Το 1980 ο Μανόλης Αναγνωστάκης υπογράφει την Παιδική Μούσα,
μια συλλογή με έμμετρα, ομοιοκατάληκτα σατιρικά ποιήματα, ως
Μανούσος Φάσσης. Το 1987, δεκαέξι ολόκληρα χρόνια από τότε που αποφάσισε
να εγκαταλείψει την ποίηση, ο Μανόλης Αναγνωστάκης επανέρχεται ως
δοκιμιογράφος, προκειμένου να μας συστήσει τον φανταστικό Μανούσο Φάσση
στο βιβλίο Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης. Η ζωή και το έργο του.
[…]
Μανόλης και Μανούσος είναι, βέβαια, όπως γρήγορα έγινε φανερό, το
ίδιο πρόσωπο και τα ποιήματα του Μανούσου προέρχονται ως επί το πλείστον
από τα εφηβικά ή νεανικά χρόνια του ίδιου του Αναγνωστάκη. Έχουμε
λοιπόν να κάνουμε με μια περίπτωση «πλαστής ετεροπροσωπίας», όπως την
ονόμασε η Άντεια Φραντζή, ή, θα μπορούσαμε ίσως να πούμε, με μια ειδική
περίπτωση ετερωνυμίας, με την έννοια ότι ο Μανούσος αποτελεί μια
φαντασιακή προβολή, ένα προσωπείο με «σάρκα και οστά», με τη δική του
βιογραφία, το οποίο καλύπτει ή αναδεικνύει μια πτυχή της ποιητικής
δημιουργίας και της προσωπικότητας του Αναγνωστάκη που αποκλίνει,
φαινομενικά τουλάχιστον, από την καθιερωμένη εικόνα του, όπως αυτή έχει
εμπεδωθεί από την κριτική: πρόκειται για ποιήματα έμμετρα, άλλα
νεορομαντικής κοπής και άλλα σατιρικής διάθεσης και φανταιζί αισθητικής,
που ενσωματώνουν είτε ένα είδος παρωχημένου λυρισμού (η πρώτη
κατηγορία), είτε ένα ανατρεπτικό, αιρετικό, συχνά «χοντροκομμένο»
χιούμορ, που δεν μοιάζει να συνάδει με τη στοχαστική σοβαρότητα της
«κανονικής» ποίησης του Αναγνωστάκη. [...]
Παρόλο όμως που η έκδοση του Μανούσου Φάσση, μαζί με την
πληροφορία ότι τα ποιήματα που περιέχει είναι του ίδιου του Αναγνωστάκη,
προκάλεσε σοκ σε πολλούς αναγνώστες [...], ο Μανούσος δεν απέχει τόσο
από τον Μανόλη, από άποψη ηθική και ιδεολογική, ίσως και ποιητική, από
ό,τι εκ πρώτης όψεως φαίνεται· αποτελούν μάλλον τις δύο όψεις του ίδιου
νομίσματος. Μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι, όπως μαρτυρούν άνθρωποι που τον
γνώριζαν προσωπικά, ο Αναγνωστάκης αγαπούσε τις πλάκες και είχε πολύ
χιούμορ.
Ο Μανούσος Φάσσης προκάλεσε αρχικά μάλλον αμηχανία στην
κριτική, με αποτέλεσμα να απωθηθεί σχεδόν, θα λέγαμε, από το κριτικό
υποσυνείδητο, και να μην αποτιμηθεί όπως του αξίζει, δηλαδή ως μια
ιδιαίτερα περίπλοκη και εξόχως ανατρεπτική παρέμβαση εντός του
λογοτεχνικού πεδίου. Στο πλαίσιο αυτής της παρέμβασης καταρρίπτονται
ειδολογικές συμβάσεις, παραβιάζονται τα όρια μεταξύ τόσο της βιογραφίας,
της αυτοβιογραφίας, της μαρτυρίας, της μυθοπλασίας, του κριτικού
δοκιμίου, του φιλολογικού πονήματος, όσο και μεταξύ του λογοτέχνη και
του κριτικού με τρόπο παιγνιώδη και —φαινομενικά τουλάχιστον—
αυτοϋπονομευτικό και με τα όπλα της σάτιρας, της παρωδίας και ενός
διαβρωτικού, καρναβαλικής υφής χιούμορ, που στρέφεται εναντίον κάθε
είδους σοβαροφάνειας, υπονομεύοντας τις αντιλήψεις περί της υψηλής
αποστολής της ποίησης ή της κριτικής ως θεσμού. […]
Η ΠΟΝΕΜΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΥΟ ΨΥΧΩΝ
ΣΕ ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΑΠΙΑ ΚΑΙ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΗ
―――
Η ΤΙΜΙΑ ΕΞΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ,
ΜΑΣΤΙΓΙΟ ΣΤΗΝ ΥΠΝΩΤΤΟΥΣΑ ΗΘΙΚΗ ΜΑΣ
.
Αν είχα μια κόρη 16 χρονώ θα έκανα να διαβάσει κρυφά
αυτό το βιβλίο και θα ήμουν
ήσυχος ότι ποτέ δε θα κινδύνευε
να παραστρατήσει…
ΓΡ. ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Ο Κατήφορος»
.
Τη λέγαν Φωτεινίτσα κι όχι Κάρμεν
μα κάθονταν με τέτοια χάρη στο σκαμπώ –ολόιδια η Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ–
και της χαμογελούσαν όλοι οι μπάρμεν.
Είχε τα μέσα, λέγαν, με τον Πάριο
και θα ’βγαινε μια μέρα στο πλατώ
με το κόκκινο φούξια ξώπλατο
έχοντας βρει κι έναν καλό ιμπρεσάριο.
Όλοι της δίναν κάργα υποσχέσεις :
«Εσύ θα τραγουδάς με περιεχόμενο. . .».
«Αν δε σε δω μια μέρα στον Ορχομενό
σ’ ένα σκυλάδικο σου επιτρέπω να με χέσεις»,
ήταν τα λόγια του κουρέα του Θανάση
που μεγαλώσανε μαζί στην Κοκκινιά.
Μ’ αυτή είχεν αμολήσει πετονιά
να πιάσει χοντρό ψάρι όπου προφτάσει.
Της δώσαν κάποια μέρα ένα ρολάκι
σε κάποιο μικροσόου στην T.V.
να σειέται και δήθεν να τιτιβί-
ζει ένα σεγκόντο σε πλαίη μπακ του Δάκη.
Βρήκε κι έναν ροκά που ’στεκε σούζα
πού μάτια πια για τ’ άμοιρο παιδί,
καίγονταν ο φτωχός σαν το δαδί
και το ’ριξε στις ασωτείες και στα ούζα.
Γνώρισε κι έναν ψευτογάλλο ατζέντη
μα μόλις τη δοκίμασε είπε: «Νο !
εσύ παιδί μου κάνεις μόνο για πορνό,
μόνο ξεβράκωτη άμα βγεις θα γίνει γλέντι».
Τόλμησε να του πει : «Δεν πάω στο βούρκο
και το κορμί μου εγώ δεν το πουλώ»
(πού να ’χε υπόψη της και τον Ξενόπουλο).
Όμως τα λόγια της αυτά τον κάναν τούρκο.
Της βάρεσε ένα γυριστό χαστούκι,
«Τί θες να γίνεις μωρή κλώσσα αφού ’σαι ψάρι και στο κάτω-κάτω ζεμανφού,
άντε να μου χωθείς σ’ ένα κουτούκι». Μ’ αυτή εκεί, στο πείσμα, στο αντέτι !
Κάτι θα γίνει και για μένα, δεν μπορεί,
δεν είναι κι όλοι τους πια σωματέμποροι,
δεν πρόκειται εγώ να γίνω Μπέττυ. Όμως στο τέλος όλα βγήκαν ουτοπία
και ακολούθησε το δρόμο το γνωστό
(έβγαλε κι ένα σβωλαράκι στο μαστό
κι έτρεχε στους γιατρούς για θεραπεία). Χρόνια στην καταφρόνια και στη χλεύη
κι έπεφτε από αγκαλιά σε αγκαλιά.
Σκαλί-σκαλί κατέβηκε όλα τα σκαλιά
ώσπου πια δεν είχε άλλο να κατέβει. Μα όλα στη ζωή είναι μοιραία
και κάποιο βράδυ από μια πόρτα σκοτεινή
ακούει τ’ όνομά της : «Φωτεινή !».
Γυρνά και βλέπει τον Θανάση τον κουρέα. Της άπλωσε το χέρι κι είπε: «Έλα»,
μ’ αυτή είχε πια τελείως βουβαθεί.
(Μακριά σ’ ένα τζουμπόξ, ένα βαθύ
πονετικό τραγούδι έλεε η Μαρινέλα). Την έσφιξε απαλά το παλικάρι,
«Μόνο μια λέξη ακόμα : μη μιλάς».
Κι αυτή μια θλιβερή πρώην «Σταρ Ελλάς»
αφέθηκε στην αγκαλιά του, ένα ζυμάρι. Μιαν ιστορία σάς αφηγούμαι πονεμένη
που προκαλεί σε δυο καρδιές βαθύ σεισμό.
Δε σας τη λέω για παραδειγματισμό –
απ’ το ’να αυτί σάς μπαίνει, απ’ τ’ άλλο βγαίνει. Μιαν ιστορία κι αυτή σαν τόσες άλλες,
που χρέος ανθρώπινο επιβάλλει να την πω,
ίσως και κάνω κάνα ρήγμα στο ρεπό
της ηθικής σας, ασυνείδητες κ ο υ φ ά λ ε ς .
Κι αν τα χρόνια περνούν μη σε νοιάζει
Ο καιρός είναι ακόμα μπροστά
Στην καρδιά μην το βάζεις μαράζι
Και χαρές η ζωή μας χρωστά
Κι αν τα χρόνια περνούν θα 'ρθουν άλλα
Πιο ωραία και πιο λαμπερά
Φτάνει όνειρα να 'χεις μεγάλα
Κι ανοιχτά της χαράς τα φτερά
Κι αν τα χρόνια περνούν μη σε μέλει
Η ζωή σου γελά στο ΚΑΠΗ
Αν ο άνθρωπος παύει να θέλει
Τότε μονάχα γερνά, στο 'χω πει
Κι αν τα χρόνια περνούν θα 'ρθουν άλλα
Πιο ωραία και πιο λαμπερά
Φτάνει όνειρα να 'χεις μεγάλα
Κι ανοιχτά της χαράς τα φτερά
Κι αν τα χρόνια περνούν μη λυπάσαι
Φτάνει ο έρωτας να 'ναι εδώ
Και παιδί στην καρδιά πάντα θα 'σαι
Κι εγώ πάντα θα σου τραγουδώ
Κι αν τα χρόνια περνούν θα 'ρθουν άλλα
Πιο ωραία και πιο λαμπερά
Φτάνει όνειρα να 'χεις μεγάλα
Κι ανοιχτά της χαράς τα φτερά
Και αν τα χρόνια περνούν θα 'ρθουν άλλα
Η ζωή θα 'ναι πιο φωτεινή
Άναψε όλα τα φώτα στη σάλα
Να χορέψει η Κομοτηνή
Η
ιδέα για τη δημιουργία του τραγουδιού ήταν του Στέλιου Σταμπουλίδη, ο
οποίος ανέλαβε και όλα τα έξοδα της έκδοσης. Κυκλοφόρησε σε περιορισμένα
αντίτυπα από τα Κ.Α.Π.Η. του Δήμου Κομοτηνής το 2008. Ένα πανέμορφο
τραγούδι για τους αγαπημένους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας, από δυο
σημαντικούς δημιουργούς.
