Δευτέρα, Αυγούστου 10, 2026

ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ ΚΑΙ Ο ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ ΓΟΝΑΤΙΣΑΝ ΤΟΥς ΕΛΛΗΝΕΣ

 Μνημόνια και Μητσοτάκης έφεραν κοινωνική διάλυση


Μνημόνια και Μητσοτάκης έφεραν κοινωνική διάλυση

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΥΡΤΣΟΣ 

Καθώς πλησιάζουμε στη ΔΕΘ κλιμακώνεται η αντιπαράθεση των κομμάτων γύρω από την εξέλιξη των οικονομικών μεγεθών. Κατά την άποψή μου τα οικονομικά μεγέθη είναι η επιφάνεια, μεγαλύτερη σημασία έχουν όσα συμβαίνουν στο κοινωνικό βάθος.

Βασική μου θέση είναι ότι ο συνδυασμός μνημονίων και μεταμνημονιακής επταετίας Μητσοτάκη, έφεραν αυτό που αποκαλώ κοινωνικό Grexit. Οι οικονομικές και κοινωνικές στατιστικές δείχνουν ότι η ελληνική κοινωνία έμεινε πολύ πίσω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Όσο μεγαλώνει η απόσταση τόσο χάνονται τα ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά της για τους πολλούς. Το κοινωνικό Grexit παγιώνεται και δημιουργείται δυναμική κοινωνικής διάλυσης.

Ντόμινο

Τα στοιχεία του 2026 μας προειδοποιούν για ντόμινο καταστροφής. Οι γεννήσεις θα είναι, με βάση τα στοιχεία των πρώτων μηνών, στα επίπεδα του 2025. Κάτω από 66.000.

110.000 πριν τα μνημόνια, 84.000 τον χρόνο στο τέλος των μνημονίων, 66.000 επί Μητσοτάκη.

Ρεκόρ υπογεννητικότητας λόγω διαρκούς οικονομικής πίεσης στους μη προνομιούχους και οργανωμένης υποβάθμισης του κράτους πρόνοιας.

Ο Μητσοτάκης δεν είχε την κοινωνική ευαισθησία και κυρίως την πολιτική ευφυΐα για να καταλάβει ότι στο τέλος των μνημονίων η κοινωνία χρειαζότανε δυναμική και ολόπλευρη στήριξη.

Έπαιξε το παιχνίδι των καρτέλ, των ολιγαρχών, της διαπλοκής και της χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας.Τα αποτελέσματα είναι ήδη μαζί μας και θα παραμείνουν για δεκαετίες.

Μέχρι και οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης, που δεν φημίζονται για την κοινωνική ευαισθησία τους, προειδοποιούν ότι η υπογεννητικότητα και η μείωση του αριθμού όσων είναι σε παραγωγική ηλικία, βλάπτουν σοβαρά την αναπτυξιακή προοπτική της οικονομίας.

Το ρεκόρ υπογεννητικότητας συνδυάζεται με τους θανάτους που κινούνται γύρω στις 125.000 τον χρόνο. Έχουμε ένα βιολογικό έλλειμμα 60.000 τον χρόνο που θα οδηγήσει, εάν συνεχιστεί,σε αδιέξοδο.

Η φυγή

Δεν φτάνει που έχουμε βιολογική συρρίκνωση του πληθυσμού, παρατηρείται και ρεκόρ συνταξιοδοτήσεων. Την τελευταία εξαετία ο ετήσιος μέσος όρος των συνταξιοδοτήσεων είναι λίγο κάτω από τις 200.000. Με βάση το ρεκόρ που σημειώθηκε το πρώτο επτάμηνο, πάμε για 220.000-230.000 συνταξιοδοτήσεις το 2026.

Από τη μία έχουμε συρρίκνωση του πληθυσμού και του αριθμού όσων είναι σε παραγωγική ηλικία. Από την άλλη έχουμε μαζική έξοδο από την αγορά εργασίας.
Αυτή οφείλεται στη γήρανση του πληθυσμού, στις ολοένα πιο δύσκολες συνθήκες απασχόλησης για τους πολλούς και στην προσπάθεια των ασφαλισμένων να προλάβουν νέα αυστηροποίηση των όρων συνταξιοδότησης.

Ανεξάρτητα από τα αίτια, η μαζική φυγή από την αγορά εργασίας μοιάζει με αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Όσοι περισσότεροι βγαίνουν στη σύνταξη τόσο μεγαλύτερη η πίεση στο ασφαλιστικό σύστημα και η επιτάχυνση της αυστηροποίησης του συνταξιοδοτικού συστήματος. Αυστηρότερες προϋποθέσεις με χαμηλότερες συντάξεις.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν έχει μέλλον μια κοινωνία όπου οι συνταξιοδοτήσεις είναι υπερτριπλάσιες των ετήσιων γεννήσεων.

Η σωτηρία

Οι αριθμοί δείχνουν κοινωνική διάλυση. Αυτή μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μόνο με άμεση εγκατάλειψη της στρατηγικής Μητσοτάκη και προσπάθεια σε βάθος δεκαετιών.

Έχουμε συμπληρώσει 18 χρόνια κοινωνικής αποδόμησης λόγω χρεωκοπίας του Δημοσίου, μνημονίων και πολιτικής Μητσοτάκη και η ζημιά δεν καλύπτεται με μερικά μέτρα και προσπάθεια μιας τετραετίας.

Ξέρουμε σε ποιά κατεύθυνση πρέπει να κινηθούμε αλλά λείπει μια κοινωνική πλειοψηφία ικανή να μετατραπεί σε πλειοψηφικό πολιτικό ρεύμα που θα δεσμεύσει τις εξελίξεις,σε θετική κατεύθυνση, για τετραετίες.

Η κοινωνία δείχνει ζαλισμένη με όσα της συμβαίνουν και πολιτικά πολυδιασπασμένη. Πρέπει να ανασυνταχθεί και να δημιουργήσει πολιτική δυναμική. Οι εφιαλτικοί αριθμοί γεννήσεων και συνταξιοδοτήσεων δείχνουν ότι η κοινωνική διάλυση προχωράει με ταχύτητα που δεν επιτρέπει δισταγμούς και καθυστερήσεις.

Ο απεχθής ακροδεξιός λαϊκιστής, που ευτελίζει τους δημοκρατικούς θεσμούς

 

Άδωνις Γεωργιάδης: Ζούγκλα

Ό,τι και αν είναι, η αρνητική παιδαγωγική της ρητορικής του ακυρώνει την ουσία της πολιτικής και μετατρέπει το δημόσιο βίο σε ζούγκλα .
Άδωνις Γεωργιάδης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI

Η ευρωπαϊκή Δικαιοσύνη ερευνά το σκάνδαλο με τα διαβόητα «σπιτάκια ανακύκλωσης», η κυβέρνηση – ζεματισμένη από τον ΟΠΕΚΕΠΕ – παίρνει αποστάσεις και ο συνετός Πιερρακάκης βάζει τις υπηρεσίες του να ανακτήσουν όσο κρατικό χρήμα διατέθηκε ανύποπτα.

Ξαφνικά ο πιο προβεβλημένος υπουργός και αντιπρόεδρος του κυβερνώντος κόμματος, βγαίνει στα κεραμίδια και διαλαλεί ότι δεν υπάρχει σκάνδαλο και η φασαρία υποκινείται από ανταγωνίστρια εταιρεία και τον… Ανδρουλάκη.

Προ καιρού μια έκρηξη σε εργοστάσιο μπισκότων σκότωσε πέντε ανθρώπους. Πριν ταφούν, ο ιδιος υπουργός βεβαίωνε για την υποδειγματική ασφάλεια της ιδιοκτήτριας εταιρίας.

Στην πανδημία διαφήμισε, σε δελτίο ειδήσεων μεγάλου τηλεοπτικού σταθμού, μια συγκεκριμένη μάσκα προφύλαξης – ένα πράγμα σαν αυτά που φοράνε ο οξυγονοκολλητές.

Προ καιρού, μια σκανδαλιστική επιλογή προσωπικής κοκεταρίας του, συνδέθηκε με την προβολή αλυσίδας καλλυντικών, που κάνει δωρεές στο υπουργείο, για κάλυψη αναγκών που δυσχεραίνει η γραφειοκρατία.

Από τα «Άπαντα» του παρελθόντος του, προκυπτει ότι το χούι φεύγει τελευταίο. Ειδικά αν πρόκειται για πρώην επαγγελματία διαφημιστή προϊόντων αμφίβολης ποιότητας – ποιος δεν θυμάται τα θαυματουργά «νανογιλέκα»;

Παλαιότερα στις μεταμεσονύκτιες εκπομπές περιθωριακών καναλιών, έβαζε στο μείγμα και πολιτικές κραυγές, ενάντιον των επικεφαλής της ΝΔ – αλλά με την προσχώρησή του τις άλλαξε σε κολακείες.

Στο τριτοκλασσάτο τηλεμάρκετινγκ, ειχε ως ανταγωνιστή, με εμπορία κηραλοιφών και επιστολών του Ιησού, – έτερο Καππαδόκη, από την ιδια πολιτική μήτρα – που αντι να τον παρασύρει ο αέρας του Σαμαρά προς τη ΝΔ έστησε δικό του τσαντίρι σταδιοδρομεί και ως αρχηγός κόμματος στη Βουλη.

Με τη θυελλώδη δημόσια παρουσία του, ο υπουργός αναλαμβάνει περιοδικά επιχειρήσεις εξόντωσης αντίπαλων της κυβέρνησης.

Πριν τον Ανδρουλάκη είχε πάρει εργολαβία την αποδόμηση των ευρωεισαγγελέων Κοβέσι και Πόπης Παπανδρέου. Όπως παλαιότερα της Ελένης Τουλουπάκη, που τον ερευνούσε για τη Novartis – απειλώντας να «τη βάλει φυλακή» και… παραλίγο να το πέτυχει!

