο»: Η ιεραρχική αυτή επιλογή φέρνει συνειδητά την (θεατρική) περιφέρεια στο (ερευνητικό) επίκεντρο αντικατοπτρίζοντας και σε επίπεδο δομής τους στόχους του βιβλίου, ενώ συγχρόνως προσθέτει ερμηνευτικές παραμέτρους στον όρο «εναλλακτικός».

-Βασική πρακτική του βιβλίου είναι η αξιοποίηση αυθεντικών μαρτυριών από ζώντες συντελεστές των θεατρικών σχημάτων που έδρασαν στη Θεσσαλονίκη κατά τις πρώτες μεταπολιτευτικές δεκαετίες. Θα μπορούσαμε εν προκειμένω να μιλήσουμε για άτυπες πρακτικές μιας «προφορικής ιστορίας του θεάτρου», με βιωματικό υλικό που αποκτά ειδική βαρύτητα, αφενός επειδή πληροφορεί εκ των έσω, αφετέρου επειδή, για πρώτη φορά, συλλέγεται μεθοδικά και αρχειοθετείται από τη θεατρολογική έρευνα. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η μελέτη διαθέτει εν σπέρματι και μια κοινωνιολογική δυναμική, ανοίγοντας προοπτικές για μελλοντικές αναλύσεις από την ίδια τη συγγραφέα ή άλλους ερευνητές. Ενδεικτικά, οι παρέες και ο ρόλος τους στη συγκρότηση και τη φυσιογνωμία των θεατρικών σχημάτων στη Θεσσαλονίκη της Μεταπολίτευσης φαίνεται να είναι πολυσύνθετος και ενδεχομένως μια επόμενη, εστιασμένη στο θέμα έρευνα, θα αναπλαισίωνε με καινούργιους τρόπους τη γνώση μας για τη συγκεκριμένη περίοδο.

Συνοψίζοντας, το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί πολλαπλώς χάρη στα ειδικά χαρακτηριστικά του: όχι μόνο ως ιστορική, θεατρολογική μελέτη, αλλά και σαν μια θερμή αφήγηση, από όπου αναδύεται οικείο το πρόσφατο θεατρικό παρελθόν, οι άνθρωποί του, αλλά και γενικότερα η πολιτισμική μνήμη μιας πόλης και μιας ολόκληρης εποχής. Για να μάθουν οι νεότεροι, και να νοσταλγήσουν αυτοί που την έζησαν. Και ίσως για αυτούς τους τελευταίους να έχει και προστιθέμενη αξία.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Η φωτογραφία από τη Φαύστα του Μέντη Μποσταντζόγλου (Μποστ), σε σκηνοθεσία Γιώργου Εμιρζά. Θεατρικό Εργαστήρι της Τέχνης, 1972. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]


Αντώνης Μιτζέλος & Νίκος Κλεισιώτης «ΡΟΔΙΝΟ ΦΕΓΓΑΡΙ» -ΟΛΑ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Αντώνης Μιτζέλος & Νίκος Κλεισιώτης   «ΡΟΔΙΝΟ ΦΕΓΓΑΡΙ» 
                                                                                                                                                                               Ένα άλμπουμ γραμμένο σαν ευχή πάνω σε βρεγμένη άμμο 
Το «Ρόδινο Φεγγάρι» είναι ένα νέο ευοίωνο άλμπουμ που κυκλοφορεί από την People Music, μια μουσική τελετουργία γεννημένη από τη σύμπραξη του συνθέτη Αντώνη Μιτζέλου και του ποιητή Νίκου Κλεισιώτη. Οι δύο δημιουργοί συναντιούνται σαν μυστικοί συνοδοιπόροι, ενωμένοι από ένα κοινό αρχέγονο κάλεσμα, και πλάθουν έναν κύκλο δέκα τραγουδιών όπου ο λόγος και η μουσική λειτουργούν με ενιαία αναπνοή. 
Ο Αντώνης Μιτζέλος υπογράφει τις συνθέσεις, τις ενορχηστρώσεις, τις κιθάρες και μέρος των φωνητικών, δημιουργώντας ένα ηχητικό τοπίο όπου κάθε νότα μοιάζει με βήμα σε άγνωστο μονοπάτι, αγκαλιάζοντας τους ποιητικούς στίχους με τρυφερότητα και μυσταγωγική ένταση. Στο πλευρό του βρίσκονται σημαντικές φωνές της ελληνικής σκηνής: Βασίλης Λέκκας, Μιρέλα Πάχου, Κίτρινα Ποδήλατα, Ζωή Παπαδοπούλου, αλλά και νεώτερες όπως η Λίνα Ροδοπούλου και η Βάλια Σκούρα ενώ συμμετέχει ερμηνευτικά και ο ίδιος ο συνθέτης. Κάθε μία φωνή λειτουργώντας σαν ξεχωριστή επίκληση μέσα στο ενιαίο σύμπαν του έργου ανάβει μια φλόγα γύρω από τον κύκλο του φεγγαριού.
Κεντρικό στοιχείο του άλμπουμ είναι η θάλασσα, παρουσιασμένη άλλοτε ήρεμη ως ανάσα, άλλοτε άγρια ως πόθος ή σκοτεινή σαν μνήμη που επιστρέφει από μακριά. Σαν εξομολόγηση. Αποτελεί τη μήτρα και τον καθρέφτη των τραγουδιών, το στοιχείο που ενώνει τους δύο δημιουργούς και μεταφέρει τις λέξεις και τις νότες σαν κύμα που επιστρέφει ξανά και ξανά στην ακτή.
Το «Ρόδινο Φεγγάρι» παρουσιάζεται ως ένα άλμπουμ με ενιαία ψυχή, που κυλά σαν νερό και φωτίζει σαν το φως του ομώνυμου φεγγαριού — ένα έργο προορισμένο να ταξιδεύει για χρόνια. Μια παραγωγή που στοχεύει να αφήσει το δικό της αποτύπωμα στη σύγχρονη ελληνική δισκογραφία, προτείνοντας μια πιο εσωτερική και ατμοσφαιρική προσέγγιση στο τραγούδι.

Οι δημιουργοί

Νίκος Κλεισιώτης 
Ποιητής της θάλασσας, του έρωτα και του άπιαστου. Οι λέξεις του μοιάζουν με μικρά κύματα που σπάνε απαλά στην άκρη της μνήμης. Έχουν ρυθμό, καθαρότητα και μια υπόγεια ένταση, σαν να κουβαλούν κάτι που δεν λέγεται, αλλά μόνο αισθάνεται. Με πέντε ποιητικές συλλογές, ο Κλεισιώτης γράφει με βαθιά εσωτερική φόρτιση, σαν να αναζητά πάντα το σημείο όπου η αλήθεια συναντά το φως. Ο έρωτας, το άπιαστο, το υπαρξιακό στοιχείο γίνονται υλικά μιας εσωτερικής τελετής. Ποιητής που γράφει σαν να κρατάει στο χέρι του μια σταγόνα θάλασσας. 

Αντώνης Μιτζέλος 
Ο Αντώνης Μιτζέλος αποτελεί μια από τις πιο επιδραστικές μορφές της ελληνικής μουσικής των τελευταίων δεκαετιών. Ως ιδρυτικό μέλος των «Τερμιτών», συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση του ελληνικού ροκ, ενώ στη μετέπειτα πορεία του εξερεύνησε με συνέπεια τη συνάντηση του ηλεκτρικού ήχου με το λυρικό τραγούδι. Συνθέτης, κιθαρίστας ενορχηστρωτής και ερμηνευτής, έχει δημιουργήσει ένα προσωπικό μουσικό σύμπαν όπου η μελωδία λειτουργεί ως αφηγηματικός άξονας. Περπατά ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι με την άνεση ανθρώπου που γνωρίζει και τα δύο κι έτσι η μουσική του έχει το βάθος της νύχτας και τη λάμψη της πρώτης αυγής, συνδυάζοντας ένταση και ευαισθησία, ροκ δυναμική και ποιητική ατμόσφαιρα. Με την εμπειρία και το ιδιαίτερο ύφος του, ο Μιτζέλος συνεχίζει να δίνει στη μελωδία σώμα και στην ποίηση φωνή.