Γράφει, στο σημείωμα του cd, ο στιχουργός Αντώνης Παπαϊωάννου:
«Πότε
καταργείται η ηλικία; Ή μάλλον αυτό που μάθαμε να αποκαλούμε ¨διαφορά
ηλικίας¨; Όταν δυο άνθρωποι είναι ερωτευμένοι και βιώνουν τα ίδια
συναισθήματα. Όταν δυο άνθρωποι συνεργάζονται πάνω σ' έναν κοινό σκοπό.
Όταν δυο άνθρωποι κάνουν τα ίδια όνειρα. Όταν δυο άνθρωποι έχουν την
ίδια διάθεση για ζωή. Ο έρωτας, λοιπόν, η εργασία, ο στόχος, τα όνειρα
δεν έχουν ηλικία. Έτσι καταργούν τις προκαταλήψεις για την ηλικία οι
φίλοι μας του ΚΑΠΗ Κομοτηνής κάνοντας τραγούδι τη ζωή τους. Εμείς οι
νεότεροι για το παράδειγμα που μας δίνουν, και ιδιαίτερα εγώ και ο
Θανάσης Γκαϊφύλλιας δηλώνουμε ευτυχισμένοι για τους νέους μας
¨συνομήλικους¨ φίλους».
Η μουσική της Chloé Antoniotti είναι αναμφισβήτητα κινηματογραφική. Αυτό δεν προκαλεί έκπληξη: η πιανίστρια είναι παθιασμένη με τον κινηματογράφο και αναφέρει ως πηγές έμπνευσης τους Xavier Dolan και Hayao Miyazaki, καθώς και τους Max Richter, Barbara, Sébastien Tellier και Erik Satie. Η φύση έχει επίσης ασκήσει βαθιά επιρροή στον κόσμο της μουσικού. Το να μεγαλώνεις στην Aix-les-Bains, περιτριγυρισμένο από συνεχώς μεταβαλλόμενα και εντυπωσιακά τοπία, σίγουρα ευνοεί την τόνωση τόσο της ευαισθησίας όσο και της δημιουργικότητας.
Για όλους αυτούς τους λόγους, οι συνθέσεις της Chloé Antoniotti δημιουργούν τόσες πολλές εικόνες όταν τις ακούμε. Ακολουθώντας μια λεπτή γραμμή, αυτή η μουσική μας ταξιδεύει μέσα από τη μελαγχολία, τη χαρά, τη νοσταλγία, την ελπίδα και τη θλίψη... Μας οδηγεί με λεπτότητα και οικειότητα σε ένα αληθινό εσωτερικό ταξίδι.
Η Chloé Antoniotti, αυτοδίδακτη πιανίστρια, συνέθεσε τρία EP μεταξύ 2024 και 2026: Bouquet, Bouquet II και Mana. Παρουσίασε μια επιλογή από αυτές τις συνθέσεις στο κοινό στην Ημέρα Πιάνου, στο φουαγιέ του Théâtre Nanterre-Amandiers.
Γυρίστηκε στις 3 Φεβρουαρίου 2026 στο Θέατρο Nanterre-Amandiers.
Με μια μικρή έκπληξη πληροφορηθήκαμε
ότι ο υπουργός Υγείας της κυβέρνησης Μητσοτάκη, Άδωνης Γεωργιάδης, αλλά
και ο Γραμματέας της Πολιτικής Επιτροπής της Νέας Δημοκρατίας,
Κωνσταντίνος Κυρανάκης έδωσαν νωρίτερα μέσα στη χρονιά συνέντευξη στο
αμερικανικό Breitbart News εκθειάζοντας τον Τραμπ, ως «ηγέτη της Δύσης»
και εκπλιπαρώντας τον να πάρει θέση για την επιστροφή των μαρμάρων του
Παρθενώνα.
Η συνέντευξη, την οποία μπορεί να διαβάσει κανείς εδώ, προσφέρει άφθονο υλικό. Για παράδειγμα, ο Άδωνις, με την χαρακτηριστική του ευφράδεια, χαρακτήρισε τον Τραμπ «φυσικό ηγέτη του δυτικού κόσμου», ενώ συνέχισε λέγοντας ότι «ο
ηγέτης που θα καταφέρει να συμβεί αυτό (= η επιστροφή των μαρμάρων) θα
γίνει μέρος της ιστορίας του Παρθενώνα. Και, όπως αντιλαμβάνεστε, ο
Παρθενώνας βρίσκεται εδώ εδώ και 2.500 χρόνια και θα εξακολουθεί να
βρίσκεται εδώ και σε άλλα 2.500 χρόνια. Δεν υπερβάλλω». Ή ακόμα,
ότι εμφανίστηκε στη συνέντευξη φορώντας μανικετόκουμπα με τον Τραμπ, τα
οποία, όπως ο ίδιος είπε, του αρέσει να επιδεικνύει στους κομμουνιστές
για να… προστατευθεί!
Θα μπορούσε κανείς να σταθεί σε τέτοιες λεπτομέρειες. Εμείς, όμως, θα
αφήσουμε το κουτσομπολιό στην άκρη. Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί ο
Κυριάκος Μητσοτάκης και κορυφαία στελέχη της κυβέρνησής του επιλέγουν
το τελευταίο διάστημα να παραχωρούν συνεντεύξεις στο Breitbart.
Τι είναι το Breitbart; Μα, η πύλη της εναλλακτικής δεξιάς
Το Breitbart News ιδρύθηκε το 2007 από τον Αμερικανό δημοσιογράφο
Άντριου Μπράιτμπαρτ. Αρχικά αποτελούσε έναν ακόμη ιστότοπο της
αμερικανικής συντηρητικής δεξιάς, με έμφαση στην κριτική προς τους
Δημοκρατικούς, τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης και την πολιτική ορθότητα.
Την ίδια περίπου περίοδο, σε έναν εντελώς διαφορετικό χώρο του
διαδικτύου, άρχιζε να διαμορφώνεται ένα νέο ιδεολογικό ρεύμα. Το 2008, ο
Αμερικανός λευκός εθνικιστής Ρίτσαρντ Σπένσερ εισήγαγε τον όρο «εναλλακτική δεξιά»
(alt- Right). Σύμφωνα με τον ίδιο, επρόκειτο για μια νέα πολιτική
ταυτότητα που θα διαφοροποιούνταν τόσο από τον παραδοσιακό αμερικανικό
συντηρητισμό όσο και από τις ιστορικές οργανώσεις λευκής υπεροχής.
Όπως παρατηρούσε ήδη από το 2016, η συγγραφέας Μάριαν Μπότσφορντ
Φρέιζερ στην εφημερίδα The Globe and Mail, ο όρος «Alt – Right»
λειτουργούσε ως ένας ευφημισμός. Αντί για όρους στιγματισμένους στις
συνειδήσεις από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, o Σπένσερ πρότεινε μια νέα
ονομασία που ακουγόταν σχεδόν ουδέτερη, ίσως και προοδευτική. «Ακούγεται ενδιαφέρουσα, σαν ένας εναλλακτικός τρόπος ζωής», γράφει η Φρέιζερ. «Στην
πραγματικότητα όμως κρύβει κάτω από ένα εύηχο σύνθημα λέξεις όπως
“φασίστας”, “ρατσιστής”, “ναζί” και “υποστηρικτής της λευκής υπεροχής”».
Παρόμοια ήταν και η ανάλυση του The New Yorker, σύμφωνα με το οποίο ο Σπένσερ χρησιμοποιούσε συστηματικά την έννοια της «ευρωπαϊκής ταυτότητας» αντί να μιλά ανοιχτά για λευκό εθνικισμό, επιχειρώντας να δώσει στο κίνημα μια διανοουμενίστικη εικόνα.
Σύμφωνα με την εκτενή μελέτη του ερευνητή Μάθιου Λάιονς,
η Alt-Right δεν υπήρξε ποτέ ενιαία οργάνωση. Αντίθετα, αποτέλεσε ένα
δίκτυο διαφορετικών ιδεολογικών ρευμάτων που συνυπήρχαν χωρίς ενιαία
ηγεσία. Στον πυρήνα της βρισκόταν ο λευκός εθνικισμός: η άποψη ότι οι
Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε να αποτελούν κράτος λευκών ευρωπαϊκής
καταγωγής και ότι η πολυφυλετική δημοκρατία συνιστά ιστορικό λάθος.
Γύρω από αυτόν τον πυρήνα αναπτύχθηκαν διαφορετικές σχολές. Η πρώτη ήταν ο λεγόμενος επιστημονικός ρατσισμός,
ο οποίος επιχειρούσε να παρουσιάσει ως επιστημονικά τεκμηριωμένες τις
υποτιθέμενες διαφορές νοημοσύνης μεταξύ φυλετικών ομάδων. Οργανώσεις
όπως το American Renaissance αποτέλεσαν βασικούς εκφραστές αυτής της
τάσης.
Η δεύτερη ήταν η Ευρωπαϊκή Νέα Δεξιά (European New Right).
Σε αντίθεση με τον παραδοσιακό βιολογικό ρατσισμό, οι θεωρητικοί της
απέφευγαν τις αναφορές στην «ανωτερότητα» των φυλών. Αντί γι’ αυτό
μιλούσαν για «διατήρηση της ευρωπαϊκής ταυτότητας», «πολιτισμική
διαφορετικότητα» και «βιοπολιτισμική ποικιλομορφία». Σύμφωνα με τον
Λάιονς, η αλλαγή αφορούσε κυρίως τη γλώσσα. O στόχος παρέμενε ο
εθνοτικός διαχωρισμός των κοινωνιών.
Ένα τρίτο ρεύμα προερχόταν από τη λεγόμενη manosphere, ένα
δίκτυο ιστοσελίδων και διαδικτυακών κοινοτήτων που υποστήριζαν ότι ο
φεμινισμός καταπιέζει τους άνδρες και ότι η ισότητα των φύλων απειλεί
τον δυτικό πολιτισμό. Μεταγενέστερες ακαδημαϊκές έρευνες έδειξαν ότι
σημαντικό μέρος του κοινού αυτών των κοινοτήτων μετακινήθηκε σταδιακά
προς την Alt Right, ιδιαίτερα μέσω πλατφορμών όπως το Reddit και το
YouTube.
Τέλος, σημαντική επιρροή άσκησε το νεοαντιδραστικό ρεύμα
(Dark Enlightenment), με σημαντικότερο εκπρόσωπο τον Κέρτις Γιάρβιν. Οι
υποστηρικτές του δεν επικεντρώνονταν τόσο στη φυλή όσο στην απόρριψη
της ίδιας της φιλελεύθερης δημοκρατίας, υποστηρίζοντας αυταρχικά μοντέλα
διακυβέρνησης αντί της λαϊκής κυριαρχίας.