Το αριστούργημά του σ’ αυτό το πεδίο, είναι η αμφισβήτηση της εντιμότητας του Τσίπρα, ως Πρωθυπουργού – ωρυόμενος ότι για τις αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα το 2019 «πήρε λεφτά» .

Κυκλοφορεί με γυαλιά που θα ζήλευε ο Τζέημς Μποντ, και στον ελεύθερο χρόνο του υπερασπίζεται άλλους υπουργούς – σε θέματα του χαρτοφυλακίου τους. Όταν δεν τους τραβάει το χαλί, με προτίμηση στους Δένδια και Πιερρακάκη – υποδηλώνοντας ότι θα τους κατανικήσει στη μετά Μητσοτάκη εποχή.

Τι είναι τελικά ο Άδωνις Γεωργιάδης; Πολυεργαλείο του Μητσοτάκη, για όσα δεν μπορεί να πει ο ίδιος; Ή ο Βρούτος που θα βρει μπροστά του με το μαχαίρι εναντίον του;

Ένας επιμελημένα ασύδοτος της πολιτικής , με ακραία ως λούμπεν συμπεριφορά- σαν τον Πολάκη στον ΣΥΡΙΖΑ του Τσίπρα, ή σαν τον μακαρίτη Βαγγέλη Γιαννόπουλο στο παλαιό ΠΑΣΟΚ;

Ένας ραδιούργος καταφερτζής, που μεθοδεύει να εκπλήξει την Ευρώπη προσθέτοντας έναν ακόμη κρίκο στην αλυσίδα των ακροδεξιών πρωταγωνιστών της;

Ένας φανατικός – παραγωγός του Τραμπισμού, όπως υποδηλώνει η αποθέωση του Ισραήλ, οι επιθέσεις στον ΟΗΕ και το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και οι εκστρατείες προστασίας από τους μετανάστες και τους … κομμουνιστές;

Απροκάλυπτα αυτοπροβάλλεται ως… μπροστινός του Τραμπ – ειδικά μετά την αποτυχία του… Καμμένου στον ρόλο. Και ενώ ακόμη και στην Αμερική τον έχουν για επικίνδυνο ανισόρροπο, ο ιδιος τον θαυμάζει ως « φυσικό ηγέτη του δυτικού κόσμου»

Ότι και αν είναι, η αρνητική παιδαγωγική της ρητορικής του ακυρώνει την ουσία της πολιτικής και μετατρέπει το δημόσιο βίο σε ζούγκλα .

Ισλανδοί, «Μείνετε μακριά απ' την ΕΕ» !

 https://info-war.gr/wp-content/uploads/2026/08/iceland-eu-talks.webp


Μήνυμα προς τους Ισλανδούς - «Μείνετε μακριά απ' την ΕΕ» 

Ioanna

τουRIAC :: Alfred de Zayas Άλφρεντ ντε Ζάγιας* 

 defenddemocracy.press

info-war.gr

Τον Αύγουστο του 2026 οι Ισλανδοί θα ψηφίσουν σε δημοψήφισμα για το κατά πόσον η Ισλανδία θα πρέπει να ξεκινήσει ενταξιακές διαπραγματεύσεις για να προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι Ισλανδοί θα ήταν φρόνιμο να μείνουν μακριά από την ΕΕ, η οποία έχει μεταλλαχθεί από ένα φιλειρηνικό κίνημα ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης σε μια φιλοπόλεμη μηχανή παγκοσμιοποίησης, την οποία διαχειρίζεται μια διογκωμένη γραφειοκρατία στις Βρυξέλλες, που λειτουργεί χωρίς διαφάνεια ή λογοδοσία και που υποστηρίζει τη στρατιωτικοποίηση και μια ακραία ρωσοφοβία.

Υπό το πρίσμα των αξιοσέβαστων δημοκρατικών παραδόσεων της Ισλανδίας, οι οποίες ανάγονται στο Κοινοβούλιο του Thingvellir του 10ου αιώνα, θα ήταν σκέτη παραφροσύνη για τους Ισλανδούς να εγκαταλείψουν την κυριαρχία και την ανεξαρτησία που κατέκτησαν με τόσο κόπο.

Το 1992 και το 1993 η Ισλανδία διαπραγματεύτηκε πράγματι τη συμφωνία για τον ΕΟΧ (Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο), η οποία της έδωσε πρόσβαση στην αγορά της ΕΕ χωρίς να είναι μέλος της και χωρίς πολλές από τις σχετικές υποχρεώσεις. Η συμφωνία για τον ΕΟΧ τέθηκε σε ισχύ το 1994 και αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης κατά την περίοδο μετά την υιοθέτηση της Συνθήκης του Μάαστριχτ (βλ. παρακάτω). Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι η ΕΕ την εποχή του Μάαστριχτ ήταν θεμελιωδώς διαφορετική από την ΕΕ που προέκυψε μετά την υιοθέτηση της Συνθήκης της Λισαβόνας του 2007. Η ΕΕ κινείται πλέον με ταχύτητα προς ένα συγκεντρωτικό, αυταρχικό, έως και ολοκληρωτικό μέλλον.

Υπάρχει και μία ακόμη σημαντική παράμετρος. Η Συνθήκη της Λισαβόνας είναι, από πολλές απόψεις, ασύμβατη με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Οι Ισλανδοί πρέπει στην πραγματικότητα να επιλέξουν μεταξύ των υποχρεώσεών τους βάσει του Χάρτη του ΟΗΕ και των δεσμεύσεων και των ενεργειών που απορρέουν από τη Συνθήκη της Λισαβόνας και τις αυθαίρετες αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, υπό την παρούσα ηγεσία της Ούρσουλα φον Ντερ Λάιεν.

Συμμετοχή στον ΟΗΕ

Ας εξετάσουμε εν συντομία την ιστορία. Η Ισλανδία εντάχθηκε στα Ηνωμένα Έθνη το 1946. Οι σκοποί και οι αρχές του ΟΗΕ διατυπώνονται στα άρθρα 1-2 του Χάρτη, και ιδίως στην κοινή δέσμευση όλων των μελών να προάγουν την ειρήνη μέσω της συνεργασίας, της πολυμέρειας, της πρόληψης των συγκρούσεων, του σεβασμού της ισότητας των κρατών, της αυτοδιάθεσης των λαών, της προώθησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του δικαιώματος στην ανάπτυξη.

Το άρθρο 103 του Χάρτη, η ρήτρα υπεροχής, ορίζει: «Σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ των υποχρεώσεων των Μελών των Ηνωμένων Εθνών βάσει του παρόντος Χάρτη και των υποχρεώσεών τους βάσει οποιασδήποτε άλλης διεθνούς συμφωνίας, υπερισχύουν οι υποχρεώσεις τους βάσει του παρόντος Χάρτη».

Λόγω αυτής της υπέρτερης νομικής δέσμευσης, κάθε κράτος-μέλος του ΟΗΕ πρέπει, πριν συνάψει οποιαδήποτε συνθήκη ή προσχωρήσει σε οποιονδήποτε άλλο οργανισμό, να εξετάζει κατά πόσον μια τέτοια ενέργεια είναι συμβατή με την ιδιότητά του ως μέλους του ΟΗΕ. Το άρθρο 52 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών προβλέπει ότι τα μέλη του ΟΗΕ μπορούν να συμμετέχουν σε άλλους οργανισμούς «υπό την προϋπόθεση ότι οι συμφωνίες ή οι οργανισμοί αυτοί και οι δραστηριότητές τους συνάδουν με τους Σκοπούς και τις Αρχές των Ηνωμένων Εθνών.»

Το παρόν σύντομο κείμενο υποστηρίζει ότι η Ισλανδία δεν θα πρέπει να γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ομολογουμένως, είχε πολύ θετικό ξεκίνημα, αλλά σταδιακά απομακρύνθηκε από τον αρχικό φιλειρηνικό προσανατολισμό της και αναδείχθηκε σε μια ανταγωνιστική υπερεθνική γεωπολιτική οντότητα, με στόχους και δραστηριότητες που συχνά συγκρούονται με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και με ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης και του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Με βάση τη Διακήρυξη Schuman (1950), τις Συνθήκες των Παρισίων (1951) και της Ρώμης (1957), δημιουργήθηκε η Ευρωπαϊκή Κοινή Αγορά με σκοπό την προώθηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για δεκαετίες, τα ευρωπαϊκά κράτη εργάζονταν παράλληλα με τα Ηνωμένα Έθνη και συνέβαλλαν στη σταθερότητα και την ευημερία της περιοχής.

Η Συνθήκη του Μάαστριχτ (1992) δημιούργησε την Ευρωπαϊκή Ένωση και προώθησε την ειρήνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα, σεβόμενη παράλληλα την πολυμορφία και την κρατική κυριαρχία. Το άρθρο 6 της Συνθήκης του Μάαστριχτ όριζε: «Η Ένωση βασίζεται στις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών και του κράτους δικαίου, αρχές οι οποίες είναι κοινές στα κράτη μέλη. 2. Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, και όπως προκύπτουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. 3. Η Ένωση σέβεται την εθνική ταυτότητα των κρατών μελών της…».

Η διευθέτηση αυτή ήταν συμβατή με τον Χάρτη του ΟΗΕ και εγγυόταν τον σεβασμό των εθνικών ταυτοτήτων και προσεγγίσεων κατά τρόπο συμβατό με το Καταστατικό της UNESCO, το οποίο επίσης αναγνωρίζει την αξία του πλούτου των διαφορετικών πολιτισμών και οπτικών και αποθαρρύνει την άνωθεν επιβαλλόμενη ομογενοποίηση.