ΣΤΙΧΟΙ- Με άλλη ανατέλλεις  

Μετρώ την απουσία σου  και γίνομαι κομμάτια                                                       
κι όλη την ώρα αναζητώ τα όμορφά σου μάτια                                                               
σε κάθε σκέψη μια πληγή σε κάθε βήμα δάκρυ                                                                       
με διαλύει η μοναξιά σε ψάχνω απ’ άκρη σ’ άκρη                                                                        

Με τη σιωπή σου συζητώ μα απάντηση δεν παίρνω                                                                
κι όσο να φύγω προσπαθώ κοντά σου γυροφέρνω                                                           
Εσύ μακραίνεις, ξεγλιστράς συνέχεια με μπερδεύεις                                                       
κι εγώ στο ίδιο όνειρο ξανά να με παιδεύεις                                                                       

Σε περιμένω μια ζωή μα δεν αποφασίζεις                                                                         
κι ό,τι βαθιά σε άγγιξε δεν το αναγνωρίζεις                                                                         
Ψάχνω να βρω αν τελικά πραγματικά με θέλεις                                                                
ή αν σε κάθε διαδρομή με άλλη ανατέλλεις    

Μιρέλλα Πάχου- τραγούδι
Αντώνης Μιτζέλος – κιθάρες, μαντολίνα, φωνητικά
Γιώργος Τσολάκος – πλήκτρα
Σάκης Κατσάτος – ηλ. μπάσο
Γιώργος Αβραμίδης – κρουστά, πλήκτρα
Βαγγέλης Παπαχριστόπουλος – τύμπανα

 

https://www.youtube.com/watch?

Κώστας Καραγιώργης: τραγικό θύμα των Ελλήνων σταλινικών συντρόφων του

 Ο «αριστοκράτης» κομμουνιστής που πέθανε ως «χαφιές»


Ο «αριστοκράτης» κομμουνιστής που πέθανε ως «χαφιές»

Γιώργος Μαντενιώτης

Τι συνιστά το τελευταίο βιβλίο του Βασίλη Τσιράκη «Ο κοσμοπολίτης, Η ζωή και ο θάνατος του Κώστα Καραγιώργη» (Εκδόσεις Τόπος, 2026); Με μια έννοια είναι μια πικρή, άδοξη, τραγική συνέχεια και κατάληξη του «Πώς δενότανε τ’ ατσάλι» του Νικολάι Οστρόφσκι, του μυθιστορήματος που μεγάλωσε γενιές κομμουνιστών σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ο Τσιράκης δεν αρκείται σε μια στεγνή προσωπογραφία του ήρωά του. Ισο


ρροπεί δεξιοτεχνικά, ρηξικέλευθα, επιλέγοντας ένα πλήθος τεχνικών γραφής για να επιμεληθεί και να φιλοτεχνήσει τελικά το ανθρώπινο πρόσωπο του Καραγιώργη και διαμέσου αυτού την πορεία του κομμουνιστικού κινήματος στη χώρα μέχρι τα χρόνια μετά τον Εμφύλιο.

Τα τεχνικά μέσα

Ο ήρωας, ηγετικό πολιτικό πρόσωπο με προτερήματα, στο τέλος προδίδεται από το ίδιο του το κόμμα, για να πεθάνει τραγικά σε ρουμανικές φυλακές. Εδώ αξίζει να υπογραμμιστεί ότι το κεντρικό μήνυμα του Τσιράκη δεν έχει καμιά σχέση με την αντικομμουνιστική ρητορική που ευδοκιμεί τα τελευταία χρόνια.

Η επιλογή εξάλλου των τεχνικών μέσων του συγγραφέα τού επιτρέπει να κινηθεί χειρουργικά, αφενός επισημαίνοντας τα λάθη, που δεν ήταν και ήσσονος σημασίας (βλ. Βελουχιώτης, Πλουμπίδης, Καραγιώργης), αφετέρου χωρίς να πέσει στην ευκολία καταδίκης του ΚΚΕ για το σύνολο της πορείας του κόμματος σε χρόνια κατά τα οποία το ατσάλι δέθηκε και με πολλές προσωπικές τραγωδίες, όπως ο χαμός του Καραγιώργη, ο οποίος δικαιώθηκε βέβαια μερικά χρόνια μετά τον θάνατό του.

Ο Κώστας Γυφτοδήμος-Καραγιώργης ήταν ένας αστός που στρατεύθηκε στο κομμουνιστικό κίνημα γιατί πίστεψε σε αυτό και γιατί η κατανόηση της διαλεκτικής μεθόδου έγινε το κεντρικό μότο της ιδεολογίας του μέσα από τη διδαχή του δασκάλου του: «Τι θέλεις να κάνεις με τον κόσμο που ανοίγεται μπροστά σου; Να τον αλλάξεις, να τον γνωρίσεις ή να τον κατανοήσεις;». Για να του απαντήσει αυθόρμητα ο Καραγιώργης: «Και τα τρία».

Ο Καραγιώργης, γεννημένος στη Λίμνη Ευβοίας το 1905, εισάγεται στην Ιατρική Σχολή Αθηνών το 1921, αλλά θα πάρει ειδικότητα Φυματιολογίας δέκα χρόνια αργότερα στο Βερολίνο. Κι αυτό γιατί έχει κάνει εξορία στην Ανάφη μέχρι το 1925 όταν πέφτει η δικτατορία του Πάγκαλου.

Ο Τσιράκης παρακολουθεί με ψυχραιμία τις διαφορετικές εκδοχές της «φραξιονιστικής πάλης» στο κομμουνιστικό κίνημα του Μεσοπολέμου και φυσικά δεν αφήνει χαμένη την ευκαιρία να μιλήσει για τη Θεσσαλονίκη εκείνης της περιόδου -κοινωνικοί αγώνες, φασιστικές ομάδες- εκμεταλλευόμενος την παρουσία του Καραγιώργη στην πόλη, καθώς ασκεί την Ιατρική στην Ιερισσό Χαλκιδικής.

Η εποποιία

Με επιμέλεια μυρμηγκιού ο Τσιράκης ιχνογραφεί την πτώση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, την «κόκκινη Βιέννη», αλλά και τον ήχο του επερχόμενου ναζισμού. Μέσα σε αυτό το κλίμα ο Καραγιώργης παρακολουθεί τις δίκες της Μόσχας (τη δίκη των Ζινόβιεφ και Κάμενεφ), ενώ επιστρέφοντας στην Ελλάδα η δικτατορία του Μεταξά τον στέλνει εξορία σε Αίγινα, Σίφνο και Κίμωλο, όπου θα γνωρίσει τη γυναίκα του, Μαρία Αγριγιαννάκη.ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΗ - ΚΑΤΑΘΕΣΗ (@100067453213433) - Mentions | Facebook

Ο Καραγιώργης εντάσσεται φυσικά στον ΕΛΑΣ (πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ Θεσσαλίας και υπουργός της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης στον Εμφύλιο), ζει τα Δεκεμβριανά (τότε ήταν διευθυντής του «Ριζοσπάστη»), τη Βάρκιζα και πληρώνει το κόστος για τη διαφωνία του με τις συμφωνίες του Λιβάνου και της Βάρκιζας, τις εκλογές του ’46 και τον Εμφύλιο.

Ο Καραγιώργης μπορεί να συμμετείχε στην εποποιία δεσίματος του ατσαλιού, μπορεί από πολλούς να θεωρούνταν ο πλέον κατάλληλος «διάδοχος» του Ζαχαριάδη, αλλά όλα αυτά δεν τον έσωσαν από χαρακτηρισμούς όπως «λιποτάκτης», «πράκτορας», «αριστοκράτης», «χαφιές», δεν τον γλίτωσαν από το τραγικό του τέλος.

Ο Τσιράκης καταφέρνει και συγκρατεί ακόμη και τα κύματα τρυφερότητας που νιώθει για τον ήρωά του, για το άδικο, αποκρουστικό και βασανιστικό του τέλος. Η ένταξη στο βιβλίο των 19 εκθέσεων (είναι το πρωτότυπα κείμενα) του Ρουμάνου πράκτορα, που βρισκόταν εντεταλμένος μαζί με τον Καραγιώργη στις φυλακές Βουκουρεστίου για να τον παρακολουθεί και στο κελί από τον Σεπτέμβριο του 1950 έως τον Μάρτιο του 1951, και ο παγερός γραφειοκρατικός λόγος των εκθέσεων αποδίδουν το ψυχογράφημα ενός ανθρώπου που είχε αντιληφθεί ότι θα πέθαινε ή θα τον σκότωναν και είχε μπει σε μια συναισθηματική περιδίνηση η οποία πρέπει να διαβαστεί, όπως τα έχει εντάξει ο Τσιράκης, με πολύ μεγάλη προσοχή από αναγνώστες/στριες.

Γλώσσα της αλήθειας

Ο Καραγιώργης πέθανε ως γνωστόν στις φυλακές στο Πιτέστι, το 1951, περνώντας τις τελευταίες μέρες του σε άθλιες συνθήκες, μια φριχτά βασανιστική κατάσταση, για να ολοκληρωθεί το δράμα με την παγερή διαπίστωση του τέλους: «Πώς τον θάψανε, πού τον θάψανε κανένας δεν έμαθε».