Παρά τις σημαντικές μεταξύ τους διαφορές, τα περισσότερα από αυτά τα
ρεύματα συγκλίνουν σε τρία βασικά σημεία: την απόρριψη της
πολυπολιτισμικής κοινωνίας, την εχθρότητα προς τη μεταπολεμική
φιλελεύθερη δημοκρατία και την αντίληψη ότι οι κοινωνίες πρέπει να
οργανώνονται γύρω από εθνικές, πολιτισμικές ή φυλετικές ιεραρχίες.
Έρωτας με την πρώτη ματιά
Το 2012, οι φαινομενικά παράλληλες διαδρομές του Breitbart και της Alt-Right διασταυρώνονται.
Μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Άντριου Μπράιτμπαρτ, την ηγεσία του μέσου
αναλαμβάνει ο Στιβ Μπάνον. Μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια, το Breitbart
θα μετατραπεί σε ένα από τα σημαντικότερα μέσα του τραμπικού κινήματος
και θα βρεθεί στο επίκεντρο της συζήτησης για τη σχέση του με την
Alt-Right.
Η μετανάστευση, το Ισλάμ, η δημογραφική αλλαγή, η παγκοσμιοποίηση και
η αντιπαράθεση με τις πολιτικές και πολιτισμικές ελίτ μετατράπηκαν
σταδιακά στα κυρίαρχα θέματα του ιστότοπου. Σε συνέντευξή του στο PBS
Frontline, ο τότε αρχισυντάκτης του Breitbart Άλεξ Μάρλοου περιέγραψε
τον Μπάνον ως άνθρωπο που έβλεπε το μέσο όχι απλώς ως ειδησεογραφικό
οργανισμό αλλά ως πολιτικό εργαλείο, ικανό να επηρεάζει την ατζέντα της
δημόσιας συζήτησης.
Η αλλαγή αυτή αποτυπώθηκε και στη θεματολογία του ιστότοπου. Σύμφωνα με έρευνα του Data & Society Research Institute
για τη διαδικτυακή παραπληροφόρηση και τη χειραγώγηση της δημόσιας
συζήτησης, το Breitbart άρχισε να λειτουργεί ως «γέφυρα» ανάμεσα στα
περιθωριακά φόρουμ της άκρας δεξιάς και στο ευρύτερο συντηρητικό κοινό
των Ηνωμένων Πολιτειών. Η έκθεση περιγράφει ένα επικοινωνιακό
οικοσύστημα στο οποίο ιδέες που γεννιούνταν σε πλατφόρμες όπως το 4chan,
το 8chan και αργότερα το Reddit μεταφέρονταν σταδιακά σε μέσα με πολύ
μεγαλύτερη απήχηση, με σημαντικότερο το Breitbart.
Την ίδια περίοδο, το ίδιο το κίνημα της Alt Right άρχισε να
μεγαλώνει. Από έναν μικρό κύκλο «διανοουμένων» και μπλογκς, μετατράπηκε
σε ένα ευρύτερο «διαδικτυακό κίνημα». Σύμφωνα με τον Μάθιου Λάιονς,
καθοριστικό ρόλο έπαιξαν πλατφόρμες όπως το Reddit, το 4chan και το
8chan, όπου αναπτύχθηκε μια κουλτούρα που συνδύαζε την πολιτική
προπαγάνδα, διαδικτυακές προκλήσεις, χιούμορ και ανωνυμία, και όπου η
χρήση των memes αντιμετωπιζόταν ως πολιτικό εργαλείο. Εικόνες, σατιρικά
σκίτσα και συνθήματα σχεδιάζονταν ώστε να διαδίδονται μαζικά στα
κοινωνικά δίκτυα, να προκαλούν αντιδράσεις και να μεταφέρουν πολιτικά
μηνύματα με τρόπο που συχνά δυσκόλευε την κριτική τους. Η τακτική αυτή
έγινε γνωστή ως meme warfare («πόλεμος των memes») και αποτέλεσε ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της διαδικτυακής παρουσίας της Alt Right.
Σύμφωνα με την έκθεση του Data & Society, πολλές από τις
αφηγήσεις που ξεκινούσαν από αυτές τις πλατφόρμες εμφανίζονταν στη
συνέχεια στη θεματολογία του ιστότοπου, αποκτώντας πολύ μεγαλύτερη
δημοσιότητα.
Την ίδια περίοδο εμφανίστηκε και ένας νέος όρος: Η Alt-lite.
Ο όρος επινοήθηκε από δημοσιογράφους από τους ίδιους τους ανθρώπους της Alt-Right,
προκειμένου να περιγράψουν πρόσωπα που προωθούσαν μεγάλο μέρος της
πολιτισμικής και πολιτικής ατζέντας τους, χωρίς όμως να υιοθετούν
δημόσια τον λευκό εθνικισμό ή την ιδέα ενός λευκού εθνοκράτους. Στην
κατηγορία αυτή εντάχθηκαν προσωπικότητες όπως ο Μάιλο Γιαννόπουλος, ο
Γκάβιν ΜακΊνες, η Λόρεν Σάουδερν και άλλοι σχολιαστές της αμερικανικής
και καναδικής δεξιάς.
Ο ίδιος ο Μάιλο Γιαννόπουλος, βρετανός δημοσιογράφος ελληνικής
καταγωγής και τότε αρθρογράφος του Breitbart, αποτέλεσε ίσως το πιο
χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το 2016 δημοσίευσε στο Breitbart το άρθρο «An Establishment Conservative’s Guide to the Alt-Right»,
επιχειρώντας να παρουσιάσει την Alt Right ως ένα ευρύτερο
«αντικαθεστωτικό» ρεύμα της δεξιάς, υποβαθμίζοντας τον ρόλο του λευκού
εθνικισμού στο εσωτερικό του.
Η παρουσίαση αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις ακόμη και μέσα στην
ίδια την Alt-Right. Ο Ρίτσαρντ Σπένσερ θεώρησε ότι το άρθρο συνέβαλε στη
διάδοση των ιδεών του κινήματος σε εκατομμύρια αναγνώστες. Άλλοι όμως,
όπως ο Μπραντ Γκρίφιν του ιστολογίου Occidental Dissent, κατηγόρησαν τον
Μάιλο Γιαννόπουλος ότι προσπαθούσε να μετατρέψει την Alt Right σε ένα
πιο «εύπεπτο» πολιτικό προϊόν για το συντηρητικό κοινό.
Η πιο χαρακτηριστική επιβεβαίωση αυτής της αντίληψης προήλθε από τον
ίδιο τον Ρίτσαρντ Σπένσερ. Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε, τον
Αύγουστο του 2016, ότι ο Στιβ Μπάνον αναλαμβάνει επικεφαλής της
προεκλογικής του εκστρατείας, ο Σπένσερ δήλωσε δημόσια: «Το
Breitbart λειτούργησε ως πύλη εισόδου προς τις ιδέες και τους συγγραφείς
της Alt Right. Έχει ανθρώπους που μας αντιμετωπίζουν σοβαρά, ακόμη κι
αν οι ίδιοι δεν είναι μέλη της Alt Right».
Την ίδια περίπου εκτίμηση διατύπωναν και εκπρόσωποι του νεοναζιστικού
χώρου. Ο Άντριου Άνγκλιν, ιδρυτής του ιστοτόπου Daily Stormer, δήλωνε
σε συνέντευξή του το 2016: «Τα
άρθρα που δημοσιεύει το Breitbart για τους μαύρους στην Αμερική και
τους μουσουλμάνους στην Ευρώπη είναι ουσιαστικά αυτά που θα διάβαζες στο
Daily Stormer».
Η ιστορία επικεντρώνεται στον Νταν Άνταμς (Όνσλοου Στίβενς), έναν εισαγγελέα που σκόπιμα χάνει μια υπόθεση επειδή ο κατηγορούμενος είναι ο αδερφός του, Έντι. Αισθανόμενος ενοχές, ο Νταν παραιτείται και πιάνει δουλειά σε μια ασφαλιστική εταιρεία, με σκοπό να εξαρθρώσει μια σπείρα απάτης με επικεφαλής τον γκάνγκστερ «Δούκα» Τρότι (Νόελ Μάντισον), στην οποία εμπλέκεται και ο αδερφός του.
Ο Έντι υπό την πίεση του αδελφού του αποφασίζει να εγκαταλείψει τη σπείρα και να κάνει σωστή ζωή, αλλά οι άνδρες του Δούκα τον δολοφονούν. Ο Νταν, με τη βοήθεια της συναδέλφου του Κάρολ Κάρτερ (Κέι Λίνεϊκερ), προσπαθεί να φέρει τον Δούκα και τη συμμορία του στη Δικαιοσύνη.
Η πλοκή δείχνει τις πρώτες προσπάθειες της Αστυνομίας για επιστημονική εξιχνίαση εγκλημάτων, όπως χρήση κινηματογραφικού φιλμ για να αποκαλυφθεί μια δήθεν ανάπηρη απατεώνισσα, καθώς και την εύρεση καθοριστικών στοιχείων (π.χ. χνούδι από το κομμωτήριο του Δούκα πάνω στο πτώμα του Έντι) για τη συλλογή πειστηρίων .
Η ταινία δίνει μιαν όψη της εγκληματικότητας της εποχής στις ΗΠΑ αλλά και τη λειτουργία των ασφαλιστικών εταιρειών στα πρώτα βήματά τους, εταιρείες που αργότερα έγιναν κολοσσοί και άλλαξαν προς το χειρότερο τη ζωή των Αμερικανών.
Υπήρξε πρωτίστως άνθρωπος με απεριόριστο σεβασμό στην αξία της νόησης, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, μολονότι ο ίδιος είχε πει στην «Κ» (17/2/2020): «Είμαι ερασιτέχνης της γνώσης».
Αυτή η παραδοχή ουσιαστικά επιβεβαιώνει την αρχική κρίση. Γεννημένος
στην Αθήνα το 1937 από αστική οικογένεια που είχε ρίζες στη νομική και
στην πολιτική, ξεκίνησε τις σπουδές του από τη Νομική Σχολή του
Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά αυτό υπήρξε για εκείνον μόνον η αφετηρία. Οι
σπουδές του στη Χαϊδελβέργη, στο Μόναχο, στο Παρίσι, στο Γέιλ και οι
κατοπινές συνεργασίες του ως επισκέπτη καθηγητή στα Πανεπιστήμια
Κολούμπια, Πρίνστον, NYU τον έφεραν σε συνεχή επαφή με τις παραδόσεις
της ευρωπαϊκής και αμερικανικής διανόησης. Η κοινωνιολογία, η φιλοσοφία του δικαίου, η πολιτική θεωρία και η ιστορική ανάλυση συνέθεσαν το πεδίο εντός του οποίου πορεύθηκε.
Ελαβε το πτυχίο του από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το
1958 και συνέχισε τις σπουδές του στη Φιλοσοφία του Δικαίου, στην
Κοινωνιολογία και στις Κοινωνικές Επιστήμες. Κατά τα έτη 1968-1985
υπήρξε τακτικός καθηγητής Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου του Παρισιού
(Panthéon-Sorbonne – Paris 1) και από το 1985 και έκτοτε ήταν τακτικός
καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου
Αθηνών. Παράλληλα από το 1981 έως το 1989 άσκησε καθήκοντα
επιστημονικού διευθυντή στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ) και
το 1993 ορίστηκε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του ΕΚΚΕ, θέση που
διατήρησε έως το 1996.