Δυστυχώς, το κίνημα υπέρ της παγκοσμιοποίησης στην Ευρώπη ομογενοποίησε σε μεγάλο βαθμό την εξωτερική πολιτική, τον πολιτισμό, ακόμη και την ηθική, παραμερίζοντας τις τοπικές προσεγγίσεις και παραδόσεις. Όταν το 2004 τέθηκε στο τραπέζι η ιδέα ενός ευρωπαϊκού συντάγματος, γρήγορα απορρίφθηκε στις δημοσκοπήσεις και στα δημοψηφίσματα που διεξήχθησαν στη Γαλλία και την Ολλανδία. Οι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί θεωρούσαν ότι το προτεινόμενο σύνταγμα απειλούσε τις εθνικές τους ταυτότητες, οι οποίες κατοχυρώνονταν από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, και ότι άνοιγε τον δρόμο προς τον αυταρχισμό ή ακόμη και τον ολοκληρωτισμό, καθοδηγούμενο από μια γραφειοκρατία των Βρυξελλών αποκομμένη από τους λαούς των κρατών-μελών της Ένωσης.

Μπροστά στην αδυναμία υιοθέτησης του Ευρωπαϊκού Συντάγματος μέσω άμεσης δημοκρατικής ψηφοφορίας, οι γραφειοκράτες αποφάσισαν το 2007 να εγκαταλείψουν το σχέδιο ενός Ευρωπαϊκού Συντάγματος και αντ’ αυτού να ακολουθήσουν μια συντομότερη οδό, βασιζόμενοι στα κοινοβούλια των κρατών-μελών, τα οποία ήταν ευκολότερο να χειραγωγηθούν από ό,τι οι πληθυσμοί που εκπροσωπούσαν.

Η Συνθήκη της Λισαβόνας της 13ης Δεκεμβρίου 2007 προέκυψε ως Ersatz, δηλαδή ως υποκατάστατο ευρωπαϊκό σύνταγμα, το οποίο υιοθετήθηκε με αμφισβητήσιμο τρόπο και, σε κάθε περίπτωση, χωρίς να αντιπροσωπεύει τις επιθυμίες των ενδιαφερόμενων πληθυσμών.

Κατ’ επίφαση μόνο αποδόθηκε σεβασμός στην αρχή της επικουρικότητας, σύμφωνα με την οποία η ΕΕ ενεργεί (θεωρητικά) μόνο εκεί όπου τα κράτη-μέλη της συμφωνούν ομόφωνα. Αυτό αντανακλά τον νομικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο οι κυβερνητικές αποφάσεις θα πρέπει να λαμβάνονται όσο το δυνατόν πιο κοντά στους πολίτες, παραμένοντας παράλληλα αποτελεσματικές. Στάχτη στα μάτια.

Στην πράξη, η κυριαρχία των ευρωπαϊκών κρατών έχει περιοριστεί σημαντικά από το 2007 και μετά, και η γραφειοκρατία των Βρυξελλών έχει επιβάλει κανόνες και κανονισμούς – καθώς και μονομερή καταναγκαστικά μέτρα, τα οποία εσφαλμένα αποκαλούνται «κυρώσεις» – με ολοένα και πιο αυταρχικό τρόπο, αγνοώντας το «περιθώριο διακριτικής ευχέρειας» των υποτίθεται κυρίαρχων ευρωπαϊκών χωρών.

Ιδιαίτερα επικίνδυνο είναι το γεγονός ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Λουξεμβούργο συντάσσεται στις περισσότερες περιπτώσεις με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, παρά τις βάσιμες προσφυγές μεμονωμένων κρατών. Στην πράξη, το δίκαιο της ΕΕ υπερισχύει των νόμων των κρατών-μελών, ακόμη και σε ζητήματα πρόσβασης στην πληροφόρηση, ελευθερίας της γνώμης και της έκφρασης, ηθικής και εθνικής ασφάλειας.

Με την οργουελική απόφασή του της 2ας Ιουλίου 2026, το Δικαστήριο της ΕΕ στο Λουξεμβούργο ενέκρινε τη νομιμότητα της λογοκρισίας του διαδικτύου από την ΕΕ και της ποινικοποίησης μηνυμάτων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (Chat Control), συμπεριλαμβανομένων ηλεκτρονικών συνδέσμων προς αποστολείς που υπόκεινται σε κυρώσεις. Με αυτή την πραγματικά ολοκληρωτική απόφαση, δεν παραβιάζονται μόνο τα δικαιώματα των ειδησεογραφικών υπηρεσιών να μεταδίδουν πληροφορίες και διαφορετικές οπτικές, αλλά και το δικαίωμα κάθε πολίτη της ΕΕ να έχει πρόσβαση σε πολιτικά σημαντικές πληροφορίες και να τις συζητά δημόσια.

Η πρόσβαση στην πληροφόρηση και η ελευθερία της γνώμης και της έκφρασης βρίσκονται στον πυρήνα κάθε δημοκρατίας. Τα δικαιώματα αυτά κατοχυρώνονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο άρθρο 19 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και στο Γενικό Σχόλιο αριθ. 34 της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ.

Ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός της επιτήρησης

Αυτή και άλλες πρόσφατες αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχει πλέον αποτελεσματική δυνατότητα προσφυγής ή ένδικο μέσο, επειδή το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι σαφώς υποταγμένο στο Συμβούλιο της ΕΕ.

Ακόμη και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο Στρασβούργο απέτυχε να προστατεύσει τους Ευρωπαίους πολίτες από τη δήμευση ιδιωτικής περιουσίας, για παράδειγμα στο πλαίσιο των κυρώσεων της ΕΕ κατά της Ρωσίας, κατά σαφή παραβίαση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Και εδώ, το δικαίωμα στην ιδιωτική περιουσία έχει καταργηθεί μέσω της υπερεθνικής απόφασης των γραφειοκρατών της ΕΕ να επιβάλλουν «κυρώσεις» σε στοχοποιημένες χώρες ή πρόσωπα.

Λόγω της σοβαρότητας των συνεπειών αυτών των μέτρων, πολυάριθμες οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένου του Διεθνούς Ινστιτούτου Ερευνών για την Ειρήνη της Γενεύης (GIPRI), έχουν υποβάλει νομικά υπομνήματα στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απαριθμώντας τις παραβιάσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Μέχρι στιγμής, το GIPRI και άλλες οργανώσεις δεν έχουν λάβει καμία επαρκή απάντηση, πέρα από μια γενική επαναβεβαίωση εκ μέρους των Βρυξελλών ότι τα εξωδικαστικά μέτρα που υιοθετήθηκαν στο πλαίσιο των κυρώσεων της ΕΕ είναι νόμιμα.

Μια ιδιαίτερα κατάφωρη περίπτωση του νέου ολοκληρωτισμού της ΕΕ είναι οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν σε έξι Ευρωπαίους πολίτες επειδή φέρονται να εξέφρασαν απόψεις που προσεγγίζουν τη ρωσική επιχειρηματολογία σχετικά με τα αίτια του πολέμου στην Ουκρανία, μετά το πραξικόπημα του Μαϊντάν τον Φεβρουάριο του 2014. Μεταξύ εκείνων που επηρεάστηκαν είναι ο απόστρατος Ελβετός συνταγματάρχης και αξιωματικός των υπηρεσιών πληροφοριών Ζακ Μποντ και ο Γερμανός δημοσιογράφος Χουσεϊν Ντογκρού.

Επιπλέον, όπως εξήγησα ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ στις 25 Μαρτίου 2024, οι «κυρώσεις» της ΕΕ δεν είναι συμβατές με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Εδώ και χρόνια, η Ευρωπαϊκή Ένωση παραβιάζει συστηματικά ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης (80/209 της 17ης Δεκεμβρίου 2025)και του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ (61/9 της 27ης Μαρτίου 2026), τα οποία καταδικάζουν τις «κυρώσεις» των ΗΠΑ και της ΕΕ ως ασύμβατες με τον Χάρτη του ΟΗΕ, το διεθνές δίκαιο, τους κανόνες για τα ανθρώπινα δικαιώματα και το δικαίωμα στην ανάπτυξη.

Επιπλέον, τα «μονομερή καταναγκαστικά μέτρα» της ΕΕ καθιστούν σχεδόν αδύνατη την επίτευξη των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης και, μαζί με το παράνομο καθεστώς κυρώσεων των ΗΠΑ, προκαλούν εκατοντάδες χιλιάδες θανάτους παγκοσμίως, όπως έχει διαπιστώσει το βρετανικό ιατρικό περιοδικό The Lancet. Η επιβολή τέτοιων μονομερών καταναγκαστικών μέτρων συνιστά αναμφίβολα «χρήση βίας» κατά παράβαση του άρθρου 2(4) του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και δεν έχει καμία δικαιολογία στο διεθνές δίκαιο ελλείψει έγκρισης από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Οι «κυρώσεις» της ΕΕ παραβιάζουν το δικαίωμα στη ζωή, το δικαίωμα στην ανάπτυξη και την αυτοδιάθεση των λαών.

Μια άλλη ανησυχητική εξέλιξη στην Ευρώπη είναι η συστηματική πολεμική προπαγάνδα και η καλλιέργεια φόβου, η άρνηση επίλυσης των διαφορών με ειρηνικά μέσα, κατά παράβαση του άρθρου 2(3) του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, καθώς και η ακραία ρωσοφοβία που επιδεικνύει η γραφειοκρατία των Βρυξελλών, κατά κατάφωρη παραβίαση του άρθρου 20 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο ορίζει:

  1. Κάθε προπαγάνδα υπέρ του πολέμου απαγορεύεται από τον νόμο.
  1. Κάθε επίκληση εθνικού, φυλετικού ή θρησκευτικού μίσους που συνιστά υποκίνηση σε διακρίσεις, εχθρότητα ή βία απαγορεύεται από τον νόμο.