Ο Τσιράκης ξαναζωντανεύει τον Καραγιώργη και τον δικαιώνει αρθρώνοντας μια διήγηση που σε υποχρεώνει να μην αφήνεις το βιβλίο πριν φτάσεις στο τέλος, παρότι αυτό είναι γνωστό. Η ερώτηση αν το βιβλίο είναι μυθιστόρημα, ιστορική ή μυθιστορηματική βιογραφία είναι απλώς άχρηστη. Ο Τσιράκης, χρησιμοποιώντας κάθε διαθέσιμη τεχνική, μας δίνει ένα μοναδικό κείμενο χωρίς έτοιμες απαντήσεις και ανεπιτήδευτα δείχνει τη μέθοδο να μιλάμε τη γλώσσα της αλήθειας.

Ινφαντίνο ο ανεκδιήγητος γλείφτης του Τραμπ

 

Ήρθε η ώρα να τελειώσει η φάρσα που λέγεται Ινφαντίνο από τη FIFA, αλλά όπως έλεγε ο Όργουελ, όλα τα γουρούνια έχουν ίδια φάτσα όταν παίρνουν εξουσία!

Ένας επικίνδυνος, αδίστακτος και βαθιά κυνικός άνθρωπος, που κάνει τον Σεπ Μπλάτερ και τους υπόλοιπους απατεώνες της παλιάς εκτελεστικής επιτροπής – εκείνους που συνελήφθησαν μαζικά από τις αμερικανικές αρχές το 2015 για δεκαετίες δωροδοκιών, ξεπλύματος και αγοραπωλησίας Παγκοσμίων Κυπέλλων – να μοιάζουν με αθώους προσκόπους. Αυτός είναι ο Ινφαντίνο και  δεν είναι απλώς συνέχεια της διαφθοράς. Είναι η απόλυτη διαφθορά σε πιο θρασεία και πιο επικίνδυνη μορφή.  

Ήρθε η ώρα να τελειώσει η φάρσα που λέγεται Ινφαντίνο από τη FIFA, αλλά όπως έλεγε ο Όργουελ, όλα τα γουρούνια έχουν ίδια φάτσα όταν παίρνουν εξουσία!

 

Ο πρόεδρος της ισπανικής ομοσπονδίας Χαβιέρ Τέμπας το είπε ξεκάθαρα: ο Ινφαντίνο πρέπει να φύγει. Δύο από τους πιο στενούς του ανθρώπους – ο βασικός σύμβουλος και ο εκτελεστικός διευθυντής – έχουν ήδη παραιτηθεί. Μέσα στη FIFA παίζεται ένα αιματηρό Game of Thrones, με διαρροές που βγαίνουν από βαθιά λαρύγγια τα οποία γνώριζαν τα πάντα εδώ και χρόνια και τώρα, επιτέλους, ανοίγουν το στόμα τους. 

Η αποκάλυψη των TIMES πως ο Ινφαντίνο σκεφτόταν να πουλήσει ένα μειοψηφικό πακέτο της ίδιας της ομοσπονδίας φτιάχνοντας μια άλλη εταιρεία που θα διαχειριζόταν τις διοργανώσεις και τα events, ουσιαστικά τελείωσε τα όποια σχέδια και καταλαβαίνει κανείς πως η διαρροή έγινε από μέσα για ευνόητους λόγους! 

Ο Ελβετός που αμείβεται με σχεδόν 7 εκατομμύρια τον χρόνο αυτή τη στιγμή είχε πλέον στο μυαλό του την καινούργια θέση του εκτελεστικού διευθυντή και επιχειρησιακού επικεφαλής στο νέο σχήμα μετά το 2031, μία θέση που θα του απέφερε 30 εκατομμύρια σχεδόν ετησίως! Χρήματα που θα...κόλαζαν και Άγιο! 

Η ανοιχτή επίθεση της UEFA είναι αυτή που ήρθε και άλλαξε τα δεδομένα. Άλλωστε χωρίς  τις ευρωπαϊκές χώρες δεν υπάρχει ποδόσφαιρο σε παγκόσμιο επίπεδο. Η απειλή για μποϊκοτάζ μελλοντικά όλων των διοργανώσεων της παγκόσμιας ομοσπονδίας, από την μήτρα του παγκόσμιου ποδοσφαίρου που είναι η Ευρώπη, έφερε την ανατροπή και την πλήρη οπισθοχώρηση του Ινφαντίνο. 

Όσο κι αν βαυκαλίζονται οι υπόλοιποι – πλην της τριάδας Βραζιλία-Αργεντινή-Ουρουγουάη, του Μεξικού και κάποιων αφρικανικών δυνάμεων όπως Μαρόκο, Αίγυπτος και Σενεγάλη – το άθλημα μπορεί να ζήσει και μόνο με την Ευρώπη. Και αυτό το ξέρει πολύ καλά ο Ινφαντίνο και οποιοσδήποτε άλλος. 

Η απόδειξη της αδιαφάνειας και της κυνικής χειραγώγησης βρίσκεται στην ανάθεση των Παγκοσμίων Κυπέλλων 2030 και 2034. Μετά το σκάνδαλο του 2015, ο Ινφαντίνο ορκίστηκε «μεταρρυθμίσεις», «διαφάνεια» και «καλή διακυβέρνηση». Στην πράξη έκανε ακριβώς το αντίθετο:

•  Για το 2030 ενορχήστρωσε μια εξάδα χωρών σε τρεις ηπείρους (Ισπανία-Πορτογαλία-Μαρόκο συν αγώνες επετείου σε Ουρουγουάη, Αργεντινή και Παραγουάη), μια κατασκευή που εξυπηρετούσε έναν και μόνο σκοπό: να αποκλείσει Ευρώπη και Αφρική από το 2034.

•  Για το 2034 άφησε ανοιχτή μόνο την Ασία και την Ωκεανία, έδωσε λίγες εβδομάδες προθεσμία για υποβολή υποψηφιοτήτων και παρακολούθησε την Αυστραλία να αποσύρεται. Έμεινε μόνη η Σαουδική Αραβία. Καμία πραγματική διαδικασία, κανένας ανταγωνισμός.

•  Η «αξιολόγηση» βαθμολόγησε τη σαουδαραβική υποψηφιότητα με ρεκόρ 4,2/5, ενώ οι ανεξάρτητες εκθέσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα χαρακτηρίστηκαν από οργανώσεις όπως η Amnesty και η Human Rights Watch ως εξόφθαλμα ελαττωματικές και επιλεκτικές.

•  Η τελική «έγκριση» έγινε με χειροκρότημα σε εικονικό συνέδριο – ψήφο χωρίς ψήφο, επιδοκιμασία χωρίς αντιπαράθεση. Ακριβώς το αντίθετο από όσα υποσχέθηκε μετά το 2015.

Αυτό δεν είναι μεταρρύθμιση. Είναι η παλιά διαφθορά του 2015 σε νέο περιτύλιγμα: λιγότερα χαρτονομίσματα κάτω από το τραπέζι, αλλά περισσότερη γεωπολιτική συναλλαγή και απόλυτη περιφρόνηση για κάθε έννοια λογοδοσίας. 

Ο Ινφαντίνο πήρε τα μαθήματα του Μπλάτερ και τα τελειοποίησε. Αν δεν ήταν τόσο ενοχλητικό θα έπρεπε κάποιος πραγματικά να του αποδώσει και εύσημα για το πώς μπόρεσε και την απόλυτη διαφθορά την μετέτρεψε σε ένα υψηλού επιπέδου πολιτικό αλισβερίσι, αγκαλιάζοντας πότε τον Πούτιν, πότε τον Τραμπ, πότε τους εμίρηδες του Κατάρ και τώρα τους Σαουδάραβες! 

Όπως πολύ όμορφα έγραψε σ' ένα άρθρο η ιστοσελίδα The Athletic αυτό το τελευταίο εγχείρημα ήταν η προσπάθεια του Ινφαντίνο να πάει όσο πιο κοντά στον ήλιο μπορούσε! Οπως ο Ίκαρος. Και η μοιραία πτήση θα έχει την ίδια κατάληξη από όσο μπορούμε να καταλάβουμε. 

Αρκετά. Η φάρσα πρέπει να τελειώσει. Ο Ινφαντίνο είναι τελειωμένος από τη θέση αυτή. Γι' αυτό πιθανώς έχει έρθει η ώρα να τελειώσει η ίδια η FIFA ως οργανισμός και να στηθεί ένας ολοκαίνουργιος από τη αρχή με όλες τις ομοσπονδίες να έχουν λόγο αλλά η Ευρώπη οφείλει να έχει δεσπόζουσα θέση. Να δούμε αν μπορεί να συμβεί ωστόσο κάτι τέτοιο. 

