Το Μυστικό του Κόκκινου Μανδύα, 1960Σκηνοθέτης: Κώστας Φωτεινός
Παραγωγή: Ανώτατη Σχολή Κινηματογράφου
Σενάριο: Δέσποινα Ρίτσου Τσούκα
Ηθοποιοί: Λίλλη Παπαγιάννη, Χριστόφορος Χειμάράς, Μιχάλης Νικολινάκος, Σταύρος Τορνές, Ανδρέας Φιλιππίδης κ.α.

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός στη ρωμαϊκή ιστορία για να αναγνωρίσει (στον Τραμπ) τα χαρακτηριστικά του Καλιγούλα: την απόλυτη αυθαιρεσία μιας εξουσίας που δεν περιορίζεται από τον νόμο, τον ακραίο ναρκισσισμό και την αυτοπροβολή, τη διεφθαρμένη επιδειξιομανία και την αλλοπρόσαλλη φύση της ισχύος, την ταπείνωση των αντιπάλων, την προσωπολατρία. Όλα αυτά μου θυμίζουν τον Ρωμαίο αυτοκράτορα. ”…Φραντσέσκα Αλμπανέζε
Το Μυστικό του Κόκκινου Μανδύα, 1960

Σε μια χρονική στιγμή όπου η Θεσσαλονίκη βρίσκεται στο επίκεντρο αστυνομικών ερευνών, μια οργανωμένη δράση για την Παλαιστίνη και κατά της εκτεταμένης οικονομικής-νεοαποικιακής επέμβασης του Ισραήλ στην πόλη, μελών της αντιεξουσιαστικής οργάνωσης Ρουβίκωνας, έδωσε πάλι την αφορμή σε επώνυμους κοντυλοφόρους με «προοδευτικό» προφίλ να χύσουν το δηλητηριώδες μελάνι τους.
Είναι γεγονός ότι ο Ρουβίκωνας τούς ενοχλεί, πάρα πολύ μάλιστα και δεν το κρύβουν. Τους ενοχλεί και τους φοβίζει η προσεγμένη και στοχευμένη ακτιβιστική του δράση, η αποτελεσματικότητα των μηνυμάτων που εκπέμπει, η τόλμη να αναλαμβάνει την ευθύνη των ατυχών δράσεών του όπως η αποζημίωση εταιρείας που χτυπήθηκε κατά λάθος, ελκτική δύναμη που εμφανίζει στον νέο κόσμο και η μαζικότητα που παρατηρείται πλέον στις τάξεις του. Οπότε, ένας καλός και αποτελεσματικός τρόπος απαξίωσης είναι η προσεκτική συκοφάντησή του από το λεγόμενο προοδευτικό τόξο, κάτι που σίγουρα πιάνει περισσότερο τόπο από τις έξαλλες δηλώσεις των πρωταγωνιστών του ακροδεξιού μητσοτακισμού.
Είναι εντυπωσιακό το γεγονός της σύμπνοιας που παρατηρείται από εθνολαϊκιστές φασίστες και ακροκεντρώους «προοδευτικούς», μπροστά στην έμμεση ή άμεση υπεράσπιση του κράτους-τρομοκράτη του Ισραήλ, μιας διαχρονικής γενοκτονικής μηχανής που έχει εξοντώσει τον παλαιστινιακό λαό και έχει επιβάλει ένα μόνιμο απαρχάιντ φυλετικής, στρατιωτικής και οικονομικής κυριαρχίας.

Της Πωλλέτας Ψυχογυιοπούλου
Το βιβλίο της Ευγενίας Κατούφα «Η συμβολή των γυναικών στην Ελληνική Επανάσταση – Η πολεμική δράση, οι υπηρεσίες και οι προσφορές των Γυναικών στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας» (Ιδιωτική Έκδοση, 2024, ISBN: 978-618-00-5540-5) δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη προσθήκη στη βιβλιογραφία του 1821. Αντίθετα, συνιστά μια ουσιαστική και θαρραλέα παρέμβαση στον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται, αναγιγνώσκεται και επανεξετάζεται η εθνική μας ιστοριογραφία.
Σε ένα ιστορικό πεδίο όπου για δεκαετίες η γυναικεία παρουσία καταδικαζόταν στον ρόλο του παθητικού θύματος —της αιχμάλωτης, της θρηνούσας μητέρας ή της συμβολικής μορφής που αυτοθυσιάζεται για να διαφυλάξει την τιμή της— η συγγραφέας επιχειρεί μια ριζική μετατόπιση του βλέμματος: από το περιθώριο του θρήνου, τις φέρνει στο επίκεντρο της ιστορικής δράσης.