Το 2024 και ξανά το 2025, το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών για την Ειρήνη της Γενεύης υπέβαλε νομικά υπομνήματα στον Εισαγγελέα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Καταστατικού της Ρώμης, καταγγέλλοντας παραβιάσεις των άρθρων 5, 6, 7 και 8 του Καταστατικού του ΔΠΔ από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και την Κάγια Κάλας. Οι πολιτικές της ΕΕ είναι αντίθετες προς το διεθνές ποινικό δίκαιο, καθότι παρείχαν και εξακολουθούν να παρέχουν στρατιωτική, πολιτική, οικονομική, διπλωματική και προπαγανδιστική υποστήριξη σε ένα κράτος που διαπράττει γενοκτονία, επιτρέποντας έτσι στο Ισραήλ να συνεχίζει τη γενοκτονία κατά των Παλαιστινίων και να προβαίνει σε πράξεις επιθετικότητας κατά του Λιβάνου, της Συρίας, του Ιράν κλπ.

Συλλογικότητες νομικών στη Γαλλία, την Ιταλία και τη Γερμανία έχουν επίσης υποβάλει νομικά υπομνήματα αμφισβητώντας τις ενέργειες κρατών-μελών της ΕΕ ως αντίθετες προς τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, το Καταστατικό της Ρώμης, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (άρθρα 6, 7, 14, 19, 21, 22, 25), την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όλες οι παραπάνω δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης τεκμηριώνουν το γεγονός ότι ο αρχικά φιλειρηνικός θεσμός έχει μεταλλαχθεί σε μια ολοκληρωτική οργάνωση, η οποία δεν συμμορφώνεται πλέον με το άρθρο 52 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, επειδή δεν προάγει τους σκοπούς και τις αρχές του ΟΗΕ αλλά, στην πραγματικότητα, εργάζεται εναντίον τους.

Η Ισλανδία πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτική όταν εξετάζει οποιαδήποτε μορφή σύνδεσης με την ΕΕ. Μια συνεπής εξωτερική πολιτική της Ισλανδίας θα επανεπιβεβαίωνε τη δέσμευσή της στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και θα απέφευγε οποιεσδήποτε συνθήκες ή μορφές σύνδεσης που θα περιόριζαν την κυριαρχία και το περιθώριο διακριτικής της ευχέρειας και θα παραβίαζαν τις υποχρεώσεις της βάσει του Χάρτη του ΟΗΕ, του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα.

Η αντίληψη της ΕΕ ως προπυργίου του «κράτους δικαίου» και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν μπορεί πλέον να υποστηριχθεί εμπειρικά. Τα κατάλοιπα μιας θετικής αντίληψης για την ΕΕ αποτελούν απλώς προϊόν δημοσίων σχέσεων, κατήχησης και αδιάκοπης προπαγάνδας.

Κι όμως, στον κόσμο μας της οργουελικής «Νέας Ομιλίας» και της γνωστικής ασυμφωνίας, ορισμένοι -ακόμη και στην Ισλανδία- προσποιούνται ότι είναι απολύτως φυσιολογικό να δηλώνει κανείς προσηλωμένος στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, ενώ ταυτόχρονα ενεργεί ενάντια στους σκοπούς και τις αρχές του μέσω των επιθετικών πολιτικών που υιοθετεί η γραφειοκρατία των Βρυξελλών.

Ένας καλά ενημερωμένος Ισλανδός ψηφοφόρος θα πρέπει να απορρίψει οποιαδήποτε σύνδεση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, διότι η ΕΕ δεν είναι πλέον η φιλειρηνική Κοινή Αγορά, αλλά έχει μεταλλαχθεί σε έναν ολοκληρωτικό οργανισμό που δεν σέβεται τα δημοκρατικά δικαιώματα των ευρωπαϊκών λαών. Αντίθετα, επιδιώκει να επιβάλει σε όλους τους Ευρωπαίους πολίτες μία ενιαία λύση για όλους και μία ενιαία αφήγηση για όλους.

Όλοι οι Ισλανδοί που αγαπούν την ελευθερία, καλούνται να υπερασπιστούν την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ισλανδίας.

*Ο Άλφρεντ ντε Ζάγιας είναι καθηγητής Νομικής στη Σχολή Διπλωματίας της Γενεύης (Geneva School of Diplomacy) και διετέλεσε Ανεξάρτητος Εμπειρογνώμονας του ΟΗΕ για τη Διεθνή Τάξη κατά την περίοδο 2012–2018.

Κυριακή, Αυγούστου 09, 2026

David Harvey: Η Κίνα είναι ήδη παγκόσμια ηγεμονική δύναμη

 

David Harvey: Η Κίνα είναι ήδη παγκόσμια ηγεμονική δύναμη

Ο David Harvey είναι Διακεκριμένος Καθηγητής Ανθρωπολογίας και Γεωγραφίας στο Μεταπτυχιακό Κέντρο του Πανεπιστημίου της Πόλης της Νέας Υόρκης (CUNY). Έχει διατελέσει μέλος του διδακτικού προσωπικού στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins, ενώ κατείχε και την Έδρα Γεωγραφίας «Halford Mackinder» στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Ο David Harvey είναι συγγραφέας 29 βιβλίων. Το πιο πρόσφατο έργο του, Η Ιστορία του Κεφαλαίου (The Story of Capital), εξετάζει ζητήματα εργασίας, τεχνολογίας και γεωπολιτικής στη σύγχρονη εποχή.

Έχει τιμηθεί με το Διεθνές Βραβείο Γεωγραφίας «Václav Lud», το Χρυσό Μετάλλιο «Anders Retzius» της Σουηδικής Εταιρείας Ανθρωπολογίας και Γεωγραφίας, το Μετάλλιο του Προστάτη (Patron’s Medal) της Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρείας, καθώς και με πολλές άλλες διακρίσεις.

Ο David Harvey είναι κυρίως γνωστός για τις πανεπιστημιακές του διαλέξεις πάνω στο Κεφάλαιο του Μαρξ. Για περισσότερα από 50 χρόνια διδάσκει και μελετά αυτά τα θεμελιώδη κείμενα, ενώ θεωρείται από πολλούς ως ο πλέον επιδραστικός εν ζωή μαρξιστής διανοητής.

Η παρούσα εκπομπή εντάσσεται στο πλαίσιο της 82ης Μπιενάλε του Μουσείου Whitney, σε επιμέλεια των Marcela Guerrero και Drew Sawyer, στο Μουσείο Αμερικανικής Τέχνης Whitney της Νέας Υόρκης.

Joshua Citarella: Τι ήταν το «τέλος της ιστορίας» και πώς γινόταν αντιληπτός ο μαρξισμός τη δεκαετία του 1990;

David Harvey: Δίδασκα το Κεφάλαιο του Μαρξ κάθε χρόνο στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins, από το 1971 περίπου και μετά. Ορισμένες φορές είχα 15 ή 20 φοιτητές στην τάξη. Κατά τη δεκαετία του 1990 όμως, με τον Ψυχρό Πόλεμο να έχει πλέον λήξει, όλοι μου έλεγαν ότι ο Μαρξ είχε πεθάνει.

Με αντιμετώπιζαν σαν απολίθωμα που δίδασκε κάτι εντελώς ξεπερασμένο, θεωρώντας ότι οποιαδήποτε ιδέα προερχόμενη από τον Μαρξ ανήκε οριστικά στο παρελθόν. Έτσι, κατέληξα να έχω περίπου πέντε φοιτητές στην τάξη, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν ενδιαφέρονταν καν για τον Μαρξ· απλώς χρειάζονταν ένα μάθημα από τον τομέα των ανθρωπιστικών σπουδών. Ερχόντουσαν, παρακολουθούσαν και έμεναν έκπληκτοι.

Τη δεκαετία του ’90, λοιπόν, ήταν εξαιρετικά δύσκολο να διδάσκει κανείς αυτό το αντικείμενο. Αυτό όμως ήταν οξύμωρο, διότι την ίδια ακριβώς περίοδο κυριαρχούσαν στις ειδήσεις οι άθλιες συνθήκες εργασίας στη βιομηχανία κλωστοϋφαντουργίας στην Ανατολική Ασία, την Ευρώπη, την Τουρκία και αλλού. Υπήρχαν αμέτρητα δημοσιεύματα για τις δραματικές αυτές συνθήκες.

Στην πραγματικότητα, μπορούσε κανείς να ανοίξει τους New York Times και να διαβάσει ένα ολόκληρο ρεπορτάζ για τα κάτεργα της παγκόσμιας εργασίας, το οποίο ταυτιζόταν απόλυτα με το 10ο κεφάλαιο του Κεφαλαίου του Μαρξ για την «Εργάσιμη Ημέρα», όπου περιγράφονται ακριβώς οι ίδιες συνθήκες. Βρέθηκα, συνεπώς, στη παράδοξη θέση τη δεκαετία του ’90 να διδάσκω ένα αντικείμενο πολύ πιο επίκαιρο απ’ ό,τι ήταν τη δεκαετία του ’70, το οποίο όμως προκαλούσε πολύ λιγότερο ενδιαφέρον στη μάζα του πληθυσμού. Ήταν μια πολύ παράξενη κατάσταση.

Προς τα τέλη της δεκαετίας του ’90 τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν ελαφρώς. Η μεγάλη αλλαγή, φυσικά, ήρθε μετά το 2008 με το ξέσπασμα της νέας κρίσης, οπότε ο κόσμος άρχισε να αναρωτιέται μήπως θα έπρεπε να ρίξει μια ματιά ξανά σε αυτόν τον τύπο, τον Μαρξ.

Έτσι, το ενδιαφέρον επανήλθε ως ένα βαθμό, ενώ πιο πρόσφατα σημειώθηκε εκ νέου κάμψη. Το ενδιαφέρον για τον Μαρξ ακολουθεί, κατά κάποιον τρόπο, μια κυματοειδή πορεία — εμφανίζεται και εξαφανίζεται από το προσκήνιο.

Ωστόσο, η δεκαετία του 1990 ήταν μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδος, καθώς θεωρούνταν δεδομένο ότι ο καπιταλισμός είχε επικρατήσει ολοκληρωτικά. Υπήρχε η πεποίθηση ότι όλες οι παγκόσμιες συγκρούσεις είχαν επιλυθεί υπέρ του κεφαλαίου και ότι τα πάντα θα λειτουργούσαν εφεξής σύμφωνα με τις θεωρίες περί ισορροπίας της αγοράς, τις οποίες υποστήριζαν οι οικονομολόγοι της εποχής. Ήταν μια εξαιρετικά δύσκολη και εκνευριστική περίοδος.