Ο μόνος προβληματισμός είναι πως και ο επόμενος που θα αναλάβει τέτοιο ρόλο όπως συνέβαινε στην φάρμα των ζώων , μάλλον θα αποδείξει πως όλα τα γουρούνια έχουν την ίδια φάτσα όταν παίρνουν εξουσία όπως έγραφε ο Όργουελ!

Τετάρτη, Αυγούστου 05, 2026

Our Vines Have Tender Grapes /Τα αμπέλια μας έχουν τα καλύτερα σταφύλια (1945)

 Our Vines Have Tender Grapes - Margaret O'Brien - Lux Radio ...Το Our Vines Have Tender Grapes (γνωστό και ως Τα αμπέλια μας έχουν τα καλύτερα σταφύλια, 1945) είναι μια αμερικανική δραματική ταινία της MGM σε σκηνοθεσία Roy Rowland, με σενάριο του Dalton Trumbo — μία από τις τελευταίες δουλειές του πριν ενταχθεί στη μαύρη λίστα του «Hollywood Ten» 
. Βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του George Victor Martin, η ταινία μεταφέρει τον θεατή στο αγροτικό Benson Corners του Wisconsin, μια μικρή κοινότητα Νορβηγών μεταναστών, και αφηγείται την καθημερινότητα της οικογένειας Jacobson μέσα από τα μάτια της 7χρονης Selma (Margaret O'Brien).

Η ταινία δεν ακολουθεί μια κλασική, γραμμική πλοκή με κεντρικό αντικρουόμενο. Αντίθετα, είναι μια σειρά από vignettes — στιγμιότυπα από τη ζωή μιας αγροτικής κοινότητας: ένας περιοδεύων τσίρκος, διαφωνίες για ένα ζευγάρι πατίνια, οι ανοιξιάτικες πλημμύρες, μια πυρκαγιά σε αχυρώνα 
. Αυτή η ελλειπτική δομή είναι ταυτόχρονα το μεγαλύτερο ατού και το ρίσκο της ταινίας. Όπως σημειώνουν πολλοί κριτικοί, η έλλειψη συγκρούσεων για τουλάχιστον την πρώτη ώρα είναι μια τολμηρή αισθητική επιλογή που απαιτεί υπομονή από τον θεατή, αλλά ανταμείβει όποιον εγκατασταθεί στον ρυθμό της .


Ο Edward G. Robinson, σε μια πλήρη ανατροπή του σκληρού τύπου του γκάνγκστερ που τον καθιέρωσε, ενσαρκώνει τον Martinius Jacobson, έναν ταπεινό, στοργικό και σοφό Νορβηγό αγρότη. Η χημεία του με τη Margaret O'Brien είναι αυθεντική και συγκινητική — ένας πατέρας «αλάτι της γης» που διδάσκει με υπομονή και παράδειγμα .Our Vines Have Tender Grapes (1945) | Gallery - Photos | ČSFD.cz

Η 8χρονη (κατά τα γυρίσματα) Margaret O'Brien κουβαλά σχεδόν μόνη της το φορτίο της ταινίας. Είναι συγκλονιστικά φυσική μπροστά στην κάμερα, ικανή να μεταδώσει τόσο τη χαρά της παιδικής αθωότητας όσο και το βάθος των στιγμών θυσίας . Οι σκηνές της με τον ξάδελφό της Arnold (Jackie «Butch» Jenkins) αποπνέουν αυθεντικότητα — εκείνη την αγάπη-μίσος που μόνο ένα στενό συγγενικό παιδί μπορεί να εμπνεύσει.Our Vines Have Tender Grapes (1945) | MUBI

Η Agnes Moorehead ως Bruna Jacobson προσφέρει μια σπάνια, ζεστή ερμηνεία, μακριά από τους συνήθως σκοτεινούς ρόλους που την καθιέρωσαν. Είναι η φωνή της πρακτικότητας απέναντι στα όνειρα του συζύγου της για έναν σύγχρονο αχυρώνα, αλλά πάντα με καλοσύνη.Our Vines Have Tender Grapes with Ignensen | portraitsbyjenni

Η ταινία είναι ένας ύμνος στην απλή, αγροτική ζωή, στην κοινοτικότητα και στις αξίες που — όπως υποστηρίζει — θεμελίωσαν την αμερικανική κοινωνία: αλληλεγγύη, τιμή, θυσία, σεβασμός στα πράγματα έναντι των υλικών αγαθών. Ταυτόχρονα, δεν είναι μια αφελής, ροζ ιστορία. Υπάρχουν σκληρές στιγμές: η κακοποίηση ενός παιδιού με μαθησιακές δυσκολίες, η αναγκαστική θανάτωση ζώων κατά τη διάρκεια πυρκαγιάς, οι φυσικές καταστροφές που απειλούν την επιβίωση της κοινότητας. Αυτές οι σκηνές «κόβουν» τη ζάχαρη και προσδίδουν βάθος.
Η κλιμάκωση οδηγεί σε μια συγκινητική θυσία της Selma στο φινάλε — μια χειρονομία τόσο γενναιόδωρη που πολλοί κριτικοί τη θεωρούν απίθανη στην πραγματικότητα, αλλά συγκλονιστική στο συναισθηματικό της αντίκτυπο 

Η φωτογραφία του Robert Surtees αποδίδει με λυρισμό τις εποχιακές αλλαγές της αμερικανικής ενδοχώρας. Η μουσική του Bronislau Kaper, ενός Πολωνού συνθέτη που είχε διαφύγει από τη ναζιστική Ευρώπη, πλαισιώνει με ευαισθησία τις σκηνές 
.
Κριτική Αποδοχή και Εισπράξεις
Η ταινία σημείωσε εμπορική επιτυχία: σύμφωνα με τα αρχεία της MGM, απέφερε $2.770.000 στις ΗΠΑ και $1.426.000 στο εξωτερικό, με κέρδος $1.407.000 
. Ο κριτικός των New York Times, Thomas M. Pryor, την αποκάλεσε «beautifully made» και «eloquent and touchingly simple outpouring of the love in a little girl's heart».

Το Our Vines Have Tender Grapes είναι μια ταινία που διχάζει. Για ορισμένους, είναι ένα αριστούργημα αθωότητας και ζεστασιάς — «σαν τη μουσική του Ντεμπυσσύ». Για άλλους, είναι υπερβολικά saccharine (ζαχαρωτή), μια ιδεαλιστική αναπαράσταση μιας Αμερικής που «ποτέ δεν υπήρξε στην πραγματικότητα».
Η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Ναι, η ταινία είναι συναισθηματικά φορτισμένη και μερικές φορές παρακινδυνευμένα ιδεαλιστική. Ωστόσο, η ερμηνεία της O'Brien, η ανατροπή του Robinson και η ατμόσφαιρα της κοινότητας που στηρίζεται στις δικές της δυνάμεις, δημιουργούν μια εμπειρία που — ειδικά στη σημερινή εποχή της κυνικότητας — λειτουργεί ως αντίδοτο. Είναι μια ταινία που απαιτεί υπομονή, αλλά αν αφεθείς στον ρυθμό της, σε «παρασύρει σιωπηλά» και σου υπενθυμίζει να εκτιμάς τις απλές χαρές της ζωής 
.Our Vines Have Tender Grapes - Margaret O'Brien - Lux Radio ...

Our Vines Have Tender Grapes

Δημήτρης Πουλικάκος: «Να σε έπαιρνα να πάμε μακριά»

Να σε έπαιρνα να πάμε μακριά σε κάποιαν έμορφη εξωτική γωνιά

σε κάποια μαγική ακρογιαλιά όπου ο ήλιος λαμπυρίζει στη ματιά κι όπου δεν έχεις να σκεφτείς τον Φ.Π.Α.