Ήδη από το εξώφυλλο, ο/η αναγνώστης/-στρια γίνεται κοινωνός αυτής της πρόθεσης. Η λιτή, λευκή αισθητική, σε συνδυασμό με τη δυναμική εικαστική παράσταση γυναικών σε κίνηση μάχης, λειτουργεί σαν μια σαφής οπτική δήλωση. Το βιβλίο δεν υπόσχεται απλώς μια συγκινητική αφήγηση, αλλά μια πράξη ιστορικής δικαιοσύνης.
Η βασική αρετή του έργου εντοπίζεται ακριβώς εδώ: στην ανάδειξη των γυναικών ως αυτόνομων ιστορικών υποκειμένων. Ύστερα από πολυετή και ενδελεχή έρευνα σε απομνημονεύματα, αρχεία και πρωτογενείς πηγές, η Ευγενία Κατούφα κατορθώνει να συγκεντρώσει περισσότερα από εκατό ονόματα επώνυμων αγωνιστριών, σχίζοντας οριστικά το πέπλο της ανωνυμίας που για αιώνες σκέπαζε τη γυναικεία συνεισφορά.
Το έργο διαπνέεται από μια συγκροτημένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη οπτική της ιστορίας του φύλου. Η συγγραφέας αναμετράται με αυτό που στη σύγχρονη έρευνα αποκαλείται «σιωπή των πηγών» —το γεγονός, δηλαδή, ότι οι γυναίκες της εποχής σπάνια άφησαν γραπτά τεκμήρια της δράσης τους. Ανασυνθέτει, λοιπόν, τη φωνή τους κυρίως μέσα από ανδρικές αφηγήσεις, καθιστώντας την έρευνά της μια γοητευτική άσκηση ιστορικής αρχαιολογίας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στη μετεπαναστατική αποσιώπηση αυτής της προσφοράς. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Μαντώς Μαυρογένους, η οποία, παρά το μέγεθος της θυσίας της, αναγκάστηκε μεταγενέστερα να διεκδικήσει δικαστικά και πολιτικά την αυτονόητη αναγνώριση. Σε επιστολή της προς τον βασιλιά Όθωνα το 1841, σημειώνει με αφοπλιστική παρρησία: «Η Πατρίς, μεγαλειότατε, δεν ελευθερώθη μόνον από τους άνδρας, αλλά και αι γυναίκες επολέμησαν προσωπικώς τον εχθρόν της Πίστεως και της Πατρίδος… Εγώ, μεγαλειότατε, δεν ζητώ χάριν, αλλ’ απαιτώ από τον θρόνον σου τα προσωπικά μου δικαιώματα». Με τα λόγια αυτά, η Μαυρογένους δεν υπερασπιζόταν απλώς τον εαυτό της· διεκδικούσε θεσμική δικαιοσύνη για κάθε γυναίκα που βρέθηκε στην πρώτη γραμμή.
Μέσα από αυτή την οπτική αναδύεται και το κεντρικό ερώτημα του βιβλίου: Πόσοι από εμάς γνωρίζουμε, πέρα από την Μπουμπουλίνα, τις Σουλιώτισσες ή τις τραγικές μορφές της Χίου, ονόματα όπως η Κωνσταντία Ζαχαριά, η Σταυριάνα Σάββαινα, η Μαριγώ Ζαραφοπούλα ή η Δόμνα Βισβίζη;
Η μελέτη της Κατούφα απλώνει μπροστά μας ένα ευρύ πανόραμα γυναικείων ρόλων που υπερβαίνει κατά πολύ το στερεότυπο της απλής νοσοκόμας ή φροντίστριας. Η πολεμική αρετή βρίσκεται σε πρώτο πλάνο: από τις «φουστανελοφόρες» που μεταμφιέζονταν σε άνδρες για να βρεθούν στα χαρακώματα, μέχρι τις Μανιάτισσες που απώθησαν τον Ιμπραήμ με θεριστικά δρεπάνια. Παράλληλα, φωτίζεται η οργανωτική και υλικοτεχνική διάσταση του Αγώνα. Καπετάνισσες, τροφοδότριες και στρατολόγοι αναλάμβαναν την επιμελητεία των στρατευμάτων, αποδεικνύοντας ότι η Επανάσταση υπήρξε ένα σύνθετο οργανωτικό εγχείρημα και όχι μια άναρχη εξέγερση.