Στο τέλος εκείνου του εξαμήνου, έθεσα στους φοιτητές μου την εξής εργασία: να γράψουν ένα φανταστικό γράμμα στους γονείς τους, εξηγώντας τους ότι παρακολουθούν ένα μάθημα για το Κεφάλαιο του Μαρξ και ότι, προς μεγάλη τους έκπληξη, το μάθημα αυτό αποδεικνύεται εξαιρετικά χρήσιμο για την κατανόηση της σύγχρονης πραγματικότητας — ενώ θα περίμενε κανείς το ακριβώς αντίθετο λόγω του τέλους του Ψυχρού Πολέμου.

Τους ζήτησα να το γράψουν και πράγματι παρέδωσαν πολύ αξιόλογες εργασίες. Όταν όμως τους ρώτησα αν έστειλαν τελικά την επιστολή στους γονείς τους, εκείνοι απάντησαν: «Όχι, σε καμία περίπτωση», διότι το ανάθεμα απέναντι σε οτιδήποτε μαρξιστικό παρέμενε ακόμη ισχυρό μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου.

JC: Αναφερθήκατε νωρίτερα στο 2008. Σε ένα πρόσφατο άρθρο σας για το περιοδικό Jacobin, γράφετε ότι τόσο ο Ρούζβελτ όσο και ο Κέινς αναγνώριζαν ρητά πως ο στόχος τους ήταν να σώσουν το κεφάλαιο από τους ίδιους τους καπιταλιστές. Αναρωτιέμαι, λοιπόν, τι μπορεί να μας διδάξει ο Μαρξ τόσο για την κρίση της δεκαετίας του 1930 όσο και για την κρίση των στεγαστικών ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου το 2008. Τι είναι αυτό που μπορεί να μας αποκαλύψει η μαρξιστική οπτική, το οποίο αδυνατούν να διακρίνουν τα συστημικά οικονομικά;

DH: Για τον Μαρξ, το σύστημα λειτουργεί στη βάση αντιφάσεων. Μία από τις κυριότερες αντιφάσεις συνίσταται στο γεγονός ότι οι καπιταλιστές επιζητούν διακαώς την τεχνολογική εξέλιξη και την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, καθώς αυτό αποβαίνει προς όφελός τους.

Οι μεμονωμένοι καπιταλιστές, επιδιώκοντας το ατομικό τους συμφέρον, προωθούν σημαντικά τις τεχνολογικές καινοτομίες. Κάνοντάς το αυτό, αυξάνουν μεν την παραγωγικότητα της εργασίας, ταυτόχρονα όμως περιορίζουν τη ζήτησή της. Επομένως, η εργασία τους γίνεται όλο και λιγότερο απαραίτητη, ακριβώς επειδή η παραγωγικότητά της έχει φτάσει σε πολύ υψηλά επίπεδα.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η εργασία να περιθωριοποιείται. Για παράδειγμα, η εργασία ήταν πολύ πιο σημαντική για τους ανθρώπους παγκοσμίως τη δεκαετία του 1970 απ’ ό,τι τη δεκαετία του 1990, εξαιτίας της τεχνολογικής μεταβολής. Αυτό που συμβαίνει, λοιπόν, είναι ότι οι μεμονωμένοι καπιταλιστές, προσπαθώντας να μεγιστοποιήσουν το ποσοστό κέρδους τους, διαμορφώνουν ένα τεχνολογικό μίγμα το οποίο στην πραγματικότητα συρρικνώνει τον ρόλο της εργασίας.

Εφόσον όμως η εργασία αποτελεί την πηγή της αξίας, η μείωσή της συνεπάγεται και τη μείωση της αξίας που κυκλοφορεί στην κοινωνία. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι μεμονωμένοι καπιταλιστές υποσκάπτουν τα ίδια τα θεμέλια του καπιταλισμού. Αυτό είναι, στην ουσία, το φαινόμενο που λαμβάνει χώρα.

Τίθεται, συνεπώς, το ερώτημα: αν ισχύει αυτό, τότε κάποιος πρέπει να σώσει τον καπιταλισμό από τους ίδιους τους καπιταλιστές. Και πώς επιτυγχάνεται αυτό; Εδώ ακριβώς υπεισέρχονται η χαραγμένη πολιτική, οι κρατικές παρεμβάσεις και όλα τα σχετικά μέτρα, τα οποία καθίστανται απολύτως απαραίτητα.

Όταν εκδηλώνεται μια κρίση, γίνεται αντιληπτή η φύση του προβλήματος. Γι’ αυτό αναφέρθηκα τόσο στον Ρούζβελτ όσο και στον Κέινς, καθώς σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και οι δύο δήλωσαν ότι, για να επιλυθεί το πρόβλημα του καπιταλισμού, έπρεπε να συγκρουστούν με τους καπιταλιστές και να αναμορφώσουν τη συμπεριφορά της αστικής τάξης ως προς τη συσσώρευση του κεφαλαίου, αντί να βασίζονται στους καταναγκαστικούς νόμους του ανταγωνισμού υποθέτοντας ότι τα πάντα θα ρυθμιστούν ομαλά. Οι καταναγκαστικοί αυτοί νόμοι αποτελούν παράδειγμα μιας αντίφασης: της αντίφασης κατά την οποία οι μεμονωμένοι καπιταλιστές, δρώντας με γνώμονα τη μεγιστοποίηση του ατομικού τους οφέλους, παράγουν τελικά ένα αποτέλεσμα εχθρικό προς το μέλλον της συσσώρευσης του κεφαλαίου.

Αυτή είναι η θεμελιώδης δυναμική που εμφανίζεται —και αναλύεται με πολλές μορφές— σε ολόκληρο το βιβλίο. Απαιτείται μια βαθιά κατανόηση της λειτουργίας του συστήματος προκειμένου να καταστεί δυνατή η διαχείριση αυτών των αντιφάσεων. Το κρίσιμο στοιχείο όσον αφορά τις αντιφάσεις είναι ότι δεν εξαφανίζονται ποτέ.

Μπορούν απλώς να τεθούν υπό διαχείριση, κι εμείς καλούμαστε να τις διαχειριζόμαστε διαρκώς. Οι αντιφάσεις του κεφαλαίου κατέχουν κεντρική θέση στη θεματική του βιβλίου μου. Υπάρχουν πολλές και διαφορετικές αντιφάσεις: για παράδειγμα, η αντίφαση ανάμεσα στο σταθερό, το τοκοφόρο και το κυκλοφορούν κεφάλαιο. Το ένα επιταχύνεται συνεχώς, ενώ το σταθερό κεφάλαιο κινείται όλο και πιο αργά. Υπάρχει επίσης η αντίφαση ανάμεσα στις επενδύσεις και το σταθερό κεφάλαιο, την οποία παρατηρούμε να εκδηλώνεται διαρκώς. Οι αντιφάσεις αυτές είναι υπαρκτές, πρέπει να τις αντιμετωπίσουμε και να τις διαχειριστούμε ορθά. Ωστόσο, τις περισσότερες φορές, η αστική επιστήμη δεν κατανοεί πραγματικά τις αντιφάσεις και αποφεύγει να αναφέρεται σε αυτές.

Όπως σημείωνε ο Μαρξ για τον Ρικάρντο, όταν επισημαίνεις μια αντίφαση σε έναν Ρικαρντιανό, εκείνος την προσπερνά ως άνευ σημασίας, ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί το θεμέλιο για την κατανόηση του τρόπου λειτουργίας του κεφαλαίου.

JC: Πώς αναδιοργανώνεται ο καπιταλισμός στη σημερινή εποχή;

DH: Το 1945 διαμορφώθηκε μια νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων υπό την ηγεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες όριζαν, κατά κάποιον τρόπο, τους κανόνες του παγκόσμιου παιχνιδιού. Ωστόσο, κάθε χώρα διατηρούσε τη δική της ταξική διάρθρωση και τη δική της μορφή ταξικής πάλης.

Είχαμε, επομένως, έναν κόσμο ο οποίος σε ένα επίπεδο ήταν παγκοσμιοποιημένος, αλλά σε ένα άλλο επίπεδο κάθε χώρα έδινε τη δική της μάχη. Αυτό εξηγεί, για παράδειγμα, την άνοδο των κομμουνιστικών κομμάτων στην Ευρώπη, την εμφάνιση του ευρωκομμουνισμού, τις σοσιαλιστικές κυβερνήσεις, καθώς και τη θέσπιση ευνοϊκής εργατικής νομοθεσίας. Την ίδια στιγμή, όμως, το σύστημα δεν ήταν δυναμικό.

Ήταν ιδιαίτερα μονοπωλιακό. Μια αριστερή ανάλυση αυτής της κατάστασης συναντάται, για παράδειγμα, στο έργο του Paul Sweezy για το μονοπωλιακό κεφάλαιο, όπου επισημαίνεται ότι το αποτέλεσμα αυτής της δομής είναι η στασιμότητα. Καθώς οι αυτοκινητοβιομηχανίες ήταν μόλις τρεις και χειραγωγούσαν τις τιμές, υπήρχαν ελάχιστα κίνητρα για τεχνολογικό ή λειτουργικό δυναμισμό.