πουλάκια τραγουδάνε πουλάκια κελαηδάνε σε αυτή τη μακρινή ακρογιαλιά

και σαν γλυκά βραδιάζει κι η φύσης ησυχάζει όλοι αραχτοί στην αμμουδιά

άμα δεν έχεις να σκεφτείς τον Φ.Π.Α

Ο Πυθαγόρας προτίμησε να κάτσει να τον λιντσάρουν για να μη περάσει από ένα χωράφι σπαρμένο με κουκιά

αν και σοφός άνθρωπος ήτανε προληπτικός

ο Αριστοτέλης αυτοκτόνησε με δηλητήριο πιθανόν από τις τύψεις που αισθανότανε

γιατί είχε δημιουργήσει ένα αγγελόμορφο τέρας στο πρόσωπο του Μέγα Αλέξανδρου ο Ηράκλειτος πάλι

που οπωσδήποτε ήταν κι αυτός σοφός άνθρωπος πέθανε από ασφυξία μέσα σε ένα σωρό από κοπριά

κάποια συστατικά της οποίας πίστευε πως θα του θεραπέυανε ορισμένα προβλήματα υγείας που είχε η κοπριά προφανώς

του εθεράπευσε όλα τα προβλήματα μιας και διαπαντός κάνουνε και τέτοια οι αντίρροπες δυνάμεις αλλά

καθώς τα πάντα ρει ο Πλάτωνας αυτός κι αν ήτανε σοφός πέθανε από μαζική επίθεση ψειρών

φαίνεται η πολιτεία των ψειρών είναι φευ αδυσώπητη ο Διογένης ο σκυλόσοφος πέθανε

κρατώντας την αναπνοή του μέχρι που έσκασε άνθρωπο ζητούσε άνθρωπο δε βρήκε φαίνεται

ο Εμπεδοκλής στη Μεγάλη Ελλάδα στη Σικελία δηλαδή πιστεύοντας πως θα γίνει θεός

έπεσε στο εν ενεργεία κρατήρα της Αίτνας το Ηφαίστειο έφτυσε το ένα του πασουμάκι Σοβαρή ένδειξη

πως μάλλον ο αντικειμενικός του σκοπός δεν επετεύχθη κατά τα άλλα σοφός άνθρωπος κι αυτός

ο Λουκρήτιος λέγεται πως αυτοκτόνησε περιελθών σε μανία αφού είχε πιει κάποιο ερωτικό ελιξήριο

έχει κι αυτά η φύση των πραγμάτων ο Ιβ Σινά ο Αβικέννας που λέμε εμείς στη δύση

πέθανε από υπερβολική δόση οπίου πολύ σοφός άνθρωπος ο Πέρσης Ιατροφιλόσοφος

ο Ζαν Λε ρον ντ Αλαμπέρ που εδω θα τον λεγαμε ο Γιάννης ο χοντρός ο Αλαμπερτιότης έσβησε

κυριολεκτικά μετά από ερωτική απογοήτευση Σοφοί Άνθρωποι σου Λέει

ο Ζήνων ο Ελεάτης όρμησε και δάγκωσε το αυτί ενός Τυράννου

και δεν το άφησε παρόλο που τον τρυπούσανε με τα μαχαίρια τους με τα σπαθιά τους η φρουρά του Τυράννου

φαίνεται ήτανε λίγο αδιάλλακτος ο λεγόμενος και πατέρας της Διαλεκτικής

Σκέψου λοιπόν όλους αυτούς τους έχουμε για σοφούς ανθρώπους και πράγματι ήτανε αλλά να σκεφτεί κανείς

πως κανένας απ αυτούς δεν είχε να σκεφτεί τον Φ.Π.Α.

Να σε έπαιρνα να πάμε μακρια σε κάποιαν έμορφη εξωτική γωνιά

σε κάποια μακρινή ακρογιαλιά όπου ο ήλιος λαμπυρίζει στη ματιά

κι όπου δεν έχεις να σκεφτείς τον Φ.Π.Α.

Πουλάκια κελαηδάνε παιδάκια τραγουδάνε σε αυτή τη μαγική ακρογιαλιά

και σαν γλυκά βραδιάζει κι η φύσης ησυχάζει όλοι αραχτοί στην αμμουδιά

άμα δεν έχεις να σκεφτείς τον Φ.Π.Α.

Συνέντευξη του Κώστα Ζαχαριάδη στην Popaganda για ΕΛΑΣ και Δούκα

 



Συνέντευξη του Κώστα Ζαχαριάδη στην Popaganda

 «Με την ΕΛΑΣ όλα θα γίνουν στην ώρα τους»

Γιάννης Αλμπάνης

03.08.2026

Στην πρώτη συνέντευξή του μετά την αποχώρησή του από τον ΣΥΡΙΖΑ, ο Κώστας Ζαχαριάδης αποσαφηνίζει τη σχέση του με την ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα. Επιπλέον, καταθέτει τις εκτιμήσεις του όχι μόνο για τις κινήσεις της ΕΛΑΣ, αλλά συνολικά για την Κεντροαριστερά και το πολιτικό σκηνικό.

Το σπίτι των αξιών και των οραμάτων

Στην αρχή της συζήτησής μας, ρωτήσαμε τον Κώστα Ζαχαριάδη πώς βλέπει τις εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ μετά την αποχώρησή -υπενθυμίζεται ότι είχε αποχωρήσει πριν από την εκλογή της Ρένας Δούρου ως προέδρου της ΚΟ του κόμματος. Κατά τον Ζαχαριάδη, «από το 2023 και μετά έχει ξεκινήσει η πλήρης αναδιάταξη του πολιτικού συστήματος της χώρας». Εκτιμά ότι σε λίγους μήνες τίποτα δεν θα είναι όπως το είχαμε συνηθίσει για χρόνια. «Βρισκόμαστε σε μια μεγάλη τομή όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά στα πολιτική συστήματα όλης της Ευρώπης και στις διεθνείς ισορροπίες που μεταβάλλονται απρόβλεπτα. Είμαστε στην αρχή της αρχής του νέου πολιτικού τοπίου», επισήμανε.

Χαρακτήρισε ακόμα το ΣΥΡΙΖΑ, το Συνασπισμό και τη Νεολαία ΣΥΝ το σπίτι των αξιών και των οραμάτων του. «Ότι είχα να πω το έχω πει στις δύο δημόσιες αναρτήσεις μου όταν παραιτήθηκα από εκπρόσωπος Τύπου και όταν αποχώρησα από το κόμμα, δεν έχω κάτι να προσθέσω, δεν θέλω να επανέλθω, κοιτάζω μόνο μπροστά. Θεωρώ ότι οφείλουμε στο παρελθόν μας αυτοσυγκράτηση και ψυχραιμία», κατέληξε.

Δεν βιαζόμαστε, δεν αργούμε

Ο Ζαχαριάδης δεν προτίθεται να εγγραφεί στην ΕΛΑΣ τις επόμενες μέρες. Απαντώντας σε σχετική ερώτησή μας, είπε ότι «τις επόμενες μέρες είναι «τα μπάνια του λαού», αμέσως μετά (χωρίς καθυστερήσεις) είναι απόλυτη προτεραιότητά μου η περαιτέρω αναβάθμιση στης Ανοιχτής Πόλης στο Δημοτικό Συμβούλιο της Αθήνας και στις δράσεις της μέσα στην πόλη».

Προσέθεσε με νόημα ότι «με την ΕΛΑΣ, όλα θα γίνουν στην ώρα τους. Δεν βιαζόμαστε, δεν αργούμε. Η Συμπαράταξη είναι ένα νέο εγχείρημα δυο μηνών, χρειάζεται χρόνο για να το γνωρίσουμε και χρόνο για να γνωριστεί με την κοινωνία».

Επιπρόσθετα, δήλωσε κατηγορηματικά ότι «αν γίνονταν εκλογές την ερχόμενη Κυριακή θα ψήφιζα το κόμμα που ηγείται ο Αλέξης Τσίπρας, αποτελεί για εμένα εγγύηση, είναι έμπειρος, είναι έντιμος, είναι το καλύτερο πολιτικό στέλεχος με διεθνή εμβέλεια που έχει ο χώρος μας και η γενιά μας.  Την ΕΛΑΣ την παρακολουθώ με μεγάλη προσοχή και ενδιαφέρον, ιδίως τα νεότερα πρόσωπα που δεν τα γνώριζα από το παρελθόν. Θα περιμένω να ακούσω και τις προτάσεις στη ΔΕΘ που από προγραμματικής και πολιτικής άποψης είναι το κορυφαίο γεγονός της χρονιάς».

Η Αυτοδιοίκηση

Σε ό,τι αφορά τις προγραμματικές προτάσεις της ΕΛΑΣ για την Τοπική Αυτοδιοίκηση που παρουσιάστηκαν πρόσφατα σε εκδήλωση στο Σεράφειο, ο Ζαχαριάδης θεωρεί ότι «έχει γίνει πολύ καλή δουλειά και έχουν κάνει εξαιρετικές επεξεργασίες, φαίνεται μέσα από το πλέγμα των προτάσεων που κατέθεσαν όχι μόνο πως αντιλαμβάνονται τον ρόλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αλλά και τον τρόπο οργάνωσης στης χώρας. Η χώρα χρειάζεται άλλο μοντέλο και Κεντρικής Διοίκησης και Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η αποτυχία του λεγόμενου «επιτελικού κράτους» που υπήρξε υπερσυγκετρωτικό και διεφθαρμένο είναι παταγώδης και οδηγεί την Ελλάδα σε απόκλιση σε σχέση τον ευρωπαϊκό μέσο όρο».