Δεν επεδίωξε ποτέ να γίνει εκλαϊκευτικός στοχαστής και
πανεπιστημιακός δάσκαλος. Ο λόγος του διατηρούσε την πυκνότητα της
κοινωνικής θεωρίας και δεν υποχωρούσε μπροστά στην ανάγκη μιας
απλοποιημένης δημόσιας επικοινωνίας. Δεν επρόκειτο όμως για διανοητικό
ελιτισμό. Δήλωνε ότι θεωρούσε ανέκαθεν τον εαυτό του αριστερό,
αναγνωρίζοντας παράλληλα πως οι παλαιοί πολιτικοί διαχωρισμοί είχαν
γίνει πλέον δυσδιάκριτοι («Κ», 17.02.2020). Μέχρι τις πιο πρόσφατες
δημόσιες παρεμβάσεις του μιλούσε για την ανάγκη συγκρότησης μιας
Αριστεράς ικανής να αντιμετωπίσει τα πραγματικά κοινωνικά προβλήματα της
χώρας: τη διάκριση μεταξύ κοινωνικής δικαιοσύνης και αδικίας.
Ταυτόχρονα, η αμφιβολία και η διαρκής ανάγκη επανε-ξέτασης των
βεβαιοτήτων αποτελούσαν συστατικά της ιδεολογικής του σκευής. «Αν
θέλουμε να είμαστε άξιοι να ομνύουμε σε μια βαρύγδουπη λέξη που ούτως ή
άλλως μας υπερβαίνει, θα πρέπει να παραδεχτούμε πως “η ελευθερία υπάρχει
μόνον για εκείνους που πάντα τολμούν να σκέφτονται διαφορετικά” (σ.σ.
Ρόζα Λούξεμπουργκ, «Η Ρωσική Επανάσταση»), όχι μόνον από τους άλλους,
αλλά και από τον ίδιο τον περιφρουρημένο τους εαυτό», έγραψε στο βιβλίο
του «Ο αόρατος Λεβιάθαν. Δημοκρατία, δικαιοσύνη και ηθική στα χρόνια της
κρίσης» (Πόλις, 2020).
Η Γαλλία υπήρξε αποφασιστική στη διαμόρφωση της σκέψης του. Στο
Παρίσι βρέθηκε σε ένα περιβάλλον όπου η κοινωνιολογία, η φιλοσοφία, ο
μαρξισμός, η πολιτική θεωρία και η ιστορική σκέψη βρίσκονταν σε έντονη
και δημιουργική συνομιλία. Εκεί διαμορφώθηκε μεγάλο μέρος του
πνευματικού του ορίζοντα γνωρίζοντας από κοντά τις συγκρούσεις που
σημάδεψαν τη γαλλική και ευρωπαϊκή διανόηση της δεκαετίας του 1960.
Από την Αθήνα στο Παρίσι, από την πολιτική στράτευση της νεότητας στη
σύνθετη κοινωνική θεωρία της ωριμότητας, όλη του η πορεία συ- νιστά ένα
σημαντικό κεφάλαιο της ελληνι- κής μεταπολεμικής διανόησης.
Αδελφικός φίλος με τον καθηγητή Νίκο Πουλαντζά,
μοιράστηκαν μια βαθιά, ουσιαστική σχέση μέχρι το αδόκητο, τραγικό τέλος
του τελευταίου που σημάδεψε τον Τσουκαλά. Υπήρξε επίσης επιστήθιος φίλος
του Κώστα Σημίτη επί πολλές δεκαετίες. «Σε μια εποχή που όλα στο τέλος
καταλήγουν σε μια εικόνα ή ένα ολόγραμμα εσύ ήσουν αλλού», είπε
συγκινημένος στον επικήδειο λόγο του για τον πρώην πρωθυπουργό, το 2025.
Συνθεμελιωτής του κλάδου της κοινωνιολογίας στην Ελλάδα,
προέταξε τον ιστορικό χαρακτήρα της κοινωνιολογικής προσέγγισης. Η
διαδρομή του από την Αθήνα στο Παρίσι, από τη νομική στην κοινωνιολογία,
από την πολιτική στράτευση της νεότητας στη σύνθετη κοινωνική θεωρία
της ωριμότητας, συνιστά ένα σημαντικό κεφάλαιο της ελληνικής
μεταπολεμικής διανόησης. Από το πρώτο του βιβλίο «The Greek Tragedy»
(Harmondsworth Penguin, 1969) έως τα «Είδωλα πολιτισμού» (Θεμέλιο, 1982)
και από το «Πόλεμος και ειρήνη μετά το τέλος της ιστορίας»
(Καστανιώτης, 2006) έως το «Age of Anxiety» (Eris, 2018), το ενδιαφέρον
του επιστρέφει σταθερά στα μεγάλα ερωτήματα της νεωτερικότητας:
ελευθερία και ισότητα, κράτος και κοινωνία, εξουσία και δημοκρατία,
κοινωνική αναπαραγωγή και αλλαγή.
Το 2015 ήταν επικεφαλής του ψηφοδελτίου Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ. Το
2025 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, στην έδρα
«Κοινωνιολογία – Κοινωνική Θεωρία» της Γ΄ Τάξης των Ηθικών και
Κοινωνικών Επιστημών της, ύστατη θεσμική αναγνώριση του υψηλού επιπέδου
συγγραφικού και διδακτικού έργου του. Η υπουργός Πολιτισμού στον
αποχαιρετισμό της απηύθυνε ειλικρινή συλλυπητήρια στη σύζυγό του,
συγγραφέα, ψυχολόγο και πανεπιστημιακό Φωτεινή Τσαλίκογλου, στους
αμέτρη-τους μαθητές και φίλους του.
Το τελευταίο αντίο έχει προγραμματιστεί για σήμερα στο αποτεφρωτήριο Ριτσώνας.
2.Κωνσταντίνος Τσουκαλάς (1937-2026): «Ο βασικός στόχος κάθε εξουσίας είναι να μην αλλάξει τίποτα» (Συνέντευξη)
Δυστυχώς
δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα η δυνατότητα της αριστεράς να διατυπώσει
ένα πολιτικό όνειρο ικανό να πείσει. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO Οι Αθηναίοι
Η
εκτέλεση του Μπελογιάννη τον έκανε αριστερό. Η αυτοκτονία του Νίκου
Πουλαντζά, μπροστά στα μάτια του, τον καθόρισε. Ο Κωνσταντίνος
Τσουκαλάς, ένας από τους σημαντικότερους διανοούμενους της
μεταπολιτευτικής Ελλάδας, αφηγείται στη LIFO το προσωπικό του ταξίδι.
Γεννήθηκα
στην Αθήνα και το πρώτο μου σπίτι ήταν στην οδό Σπευσίππου. Η
οικογένειά μου ήταν αστικής προελεύσεως, με πατέρα, παππού και προπάππου
δικηγόρο. Είμαι παιδί της Κατοχής, αλλά δεν μπορώ να πω ότι έζησα τις
κακουχίες που βίωσαν οι περισσότεροι Έλληνες, δεν πείνασα. Από τα
παιδικά μου χρόνια θυμάμαι ότι ήμουν πολύ προστατευμένος, με τη μητέρα
μου να περπατάει δεκάδες χιλιόμετρα για να μου φέρει να φάω από
διάφορους προμηθευτές που είχε ακόμα και στον μακρινό Ασπρόπυργο. Η
Κατοχή είχε σκεπάσει τα πάντα με έναν γκρίζο μανδύα. Φόβος και σιωπή
στους δρόμους. Θυμάμαι τον πατέρα μου με χακί αλλά και τους Γερμανούς να
παρελαύνουν στη Βασιλίσσης Σοφίας. Πώς να ξεχάσω τους βομβαρδισμούς του
’40, που τους άκουγα σε ένα υπόγειο που είχε μετασκευάσει σε καταφύγιο ο
παππούς μου, με τον οποίο ζούσαμε μαζί. Αλλά και το γεγονός ότι οι
γονείς μου χώρισαν λίγες μέρες πριν ξεσπάσει ο πόλεμος.
• Ο
πατέρας μου υπήρξε δικηγόρος του Νίκου Μπελογιάννη. Ίσως είμαι ο
τελευταίος επιζών της δίκης του, αφού, ως παιδί, ήμουν παρών στο έκτακτο
στρατοδικείο. Θυμάμαι ότι τα είχα χάσει και ρωτούσα τον πατέρα μου: «Ρε
μπαμπά, τι θα του κάνουν;». Κι εκείνος μου απάντησε: «Παιδί μου, αυτόν
τον άνθρωπο θα τον εκτελέσουν για τις ιδέες του». Νομίζω ότι η φράση
αυτή του πατέρα μου ήταν το κουδουνάκι που χτύπησε μέσα μου και το οποίο
με έσπρωξε στην αγκαλιά της αριστεράς. Εμμέσως ο Μπελογιάννης με έκανε
αριστερό. Ήταν μια εμπειρία που με διαμόρφωσε βαθιά. Πιθανόν εκεί να
γεννήθηκε το ενδιαφέρον μου για την κοινωνία και τους μηχανισμούς της.
•
Η μητέρα μου, με καταγωγή απ’ την Πάτρα, ήταν μια βαθιά καλλιεργημένη
γυναίκα. Ήξερε πέντε ξένες γλώσσες. Το σπίτι μας ήταν γεμάτο βιβλία.
Διάβαζα από μικρός: Ιούλιο Βερν, Πόε, Σαίξπηρ, Καβάφη, αλλά και τους
κλασικούς της Δύσης. Όταν είσαι μοναχοπαίδι και διαβάζεις λογοτεχνία,
αυτό δεν μπορεί παρά να σε επηρεάζει σημαντικά. Στις κοινωνικές
επιστήμες βρέθηκα από σύμπτωση. Όπως ήταν λογικό χάρη στα οικογενειακά
ερεθίσματα, ο πατέρας μου με έγραψε στη Νομική, χωρίς όμως να το επιθυμώ
ιδιαίτερα. Για λίγα χρόνια πρόλαβα να ασκήσω τη δικηγορία, αλλά
αποφάσισα ότι δεν ήταν αυτό που ήθελα να κάνω στη ζωή μου. Στο μεταξύ,
είχα πραγματοποιήσει μεταπτυχιακές σπουδές στα πανεπιστήμια της
Χαϊδελβέργης και του Μονάχου στη Γερμανία, του Παρισιού στη Γαλλία και
του Γέιλ στις ΗΠΑ. Εργάστηκα ως ερευνητής στο Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών
Αθηνών (1963-1967) και στο γαλλικό Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών
(CNRS, 1968).
«Στα μάτια των
νέων σήμερα βλέπω θυμό και φόβο, αλλά όχι αμφιβολία. Έναν εξατομικευμένο
τρόμο, οι νέοι άνθρωποι παρατηρούν τη ζωή τους σαν να μην έχει νόημα.
Μια πλήρη αδυναμία να φανταστούν ένα μέλλον. Τους προσφέρουν μια έτοιμη
τροφή στηριζόμενη στη θατσερική λογική ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση.