Φτάνοντας όμως στη δεκαετία του 1980, η αγορά ανοίγει και εισέρχονται πλέον οι γερμανικές, οι ιταλικές, οι γαλλικές και οι νοτιοκορεατικές αυτοκινητοβιομηχανίες. Τότε ακριβώς ενεργοποιούνται οι καταναγκαστικοί νόμοι του ανταγωνισμού, οι οποίοι στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ήταν εξαιρετικά ασθενείς.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 επικρατούσε έντονη στασιμότητα. Ο τεχνολογικός δυναμισμός απουσίαζε, τα κίνητρα έλειπαν και ο ανταγωνισμός δεν ήταν ιδιαίτερα οξύς. Ήταν σχεδόν σαν ο καπιταλισμός γενικότερα να είχε περιπέσει σε λήθαργο, ξεχνώντας να διεξαγάγει την ταξική πάλη. Στη συνέχεια, τη δεκαετία του 1970, εμφανίζεται η σχετική ανάλυση και η προσπάθεια αναστροφής αυτής της εσωστρέφειας, με αποτέλεσμα την όξυνση του ανταγωνισμού μεταξύ των εργαζομένων. Έτσι, περάσαμε από ένα μοντέλο σταθερής συνδικαλιστικής εργασίας σε καθεστώς εργασιακής αβεβαιότητας και ευελιξίας, εισάγοντας την έννοια της επισφάλειας στο εργατικό δυναμικό.

Παράλληλα, ο πυρήνας της παραδοσιακής ταξικής πάλης, που συγκροτούνταν από τους εργάτες στις βιομηχανίες αυτοκινήτου και χάλυβα, άρχισε να συρρικνώνεται. Όταν έφτασα στη Βαλτιμόρη το 1969, για παράδειγμα, υπήρχε ένα τεράστιο χαλυβουργείο της Bethlehem Steel που απασχολούσε 30.000 εργαζομένους. Φτάνοντας στη δεκαετία του 1980, η μονάδα παρήγαγε την ίδια ποσότητα χάλυβα απασχολώντας πλέον μόλις 10.000 άτομα, ενώ στη συνέχεια η παραγωγή υποχώρησε περαιτέρω υπέρ των εισαγόμενων αυτοκινήτων.

Γι’ αυτόν τον λόγο είναι τόσο σημαντική η ισορροπία μεταξύ μονοπωλίου και ανταγωνισμού, και γι’ αυτό θεωρώ ουσιώδες να εξετάσουμε προσεκτικά την επανακατοχύρωση της μονοπωλιακής ισχύος στη σύγχρονη εποχή και τις συνέπειες που αυτή θα επιφέρει τα αμέσως επόμενα χρόνια: πώς θα τη διαχειριστούν οι κεντρικές κυβερνήσεις, αλλά και πώς θα εκδηλωθεί στην πράξη.

Όλες οι μορφές τεχνολογικής καινοτομίας στο παρελθόν έχουν χρησιμοποιηθεί για τον περιορισμό της δύναμης της εργασίας. Επομένως, όποιες κι αν είναι οι υπόλοιπες εξελίξεις στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης, είναι απολύτως βέβαιο ότι θα δούμε μια περαιτέρω εξασθένηση της ισχύος της εργασίας, σε σημείο που αυτή να καταστεί σχεδόν αμελητέα για την οικονομία, καθώς τα πάντα θα αυτοματοποιηθούν.

Αυτό θα οδηγήσει στην λεγόμενη ανάπτυξη τύπου «K», όπου μια κοινωνική ομάδα θα ευημερεί, ενώ η υπόλοιπη κοινωνία θα υποβαθμίζεται δραματικά. Είναι ενδιαφέρον ότι οι Κινέζοι βρίσκονται αυτή τη στιγμή αντιμέτωποι με ένα παρόμοιο πρόβλημα και η δική τους απόκριση είναι η προώθηση μιας πολιτικής για τη διαμόρφωση μιας «κοινής ευημερίας».

JC: «Κοινή ευημερία»;

DH: Ναι.

JC: Πώς μεταφράζεται αυτό στην πράξη;

DH: Σύμφωνα με τον Σι Τζινπίνγκ, υπάρχουν «τρία βουνά» που πρέπει να ανέβουμε. Πρέπει να εξασφαλίσουμε δημόσια πρόσβαση: ολόκληρος ο πληθυσμός πρέπει να έχει επαρκή πρόσβαση στην παιδεία, την υγεία και τη στέγαση.

Αν εμφανιζόταν ένα πολιτικό κόμμα και έλεγε «αφήστε στην άκρη όλα τα άλλα, εμείς θα λύσουμε αυτά τα τρία προβλήματα», θα κέρδιζε τις εκλογές με τεράστια διαφορά.

JC: Αρκεί να λυνόταν έστω το ένα από αυτά.

DH: Αυτή είναι η κατεύθυνση. Το μεγάλο ζητούμενο, φυσικά, είναι ο τρόπος εφαρμογής. Έχουν ήδη ορίσει ορισμένες επαρχίες στις οποίες πιλοτικά οικοδομείται το μοντέλο της «κοινής ευημερίας».

Το ενδιαφέρον είναι ότι μία από αυτές τις επαρχίες τυχαίνει να είναι η περιοχή όπου συγκεντρώνονται οι περισσότεροι Κινέζοι δισεκατομμυριούχοι. Αυτοί οι άνθρωποι περνούν δύσκολες στιγμές αυτή τη περίοδο, καθώς τα πλούτη τους επιστρατεύονται για την επίτευξη της κοινής ευημερίας. Η περίπτωση της Κίνας παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον.

JC: Θεωρώ ότι πίσω από την ανάλυση του νεοφιλελευθερισμού τα τελευταία χρόνια κρύβεται το ερώτημα: ποια μοντέλα διαθέταμε στο παρελθόν και από πού μπορούμε να αντλήσουμε διδάγματα; Αυτό που επαναξιολογείται σήμερα στον δημόσιο διάλογο είναι το κατά πόσο είναι εφικτό να αποκατασταθεί εκείνη η «χρυσή εποχή» του φιλελευθερισμού. Ποιες ήταν οι απαραίτητες προϋποθέσεις που επέτρεψαν τη δημιουργία της και είναι δυνατόν να επιστρέψουμε σε αυτήν, δεδομένου ότι το νεοφιλελεύθερο μοντέλο πλέον αποτυγχάνει;

DH: Όχι, θεωρώ πως είναι αδύνατον να επιστρέψουμε σε εκείνη την εποχή, για ορισμένους πολύ απλούς λόγους. Ένα από τα βασικά σημεία που επισημαίνω στο βιβλίο είναι ότι ο διογκούμενος όγκος του κεφαλαίου συνιστά ένα πραγματικό πρόβλημα. Η συνολική αξία των αγαθών και των υπηρεσιών παγκοσμίως το 1950 υπολογιζόταν από την Παγκόσμια Τράπεζα γύρω στα 9 τρισεκατομμύρια δολάρια.

Λίγο πριν ξεσπάσει η πανδημία της COVID-19, το ποσό αυτό είχε φτάσει τα 90 τρισεκατομμύρια δολάρια, ενώ σήμερα ξεπερνά κατά πολύ τα 100 τρισεκατομμύρια. Κατά συνέπεια, πρέπει να βρεθούν επενδυτικές ευκαιρίες για αυτήν την τεράστια μάζα κεφαλαίου.

Ο Μασκ, για παράδειγμα, διαθέτει όλο αυτό το χρήμα. Τι πρόκειται να το κάνει; Πού θα το διοχετεύσει; Πού θα βρει τους κατάλληλους τομείς για να το επενδύσει; Συντελείται, επομένως, μια σαρωτική μεταβολή στον τρόπο οργάνωσης του κεφαλαίου, καθώς καλείται να διαχειριστεί αυτήν την πρωτοφανή κλίμακα. Αυτό το ζήτημα συνδέεται στενά και με την περιβαλλοντική κρίση.

Διότι είναι τελείως διαφορετικό να ασκείς περιβαλλοντική πολιτική σε μια παγκόσμια οικονομία 9 τρισεκατομμυρίων δολαρίων και εντελώς διαφορετικό σε μια οικονομία 90 τρισεκατομμυρίων — η οποία σε 20 χρόνια ενδέχεται να αγγίξει τα 200 τρισεκατομμύρια. Πού θα βρεθούν οι απαιτούμενες επενδυτικές ευκαιρίες; Τι μέλλει γενέσθαι; Δεν μπορούμε, λοιπόν, να αποκαταστήσουμε το παρελθόν, ακριβώς επειδή κινούμαστε πλέον σε μια τελείως διαφορετική κλίμακα. Η διαρκώς αυξανόμενη κλίμακα στην οποία λειτουργεί το κεφάλαιο έχει αποκτήσει καθοριστική σημασία.

Αν συσχετίσει κανείς αυτόν τον τεράστιο όγκο παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών με την κλιματική αλλαγή και τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, θα διαπιστώσει ότι βαδίζουν παράλληλα. Καταστρέφουμε συστηματικά τον πλανήτη εξαιτίας αυτής της κλίμακας, και κανείς δεν φαίνεται να γνωρίζει πώς ακριβώς πρέπει να την αντιμετωπίσει.

Μια ενδιαφέρουσα πτυχή της κλίμακας αυτής σχετίζεται με όσα αναφέρει ο Μαρξ για την κυκλοφορία του κεφαλαίου: διακρίνει τον χρόνο παραγωγής, τον χρόνο κυκλοφορίας και τον χρόνο κατανάλωσης. Πόσος χρόνος απαιτείται ώστε οι καταναλωτές να αναλώσουν ένα εμπόρευμα και να επιστρέψουν στην αγορά για να αγοράσουν περισσότερα; Με άλλα λόγια, για το κεφάλαιο είναι επιθυμητός ένας σύντομος χρόνος περιστροφής της κατανάλωσης.

Όταν έγραφε ο Μαρξ, ο χρόνος περιστροφής της κατανάλωσης ήταν εξαιρετικά αργός. Σήμερα είναι ταχύτατος. Ο Μαρξ σημείωνε ότι ο βέλτιστος χρόνος περιστροφής της κατανάλωσης για το κεφάλαιο είναι το μηδέν· επιζητείται μια μορφή κατανάλωσης που πραγματοποιείται σχεδόν ακαριαία.