Παρατήρησε επίσης ότι «αυτό που ακούσαμε στο Σεράφειο δεν είναι η πρόταση της Συμπαράταξης για την Αυτοδιοίκηση αλλά η βάση της συζήτησης και οι κομματικές επεξεργασίες που θα συζητηθούν με τους πολίτες και τον κόσμο της Αυτοδιοίκησης. Αν το εννοούν και το κάνουν πράξη, πιστεύω ότι έτσι είναι και έτσι θα γίνει, είναι μια μεγάλη και σοβαρή τομή για το πως ένα κόμμα διαμορφώνει και τις θέσεις του αλλά και τη σχέση του με τους πολίτες».

Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια

Στη συνέχεια, ζητήσαμε από τον Κώστα Ζαχαριάδη να σχολιάσει τη θέση της ΕΛΑΣ για διατήρηση των ιδιωτικών πανεπιστημίων. «Πριν πάμε στη θέση της ΕΛΑΣ να δούμε λίγο τι κάνει η ΝΔ. Δημιούργησε ένα σύστημα με πιο σκληρές εξετάσεις (εισάγοντας στην Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής) και τσαλάκωσε το Άρθρο 16 του Συντάγματος δίνοντας την δυνατότητα ίδρυσης δεύτερης στάθμης ιδιωτικών με δίδακτρα ιδρυμάτων», μας απάντησε, προσθέτοντας ότι «η πολιτική της ΝΔ εντείνει και στην παιδεία τις διευρυνόμενες κοινωνικές ανισότητες».

Συνεχίζοντας, σημείωσε: «Από θέση αρχής στηρίζω τη Δημόσια Εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες της και είμαι απέναντι σε κάθε προσπάθεια ιδιωτικοποίησης και υποβάθμισής της. Το σχέδιο της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς πρέπει να είναι η αμβλυνση των ανισοτήτων. Ο τρόπος που έγινε η δημόσια συζήτηση για το πρόγραμμα της ΕΛΑΣ στην παιδεία αδίκησε τον πυρήνα των προτάσεων που είναι η ενίσχυση του δημόσιου χαρακτήρας της παιδείας σε όλες τις βαθμίδες της. Έχουν πει ότι θα αλλάξουν τον νόμο Πιερρακάκη, από το είδος και το εύρος της «αλλαγής» θα φανεί τι πραγματικά σκέφτονται και πως το εννοούν».

Η παράδοση των εδρών

Σε ό,τι αφορά το αν εγείρει ζήτημα πολιτικής εκπροσώπησης η απαίτηση Τσίπρα να παραδώσουν τις έδρες τους οι βουλευτές που θέλουν να ενταχθούν στην ΕΛΑΣ, ο Ζαχαράδης ανέφερε: «Όντως είναι μία δύσκολη συνθήκη για όλους και πρωτόγνωρη. Δεν θέλω να μπω σε αναλύσεις και λεπτομέρειες θέλω όμως να πω ότι με αυτό τον τρόπο είναι σαφές και στην κοινωνία ότι η ΕΛΑΣ είναι ένα νέο εγχείρημα για όσους το επιθυμούν και το επιλέγουν. Οι μετατοπίσεις που έχουν συμβεί στο πολιτικό σύστημα είναι τεκτονικές και σε κάθε περίπτωση είναι πολύ πολύ δύσκολο να αντιστοιχηθούν τα σημερινά δεδομένα στην κοινωνία με τη Βουλή του 2023 από όποια οπτική και να το δει κανείς».

Η συνεργασία με τον Δούκα

Κλείνοντας τη συνέντευξη,  ρωτήσαμε τον Κώστα Ζαχαριάδη αν η συνεργασία του με τον Χάρη Δούκα που θεωρείται το πιο πετυχημένο παράδειγμα συνεργασιών διαφορετικών κομμάτων του προοδευτικού χώρου, θα μπορούσε να μεταφερθεί στην κεντρική πολιτική.

Ο Ζαχαριάδης επισήμανε ότι «η εμπειρία της Αθήνας απέδειξε κάτι πολύ σημαντικό: όταν υπάρχει κοινός στόχος, προγραμματική συμφωνία και αμοιβαίος σεβασμός, οι συνεργασίες μπορούν να είναι αποτελεσματικές. Η συνεργασία μας δεν ήταν συνεργασία ισορροπιών κορυφής, ήταν και είναι συνεργασία και συνατίληψη  που στηρίχθηκε σε συγκεκριμένες προτάσεις για την πόλη και στην ανάγκη αυτοδιοικητικής αλλαγής και αλλαγής περιεχομένου διοίκησης».

Και υπογράμμισε: «Αυτό το παράδειγμα έχει ευρύτερη αξία τηρουμένων των αναλογιών της Αυτοδιοίκησης και στην κεντρική πολιτική σκηνή».

Δεν κάνουμε παιδιά, αλλά τη θέση τους παίρνουν τα ...τριχωτά μωρά μας !

 Remember When Visiting Our House - Birthday, Home Warming, Decor Gift For Dog Mom, Dog Dad, Dog Lovers - Personalized Doormat


“Fur babies”: Όταν (και γιατί) τα κατοικίδια γίνονται τα… “μωρά” μας!

Ρούλα Μαντή | Athens VoiceΡούλα Μαντή

💡 AI Summary by Libre

Στη Λισαβόνα, ένα μεγάλο κατάστημα παιχνιδιών έκλεισε και στη θέση του άνοιξε ένα premium pet store με ποικιλία ειδών και υπηρεσιών για κατοικίδια.

Η Ευρώπη βιώνει δημογραφική κρίση με μειωμένο δείκτη γονιμότητας, ενώ τα κατοικίδια πολλαπλασιάζονται και θεωρούνται πλέον ισότιμα μέλη των νοικοκυριών.

Η Πορτογαλία είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα, με περισσότερα κατοικίδια από παιδιά κάτω των 15 ετών, αντανακλώντας τις κοινωνικές και οικογενειακές αλλαγές.

Η πανδημία του Covid-19 επιτάχυνε την «ανθρωποποίηση» των κατοικιδίων, ενισχύοντας τον συναισθηματικό δεσμό και αυξάνοντας τις υιοθεσίες σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Στη Λισαβόνα, ένα μεγάλο κατάστημα με παιχνίδια και σχολικά είδη έκλεισε τις πόρτες του. Στη θέση του άνοιξε ένα εντυπωσιακό pet store, γεμάτο με premium τροφές, καρότσια για σκύλους, ορθοπεδικά στρώματα, αδιάβροχα, παιχνίδια νοητικής ανάπτυξης, ακόμη και τούρτες γενεθλίων για κατοικίδια.

Η εικόνα δεν αποτελεί μια επιχειρηματική σύμπτωση. Αντίθετα, αποτυπώνει μια από τις πιο αθόρυβες αλλά βαθιές κοινωνικές αλλαγές που συντελούνται στην Ευρώπη. Τα κατοικίδια δεν είναι πλέον απλώς ζώα συντροφιάς. Για εκατομμύρια Ευρωπαίους έχουν αποκτήσει τον ρόλο που κάποτε είχε αποκλειστικά η παραδοσιακή οικογένεια.

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, ένας σκύλος ή μια γάτα αντιμετωπίζονται ως ισότιμα μέλη του νοικοκυριού. Τα ταξίδια οργανώνονται με βάση τις ανάγκες τους, οι διακοπές επιλέγονται ανάλογα με το αν είναι pet friendly, ενώ σε πολλές περιπτώσεις οι ιδιοκτήτες δεν διστάζουν να ξοδέψουν χιλιάδες ευρώ για θεραπείες, ασφαλιστικά προγράμματα ή εξειδικευμένη φροντίδα.

Δεν είναι τυχαίο ότι έχει καθιερωθεί πλέον ένας νέος όρος: «fur babies» – τα «τριχωτά παιδιά».

Πρόκειται για μια έκφραση που μέχρι πριν από λίγα χρόνια χρησιμοποιούνταν κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σήμερα ακούγεται όλο και συχνότερα σε ολόκληρη την Ευρώπη, περιγράφοντας μια νέα πραγματικότητα που δεν αφορά μόνο την αγάπη για τα ζώα, αλλά αντικατοπτρίζει βαθιές δημογραφικές, οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές.