Και γι’ αυτό βιαιοπραγούν έναντι των πάντων. Διδάσκονται ότι όλοι
πρέπει να ανταγωνίζονται όλους».
• Όταν ξέσπασε η
δικτατορία, έμενα σ’ ένα παμπάλαιο σπίτι που είχε έναν θυρωρό. Ήταν ένας
φτωχός μεροκαματιάρης που με συμπαθούσε πολύ. Μια μέρα μού χτύπησε το
κουδούνι και μου είπε: «Είσαι μόνος;». Με τράβηξε στο παράθυρο και μου
έδειξε τρεις αστυνομικούς να περιμένουν απ’ έξω. Μου αποκάλυψε ότι
έπαιρνε λεφτά για να τους λέει ποιος είναι επικίνδυνος για τη χούντα.
Και συνέχισε: «Μάζεψε ό,τι έχεις γιατί θα έρθουν να σε ψάξουν». Αυτός ο
άνθρωπος ήταν ο πρώτος που αγκάλιασα και φίλησα όταν επέστρεψα στην
Ελλάδα μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Πιστεύω ότι αυτή είναι η
καλή πλευρά της Ελλάδας, που δεν συναντάς εύκολα στο εξωτερικό· ένας
χαφιές να σε ειδοποιεί ότι είναι χαφιές και παράλληλα να σου
επισημαίνει: «Πρόσεχε, θα σε πιάσουν». Ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα μιας
άτυπης, βιωμένης συλλογικότητας.
Πάντως, αν μου δινόταν η ευκαιρία να κάνω έναν περίπατο με έναν
στοχαστή σήμερα, θα ήταν μ’ εκείνον που θαύμαζα απεριόριστα, τον Μισέλ
Φουκό. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
•
Στο Παρίσι έμεινα για δέκα χρόνια. Εκεί, μέσα στον κυκεώνα της δεκαετίας
του ’60, ήρθα σε επαφή με σπουδαίους διανοητές, τον Αλτουσέρ, τον
Μπουρντιέ. Το 1968 ήμουν κι εγώ στους δρόμους. Τα πανεπιστήμια γέμιζαν
ελπίδες για έναν άλλο κόσμο. Όλη μου η ζωή ήταν μια προσπάθεια να
γεφυρώσω δύο πράγματα: την ψύχραιμη, επιστημονική ανάλυση και τη βαθιά
πίστη ότι οι κοινωνίες μπορούν να αλλάξουν προς το καλύτερο. Στο Παρίσι
γνώρισα τον Νίκο Σβορώνο, ο οποίος έγινε ο πνευματικός μου πατέρας και ο
διευθυντής της διδακτορικής διατριβής μου «Εξάρτηση και αναπαραγωγή».
Όταν άρχισα να αναλαμβάνω καθήκοντα καθηγητή, ένιωσα τέτοια ανασφάλεια
και αγωνία που δεν είχα νιώσει ποτέ στη ζωή μου, μια αγωνία που μου
επιβεβαίωσε και αργότερα το alter ego μου, ο Νίκος Πουλαντζάς. Δεν θα
ξεχάσω ποτέ το καρδιοχτύπι μου όταν θα δίδασκα για πρώτη φορά, καθώς και
την αγωνία του ίδιου του Πουλαντζά που με παρακολουθούσε κρυφά από το
παραθυράκι της πόρτας της αίθουσας διδασκαλίας.
• Αναμφίβολα, ο
Νίκος Πουλαντζάς ήταν ένας από τους ανθρώπους που με καθόρισαν. Χτίσαμε
μια αδελφική και συντροφική σχέση. Δεν ήταν απλώς φίλος μου, ήταν ο
αδελφός μου . Μαζί του ανοίχτηκα όχι μόνο στην περιπέτεια της ζωής, των
απολαύσεων, των αμφιβολιών, των άσκοπων περιπλανήσεων και των ατελείωτων
ενδοσκοπήσεων αλλά και στις ιδέες, στην πολιτική συνείδηση και
στράτευση και στη θεωρητική θεμελίωση των υπό διαμόρφωση εφηβικών μας
πεποιθήσεων. Όλα αυτά έλαβαν τέλος όταν αυτοκτόνησε μπροστά στα μάτια
μου, στο σπίτι μου, στο Παρίσι. Ήταν το μεγαλύτερο πλήγμα της ζωής μου.
Έκανα πολλά χρόνια να μιλήσω γι’ αυτό. Έμενα σ’ ένα διαμέρισμα μιας
πολυώροφης πολυκατοικίας. Ο Νίκος είχε ήδη κάνει μια απόπειρα
αυτοκτονίας. Ένα βράδυ με είχε πάρει τηλέφωνο και μου είπε: «Αδελφέ
μου, σε παίρνω για να σε αποχαιρετήσω». Χωρίς να μου λέει πού ακριβώς
ήταν μου είπε ότι θα πέσει πάνω σε ένα φορτηγό, και μου έκλεισε το
τηλέφωνο. Ενημέρωσα τη γυναίκα του, η οποία τα είχε χάσει, και μετά από
λίγη ώρα γύρισε ματωμένος στο σπίτι του. Είχε κάνει την απόπειρα, αλλά
τότε είχε γλιτώσει. Έξι μήνες αργότερα δεν γλίτωσε. Ήρθε στο σπίτι μου.
Ήταν πρωί. Θυμάμαι να μου λέει κάποια δυσνόητα για μένα πράγματα, αλλά
δεν έδωσα σημασία. Σε μια στιγμή άνοιξε το παράθυρο. Λίγη ώρα αργότερα
πήρε ένα χαρτί και έγραψε κάτι. Μετά πήγε στο παράθυρο και πήδηξε.
Κόντεψα να τρελαθώ. Το διαμέρισμά μου ήταν στον 29ο όροφο. Δεν τόλμησα
να κοιτάξω από το παράθυρο. Όταν ήρθε η αστυνομία, τους έδωσα το
σημείωμα που είχε αφήσει. Έγραφε: «Είμαι αθώος». Αυτό ήταν το τελευταίο
πράγμα που έγραψε. Θεωρούσε ότι τον κυνηγούσαν και είχε αρχίσει να
τρελαίνεται. Ποτέ δεν πήρα απάντηση γιατί έδωσε τέλος στη ζωή του.
•
Ευτύχησα να γνωρίσω, ειδικά μέσω της τηλεοπτικής σειράς εκπομπών με τον
τίτλο «Στα μονοπάτια της σκέψης», ορισμένες απ’ τις κορυφαίες
προσωπικότητες της σύγχρονης παγκόσμιας διανόησης. Αξέχαστη σίγουρα ήταν
η συνάντηση με τον οικονομολόγο Τζον Κένεθ Γκάλμπρεϊθ. Πάντως, αν μου
δινόταν η ευκαιρία να κάνω έναν περίπατο με έναν στοχαστή σήμερα, θα
ήταν μ’ εκείνον που θαύμαζα απεριόριστα, τον Μισέλ Φουκό. Μια άλλη
αλησμόνητη συνάντηση ήταν εκείνη με τον Λουί Αλτουσέρ. Είχαμε βρεθεί στο
σπίτι μετά την κηδεία του Νίκου Πουλαντζά. Μια ανεξήγητη σιωπή
κυριαρχούσε. Ειλικρινά, ποτέ στη ζωή μου δεν έχω δει πρόσωπο που να
αποπνέει τέτοια θλίψη. Και το σκεπτόμουν πάντοτε αργότερα όταν θα έβλεπα
την ψυχολογική του κατάσταση –έπασχε από μανιοκαταθλιπτική ψύχωση– να
επιδεινώνεται ραγδαία. Ένας άνθρωπος που σε στιγμή άφατης απελπισίας
στραγγάλισε τη γυναίκα του.
• Στο σημερινό πλαίσιο, το δύσκολο και
το πρωτόγνωρο, δυσκολευόμαστε να ορίσουμε την κοινωνική αλληλεγγύη, και
μαζί της και το νόημα της αριστεράς. Από τη δεκαετία του ’80 το αίτημα
της κοινωνικής αλληλεγγύης και δικαιοσύνης εξανεμίστηκε από το αίτημα
της ασύδοτης ελευθερίας. Ο φιλελευθερισμός έχει εξελιχθεί σε δόγμα και
έχουμε φτάσει σε ένα σημείο να επικρατεί αμηχανία για το τι μπορεί να
σημαίνει αριστερά. Αυτό έχει οδηγήσει στην αδυναμία των
σοσιαλδημοκρατικών ή αριστερών κομμάτων να αναδιανείμουν τους πόρους
υπέρ των αδυνάτων. Ταυτόχρονα, όλα καλούνται να υπηρετήσουν την ιδέα
μιας μετρήσιμης ανάπτυξης. Ακούμε συνεχώς για ανάπτυξη, χωρίς να
διερευνάται τι είναι το «καλό». Μας ενδιαφέρει στις μέρες μας μόνο να
μάθουμε τι είναι «πολύ». Όσο περισσότερο, τόσο καλύτερο. Από το «πάν
μέτρον άριστον» έχουμε εξελιχθεί στο ότι δεν υπάρχει πλέον κανένα μέτρο.
Βαθμιαία κρινόμαστε από την υπεροχή μας έναντι των άλλων.«Σε
μια εποχή που η πληροφορία υπερχειλίζει, νιώθω ότι είναι ολοένα και πιο
δύσκολο να βρεις χώρο για στοχασμό ή να υποκαταστήσεις τον θόρυβο με τη
σκέψη. Είμαστε εκτεθειμένοι σε έναν βόμβο πληροφοριών. Κάπως έτσι
οδηγούμαστε στην πλήρη αδυναμία να σκεφθούμε το οτιδήποτε σε βάθος».
•
Σήμερα, δεν βλέπουμε να πρωταγωνιστεί στο πολιτικό τοπίο μια οικολογική
αριστερά, γι’ αυτό δεν μπορείς εύκολα να ορίσεις τι είναι αριστερός
στις μέρες μας. Αντίθετα με τη συντήρηση, η αριστερά κατακερματίζεται σε
επιμέρους φράξιες ή ιδεοληψίες, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά παντού. Σε
καμία ανεπτυγμένη χώρα δεν πλειοψηφεί. Στο εγχείρημα της «πρώτης φοράς
αριστεράς» συμμετείχα ως βουλευτής Επικρατείας, αλλά μετά από ένα
διάστημα μού ήταν εξαιρετικό δύσκολο. Οφείλω να πω ότι όλοι μου φέρθηκαν
εξαιρετικά, αλλά η συμμετοχή σε μικροπολιτικά παιχνίδια ήταν ξένη για
μένα. Όσοι δραστηριοποιούνται στο όνομα του όλου είναι εκ προοιμίου
έκθετοι σε κάθε λογής αμφισβήτηση των ατομικών τους κινήτρων. Προσωπικά,
δεν λειτούργησα ποτέ ως επαγγελματίας πολιτικός, γι’ αυτό
απομακρύνθηκα. Ωστόσο, δεν ήταν μια απόφαση για την οποία μετάνιωσα.
Τώρα, όσον αφορά το αποτύπωμά της, νομίζω είναι νωρίς να προβούμε σε
οποιαδήποτε αξιολόγηση. Και δυστυχώς δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα η
δυνατότητα της αριστεράς να διατυπώσει ένα πολιτικό όνειρο ικανό να
πείσει.