Μια συγκλονιστική πτυχή της έρευνας αφορά τον λεγόμενο «πετροπόλεμο». Σε απόκρημνες σπηλιές και οχυρά, οι γυναίκες μετέτρεπαν το ίδιο το ανάγλυφο της ελληνικής γης σε όπλο, κυλώντας ογκόλιθους κατά των εχθρών. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει ανάγλυφα την ευρηματικότητα και το αδάμαστο σθένος των τοπικών κοινωνιών απέναντι σε οργανωμένους, τακτικούς στρατούς.
Η ίδια η αρχιτεκτονική του βιβλίου αντανακλά αυτή τη δυναμική. Η διάρθρωση των ενοτήτων δεν αποτελεί μια απλή τεχνική ταξινόμηση, αλλά έναν συμβολικό χάρτη της γυναικείας δράσης. Οι τίτλοι των κεφαλαίων λειτουργούν ως υποβλητικά πορτρέτα: στις σελίδες του συναντάμε τις «Αποφασισμένες» και τις «Αδάμαστες», τις «Μπροσταρίσσες» της μάχης και τις «Καταδρομείς του Αιγαίου», αλλά και τις «Εμψυχώτριες», τις «Γιάτρισσες» και τις «Κατάσκοπους» που έδρασαν αθόρυβα στις σκιές της Ιστορίας. Μέσα από αυτούς τους χαρακτηρισμούς, η συγγραφέας ανασυνθέτει ένα ολόκληρο σύμπαν γυναικείας παρουσίας και δράσης, αποκαθιστώντας τις γυναίκες ως ενεργές και καθοριστικές πρωταγωνίστριες της Ελληνικής Επανάστασης.
Το κείμενο υποστηρίζεται μοναδικά από ένα πλούσιο εικονογραφικό υλικό, προσωπογραφίες, εμβληματικά έργα του Γύζη και σπάνιες αρχειακές φωτογραφίες από κορυφαίους φορείς (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Πολεμικό Μουσείο, Εθνική Βιβλιοθήκη, Βιβλιοθήκη Αικατερίνης Λασκαρίδη, συλλογή της Βουλής των Ελλήνων). Η εικονογράφηση αυτή δεν έχει διακοσμητικό χαρακτήρα· λειτουργεί ως οπτικός καταλύτης που ζωντανεύει την αφήγηση και μετατρέπει την ανάγνωση σε βιωματική εμπειρία.
Αυτή ακριβώς η βιωματική διάσταση προσδίδει στο βιβλίο έναν σπάνιο εκπαιδευτικό ρόλο. Μπορεί να αποτελέσει πολύτιμο εργαλείο για σχολικές δραστηριότητες δημιουργικής γραφής και ενσυναίσθησης. Ερωτήματα όπως: «Πώς ένιωθε μια κατάσκοπος την παραμονή της μάχης;» ή «Με ποιον τρόπο μια λόγια γυναίκα επιχειρούσε να αφυπνίσει τις συνειδήσεις της Ευρώπης;» μετατρέπουν την παθητική αποστήθιση σε ενεργό ιστορικό αναστοχασμό.
Την ίδια στιγμή, οι μαρτυρίες και τα λόγια σπουδαίων ανδρών της εποχής λειτουργούν ως ηθική και λογοτεχνική επικύρωση αυτής της μνήμης. Ο Διονύσιος Σολωμός, στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», εντάσσει τη γυναικεία μορφή στο υψηλότερο ηθικό σύμπαν του Αγώνα. Ο Βασίλης Χαραμής μάς κληροδοτεί την εικόνα της γυναίκας που «αντρίκια ντύνεται» σπάζοντας τα έμφυλα στερεότυπα, ενώ ο Δημήτριος Καμπούρογλου συνοψίζει με ιστορική ακρίβεια πως η αρετή των γυναικών υπήρξε η θεμελιώδης προϋπόθεση της ελευθερίας, αφού χωρίς αυτήν, οι άνδρες «δεν θα είχαν Ελλάδα ν’ απελευθερώσουν».
Ίσως η πιο συναισθηματικά φορτισμένη ενότητα του έργου είναι αυτή που περιγράφει την τραγική υπέρβαση του μητρικού ενστίκτου. Τις στιγμές που οι γυναίκες αναγκάζονταν να θυσιάσουν ή ακόμα και να πνίξουν τα ίδια τους τα βρέφη για να μην προδοθεί το κρησφύγετο και καταστραφεί ο Αγώνας.
Η βράβευση του βιβλίου από την Ακαδημία Αθηνών έρχεται να επισφραγίσει με τον πλέον επίσημο τρόπο την επιστημονική του εγκυρότητα και την εθνική του αξία.