@ugcwithjadey Because dog parents are real parents too.. 🐾 Like most parents we don’t sleep in, we brush his teeth, bath him regularly, brush his hair daily, get him healthy fruit and veg to have with his dinner, research his food & treats, get him new toys, make sure he attends his appointments and takes his monthly simparica / supplements. We make sure he goes on his daily walks and stays stimulated, and he comes with us everywhere we go. We plan day trips just for him. We make sure he gets the attention he requires, reward him when he is being good and tell him off when he is bad. He give us a purpose to life every single day and we love being his mummy and daddy even when some days are better than others! 🐾 We would be pretty lost without him, watching him grow up from a tiny little pup 🫶🏼 #dogparents #dogparent #dogsarehappiness #furbaby #dogchild ♬ All My Life - Chelsey Johnson

Μια ήπειρος που γερνά

Η έκρηξη των κατοικιδίων συμπίπτει χρονικά με τη μεγαλύτερη δημογραφική κρίση που έχει γνωρίσει η Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Τα στοιχεία της Eurostat είναι αποκαλυπτικά.

Το 2024 γεννήθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση περίπου 3,55 εκατομμύρια παιδιά, ενώ ο δείκτης γονιμότητας υποχώρησε στο 1,34 παιδί ανά γυναίκα, το χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί ποτέ.


Για να διατηρείται σταθερός ένας πληθυσμός απαιτείται δείκτης περίπου 2,1 παιδιά ανά γυναίκα.

Καμία σχεδόν χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν πλησιάζει πλέον αυτό το επίπεδο.

Η Ευρώπη γερνά. Οι οικογένειες μικραίνουν.Τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά αυξάνονται συνεχώς.

Οι νέοι αποκτούν παιδιά σε ολοένα μεγαλύτερη ηλικία ή επιλέγουν να μη δημιουργήσουν οικογένεια.

Την ίδια στιγμή, όμως, συμβαίνει κάτι άλλο. Τα κατοικίδια πολλαπλασιάζονται.

Οι αριθμοί που δείχνουν τη νέα πραγματικότητα

Σύμφωνα με την European Pet Food Industry Federation (FEDIAF), το 2026 στην Ευρώπη ζουν περίπου 306 εκατομμύρια κατοικίδια, αριθμός που περιλαμβάνει σκύλους, γάτες, πτηνά, ψάρια, μικρά θηλαστικά και ερπετά.

Σχεδόν 140 εκατομμύρια νοικοκυριά διαθέτουν τουλάχιστον ένα κατοικίδιο, γεγονός που σημαίνει ότι σχεδόν ένα στα δύο σπίτια στην Ευρώπη φιλοξενεί κάποιο ζώο συντροφιάς.

Why new parents secretly love pet owner comparisons

Από αυτά:

  • 111 εκατομμύρια είναι γάτες
  • 91 εκατομμύρια σκύλοι
  • περίπου 44 εκατομμύρια πτηνά
  • σχεδόν 28 εκατομμύρια ψάρια ενυδρείου
  • πάνω από 23 εκατομμύρια μικρά θηλαστικά
  • περίπου 10 εκατομμύρια ερπετά

Η γάτα έχει πλέον εξελιχθεί στο δημοφιλέστερο κατοικίδιο της Ευρώπης, ξεπερνώντας καθαρά τον σκύλο.

Η Πορτογαλία έγινε το σύμβολο μιας νέας εποχής

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αλλαγής είναι η Πορτογαλία.

Στη χώρα καταγράφονται πλέον περισσότεροι από τρία εκατομμύρια σκύλοι, όταν τα παιδιά ηλικίας έως 14 ετών δεν ξεπερνούν το 1,4 εκατομμύριο.

Η εικόνα αυτή δεν αποτελεί πλέον εξαίρεση.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της FEDIAF, περισσότερες από δώδεκα χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης εμφανίζουν σήμερα περισσότερους σκύλους από παιδιά κάτω των 15 ετών.

Ανάμεσά τους βρίσκονται η Ουγγαρία, η Σλοβακία, η Πολωνία και η Μάλτα.

Το φαινόμενο δεν σημαίνει ότι οι Ευρωπαίοι «αντικαθιστούν» τα παιδιά με κατοικίδια.

Αποτυπώνει όμως μια κοινωνία που αλλάζει.

Η νέα οικογένεια

Μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες, το κλασικό ευρωπαϊκό σπίτι αποτελούνταν από γονείς, παιδιά και –ίσως– έναν σκύλο.

Σήμερα, η εικόνα είναι διαφορετική.

Σε πολλές μεγαλουπόλεις κυριαρχούν τα ζευγάρια χωρίς παιδιά, οι εργένηδες, οι διαζευγμένοι και οι ηλικιωμένοι που ζουν μόνοι.

Η αύξηση του κόστους ζωής, οι υψηλές τιμές των κατοικιών, η εργασιακή αβεβαιότητα και η επαγγελματική κινητικότητα καθιστούν δυσκολότερη τη δημιουργία οικογένειας σε νεαρή ηλικία.

Παράλληλα, η απομάκρυνση από τις παραδοσιακές οικογενειακές δομές έχει ενισχύσει την ανάγκη για νέους συναισθηματικούς δεσμούς.

Οι κοινωνιολόγοι περιγράφουν αυτή τη διαδικασία ως «ανθρωποποίηση των κατοικιδίων» (pet humanisation).

Πρόκειται για την τάση των ιδιοκτητών να αποδίδουν στα κατοικίδιά τους χαρακτηριστικά που μέχρι πρότινος επιφυλάσσονταν αποκλειστικά για τα ανθρώπινα μέλη της οικογένειας.

Δεν πρόκειται πλέον μόνο για τη φροντίδα ενός ζώου.

Πρόκειται για μια σχέση που βασίζεται στην αμοιβαία συντροφικότητα, στη συναισθηματική σύνδεση και στην καθημερινή συμβίωση.

Η καθηγήτρια Κτηνιατρικής του Πανεπιστημίου της Βιέννης Svenja Springer υποστηρίζει ότι οι παραδοσιακές οικογενειακές δομές έχουν αλλάξει τόσο ριζικά, ώστε πολλοί άνθρωποι αναζητούν στα κατοικίδια έναν νέο πυρήνα συντροφικότητας.

«Οι άνθρωποι ζουν πλέον μακριά από τις οικογένειές τους. Αυτό δημιουργεί την ανάγκη για έναν νέο σταθερό συναισθηματικό δεσμό», σημειώνει χαρακτηριστικά.

Η πανδημία που άλλαξε τη σχέση ανθρώπου και ζώου

Αν υπήρξε ένα γεγονός που επιτάχυνε αυτή τη μετάβαση, αυτό ήταν η πανδημία του Covid-19.

Τα lockdown, η τηλεργασία και η πολύμηνη παραμονή στο σπίτι έφεραν εκατομμύρια ανθρώπους πολύ πιο κοντά στα κατοικίδιά τους.

Οι υιοθεσίες αυξήθηκαν σχεδόν σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες.

Η τηλεργασία έδωσε σε πολλούς τη δυνατότητα να αποκτήσουν για πρώτη φορά σκύλο, καθώς μπορούσαν να περνούν μαζί του ολόκληρη την ημέρα.

Η απομόνωση, το άγχος και η αβεβαιότητα ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο τον συναισθηματικό δεσμό.

Έρευνα του Πανεπιστημίου Κτηνιατρικής της Βιέννης, που δημοσιεύθηκε το 2024, κατέδειξε ότι όσο ισχυρότερη είναι η συναισθηματική σχέση ενός ανθρώπου με το κατοικίδιό του, τόσο πιθανότερο είναι να αποδεχθεί ακόμη και ιδιαίτερα δαπανηρές ή μακροχρόνιες θεραπείες για την υγεία του ζώου.

Σε αρκετές περιπτώσεις, οι συμμετέχοντες δήλωσαν ότι θα έδιναν προτεραιότητα στις ανάγκες του κατοικιδίου τους ακόμη και έναντι της δικής τους υγείας.

Η σχέση ανθρώπου και κατοικιδίου είχε πλέον αλλάξει οριστικά.Why new parents secretly love pet owner comparisons

Η οικονομία της αγάπης: Όταν τα κατοικίδια δημιουργούν μια αγορά δισεκατομμυρίων

Η νέα σχέση των Ευρωπαίων με τα κατοικίδιά τους δεν αποτυπώνεται μόνο στις καθημερινές συνήθειες ή στις οικογενειακές ισορροπίες. Έχει ήδη αλλάξει την οικονομία.