• Σε μια εποχή που η πληροφορία υπερχειλίζει, νιώθω
ότι είναι ολοένα και πιο δύσκολο να βρεις χώρο για στοχασμό ή να
υποκαταστήσεις τον θόρυβο με τη σκέψη. Είμαστε εκτεθειμένοι σε έναν
βόμβο πληροφοριών. Κάπως έτσι οδηγούμαστε στην πλήρη αδυναμία να
σκεφθούμε το οτιδήποτε σε βάθος. Και, δυστυχώς, όλο και περισσότερες
λέξεις στην εποχή μας έχουν χάσει το νόημά τους. Words, words, words.
Μιλάμε για μετα-δημοκρατία, για ύστερο καπιταλισμό ή για μεταπολιτική.
Όλες αυτές οι λέξεις δεν έχουν συγκεκριμένο περιεχόμενο. Απλώς τις
χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε μια κατάσταση που έχει αλλάξει, αλλά
ταυτόχρονα δεν ξέρουμε να ορίσουμε και τι ακριβώς είναι. Μια διάχυτη
χρήση των μετα-λέξεων καθιστά τη γλώσσα των social media τόσο ισχνή που
δεν μπορεί να αποκωδικοποιήσει το νόημα του κόσμου στις μέρες μας. Το
κάνει όλο και πιο δυσανάγνωστο.
• Στη δημόσια σφαίρα με ενοχλεί το
γεγονός ότι ίσως είναι η πρώτη φορά που δεν μπορεί κάποιος να
προγραμματίσει ή να εξαγγείλει ένα πολιτικό και κοινωνικό μέλλον που να
μην είναι καταστρεπτικό. Με απασχολεί το ότι δεν διαφαίνεται στον
ορίζοντα ριζική βελτίωση των ανθρωπίνων πραγμάτων σε οικουμενική βάση.
Κάθε μέρα τα εμπόδια και οι δυσκολίες φαντάζουν όλο και μεγαλύτερα.
Πόλεμοι, συγκρούσεις, οικολογική κρίση και άλυτες κοινωνικές
καταστάσεις. Ουσιαστικά, η ανθρωπότητα ως συλλογικό υποκείμενο δεν
υπάρχει. Επιπρόσθετα, είναι δύσκολο να μιλήσεις για Δημοκρατία. Οι
αποφάσεις λαμβάνονται σε ένα δυσεντόπιστο παρασκήνιο. Οι μάζες δεν
διεισδύουν στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Πώς να μιλήσεις σήμερα για
πολιτική εκπροσώπηση; Οι λαοί δεν είναι αυτόνομοι και δεν μπορούν να
μετάσχουν στην ανατροπή του υφιστάμενου.
• Ένας απρόσωπος και
αόρατος Λεβιάθαν βρίσκεται παντού και πουθενά. Όπως αναφέρω και στο
βιβλίο μου: «Παρόλο που τα σώματα εξακολουθούν να ανήκουν σε ανθρώπους
με σάρκα και οστά, όλοι είναι ριγμένοι στο έλεος μιας μετα-ανθρώπινης
εξουσίας που ούτε αξίες επικαλείται, ούτε πηγή έχει, ούτε νομιμοποίηση
χρειάζεται. Μιας αδέκαστα τυφλής εξουσίας που αρκείται απλώς στο να
ασκείται, δηλαδή στο να “υπάρχει”. Ο βασικός στόχος κάθε εξουσίας είναι
να μην αλλάξει τίποτα. Επομένως, πώς μπορεί ο ελεύθερος άνθρωπος να
προγραμματίζει το μέλλον του κινούμενος και αλλάζοντας τη ζωή του;
Απεναντίας, αυτό που επιτυγχάνει είναι να καθηλώνεται στην ανασφάλεια
και στη διαρκή αναζήτηση της επιβίωσης σ’ ένα απροσδιόριστο και
μεταβαλλόμενο περιβάλλον. H κατάρρευση δεν είναι μια πράξη στιγμής αλλά
μια οργανωμένη παρακμή.
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
•
Στα μάτια των νέων σήμερα βλέπω θυμό και φόβο, αλλά όχι αμφιβολία. Έναν
εξατομικευμένο τρόμο, οι νέοι άνθρωποι παρατηρούν τη ζωή τους σαν να
μην έχει νόημα. Μια πλήρη αδυναμία να φανταστούν ένα μέλλον. Σκέφτονται
ότι οι ζωές τους θα κυλήσουν σε μια πορεία διαρκών ανατροπών και στο
πλαίσιο αυτό οργίζονται και βιαιοπραγούν. Θυμώνουν επειδή δεν μπορούν να
αναγνώσουν τον κόσμο που τους περιβάλλει και δεν αμφιβάλλουν. Τους
προσφέρουν μια έτοιμη τροφή στηριζόμενη στη θατσερική λογική ότι δεν
υπάρχει εναλλακτική λύση. Και γι’ αυτό βιαιοπραγούν έναντι των πάντων. Η
βία αυτή των νέων, που είναι και μια μορφή συλλογικής εκφόρτισης της
διάχυτης αγωνίας για τη ζωή και την ύπαρξη, σήμερα έχει εξελιχθεί σε
κανόνα. Πρόκειται για τη βία μιας κοινωνίας που στερεί από τους νέους
κίνητρα ζωής, συλλογικότητας, χαράς και συνύπαρξης. Μιας κοινωνίας που
τους σπρώχνει ακόμα και σε τυφλές εκδηλώσεις βίας. Η βία για τη βία. Η
βία ως απάντηση στο τυραννισμένο πρόσωπο μιας αβίωτης ζωής. Διδάσκονται
ότι όλοι πρέπει να ανταγωνίζονται όλους. Παρελαύνουν κατά ανάστημα, οι
καλύτεροι βαθμοί αφισοκολλούνται και μαθαίνουν να διακατέχονται από
μόνιμα συναισθήματα ζηλόφθονου ανταγωνισμού. Σήμερα όλοι φθονούν όλους
και ζηλεύουν αλλήλους. Κατακλύζονται από έναν υπαρξιακό φθόνο στον
οποίο, αναμφίβολα, έχουν συμβάλει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η ελπίδα
όμως αξίζει, και μπορούν, χάρη σ’ αυτήν, να μην ταλαντεύονται ανάμεσα
στην αυταπάτη και την αναγκαιότητα, το ατομικό και το συλλογικό.
•
Θα μπορούσα να είχα μείνει στη Γαλλία και να συνεχίσω εκεί τα
ακαδημαϊκά μου καθήκοντα, αλλά επέλεξα να γυρίσω στην Ελλάδα και να γίνω
καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Νομίζω ότι ήθελα να μετάσχω κι εγώ
στο μεγάλο πείραμα της Μεταπολίτευσης. Σήμερα, εξακολουθώ να διδάσκω στο
μεταπτυχιακό. Παρά τα προβλήματα των των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της
τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, η ασύγκριτη χαρά της ζωντανής διδασκαλίας που
θέτει σε επερώτηση όλες τις κατεστημένες ιδέες είναι μια χαρά
δημιουργίας και συνδημιουργίας που για μένα δεν συγκρίνεται με καμία
άλλη. Ζούμε το ιστορικό παράδοξο ότι, αντί να εξευρωπαϊστεί η Ελλάδα,
έχει εξελληνιστεί η Ευρώπη. Οι παθογένειες της εγχώριας δημόσιας
διοίκησης όπως η διαφθορά και η διαπλοκή συναντώνται πλέον και σε όλους
τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς. Κι αν ο ανταγωνιστικός φθόνος είναι το
εθνικό μας χαρακτηριστικό, ο φθόνος αυτός μοιάζει να κυριαρχεί σε όλο
τον πλανήτη.
•
Η Αθήνα είναι η πόλη όπου έχω μεγαλώσει και αγαπώ πολύ. Μπορεί να έχει
πολλά προβλήματα, όπως τα κακά πεζοδρόμια, ο θόρυβος ή το κυκλοφοριακό,
αλλά όταν βλέπω την Ακρόπολη από το παράθυρό μου την ώρα που ξυπνάω ή
στη διάρκεια του δειλινού μού αρκεί για να ξεχνώ όλα τα αρνητικά της.
Επίσης, μου αρέσει πολύ το καφενεδάκι της πλατείας Δεξαμενής. Έχει γίνει
σχεδόν το δεύτερο γραφείο μου. Σήμερα μού λείπει αρκετά το να ακούω
μουσική και να ταξιδεύω. Λατρεύω τα ταξίδια σε πόλεις που αγαπώ όπως η
Βενετία, η Κωνσταντινούπολη, η Νέα Υόρκη ή το Κάιρο, όπου απολαμβάνω τη
γοητευτική ατμόσφαιρα των αντιθέσεων. Παρατηρείς τους ανθρώπους που θα
σου προσφέρουν έναν καφέ, θα σου χαμογελάσουν και θα φύγεις με μια
γλυκιά ανάμνηση. Ως άνθρωπος πάντοτε μου άρεσε εξίσου ο θαυμαστός κόσμος
των ιδεών αλλά και μικρά καθημερινά πράγματα, όπως το να εξερευνώ τα
μυστικά που κρύβει ο βυθός της θάλασσας.
• Έκανα τρεις γάμους
και απέκτησα δύο παιδιά από τον δεύτερο γάμο μου. Τα τελευταία τριάντα
χρόνια ζω μαζί με τη Φωτεινή Τσαλίκογλου. Είναι ο πολύτιμος και
αναντικατάστατος συνοδοιπόρος της ζωής μου. Προφανώς και με τρομάζει το
βιολογικό τέλος, αλλά σκέφτομαι μια φράση που χρησιμοποιούσε συχνά η
μητέρα μου: «Δεν φοβάμαι τον θάνατο αλλά το θνήσκειν. Άλλωστε, η αγάπη
αγκαλιάζει τα πάντα, ακόμη και τον θάνατο. Στη ζωή μου φρόντισα να
τηρήσω το εξής ρητό, που κάθε τόσο χρειάζεται να θυμίζω στη Φωτεινή:
«Μην ενθουσιάζεσαι - μην απελπίζεσαι». Και δεν ξέχασα ποτέ τη
συμβουλή-προτροπή που μου είχε δώσει ο αδελφός της μητέρας μου, ο
σπουδαίος ακαδημαϊκός Καίσαρ Αλεξόπουλος. Πάντοτε μου θύμιζε το
συγκεκριμένο απόσπασμα από το «Αν» του Κίπλινγκ: «Αν να ονειρεύεσαι
μπορείς δίχως το όνειρο να κάνεις δάσκαλό σου. Αν να στοχάζεσαι μπορείς
δίχως να κάνεις το στοχασμό σκοπό σου. Αν το μπορείς τον Θρίαμβο και την
Καταστροφή να αντικρίσεις, και σε αυτούς τους δυο αγύρτες όμοια να
φερθείς, Δικιά σου είναι η Γη και ότι έχει επάνω της. Και –ακόμα πιο
πολύ– θα είσαι άνδρας, γιε μου».