Κλείνοντας τη μελέτη, συνειδητοποιούμε ότι η ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης δεν γράφτηκε μόνο με το αίμα των οπλαρχηγών ή το μελάνι των διπλωματών. Γράφτηκε με το ίδιο πάθος από τις γυναίκες που προτίμησαν τον γκρεμό από την ατίμωση, που δάμασαν τον μητρικό θρήνο για να συνεχιστεί ο Αγώνας και που μετέτρεψαν ακόμη και τις πέτρες των βουνών σε όπλα ελευθερίας.
Δεν υπήρξαν απλές βοηθοί· υπήρξαν ισότιμοι εργάτες και στυλοβάτες της εθνικής ανεξαρτησίας. Σήμερα, το έργο της Ευγενίας Κατούφα έρχεται να δικαιώσει τη θυσία τους, διασφαλίζοντας ότι τα ονόματά τους –άλλα γνωστά και άλλα λησμονημένα– θα παραμείνουν για πάντα χαραγμένα στον αιώνιο κατάλογο της εθνικής μας μνήμης.
Παρουσιάζουμε
ένα άρθρο του Sam O'Brien
, που δημοσιεύτηκε το Νοέμβριο του 2024 στο Atlas Obscura και ερευνά τον θρύλο του «Μαύρου Δείπνου»
του αυτοκράτορα Δομιτιανού, ένα μακάβριο γεύμα που πιθανώς έλαβε χώρα το
89 μ.Χ. στην αρχαία Ρώμη.
Το «Μαύρο Συμπόσιο» (λατινικά: Coena Atra) του Ρωμαίου αυτοκράτορα Δομιτιανού (περίοδος βασιλείας :81–96 μ.Χ.) ήταν ένα διαβόητο χειριστικό τέχνασμα, βασισμένο στην ψυχολογία του φόβου.
Σύμφωνα με τον ιστορικό Δίωνα Κάσσιο, ο αυτοκράτορας κάλεσε επιφανείς συγκλητικούς και ιππείς σε ένα πλήρως σκοτεινό δωμάτιο, όπου τους παρέθεσε λιτό φαγητό συνοδεία επιτύμβιων πινακίδων με τα ονόματά τους, με στόχο να τους τρομοκρατήσει.
Η αίθουσα του δείπνου ήταν βαμμένη εξ ολοκλήρου μαύρη, με μαύρα έπιπλα και φωτισμό που παρέπεμπε σε νεκρικές τελετές.
Στις θέσεις των καλεσμένων υπήρχαν μικρές πέτρινες πλάκες που έφεραν τα ονόματά τους, κάνοντάς τους να πιστέψουν ότι επρόκειτο για την επικείμενη εκτέλεσή τους.
Γυμνά αγόρια βαμμένα για να συμβολίζουν ψυχές στα μαύρα σέρβιραν αμίλητα το ίδιο φαγητό που προσφερόταν παραδοσιακά στις ψυχές των νεκρών.
Στο τέλος της νύχτας οι καλεσμένοι επέστρεψαν σπίτι τους με τον φόβο του θανάτου, όπου την επομένη έλαβαν και την προσωπική "καρτέλα θανάτου τους" , με την οποία ο Δομιτιανός θέλησε απλώς να καταδείξει ότι η ζωή τους βρισκόταν πάντα στο έλεός του.Με απλά λόγια «Η ζωή σας είναι ΔΙΚΗ ΜΟΥ. Μπορώ να την πάρω οποιαδήποτε στιγμή».

Ο
συγγραφέας ερευνά την ιστορική αξιοπιστία του γεγονότος. Αν και η
ιστορία θεωρείται «κλασικός αυτοκρατορικός σαδισμός», ορισμένοι ιστορικοί
αμφισβητούν την αυθεντικότητά της. Η Fae Amiro, μεταδιδακτορική
ερευνήτρια, επισημαίνει ότι ο Δίωνας Κάσσιος έγραψε πάνω από έναν αιώνα
μετά τον θάνατο του Δομιτιανού και πιθανώς χρησιμοποίησε την ιστορία για
να παραλληλίσει τον Δομιτιανό με τον Κόμοδο, τον «κακό» αυτοκράτορα της
εποχής του. Ενδιαφέρον είναι ότι οι σύγχρονοι επικριτές του Δομιτιανού,
όπως ο Σουητώνιος και ο Πλίνιος ο Νεότερος, δεν αναφέρουν ποτέ αυτό το
δείπνο.