Πού συναντάμε τέτοιες μορφές κατανάλωσης; Αρκεί να αναλογιστούμε τι συμβαίνει, για παράδειγμα, με το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου: παράγεται ένα προϊόν το οποίο καταναλώνεται μέσα σε 90 λεπτά. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα αποδοτική διαδικασία. Παρατηρούμε γενικότερα την πλήρη εμπορευματοποίηση των δημοφιλών αθλημάτων.

Ο Γκυ Ντεμπόρ έγραψε την Κοινωνία του Θεάματος το 1967. Το κεφάλαιο παράγει θέαμα. Ζούμε σε μια «οικονομία του Netflix», ενώ ο χρόνος περιστροφής στον τουρισμό είναι καταιγιστικός. Όταν ήμουν παιδί, η ιδέα των υπερωκεανίων που πραγματοποιούσαν δεκαήμερες κρουαζιέρες ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό.

Στην πραγματικότητα, αυτό που συμβαίνει είναι η συνεχής επιτάχυνση του χρόνου περιστροφής. Αυτό καθίσταται αναγκαίο επειδή παράγεται τόσος μεγάλος όγκος αγαθών, ώστε απαιτούνται προϊόντα ή υπηρεσίες που «αναλώνονται» μέσα σε δύο μόλις ημέρες. Έτσι, διαμορφώθηκε μια οικονομία που παράγει διαρκώς νέα πράγματα. Εμφανίζεται ένα νέο μοντέλο τηλεφώνου, εφαρμόζεται η προγραμματισμένη απαξίωση και ολόκληρος ο καταναλωτικός κόσμος ανατρέπεται από αυτήν την ταχύτητα περιστροφής.

Δεν είναι απορίας άξιο, λοιπόν, που παρά τις αλλεπάλληλες διασκέψεις για τον περιορισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, κάθε φορά που επιχειρείται μια παρέμβαση, η επιτάχυνση του χρόνου περιστροφής ακυρώνει τα αποτελέσματα. Η καμπύλη των εκπομπών συνεχίζει την ανοδική της πορεία. Αν θέλουμε να επιλύσουμε το πρόβλημα των αερίων του θερμοκηπίου, οφείλουμε να επιλύσουμε το πρόβλημα του χρόνου περιστροφής. Ο εκχρηματισμός των αθλημάτων και οι τεράστιες επενδύσεις που διοχετεύονται σε αυτά αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ταχείας περιστροφής.

Ζούμε πλέον σε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο καταναλωτισμού. Είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για τον καταναλωτισμό από μαρξιστική σκοπιά, καθώς υπάρχει η θεωρία της υποκατανάλωσης, την οποία οι παραδοσιακοί μαρξιστές μισούν. Μόλις επισημάνει κανείς τη σημασία του χρόνου κατανάλωσης, σπεύδουν να τον κατηγορήσουν για «υποκαταναλωτισμό».

Κι όμως, εδώ βρίσκεται η καρδιά του προβλήματος: πώς θα διαμορφωθεί η ζήτηση με χρόνους περιστροφής που θα επιτρέπουν στο σύστημα να συνεχίσει να μεγεθύνεται, περνώντας από τα 100 στα 200 τρισεκατομμύρια μέσα στον επόμενο αιώνα.

JC: Πριν από το Κεφάλαιο του Μαρξ, ποια ήταν η θεωρία της αξίας που συναντάμε στον Σμιθ ή στον Ρικάρντο;

DH: Ο Άνταμ Σμιθ διαθέτει δύο θεωρίες για την αξία. Η πρώτη υποστηρίζει ότι η αξία πηγάζει απλά και καθαρά από την εργασία — μια θέση που ήταν σε σημαντικό βαθμό αποδεκτή.

Αυτό όμως ήγειρε ένα ενδιαφέρον ηθικό ζήτημα: αν η εργασία είναι η πηγή της αξίας, πώς εξηγείται το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι λαμβάνουν τόσο μικρό μερίδιο αυτής; Έτσι, τις δεκαετίες του 1830 και 1840 εμφανίζεται ο λεγόμενος «ρικαρντιανός σοσιαλισμός» (με εκπροσώπους όπως ο Τζον Στιούαρτ Μιλ), ο οποίος υποστήριζε ότι ο ρόλος του κράτους είναι να αναδιανέμει τον πλούτο, ώστε να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο όπου οι εργαζόμενοι που παράγουν την αξία δεν λαμβάνουν τελικά τίποτα από αυτήν.

Η δεύτερη θεωρία του Σμιθ αποτέλεσε τον πρόδρομο της αντίληψης ότι η αξία ενός εμπορεύματος προκύπτει από το άθροισμα της αξίας των εισροών που απαιτήθηκαν για την παραγωγή του. Οι εισροές αυτές ήταν τριών ειδών: η γη, η εργασία και το κεφάλαιο.

Ο Άνταμ Σμιθ ισχυριζόταν, δηλαδή, ότι η αξία ενός εμπορεύματος εξαρτάται από τις ποσότητες γης, εργασίας και κεφαλαίου που ενσωματώνονται σε αυτό. Η προσέγγιση αυτή υιοθετήθηκε αργότερα από τα νεοκλασικά οικονομικά, τα οποία θεώρησαν τη δομή αυτή ορθή, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι απαιτούνταν μια καλύτερη θεώρηση στη βάση της οριακής ανάλυσης. Τα οριακά οικονομικά βασίστηκαν σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο.

Ο Σμιθ, συνεπώς, υποστήριζε και τις δύο αυτές θεωρίες, αν και με κάποια ελλειπτικότητα. Ο Ρικάρντο, από την πλευρά του, εστίασε περισσότερο στην εργασία ως τη μοναδική πηγή της αξίας, θεωρώντας ότι η θεωρία της αξίας εξαρτάται άμεσα από την παραγωγική εργασία, ενώ έδωσε μεγάλη σημασία στη διάκριση μεταξύ παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας.

Για παράδειγμα, οι θηροφύλακες που φρόντιζαν τα κτήματα των ευγενών δεν θεωρούνταν παραγωγικοί εργάτες. Επομένως, έπρεπε να διευκρινιστεί ότι η αξία παράγεται αποκλειστικά από την παραγωγική εργασία. Πράγματι, αν εξετάσει κανείς τα δεδομένα του 19ου αιώνα —αναλογιζόμενος, για παράδειγμα, πόσοι άνθρωποι εργάζονταν σε μεγάλες αριστοκρατικές επαύλεις τύπου Downton Abbey— θα διαπιστώσει ότι, παρά τον μεγάλο αριθμό απασχολούμενων, δεν επρόκειτο για παραγωγική εργασία. Έτσι, το ζήτημα της παραγωγικής έναντι της μη παραγωγικής εργασίας εντάχθηκε στον πυρήνα της συζήτησης.

Είναι ενδιαφέρον ότι στον Μάλθους άρεσε αυτή η ιδέα της μη παραγωγικής εργασίας, καθώς υποστήριζε ότι ο μόνος τρόπος να εξισορροπηθεί η προσφορά με τη ζήτηση στην αγορά είναι η ύπαρξη μη παραγωγικών τάξεων: ανθρώπων που δεν παράγουν τίποτα, αλλά καταναλώνουν, διασφαλίζοντας έτσι την απαραίτητη κατανάλωση.

Ο Μαρξ, σχολιάζοντας αυτό το σημείο με κάποια δόση ειρωνείας, καλεί τον αναγνώστη να φανταστεί μια οικονομία στην οποία ο κόσμος είναι δομημένος με αυτόν ακριβώς τον τρόπο.

JC: Μπορώ πολύ εύκολα να φανταστώ μια τέτοια οικονομία στη σημερινή εποχή. Τι είναι όμως ακριβώς αυτό με το οποίο διαφωνεί ο Μαρξ στην κριτική που ασκεί στον Σμιθ και στον Ρικάρντο;

DH: Ο Μαρξ σκέφτεται διαλεκτικά. Είναι ένας θεωρητικός της «διαδικασίας».

Αν ρωτήσετε, για παράδειγμα, τι είναι το κεφάλαιο, ο Ρικάρντο θα απαντήσει ότι είναι το χρηματικό ποσό που απαιτείται για την παραγωγή ενός αγαθού, η αξία των πρώτων υλών και η αξία της εργασίας. Για τον Ρικάρντο, το κεφάλαιο είναι κάτι στατικό που υφίσταται εντός αυτού του πλαισίου. Ο Μαρξ, αντίθετα, ορίζει το κεφάλαιο ως «αξία σε κίνηση».

Αν αυτή η κίνηση σταματήσει, η αξία εξαφανίζεται. Γι’ αυτόν τον λόγο η απεργία αποτελεί τόσο ισχυρό όπλο: όσο διαρκεί μια απεργία, δεν παράγεται νέα αξία. Οι καπιταλιστές περιέρχονται σε κρίση επειδή ανακόπτεται η παραγωγή αξίας.

Αυτή η έννοια της «αξίας σε κίνηση» συνδέεται άμεσα με την ανάγκη διαμόρφωσης της ενεργού ζήτησης και των καταναλωτικών συνηθειών που θα απορροφήσουν όλο αυτόν τον όγκο των παραγόμενων προϊόντων. Παρατηρήστε, για παράδειγμα, το φαινόμενο της γρήγορης μόδας. Στην εποχή του Μαρξ, η μόδα αφορούσε μόνο την αστική τάξη που παρέλαυνε στις βουλεβάρτα του Παρισιού. Στη συνέχεια, περάσαμε σε εποχές όπου η μόδα άλλαζε ανά σεζόν ή ανά έτος. Σήμερα, οι τάσεις της μόδας αλλάζουν από ώρα σε ώρα.