________________
Με ψήφους 25 υπέρ, 9 λευκά και 1 κατά, η Ακαδημία
Αθηνών εξέλεξε πέρυσι τακτικό μέλος της τον καθηγητή Κοινωνιολογίας Κωνσταντίνο
Τσουκαλά για την έδρα «Κοινωνιολογία - Κοινωνική Θεωρία» της Γ’ Τάξης
των Ηθικών και Κοινωνικών Επιστημών. Το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο Η επινόηση της ετερότητας - «Ταυτότητες» και «διαφορές» στην εποχή της παγκοσμιοποίησης κυκλοφορεί σε νέα συμπληρωμένη έκδοση από τον Καστανιώτη.
συνιδρυτή του Films For Action, μιας ελεύθερης διαδικτυακής βιντεοθήκης-βιβλιοθήκης με σκοπό την προώθηση της κοινωνικής αλλαγής.
Μια συνηθισμένη αντίρρηση στις εκκλήσεις για αποανάπτυξη προέρχεται από τους υποστηρικτές του status quo:
«Είναι λίγο υπερβολικό εκείνοι που ζουν σε ήδη πλούσιες χώρες να
περιμένουν από τις φτωχότερες και αναπτυσσόμενες χώρες να εγκαταλείψουν
την ανάπτυξη και να αφήσουν τους πληθυσμούς τους στη φτώχεια για πάντα.
Όταν ο κόσμος είναι ισότιμος, τότε η ανάπτυξη μπορεί να εγκαταλειφθεί.
Μέχρι τότε, κρατήστε τις προνομιακές σας απόψεις για τον εαυτό σας».
Καταρχάς, αξίζει να αναφερθεί ότι αυτή η κριτική ασκήθηκε σε ένα άρθρο που ζητούσε συγκεκριμένα την αποανάπτυξη στις ΗΠΑ
— την πλουσιότερη χώρα του κόσμου, και δεν ανέφερε ούτε καν τις
αναπτυσσόμενες (λεηλατημένες) χώρες. Παρ’ όλα αυτά, ας αντιμετωπίσουμε
αυτό το επιχείρημα κατά μέτωπο ούτως ή άλλως.
Το επιχείρημα ακούγεται διαισθητικό —ποιος θα μπορούσε να αντιταχθεί
στο να πλουτίσουν οι φτωχές χώρες;— αλλά τελικά βασίζεται σε μια
λανθασμένη επιλογή και σε έναν στενό, ελιτίστικο ορισμό της «ανάπτυξης».
Να, γιατί το επιχείρημα αυτό δεν στέκει:
1. Προϋποθέτει ότι η «ανάπτυξη» ισοδυναμεί αυτόματα με δικαιοσύνη για τους φτωχούς.
Στην πράξη, δεκαετίες υψηλής αύξησης του ΑΕΠ σε πολλές χώρες έχουν
πλούτισει τις εγχώριες ελίτ και τους ξένους επενδυτές πολύ περισσότερο
από όσο τους φτωχότερους ανθρώπους. Το ΑΕΠ μετά βίας «διαρρέει» προς τα
κάτω. Αν το θέμα είναι η έξοδος των ανθρώπων από τη φτώχεια, τότε θα
πρέπει να μιλήσουμε για αγροτική μεταρρύθμιση, δημόσιες υπηρεσίες,
αναδιανομή πλούτου, εργασιακά δικαιώματα και παγκόσμια ελάφρυνση του
χρέους – όχι μόνο για τα συγκεντρωτικά στατιστικά στοιχεία της
ανάπτυξης.
2. Αγνοεί ότι η ανάπτυξη των πλούσιων χωρών εξακολουθεί να βασίζεται στην εξόρυξη από τις φτωχότερες χώρες.
Το «δικαίωμα του Παγκόσμιου Βορρά να συνεχίζει να αναπτύσσεται»
ασκείται συχνά μέσω της αρπαγής πόρων, των άνισων εμπορικών όρων, της
υπεράκτιας ρύπανσης και του εταιρικού ελέγχου σε ορυχεία, γη και
αλυσίδες εφοδιασμού. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι φτωχές χώρες «καλύπτουν τη
χαμένη τους θέση». Είναι η συνέχιση των αποικιακών σχέσεων κάτω από ένα
πράσινο ή ανθρωπιστικό μανδύα.
3. Αντιμετωπίζει τα οικολογικά όρια ως διαπραγματεύσιμα, όταν οι φτωχότεροι πλήττονται πρώτοι από την ανάπτυξη.
Το κλιματικό χάος, η ακραία ζέστη, οι καταστροφές των καλλιεργειών
και η έλλειψη νερού πλήττουν ήδη περισσότερο τις κοινότητες χαμηλού
εισοδήματος και τις χώρες του Παγκόσμιου Νότου. Το να λέμε «θα
εγκαταλείψουμε την ανάπτυξη όταν ο κόσμος θα είναι ίσος» είναι σαν να
λέμε «θα σταματήσουμε να πετάμε τοξικά απόβλητα στο ποτάμι μόλις όλοι
έχουν πιει από αυτό». Όσο περισσότερο καθυστερούμε, τόσο πιο αδύνατη
γίνεται η ισότητα και η οικολογική σταθερότητα.
4. Αποκλείει τους ριζικά διαφορετικούς δρόμους για τη βελτίωση της ζωής.
Κι όμως, μπορούμε να βελτιώσουμε μαζικά την ευημερία –μέσω της
δημόσιας υγειονομικής περίθαλψης, της εκπαίδευσης, της στέγασης, της
επισιτιστικής κυριαρχίας, του δημοκρατικού ελέγχου επί των πόρων– χωρίς
να αντιγράψουμε το υπερκαταναλωτικό, εξαρτώμενο από τα αυτοκίνητα και
βασισμένο στα απόβλητα μοντέλο του πλούσιου κόσμου. Άρα, «ανάπτυξη σε
τι;» είναι το πραγματικό ερώτημα. Η αύξηση των πωλήσεων όπλων, των
πολυτελών κατοικιών, των ιδιωτικών τζετ και των SUV δεν κάνει τίποτα για
τους φτωχούς του κόσμου, καταστρέφοντας, ταυτόχρονα, το κλίμα στο οποίο
βασίζονται.
5. Χρησιμοποιεί τη ρητορική περί «προνομίου» ως όπλο για να υπερασπιστεί το status quo.
Ναι, είναι υποκριτικό όταν εύποροι άνθρωποι κηρύττουν τη λιτότητα για
τους άλλους, ενώ οι ίδιοι διατηρούν μία άσεμνη κατανάλωση. Αλλά αυτό
είναι ένα επιχείρημα υπέρ της ταχείας μείωσης του αποτυπώματος του
πλούσιου κόσμου και της αναδιανομής, όχι υπέρ της επέκτασης ενός
καταστροφικού μοντέλου παντού. Το να αποκαλούμε «προνομιούχα»
οποιαδήποτε κριτική στο μοντέλο της απεριόριστης ανάπτυξης αντιστρέφει
την πραγματικότητα: οι πιο προνομιούχοι είναι αυτοί που επιμένουν ότι το
δικαίωμά τους στην ατελείωτη συσσώρευση είναι απαραβίαστο.
6. Μια δίκαιη θέση είναι: συρρίκνωση και σύγκλιση.
Οι πλούσιες χώρες πρέπει να μειώσουν δραστικά την υλική και
ενεργειακή κατανάλωση, εγγυώμενες παράλληλα υψηλό βιοτικό επίπεδο μέσω
της ισότητας και της δημόσιας πρόνοιας. Οι φτωχότερες χώρες θα πρέπει να
υποστηριχθούν —μέσω αποζημιώσεων, μεταφοράς τεχνολογίας, διαγραφής
χρεών— για να επεκτείνουν ό,τι πραγματικά έχει σημασία: καθαρό νερό,
τροφή, στέγη, υγειονομική περίθαλψη, εκπαίδευση και δημοκρατικό έλεγχο,
χωρίς να περιορίζονται στην εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.
Επομένως, η επιλογή δεν είναι «είτε αποδεχόμαστε την απεριόριστη
ανάπτυξη είτε καταδικάζουμε τις φτωχές χώρες σε μόνιμη φτώχεια». Η
πραγματική επιλογή είναι μεταξύ:
συνέχιση ενός εξορυκτικού, καθοδηγούμενου από τις ελίτ μοντέλου
ανάπτυξης που εγγυάται τόσο την οικολογική κατάρρευση όσο και την
εδραιωμένη ανισότητα, ή
σκόπιμη συρρίκνωση της καταστροφικής κατανάλωσης στην κορυφή, ενώ
παράλληλα διασφαλίζεται αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο για όλους εντός των
πλανητικών ορίων.
Το να απαιτείς το δεύτερο δεν είναι «προνομιούχο». Η υπεράσπιση του πρώτου είναι.
Το πρώτο μέρος του ποιήματος «Φωνή απ’
την θάλασσα» (1893, 1898) του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη από τα
«Αποκηρυγμένα» του (επιμέλεια: Γ. Π. Σαββίδης, εκδ. Ίκαρος, 1983) θα
μπορούσε κάλλιστα να ταιριάξει στην προσπάθεια αυτού του άρθρου να ρίξει
φως και να υπογραμμίσει κάποιες από τις πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις
όπου η μουσική συναντά, εμπνέεται ή αναπαριστά τη θάλασσα, τη ροή και
τους ήχους της. Το ποίημα που ανήκει στα πρώιμα, νεανικά έργα του Κ. Π.
Καβάφη, είναι ένα ολοζώντανο, λυρικό έργο με έντονη μελωδικότητα όπου ο
ποιητής αναφέρεται στον ψίθυρο της θάλασσας ως ερωτικό και παρηγορητικό
τραγούδι δομημένο από τους τρεις μεγάλους ποιητές, τον ουρανό, τον αέρα
και τον ήλιο.
Μουσικές για τη θάλασσα λοιπόν σε μια
ευρύτατη γκάμα μουσικών ειδών, από την ελληνική κλασική και την ροκ έως
την τζαζ και την αβανγκάρντ. Μουσικές και τραγούδια που μιμούνται την
οργή, το ξέσπασμα, την ηρεμία, τη δροσιά και τη ζωή της θάλασσας
ακροβατώντας επιδέξια ανάμεσα σε μορφές και κύματα. Και μαζί πραγματικοί
ήχοι σαν αυτούς που ακούγονται στην επιφάνεια ή στο βυθό της θάλασσας,
αυτής που μας ευφραίνει αλλά και κάποιες φορές μας απειλεί.
Πολλοί από μας έχουν τραγουδήσει και
συγκινηθεί με τους λυρικές μελωδίες και τους στίχους των Waterboys (τι
τίτλος συγκροτήματος γεμάτος θάλασσα και νερό κι αυτός!). Ποιος δεν
θυμάται το «This is the sea» από τον ομώνυμο δίσκο που οι Waterboys
κυκλοφόρησαν το 1985 στη δισκογραφική εταιρεία Ensign αλλά και τα άλλα
υπέροχα μελωδικά τραγούδια του δίσκου όπως τα «Don΄t Bang the Drum»,
«The Pan Within», «The Whole of the Moon» κ.α. Τρία χρόνια αργότερα ένας
ακόμα «θαλασσινός» δίσκος μας έρχεται από το σπουδαίο folk-rock
συγκρότημα με μέλη από Αγγλία, Ιρλανδία και Σκωτία. Εύγλωττος τίτλος του
«Fisherman΄s Blues» (Ensign, 1988) και τα παράκτια ανεμοδαρμένα ύδατα
ζωντανεύουν μέσα από folk, rock και κέλτικα (ιρλανδικά και σκωτσέζικα)
μουσικά στοιχεία. Ένα από τα πιο επιτυχημένα εμπορικά άλμπουμ των
Waterboys που έφτασε στο Νο 13 των βρετανικών charts και στο Νο 76 του
Billboard 200.