Παρ' όλα αυτά, το άρθρο σημειώνει ότι ο θάνατος ήταν παρών
στα ρωμαϊκά συμπόσια: από κρανία σε ποτήρια μέχρι ψηφιδωτά σκελετών σε
τραπεζαρίες.
Η Mary Beard αναφέρει προγενέστερα δείπνα με θέμα τον
θάνατο, όπως αυτό που περιγράφει ο Σενέκας με έναν γερουσιαστή που έκανε
ψεύτικες κηδείες στο τέλος των γευμάτων του.
Το άρθρο καταλήγει ότι,
είτε πραγματικό είτε μυθοπλαστικό, το Μαύρο Δείπνο αποκαλύπτει πολλά
για τους φόβους, τα κοινωνικά ήθη και τα έθιμα φαγητού της ρωμαϊκής ελίτ
του 1ου αιώνα.
Το πρωτότυπο αρχαίο ελληνικό κείμενο του Κάσσιου Δίωνα (Ρωμαϊκή Ιστορία)«Ὅτι ὁ Δομιτιανὸς τοὺς πρώτους τῶν τε συγκλητικῶν καὶ τῶν ἱππέων οὕτως ἐφόβησεν ὥστε καὶ ἐπιθρυληθῆναι. κατασκευάσας γὰρ οἴκημα πανταχόθεν, καὶ τὸν ὄροφον καὶ τοὺς τοίχους καὶ τὸ ἔδαφος, μέλαν, καὶ κλίνας αὐτῷ ὁμοίας ἐπὶ γυμνοῦ τοῦ πέδου ὑποστορέσας, εἰσήγαγεν αὐτοὺς νύκτωρ μόνους ἄνευ τῶν θεραπόντων. καὶ παρακατέστησεν ἑκάστῳ στήλην οἷον ἐν νεκροτάφοις, τό τε ὄνομα τοῦ καθεζομένου ἔχουσαν καὶ λύχνον μικρὸν οἷον τοῖς τάφοις ἐπιφέρεται.καὶ μετὰ τοῦτο εἰσῆλθον παῖδες γυμνοί, μέλανι καὶ αὐτοὶ κεχρισμένοι, οἷον εἴδωλα, καὶ περιεχόρευσαν αὐτοὺς μετ᾽ ὀρχήσεως φοβερᾶς, καὶ μετὰ τοῦτο κατέκλιναν αὐτοὺς οὗπερ ἕκαστος ἤθελε.τά τε σιτία πάντα τὰ ἐν τοῖς ἐναγίσμασι γιγνόμενα, καὶ αὐτὰ μέλανα καὶ ἐν σκεύεσιν ὁμοίοις, παρέθηκεν, ὥστε πάντας τρέμειν καὶ δεδιέναι, ἀεὶ τὸν σφαγέα σφίσι παρεστάναι νομίζοντας, μάλιστα μὲν ὅτι καὶ τἆλλα σιωπὴ ἦν πολλή, καὶ ὁ Δομιτιανὸς αὐτὸς περὶ θανάτων καὶ σφαγῶν διελέγετο.
οὕτω μὲν οὖν ἀπέπεμψεν αὐτοὺς περὶ μέσας νύκτας· καί σφισι καὶ οἴκαδε ἀφικομένοις (οὐδὲ γὰρ τοὺς οἰκέτας σφῶν ἀναμεῖναι εἴασε) πολὺ πλείων ὁ φόβος ἐγένετο. ἀγγελέσθαι γάρ τις αὐτοῖς ἧκεν οἴκοι ἑκάστῳ ὅτι παρείη τις παρὰ τοῦ αὐτοκράτορος. καὶ προσδοκώντων πάντως ἀποθανεῖσθαι, εἰσήγαγέ τις τὸν παῖδα τὸν ἐκείνου ἑκάστου, ἀποτετριμμένον ἤδη, καὶ τὴν στήλην τὴν ἀργυρᾶν γενομένην, τά τε σκεύη τὰ πολυτελῆ, ἐν οἷς τὸ δεῖπνον παρετέθη, ἐκείνων ἕκαστον κομίζοντα. καὶ οὕτως, ἐπειδὴ διὰ πάσης τῆς νυκτὸς ἐφοβήθησαν, τὰ δῶρα ἔλαβον.»