Πίσω από κάθε σακί premium τροφής, κάθε ασφαλιστήριο συμβόλαιο για σκύλους, κάθε ξενοδοχείο κατοικιδίων ή εφαρμογή εύρεσης pet sitter κρύβεται μια αγορά που αναπτύσσεται ταχύτερα από πολλούς παραδοσιακούς κλάδους του λιανεμπορίου.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της European Pet Food Industry Federation (FEDIAF), οι Ευρωπαίοι δαπανούν πλέον περισσότερα από 29,4 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως μόνο για τροφές κατοικιδίων. Η παραγωγή ξεπερνά τους 8,5 εκατομμύρια τόνους, ενώ πίσω από αυτή τη βιομηχανία δραστηριοποιούνται περισσότερες από 400 επιχειρήσεις, με πάνω από 350 εργοστάσια σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Οι αριθμοί αυτοί αφορούν αποκλειστικά την αγορά τροφών. Αν προστεθούν οι δαπάνες για κτηνιατρικές υπηρεσίες, φαρμακευτική περίθαλψη, αξεσουάρ, υπηρεσίες περιποίησης, εκπαίδευση, ασφάλειες και τουρισμό, η συνολική αξία της ευρωπαϊκής αγοράς κατοικιδίων ξεπερνά πλέον τα 50 δισεκατομμύρια ευρώ.

Από το λουρί… στο lifestyle

Αν πριν από είκοσι χρόνια οι ανάγκες ενός κατοικιδίου περιορίζονταν σε μια τροφή, ένα λουρί και έναν ετήσιο εμβολιασμό, σήμερα η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική.

Η νέα γενιά ιδιοκτητών αντιμετωπίζει τον σκύλο ή τη γάτα ως μέλος της οικογένειας με αντίστοιχες ανάγκες ευεξίας.


Έτσι, γύρω από τα κατοικίδια έχει δημιουργηθεί μια ολόκληρη οικονομία υπηρεσιών:

  • ασφάλειες υγείας,
  • εξειδικευμένες κλινικές και νοσοκομεία,
  • φυσικοθεραπεία και αποκατάσταση,
  • οδοντιατρική,
  • ψυχολογία συμπεριφοράς,
  • γενετικά τεστ,
  • premium, βιολογικές και εξατομικευμένες τροφές,
  • pet spa και grooming,
  • παιδικοί σταθμοί (daycare),
  • ξενοδοχεία και υπηρεσίες φιλοξενίας,
  • επαγγελματίες dog walkers,
  • pet sitters,
  • ακόμη και οργανωμένες τελετές αποτέφρωσης ή μνήμης.

Σε πολλές ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις λειτουργούν πλέον αρτοποιεία αποκλειστικά για κατοικίδια, φωτογράφοι που ειδικεύονται σε οικογενειακές φωτογραφίσεις με ζώα, ακόμη και εταιρείες που διοργανώνουν πάρτι γενεθλίων για σκύλους.

Η οικονομία αυτή δεν απευθύνεται μόνο σε υψηλά εισοδήματα. Αντανακλά μια ευρύτερη αλλαγή προτεραιοτήτων, καθώς ολοένα περισσότεροι ιδιοκτήτες θεωρούν αυτονόητο ότι ένα κατοικίδιο αξίζει ποιοτική διατροφή, προληπτική ιατρική και υπηρεσίες που μέχρι πρόσφατα προορίζονταν αποκλειστικά για ανθρώπους.

Η «ανθρωποποίηση» των κατοικιδίων

Οι κοινωνικοί επιστήμονες χρησιμοποιούν τον όρο pet humanisation για να περιγράψουν αυτή τη μεταβολή.

Η έννοια δεν αφορά μόνο τη συναισθηματική σχέση, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι προβάλλουν στα κατοικίδιά τους ανθρώπινες ανάγκες και συμπεριφορές.

Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί ιδιοκτήτες μιλούν για τον εαυτό τους ως «γονείς» του κατοικιδίου τους, γιορτάζουν τα γενέθλιά του, οργανώνουν τις διακοπές με βάση τις ανάγκες του ή επιλέγουν κατοικίες και αυτοκίνητα που να το εξυπηρετούν.


Η πανδημία λειτούργησε ως επιταχυντής αυτής της διαδικασίας. Η πολύμηνη συμβίωση κατά τη διάρκεια των lockdown ενίσχυσε τους δεσμούς ανθρώπων και ζώων, μετατρέποντας το κατοικίδιο σε βασικό στοιχείο της καθημερινότητας.

Μελέτες δείχνουν ότι η παρουσία ενός ζώου συντροφιάς συμβάλλει στη μείωση του άγχους, της μοναξιάς και της κοινωνικής απομόνωσης, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις συνδέεται με καλύτερη ψυχική υγεία και αυξημένη φυσική δραστηριότητα, ιδιαίτερα στους ιδιοκτήτες σκύλων.

Όταν αλλάζει ο νόμος

Η κοινωνική μεταβολή δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη τη νομοθεσία.

Η Ισπανία αποτέλεσε μία από τις πρώτες ευρωπαϊκές χώρες που αναγνώρισαν ότι τα κατοικίδια δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζονται ως απλά περιουσιακά στοιχεία.

Με τη μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου, τα ζώα συντροφιάς απέκτησαν ιδιαίτερο νομικό καθεστώς ως «έμβια όντα με ευαισθησία».


Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση διαζυγίου, τα δικαστήρια μπορούν να αποφασίσουν ακόμη και συνεπιμέλεια ενός κατοικιδίου, εξετάζοντας ποια λύση εξυπηρετεί καλύτερα την ευημερία του ζώου και όχι απλώς ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του.

Παρόμοιες αλλαγές έχουν προωθηθεί και στη Γαλλία και την Πορτογαλία, αντανακλώντας μια νέα αντίληψη για τη σχέση ανθρώπου και ζώου.

Από το σπίτι… στο γραφείο

Η αυξανόμενη σημασία των κατοικιδίων αρχίζει να επηρεάζει ακόμη και την αγορά εργασίας.

Σε αρκετές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις εφαρμόζονται ήδη πολιτικές pet friendly, επιτρέποντας στους εργαζομένους να φέρνουν τον σκύλο τους στον χώρο εργασίας.

Οι εργοδότες υποστηρίζουν ότι η παρουσία κατοικιδίων μειώνει το άγχος και βελτιώνει το εργασιακό κλίμα, ενώ αρκετές μελέτες συνδέουν τέτοιες πρακτικές με αυξημένη ικανοποίηση των εργαζομένων.

Χαρακτηριστική ήταν η πρόσφατη απόφαση δικαστηρίου της Βαρκελώνης, το οποίο δικαίωσε εργαζόμενη που εγκατέλειψε τη δουλειά της όταν ενημερώθηκε ότι ο σκύλος της επρόκειτο να υποβληθεί σε ευθανασία. Το δικαστήριο έκρινε ότι θα ήταν αντίθετο στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια να απαιτηθεί από την εργαζόμενη να παραμείνει στη θέση της, παρατείνοντας την αγωνία του ζώου.

Πρόκειται για μια απόφαση που λίγα χρόνια πριν θα φάνταζε αδιανόητη.

Η ελληνική εικόνα

Η Ελλάδα ακολουθεί με πιο αργούς ρυθμούς τις ευρωπαϊκές εξελίξεις, παρουσιάζοντας όμως ορισμένες ιδιαιτερότητες.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της FEDIAF, περίπου το 14% των ελληνικών νοικοκυριών διαθέτει τουλάχιστον έναν σκύλο, ενώ περίπου το 13% έχει γάτα μέσα στο σπίτι.

Οι αριθμοί αυτοί δεν αποτυπώνουν το σύνολο της πραγματικότητας. Η χώρα διαθέτει έναν από τους μεγαλύτερους πληθυσμούς αδέσποτων σκύλων και, κυρίως, αδέσποτων ή ημι-δεσποζόμενων γατών στην Ευρώπη, οι οποίοι δεν περιλαμβάνονται στις επίσημες καταγραφές των δεσποζόμενων κατοικιδίων.

Παράλληλα, η ελληνική αγορά pet care αναπτύσσεται δυναμικά. Τα τελευταία χρόνια αυξάνονται συνεχώς τα εξειδικευμένα pet shops, οι κτηνιατρικές κλινικές, οι υπηρεσίες grooming, οι χώροι φιλοξενίας και τα pet-friendly ξενοδοχεία, ιδιαίτερα σε τουριστικούς προορισμούς.

Η τάση αυτή ακολουθεί μια ευρύτερη ευρωπαϊκή πορεία, όπου η φροντίδα των κατοικιδίων παύει να θεωρείται πολυτέλεια και αντιμετωπίζεται ως αναπόσπαστο μέρος της οικογενειακής ζωής.

*Με πληροφορίες από European Correspondent, FEDIAF, Eurostat