«Η Θάλασσα» του Νίκου Σκαλκώτα
Από την εγχώρια
κλασική μουσική, δικαιωματικά η κορυφαία στιγμή για μουσικές
εμπνευσμένες από τη θάλασσα ανήκει στον σημαντικότερο Έλληνα συνθέτη
Νίκο Σκαλκώτα (1904-1949). Το έργο του με τον τίτλο «Θάλασσα (Sea)»
είναι ένα λαϊκό μπαλέτο, το οποίο συνέθεσε τη διετία 1948-1949, 13
ολόκληρα χρόνια μετά τους «36 ελληνικούς χορούς» του που αποτέλεσαν ίσως
το έργο της ζωής του.
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ, (Introducción) 00:01 2. ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΑ,(En el horizonte) (Το παιδί της θάλασσας) 05:05 3. Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΚΥΜΑΤΩΝ,(El baile de las olas) 08:29 4 . Η ΤΡΑΤΑ,(La barca de pesca) 12:38 5. ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΨΑΡΑΚΙΑ,(Los pequeños pececitos) (Χορός) 16:08 6. ΤΑ ΔΕΛΦΙΝΙΑ,(Los delfines) (Χορός φαντασμαγορικός) 18:35 7. ΝΥΚΤΕΡΙΝΟ,(Nocturno) (Γαλήνη) 23:19 8. ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΓΟΡΓΟΝΑΣ,(Preparación de la sirena) 28:09 9. ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΓΟΡΓΟΝΑΣ,(Baile de la sirena) 30:39 10. ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΟΥ Μ.ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ,(Sobre la leyenda de Alejandro Magno) 33:41 11. ΦΙΝΑΛΕ - Ο ΥΜΝΟΣ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ,(Final, Himno al mar) 38:34
Με διαφορά περίπου δεκατριών ετών μετά τους "Τριάντα έξι ελληνικούς χορούς", ο Νίκος Σκαλκώτας, με το λαϊκό μπαλέτο "'Η Θάλασσα" συγκεντρώνεται για άλλη μια φορά στη μελέτη της ελληνικής δημοτικής παράδοσης. Μια σειρά ζωντανών εικόνων, παρμένων αποκλειστικά απ' τη ζωή του θαλασσινού κόσμου και της ωραίας θάλασσας, αποδίδει ένα μικρό φραγκμέντο, σαν υπόθεση, που περιστρέφεται πότε στο φανταστικό πότε στο φαντασμαγορικό (χορός - μπαλέτου) και συχνά στο λαϊκό μοτίβο, σε παραδόσεις της θαλασσινής ζωής. Η όλη μουσική, χωρίς το μπαλέτο, θα μπορούσε να ονομασθεί συμφωνική σουίτα (ή και συμφωνικού χορευτικού ποιήματος). Ο τόνος της μουσικής είναι λαϊκός από αρχής μέχρι τέλους, με τάση προς την απλότητα του χορού, του ρυθμού και της φαντασίας του μπαλέτου, που δεσπόζει σαν οδηγός στις διάφορες αντιθετικές εικόνες της σκηνής.
Υποστηρικτής του νεοκλασικισμού στη
μουσική, καίριος εκπρόσωπος της δυτικότροπης μουσικής, αλλά και ιδιοφυής
συνθέτης με τεράστια ευελιξία που έγραψε τόσο στο τονικό όσο και στο
ατονικό και στο δωδεκαφθογγικό σύστημα, ο Νίκος Σκαλκώτας στο έργο αυτό
όπως και στο σύνολο σχεδόν της δημιουργίας του, συνδύασε υποδειγματικά
τα λαϊκά και παραδοσιακά στοιχεία (δημοτικό τραγούδι) με τις σύγχρονες
συνθετικές μορφές και τεχνικές. Η «Θάλασσα» είναι μια από τις
σημαντικότερες συνθέσεις της εργογραφίας του γραμμένη με τονικό τρόπο
γραφής και εκτός από το βαθύτατο ελληνικό αποτύπωμα που διακρίνεται στη
σύνθεση, έχουμε ως χαρακτηριστικά την πληθωρική ενορχήστρωση, τον έντονο
ρομαντισμό, τη συμφωνική πληρότητα και τη ρυθμική ζωντάνια. Με έναν
πρωτοποριακό τρόπο ο Σκαλκώτας παρουσιάζει τη θαλασσινή ζωή, τις σκηνές
και τα συναισθήματα της ζωής των ψαράδων άλλοτε με χαρούμενο και
ανάλαφρο τρόπο κι άλλοτε με πιο σκοτεινή διάθεση.
Ενδεικτικά κομμάτια του σημαντικού
αυτού έργου που μας μεταφέρουν τη θαλασσινή αύρα: «Στην ακρογιαλιά», «Ο
χορός των κυμάτων», «Η Τράτα», «Τα μικρά ψαράκια», «Τα Δελφίνια»,
«Προετοιμασία της Γοργόνας», «Ο χορός της Γοργόνας» και «Ο ύμνος στη
θάλασσα».
Το μπαλέτο έχει ηχογραφηθεί από
σημαντικά μουσικά σύνολα. Ξεχωρίζουν δύο δίσκοι που μας προσφέρουν
εξαιρετικές εκδοχές του έργου. Ο πρώτος είναι με τη Συμφωνική Ορχήστρα
της Ισλανδίας υπό τη διεύθυνση του Βύρωνα Φιδετζή το 2005 στη
δισκογραφική εταιρεία BIS στην οποία επίσης συμπεριλαμβάνονται επίσης τα
έργα του Νίκου Σκαλκώτα «Four Images» και «Greek Dance in C minor»
καθώς και η σύνθεση του Δημήτρη Μητρόπουλου «Fete cretoise (Κρητική
Γιορτή)». Σε όλα τα έργα της έκδοσης κοινός παρονομαστής είναι η βαθιά
ελληνικότητα και η τονικότητα.
Στον δεύτερο δίσκο που κυκλοφόρησε το
2006 από τη δισκογραφική εταιρεία ANKH Productions η «Θάλασσα» του Νίκου
Σκαλκώτα ερμηνεύεται ιδανικά από την Ορχήστρα των Χρωμάτων υπό τη
διεύθυνση του Μίλτου Λογιάδη.
Στο ένθετο του cd «Η Θάλασσα (Λαϊκό
Μπαλέτο)» (ΑΝΚΗ, 2006) με την Ορχήστρα των Χρωμάτων, διαβάζουμε το
διευκρινιστικό σημείωμα του Νίκου Σκαλκώτα για το έργο του:
«Μια σειρά ζωντανών εικόνων, παρμένων
αποκλειστικά από τη ζωή του θαλασσινού κόσμου και της ωραίας θάλασσας:
Ένας ναύτης, ονειρεύεται σε μια ακρογιαλιά, στ΄ όνειρό του μέσα
αναθυμάται λύπες και χαρές. Σε λίγο, όμως γίνεται τρικυμία, η θάλασσα
οργιάζει και κάνει τα κύματα να χορεύουν μέσα σε μια σκοτεινή νύχτα –
είναι ο χορός των κυμάτων. Η θάλασσα κοπάζει, η φύση σε λίγο γαληνεύει –
μια τράτα των ψαράδων που τραγουδάνε τον φέρνει σε άλλη πραγματικότητα.
Βλέπει μικρά ψαράκια να τρέχουν και να ταξιδεύουν στο άγνωστο – βλέπει
και την ευτυχία των ψαράδων πάνω στη δουλειά τους.. Σε λίγο όλοι
απομακρύνονται και μια απέραντη γαλήνη ξαπλώνεται, μια ιδιαίτερη ομορφιά
της θαλασσινής φύσεως. Τ΄ όνειρό του εξακολουθεί. Ξάφνου, εκεί πάνω στα
κύματα βλέπει κάτι το εξωτικό, μια γυναίκα να προετοιμάζεται στον χορό.
Τι είναι; Μια Γοργόνα, η νεράιδα της θάλασσας, η αδελφή του Μ.
Αλέξανδρου. Το θαλασσινό πλήθος που μαζεύεται την παρακολουθεί στον
χορό της – εκείνη νομίζοντας πως χορεύει μπροστά στον αδελφό της, τον Μ.
Αλέξανδρο, χορεύει έναν οργιαστικό χορό. Το πλήθος τότε ρωτά: ζει ο Μ.
Αλέξανδρος; Ζει! Απαντούν από μακριά. Το παραμύθι του Μ. Αλέξανδρου
γίνεται πραγματικότης. Εδώ τελειώνει και τ΄ όνειρο του θαλασσινού. Μόλις
συνέρχεται, μια μεγάλη λύπη και χαρά σκορπίζεται επάνω του μαζί με το
θαλασσινό πλήθος τραγουδάει τον τελευταίο ύμνο προς τη θάλασσα …».Συνθέτης: Νίκος Σκαλκώτας.
Ερμηνευτής: Η ορχήστρα των χρωμάτων.
Διεύθυνση: Μίλτος Λογιάδης.
Από τον χώρο της κλασικής μουσικής η
θάλασσα δεν απουσίασε, αντιθέτως ευθύνεται για αριστουργηματικά,
διαχρονικά έργα. Το διάσημο «La Mer» (1905) του Claude Debussy είναι ένα
ιμπρεσιονιστικό αριστούργημα για μεγάλη ορχήστρα που με υποδειγματικό
τρόπο ενώ εξελίσσεται καταγράφει μέσα από τρία συμφωνικά σκίτσα στο
ηχητικό περιβάλλον τις αλλαγές του φωτός στο νερό, το παιχνίδι των
κυμάτων και τον διάλογο του ανέμου με τη θάλασσα. Από την πλευρά του το
έργο «The Hebrides / Fingal’s Cave» («Η Σπηλιά του Φίνγκαλ») που ο Felix
Mendelssohn έγραψε μεταξύ 1830 και 1832 ανοίγει με μια εντυπωσιακή
εισαγωγή που δύσκολα μπορεί να ξεχαστεί και ουσιαστικά παριστάνει τη
δύναμη της θάλασσας της Σκωτίας και τον ήχο των κυμάτων που σκάνε πάνω
στα βράχια μιας θαλάσσιας σπηλιάς. Αλλά και το πρώτο από τα τέσσερα μέρη
του έργου «Scheherazade» (1888) του Nikolai Rimsky-Korsakov με τον
τίτλο «The Sea and Sinbad’s Ship» («Η θάλασσα και το καράβι του
Σίντμπαντ») μέσω των εγχόρδων και των πνευστών μας μεταφέρουν στις
συνθήκες του απέραντου και φουρτουνιασμένου ωκεανού.
Τραγουδούν και οι φάλαινες;[......................................]ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