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Ρωμαϊκή frittata ψαριού, χρωματισμένη μαύρη από μελάνι σουπιάς και καλυμμένη με... μέδουσες.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ
Η διάρκεια είναι πάθος
Η διάρκεια είναι πάθος
«Απομακρύνομαι…», μου ‘χε πει κάποτε μια φίλη, «…δε θα πει χάνομαι. Θα πει δίνω χώρο. θα πει κοιτώ τα πράγματα από μια άλλη σκοπιά – παρατηρώ. Ναι. Παρατηρώ. Πόσες λεπτομέρειες χάνει μια φευγαλέα ματιά; Πόσες στιγμές καίγονται όταν δε δίνεις σημασία. Θες από βιασύνη; Από περιφρόνηση; Γι’ αυτό αποστασιοποιήσου. Παρατήρησε».
Να μην κοιτάς, λοιπόν, μα να παρατηρείς.
Γιατί η παρατήρηση έχει διάρκεια.
Κι η διάρκεια είναι πάθος.
Η διάρκεια είναι πάθος.
Ένα πάθος που σιγοκαίει.
Σύμφωνοι χωρίς φλόγες αφού τις καταπίνει.
Αλλά και χωρίς καπνούς. Με λιγότερη στάχτη.
Δεν κορώνει μου λες. Ούτε κρυώνει.
Αντιθέτως κρατάει ζωντανή τη φωτιά.
Έστω τη σπίθα. Είναι κάτι κι αυτό.
Είναι πολύ. Είναι αυτό που μας λείπει.
Η διάρκεια είναι πάθος.
Ένα πάθος που δεν βλέπεις στο σινεμά
γιατί οι ταινίες διαρκούν το πολύ δυο ώρες
κι όταν πέφτει το τέλος
η ζωή συνεχίζεται.
Είρήσθω εν παρόδω όχι όπως θέλουμε
αλλά όπως μπορούμε.
Η διάρκεια είναι πάθος.
Ιδιαίτερα στην αγάπη.
Σου το λέω εγώ που αγαπώ
τόσους ανθρώπους επί τόσα χρόνια
χωρίς να το ξέρουν.
Μεταξύ μας για μένα τους αγαπώ.
Μου κάνει καλό.
Όπως η αγάπη μου για σένα φερ’ ειπείν.
Με κάνει καλύτερο.
Καλύτερο κι από σένα ενίοτε.
Έλα, σε πειράζω.
Δώσ’ μου το χέρι σου να το κοιμίσω.
Είναι παλτό ξεκούμπωτο η νύχτα
προβιά σφαγμένου ζώου που ανασαίνει ακόμα.
Κοιμήσου – η καρδιά μου ξαγρυπνά.
«Ο ύπνος του καπνιστή», 2003 , Εκδόσεις Καστανιώτη
Γρηγόρης Δημητριάδης: Απορρίφθηκε η αγωγή του κατά Κουκάκη για τις υποκλοπές, θα πληρώσει τα δικαστικά έξοδα"Η απόφαση αποτελεί σημαντική δικαίωση για τον εντολέα μας και επιβεβαιώνει ότι η ερευνητική δημοσιογραφία προστατεύεται", τονίζει η δικηγορική εταιρεία που εκπροσώπησε τον Θανάση Κουκάκη
parapolitika.gr
Στην πλήρη απόρριψη της αγωγής που είχε καταθέσει ο πρώην γενικός γραμματέας του πρωθυπουργού, Γρηγόρης Δημητριάδης, κατά του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη, προχώρησε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Συγκεκριμένα, με την υπ’ αριθ. 1705/2026 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε πρωτοδίκως στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη η δεύτερη αγωγή που είχε ασκήσει ο κ. Δημητριάδης κατά του ερευνητή δημοσιογράφου για αναρτήσεις και δημόσιες τοποθετήσεις για τις υποκλοπές.
Σύμφωνα με ανακοίνωση των δικηγόρων του κ. Κουκάκη, Ζαχαρία Κεσσέ και Γιώργο Σταματιάδη, με την αγωγή του ο ενάγων ζητούσε, μεταξύ άλλων, χρηματική ικανοποίηση ύψους 350.000 ευρώ, διαγραφή δημοσιεύσεων και αναρτήσεων, δημοσίευση της δικαστικής απόφασης και επιβολή χρηματικών ποινών για κάθε μελλοντική προσβολή. Το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή και καταδίκασε τον ενάγοντα στην καταβολή δικαστικών εξόδων ύψους 7.000 ευρώ, όπως αναφέρεται στη σχετική ανακοίνωση της δικηγορικής εταιρείας.