Τα πάντα επιταχύνονται. Είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε σε ένα περιβάλλον διαρκούς επιτάχυνσης, διότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να δημιουργηθεί η απαραίτητη ζήτηση. Ο μαρξικός ορισμός, συνεπώς, συμπυκνώνεται στην «αξία σε κίνηση» — σε κάτι που βρίσκεται σε διαρκή δραστηριότητα. Καθώς το κεφάλαιο κυκλοφορεί, μετασχηματίζεται: τη μία στιγμή εμφανίζεται ως εμπόρευμα, την άλλη ως χρήμα, την επόμενη ως παραγωγική διαδικασία. Η αξία μεταβαίνει από τη χρηματική μορφή στη μορφή του εμπορεύματος, κατόπιν στην παραγωγική διαδικασία, και πάλι στην εμπορευματική μορφή. Στη συνέχεια διατίθεται στην αγορά και επιστρέφει εκ νέου στην αλυσίδα της κυκλοφορίας.

Ο Μαρξ επισημαίνει ότι πρόκειται για μια κυκλική διαδικασία, η οποία όμως οφείλει να διευρύνεται συνεχώς — πρόκειται, δηλαδή, για μια ανοδική σπείρα. Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο: η σπειροειδής μορφή είναι απαραίτητη διότι στο τέλος της ημέρας απαιτείται περισσότερη αξία από αυτήν που υπήρχε στην αρχή. Για να προκύψει κέρδος, πρέπει το τελικό ποσό να υπερβαίνει το αρχικό. Συνεπώς, το σύστημα είναι καταδικασμένο να επεκτείνεται.

Όλοι αποδέχονται ότι ο καπιταλισμός ταυτίζεται με την επέκταση και τη μεγέθυνση. Εκεί ακριβώς εντοπίζεται και το πρόβλημα. Κανείς δεν πρόκειται να απαλλαγεί από αυτήν την ανάγκη μεγέθυνσης χωρίς να απαλλαγεί από τον ίδιο τον καπιταλισμό. Γι’ αυτό υπεισέρχεται η επαναστατική θεωρία, υποδεικνύοντας πώς θα μοιάζει η εναλλακτική λύση αν καταργήσουμε την κυκλοφορία του κεφαλαίου και τη διακόψουμε.

Με τη διακοπή της κυκλοφορίας, η αξία εξαφανίζεται, καθώς εξαρτάται από τη συνεχή της κίνηση. Αυτή η αναγκαιότητα της διαρκούς κίνησης είναι εντυπωσιακή. Έφτασα στη Νέα Υόρκη περίπου δύο εβδομάδες πριν από την 11η Σεπτεμβρίου 2001. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία εκείνων των τραγικών ημερών ήταν ότι, μέσα σε τρεις μόλις ημέρες, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ και ο Δήμαρχος Τζουλιάνι εμφανίστηκαν στην τηλεόραση δηλώνοντας: «Πρέπει να σώσουμε την οικονομία. Βγάλτε τις πιστωτικές σας κάρτες και αρχίστε να ψωνίζετε». Για διάστημα τριών ημερών, κάθε καταναλωτική δαπάνη είχε παγώσει εντελώς.

Ολόκληρο το οικοδόμημα του κεφαλαίου απειλήθηκε άμεσα. Γι’ αυτό οι πολιτικοί απεύθυναν έκκληση στο κοινό να χρησιμοποιήσει τις πιστωτικές του κάρτες, να επισκεφθεί τα θέατρα του Μπρόντγουεϊ με εκπτωτικά εισιτήρια και να καταναλώσει. Ήταν σοκαριστικό να βλέπει κανείς έναν κόσμο όπου τα πάντα είχαν σταματήσει.

Η διακοπή συνέβη για τραγικούς λόγους, αλλά από μόνη της η παύση της δραστηριότητας απειλούσε το μέλλον της συσσώρευσης του κεφαλαίου. Επομένως, έπρεπε να ξεπεραστεί το σοκ και να αποκατασταθεί η κατανάλωση όσο το δυνατόν ταχύτερα.

Συχνά αναλογίζομαι: τι θα συνέβαινε αν συμφωνούσαμε όλοι, για μία μόνο εβδομάδα, να μη χρησιμοποιήσουμε τις πιστωτικές μας κάρτες; Ποιες θα ήταν οι επιπτώσεις στην οικονομία; Διαθέτουμε αυτή τη δύναμη. Αν αποφασίζαμε να μην αγγίξουμε τις κάρτες μας για πέντε ημέρες, θα συνειδητοποιούσαμε την τεράστια ισχύ που κρύβει ο καταναλωτισμός — μια ισχύς λανθάνουσα και δύσκολα συντονίσιμη.

Αυτή είναι η πραγματικότητα του σύγχρονου καπιταλισμού. Μπορούμε να μιλήσουμε για την επιτάχυνση, για την αυξανόμενη κλίμακα, και υπάρχουν πολλά που μπορεί να μάθει κανείς από τον Μαρξ. Αυτό όμως που δεν μπορεί να μας πει ο Μαρξ είναι τι κάνει το κεφάλαιο αυτήν ακριβώς τη στιγμή, σήμερα.

Ποιες πτυχές της καπιταλιστικής δυναμικής απειλούν το μέλλον μας; Και ποιες πτυχές μπορούν να αξιοποιηθούν ως θεμέλια για ένα εναλλακτικό οικονομικό σύστημα, το οποίο θα διατηρεί διαφορετική σχέση με την περιβαλλοντική υποβάθμιση και τις ανισότητες;

Ένα από τα ενδιαφέροντα στοιχεία είναι ότι η μόνη χώρα όπου αυτοί οι προβληματισμοί εξετάζονται σοβαρά είναι η Κίνα. Φυσικά, στη Δύση επικρατεί η αντίληψη ότι η Κίνα αποτελεί τον θανάσιμο εχθρό. Συμμερίζομαι πολλές από τις κριτικές που της ασκούνται, ωστόσο οι Κινέζοι αντιλαμβάνονται πλήρως τη σημασία του μετασχηματισμού της οικονομίας προς μια διαφορετική κατεύθυνση, θέτοντας ως κεντρικό άξονα την «κοινή ευημερία». Θα ήμουν ιδιαίτερα ικανοποιημένος αν υπήρχε ένα πολιτικό κόμμα στη χώρα μας που θα έθετε ως στόχο τη διαμόρφωση μιας κοινής ευημερίας, εστιάζοντας στην υγεία, τη στέγαση και την παιδεία.

JC: Έχω ορισμένες ερωτήσεις σχετικά με τον πολυπολικό κόσμο και την κινεζική οικονομία, θα ήθελα όμως πρώτα να υπογραμμίσω ένα συγκεκριμένο σημείο. Αναφέρεστε σε αυτό και στο βιβλίο σας: σήμερα λειτουργούμε υπό το πλαίσιο των νεοκλασικών οικονομικών. Γύρω στη δεκαετία του 1850 εμφανίζεται η λεγόμενη θεωρία της οριακής χρησιμότητας. Για ποιον λόγο συνεχίζουμε να εμμένουμε στη μαρξική θεωρία της αξίας αντί να υιοθετούμε τη θεωρία της οριακής χρησιμότητας ή τα νεοκλασικά οικονομικά;

DH: Η κυνική μου οπτική επί του θέματος είναι ότι η σοσιαλιστική προσέγγιση γύρω από το ερώτημα «αν οι εργάτες παράγουν την αξία, γιατί δεν λαμβάνουν μεγαλύτερο μέρος της;» απέκτησε μεγάλη δυναμική τη δεκαετία του 1840. Εμφανίστηκε το κίνημα των Χαρτιστών και διάφορες άλλες πρωτοβουλίες που συνιστούσαν μια πολύ πραγματική απειλή για το καθεστώς.

Στο σημείο εκείνο, η διαμόρφωση μιας εναλλακτικής θεωρίας της αξίας —η οποία δεν θα έθετε αυτό το επικίνδυνο ερώτημα— ήταν πλέον επιβεβλημένη. Αν ήθελα να εκφραστώ με άκρατο κυνισμό, θα έλεγα ότι κάποιοι κατάλαβαν πως έπρεπε να εφευρεθεί μια εναλλακτική θεωρία αξίας που θα παρέκαμπτε το ζήτημα της εκμετάλλευσης.

Έτσι προέκυψε η οριακή θεωρία, σύμφωνα με την οποία η αξία ισούται με το άθροισμα των οριακών τιμών της γης, της εργασίας και του κεφαλαίου. Συνθέτοντας αυτές τις τρεις οριακές τιμές, λαμβάνεις τη χρηματική αξία του εμπορεύματος.

Εφόσον όμως η προσφορά εργασίας ήταν πολύ πιο εύκολα διαθέσιμη —υπήρχε δηλαδή πολύ περισσότερη ελεύθερη εργασία σε σύγκριση με το διαθέσιμο κεφάλαιο— ήταν αναμενόμενο η οριακή απόδοση του κεφαλαίου να είναι πολύ υψηλότερη λόγω της σχετικής του σπανιότητας. Η σχετική σπανιότητα των τριών αυτών εισροών απέκτησε καθοριστική σημασία: η σπανιότητα του κεφαλαίου έναντι της εργασίας συνεπαγόταν ότι το κεφάλαιο θα καρπωνόταν υψηλότερο ποσοστό απόδοσης σε σχέση με την εργασία.

JC: Σχετικά με αυτά τα υψηλότερα ποσοστά απόδοσης, αναφέρατε ότι ο Ρικάρντο είχε προτείνει ένα μοντέλο αναδιανεμητικού σοσιαλισμού, βασιζόμενος σε αυτή τη σχολή σκέψης. Σήμερα, μια σειρά από ακαδημαϊκούς —με πρώτο τον Τομά Πικετί, για τον οποίο γράφετε και στο βιβλίο σας— κινούνται σε παρόμοια μονοπάτια. Ο Πικετί, στο διάσημο βιβλίο του Το Κεφάλαιο στον 21ο Αιώνα, αναλύει το ζήτημα ως φιλελεύθερος και όχι ως μαρξιστής οικονομολόγος.[..................................]ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

David Harvey: Η Κίνα είναι ήδη παγκόσμια ηγεμονική δύναμη