«Η απόφαση υπερβαίνει τη συγκεκριμένη υπόθεση και περιλαμβάνει ιδιαίτερα ευεργετικές για την ελευθερία της έκφρασης και του Τύπου κρίσεις», αναφέρεται χαρακτηριστικά στη σχετική ανακοίνωση, στην οποία υπογραμμίζεται ότι, ως προς το σκέλος της τήρησης των κανόνων της δημοσιογραφικής δεοντολογίας το Δικαστήριο δέχθηκε ότι τα επίδικα δημοσιεύματα και οι αναρτήσεις του Θανάση Κουκάκη δεν ήταν αυθαίρετες κατασκευές ή αστήρικτοι ισχυρισμοί.
Αντιθέτως, στηρίζονταν σε επαρκή πραγματική βάση και σε υπαρκτό δημόσιο υλικό, αξιοποιούσαν δημοσιοποιημένες δημοσιογραφικές έρευνες, πορίσματα αρμόδιων αρχών και λοιπά διαθέσιμα στοιχεία, παρέπεμπαν στις πηγές των πληροφοριών και διατύπωναν επιφυλάξεις για τις πτυχές της υπόθεσης που δεν είχαν ακόμη πλήρως αποσαφηνιστεί.
Η απόφαση αναγνώρισε ακόμη ότι ο δημοσιογράφος προχώρησε σε λογικές επαγωγές βάσει των διαθέσιμων στοιχείων και όχι σε αυθαίρετα συμπεράσματα. Έκρινε ότι οι επίδικες διατυπώσεις δεν υπερέβαιναν το αναγκαίο μέτρο, δεν περιείχαν ακραίους ή άκριτους χαρακτηρισμούς και δεν υπαγορεύονταν από ειδικό σκοπό εξύβρισης σε βάρος του ενάγοντος.
Όπως αναφέρεται, κομβική είναι και η παραδοχή ότι ο δημοσιογράφος δεν όφειλε να αναμείνει την ολοκλήρωση των μακροχρόνιων ερευνών και την έκδοση των τελικών πορισμάτων τους πριν ενημερώσει το κοινό. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, η απαίτηση αυτή δεν συμβιβάζεται με την αποστολή του Τύπου, η οποία συνίσταται στην άμεση ενημέρωση για την τρέχουσα επικαιρότητα.
Το Δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη ότι η υπόθεση των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων και του λογισμικού Predator αποτελούσε ζήτημα αυξημένου δημόσιου ενδιαφέροντος και ότι ο ενάγων, λόγω της δημόσιας θέσης που κατείχε, όφειλε να επιδεικνύει μεγαλύτερη ανοχή στον έλεγχο των πράξεων και των κινήσεών του από τους δημοσιογράφους και τους πολίτες.
«Η απόφαση αποτελεί σημαντική δικαίωση για τον εντολέα μας και επιβεβαιώνει ότι η ερευνητική δημοσιογραφία προστατεύεται, εφόσον στηρίζεται σε πραγματικά δεδομένα, τηρεί τις υποχρεώσεις διασταύρωσης και καλόπιστης ενημέρωσης και αφορά σε ζήτημα ουσιώδους δημόσιου ενδιαφέροντος», καταλήγει η ανακοίνωση της δικηγορικής εταιρείας που εκπροσώπησε τον Θανάση Κουκάκη δια των εταίρων της Ζαχαρία Κεσσέ και Γιώργου Σταματιάδη.
Γιώργος Βέης
Εκεί είναι
Για τα καλοκαίρια που έρχονται
για όσα μας υπόσχονται από τώρα
και μας φτιάχνουν τη μέρα
δεν χρειάζεται να περιμένουμε
ας κοιταχτούμε μόνο στα μάτια
όχι βιαστικά κι επιπόλαια
όπως συνήθως συμβαίνει
μ’ εκείνη την ευπρέπεια της συνήθειας
και της παρακμής αυτών των καιρών
αλλά, κρατώντας ο ένας τα χέρια του άλλου
απερίσπαστοι, με αφοσίωση επιτέλους
ας μείνουμε βαθιά μέσα
στο βλέμμα το συντροφικό
γιατί απλούστατα εκεί
με υπομονή
με πίστη ακλόνητη
μας περιμένουν όλα τα καλοκαίρια
από δω και πέρα.

56 rue Pigalle (1949)
Σκηνοθεσία & Σεναριογράφος: Willy Rozier Παίζουν: Jacques Dumesnil, Marie Déa, Aimé Clariond. Ρενέ Μπλανκάρ Είδη: Colorized classics, Crime, Drama, Film-Noir
Στο Παρίσι της μεταπολεμικής εποχής, ο Ζαν Βινιερόν (Jacques Dumesnil), ένας επιτυχημένος και διάσημος ιστιοπλόος, βρίσκεται παγιδευμένος σε μια ερωτική σχέση με την Ινές (Marie Déa), η οποία είναι σύζυγος του καλύτερού του φίλου. Η μυστική τους σχέση διατηρείται μέσω ερωτικών επιστολών.
Η μοίρα τους σφραγίζεται όταν οι επιστολές αυτές κλέβονται από έναν αδίστακτο υπάλληλο ενός ξενοδοχείου , ο οποίος ζει στην οδό Pigalle (μια περιοχή γνωστή για τη νυχτερινή ζωή και την εγκληματικότητα). Ο κλέφτης αρχίζει να εκβιάζει το παράνομο ζευγάρι, απειλώντας να παραδώσει τα γράμματα στον σύζυγο και να καταστρέψει τις ζωές όλων.
Η υπόθεση παίρνει δραματική τροπή όταν ο εκβιαστής βρίσκεται δολοφονημένος. Όλες οι ενδείξεις και οι συνθήκες στρέφονται εναντίον του Ζαν, καθώς εκείνος είχε το ισχυρότερο κίνητρο. Μπλεγμένος σε έναν ιστό πάθους, προδοσίας και εγκλήματος, ο ήρωας μπαίνει στο στόχαστρο της αστυνομίας και πρέπει να αποδείξει την αθωότητά του, ενώ το noir σκηνικό της Rue Pigalle κρύβει πολλά μυστικά.
Αυτός
καταφεύγει στο Γαλλικό Κονγκό και αποδύεται σε αγώνα για να αποδείξει
την αθωότητά του. Ξαφνικά εμφανίζεται ένας μάρτυρας που είδε το φόνο
και ανατρέπει τα πάντα .
Αν θέλετε να δείτε την ασπρόμαυρη έκδοση:
• 56 rue Pigalle (1949) Jacques Dumesnil, Ma...
Σε ηλικία 67 ετών έφυγε από τη ζωή ο Αλέξης Σταμάτης, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Ο συγγραφέας αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας τα τελευταία χρόνια.
Στην πολυετή διαδρομή του ασχολήθηκε με το μυθιστόρημα, το διήγημα, την ποίηση, το παιδικό βιβλίο, το θέατρο, τη σεναριογραφία και τη δημοσιογραφία, δημιουργώντας ένα έργο που ξεπερνά τα 35 βιβλία και έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.
Γεννημένος στην Αθήνα το 1960, ήταν γιος του αρχιτέκτονα Κώστα Σταμάτη και της ηθοποιού Μπέτυς Αρβανίτη, ενώ η οικογένειά του είχε ρίζες στα Λαγκάδια Αρκαδίας. Ξεκίνησε τις σπουδές του στο Μαθηματικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, όμως σύντομα στράφηκε στην Αρχιτεκτονική, αποφοιτώντας από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Αργότερα συνέχισε τις σπουδές του στο Λονδίνο, όπου ειδικεύτηκε στην Αρχιτεκτονική και τον Κινηματογράφο. Για αρκετά χρόνια εργάστηκε ως αρχιτέκτονας, συμμετέχοντας σε έργα στην Ελλάδα και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Η συγγραφική του πορεία ξεκίνησε το 1998 με το μυθιστόρημα «Ο έβδομος ελέφαντας», ενώ συνέχισε τη συγγραφή με σημαντικά έργα όπως τα «Μπαρ Φλωμπέρ», «Αμερικάνικη Φούγκα», «Μελίσσια», «Βίλα Κομπρέ», «Το λευκό δωμάτιο», «Υπήρξα τόσοι άλλοι» και το πιο πρόσφατο «Το παιδί και ο Άγγελος». Τα βιβλία του κυκλοφόρησαν και εκτός συνόρων, γνωρίζοντας απήχηση σε χώρες της Ευρώπης και στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Παράλληλα, διακρίθηκε και στην ποίηση, κερδίζοντας το Βραβείο Ποίησης «Νικηφόρος Βρεττάκος» του Δήμου Αθηναίων για τη συλλογή «Αρχιτεκτονική εσωτερικών χώρων».
Ιδιαίτερα έντονη ήταν και η παρουσία του στο ελληνικό θέατρο. Έγραψε θεατρικά έργα όπως τα «Δακρυγόνα», «Μελίσσια», «Λευκό δωμάτιο», «Γένεση» και «Τελευταία Μάρθα», τα οποία παρουσιάστηκαν σε σημαντικές σκηνές της χώρας, μεταξύ αυτών το Εθνικό Θέατρο, το Θέατρο Τέχνης και το Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας....