
|
ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ 20 Σεπτεμβρίου, 2026 | |
Τίτλος να σου πετύχει! Δεν κάνει βέβαια διάλογο ο Λουκιανός με τον Κύκλωπα. Ο Λουκιανός έγραψε τους διαλόγους, στους οποίους συμμετέχει ο Πολύφημος. Για την ακρίβεια, συμμετέχει στον έναν -στον άλλον δεν παίρνει μέρος στον διάλογο, αλλά είναι το κεντρικό θέμα του, αφού μιλούν γι' αυτόν δυο νύμφες.
Κύκλωπα είχαμε και την περασμένη Κυριακή, Κύκλωπα και σήμερα -θα σας ταράξω λοιπόν στα Κυκλώπεια; Αλλά αφού βάλαμε την ξένη παρωδία, να μη βάλουμε και τη δική μας;
Οι διάλογοι του Λουκιανού είναι από τα πιο πολυδιαβασμένα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Ανάμεσα στα άλλα χρησιμοποιούνταν στα σχολεία επί πολλούς πολλούς αιώνες, παρόλο που οι Εταιρικοί τουλάχιστον είχαν θέμα ακατάλληλο δι' ανηλίκους. Από τα Σαμόσατα της Συρίας ο Λουκιανός, λάθρο θα τον λέγανε σήμερα.
Ο Πολύφημος εμφανίζεται σε δύο εναλίους διαλόγους του Λουκιανού, θαλασσινούς. Στον έναν, αφηγείται στον πατέρα του πώς τον τύφλωσε ο Οδυσσέας. Στον άλλον, ο οποίος προηγείται στο κείμενο, αλλά και χρονικά, συζητούν δυο θαλάσσιες νύμφες, δυο Νηρηίδες, η Δώρις και η Γαλάτεια. Η Γαλάτεια έχει εραστή τον Πολύφημο και η Δώρις απορεί πώς τον αντέχει.
Σαν παρένθεση: Η Γαλάτεια αυτή είναι άλλη από το γυναικείο άγαλμα που λάξευσε ο Πυγμαλίων, και που μετά πήρε ζωή, για την ιστορία της οποίας και την καλύβη με την οποία συνδέθηκε μεταγενέστερα έχουμε άρθρο. Για τους έρωτες της Γαλάτειας με τον Πολύφημο μιλάει και ο Θεόκριτος στα ειδύλλιά του, όπου παρουσιάζει τον Πολύφημο σαν καλοκάγαθο βοσκό. Αντίθετα, στις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου, η Γαλάτεια έχει δεσμό με τον Άκι, ο οποίος Άκις βρίσκει φρικτό θάνατο όταν τον καταπλακώνει με έναν βράχο ο αντίζηλός του, ο Πολύφημος. Η ιστορία αυτή στην Αναγέννηση και μετά έδωσε θέμα σε τραγωδίες και όπερες. Κλείνει η παρένθεση.
Ο παππούς μου είχε μεταφράσει πολύ Λουκιανό, ο πατέρας μου λιγότερο, ας δοκιμάσω κι εγώ το χέρι μου.
Πρώτα λοιπόν, Δώρις (περισπωμένη) και Γαλάτεια. Το αρχαίο κείμενο εδώ.
ΔΩΡΙΣ: Μμμ, ωραίος εραστής, Γαλάτεια, αυτός ο Σικελός βοσκός που λένε πως έχει τρελαθεί για σένα!
ΓΑΛΑΤΕΙΑ: Μη με κοροϊδεύεις, Δωρίτσα. Ό,τι και να 'ναι, είναι γιος του Ποσειδώνα.
Δ.: Και λοιπόν; Ακόμα και του Δία γιος αν ήταν, έτσι άγριος και μαλλιαρός που εμφανίζεται και, το πιο άσχημο απ’ όλα, μονόφθαλμος, θα τον έκανε τάχα ομορφότερο η γενιά του;
Γ.: Ούτε η πολλή του τρίχα ούτε η αγριάδα του, όπως τη λες, είναι άσχημο πράγμα — ίσα ίσα, τον κάνουν πιο αρρενωπό. Και το μάτι του μια χαρά στέκει στη μέση του μετώπου του και βλέπει εξίσου καλά σαν να ήταν δύο.
Δ.: Έτσι που τον παινεύεις, Γαλάτεια, θα έλεγε κανείς πως δεν σε ποθεί ο Πολύφημος, αλλά πως έχεις ερωτευτεί εσύ αυτόν.
Γ.: Δεν είμαι ερωτευμένη μαζί του. Αλλά δεν αντέχω να τον περιγελάτε έτσι· και μου φαίνεται πως το κάνετε από ζήλια. Γιατί μια μέρα, καθώς έβοσκε τα κοπάδια του ψηλά και μας είδε που παίζαμε στην ακρογιαλιά, στους πρόποδες της Αίτνας, εκεί όπου απλώνεται η παραλία ανάμεσα στο βουνό και στη θάλασσα, εσάς ούτε που σας κοίταξε· εμένα όμως με βρήκε την ομορφότερη απ’ όλες και είχε το μάτι του καρφωμένο μονάχα πάνω μου. Αυτό σας πειράζει: αποδείχτηκε πως εγώ είμαι καλύτερή σας και αξιαγάπητη, ενώ για σας αδιαφόρησε.
Δ.: Α, ώστε επειδή σε βρήκε όμορφη ένας βοσκός που του λείπει το ένα μάτι, θα πρέπει και να σε ζηλέψουμε; Αλήθεια, τι άλλο είχε να παινέψει πάνω σου πέρα από την ασπράδα σου; Κι αυτήν, φαντάζομαι, επειδή είναι μαθημένος στα τυριά και στα γάλατα· γι’ αυτό ό,τι τους μοιάζει το βρίσκει όμορφο. Αν θέλεις να μάθεις στ’ αλήθεια πώς είναι η όψη σου, μια μέρα που θα έχει μπουνάτσα σκύψε από κανέναν βράχο και κοίταξε τον εαυτό σου στο νερό. Τίποτε άλλο δεν θα δεις παρά μια κάτασπρη επιδερμίδα· και η ασπράδα από μόνη της δεν είναι ομορφιά, αν δεν τη ζωντανεύει και λίγο ρόδινο.
Γ.: Κι όμως, όσο κατάλευκη κι αν είμαι, έναν εραστή τον έχω, έστω κι αυτόν. Ενώ από σας καμιά δεν βρίσκεται να την παινέψει ούτε βοσκός ούτε ναύτης ούτε περαματάρης. Κι έπειτα, ο Πολύφημος, εκτός από τ’ άλλα, είναι και μουσικός.
Δ.: Σώπα, ρε Γαλάτεια! Τον ακούσαμε να τραγουδάει τις προάλλες, όταν ήρθε να σου κάνει καντάδα. Καλή μου Αφροδίτη! Θα νόμιζε κανείς πως άκουγε γάιδαρο να γκαρίζει. Και τι να πεις για τη λύρα του! Ένα κρανίο ελαφιού γυμνό από σάρκες· τα κέρατα χρησίμευαν για βραχίονες, τα είχε ενώσει μ’ έναν ζυγό και πάνω τους είχε δέσει τις χορδές, χωρίς καν να τις περάσει από κλειδιά για να τις κουρδίσει. Κι ύστερα άρχιζε μια μελωδία παράφωνη και ξεκούρδιστη: άλλα μούγκριζε αυτός κι άλλα αποκρινόταν η λύρα, κι εμείς δεν μπορούσαμε να κρατήσουμε τα γέλια μας με τέτοιο ερωτικό τραγούδι. Ακόμα και η Ηχώ, η τόσο φλύαρη, δεν καταδεχόταν να του απαντήσει καθώς αυτός μούγκριζε· ντρεπόταν μην τη δουν να μιμείται ένα τόσο τραχύ και γελοίο τραγούδι. Κι ο αγαπημένος σου κρατούσε στην αγκαλιά του, για παιχνιδάκι, ένα αρκουδάκι, μαλλιαρό σαν κι αυτόν. Ποια λοιπόν δεν θα σε ζήλευε, Γαλάτεια, για τέτοιον εραστή;
Γ.: Ε, τότε δείξε μας κι εσύ, Δωρίτσα, τον δικό σου· σίγουρα θα 'ναι ομορφότερος και καλύτερος τραγουδιστής και θα ξέρει να παίζει και τη λύρα καλύτερα.
Δ.: Εγώ εραστή δεν έχω, ούτε καμαρώνω πως είμαι περιζήτητη. Αλλά έναν σαν τον Κύκλωπα —που ζέχνει βαρβατίλα σαν τράγος, τρώει ωμό κρέας, καθώς λένε, και καταβροχθίζει τους ξένους που φτάνουν στον τόπο του— σου τον χαρίζω. Και σου εύχομαι να τον αγαπήσεις κι εσύ όσο σ’ αγαπάει εκείνος.
Εδώ χρειάζεται ένα σχόλιο. Στην αρχή, η Δώρις λέει στη Γαλάτεια: οὐκ ἐραστὴν ἀλλ᾽ ἐρώμενον ἔχειν τὸν Πολύφημον. Θα μπορούσα να το μεταφράσω διατηρώντας τις λέξεις, δηλαδή: έτσι που τον παινεύεις, Γαλάτεια, θα έλεγε κανείς πως ο Πολύφημος δεν είναι ο εραστής σου αλλά ο ερωμένος σου, αλλά το απέφυγα. Ο λόγος είναι ότι στα σημερινά ελληνικά εραστής και ερωμένος είναι περίπου συνώνυμα, ενώ στα αρχαία ελληνικά το δίπολο εραστής - ερώμενος (προσοχή, τόνος στην προπαραλήγουσα) ήταν διαφορετικό: ο εραστής είναι αυτός που ποθεί, ο ερώμενος αυτός που δέχεται τον έρωτα. Αυτό εμφανίζεται ιδίως στα παιδικά, στις παιδεραστικές ερωτικές σχέσεις, όπου ο εραστής ήταν ο ενήλικος και ο ερώμενος ο ανήλικος. Οπότε εδώ προτίμησα να μεταφράσω ελεύθερα, μεταφέροντας το νόημα. Η Δώρις λέει ότι η Γαλάτεια δεν πολιορκείται απλώς από τον Πολύφημο αλλά τον έχει ερωτευτεί.
********* 
Και ο δεύτερος διάλογος, συντομότερος. Κύκλωψ και Ποσειδών, το πρωτότυπο εδώ.
ΚΥΚΛΩΠΑΣ: Αχ πατέρα, τι έπαθα από εκείνον τον καταραμένο τον ξένο! Με μέθυσε και, την ώρα που κοιμόμουν, μου επιτέθηκε και με τύφλωσε.
ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ: Και ποιος ήταν αυτός που τόλμησε να κάνει τέτοιο πράγμα, Πολύφημε;
Κ.: Στην αρχή έλεγε πως τον λένε Κανένα· όταν όμως ξέφυγε και βρέθηκε πια έξω από το βεληνεκές μου, είπε πως το όνομά του ήταν Οδυσσέας.
Π.: Ξέρω ποιον λες, τον Ιθακήσιο. Γύριζε από την Τροία. Μα πώς τα κατάφερε όλα αυτά; Δεν είναι δα και κανένας πολύ θαρραλέος.
Κ.: Όταν γύρισα από τη βοσκή, βρήκα μέσα στη σπηλιά μου ένα σωρό ανθρώπους, που ολοφάνερα είχαν βάλει στο μάτι τα κοπάδια μου. Έβαλα λοιπόν στην είσοδο το καπάκι της —μια πελώρια πέτρα είναι— κι άναψα φωτιά μ’ ένα δέντρο που είχα φέρει από το βουνό. Τότε φάνηκε ότι προσπαθούσαν να κρυφτούν. Έπιασα λοιπόν μερικούς και, όπως ήταν φυσικό, τους έφαγα, αφού δεν ήταν παρά ληστές.
Και τότε εκείνος ο παμπόνηρος, είτε Κανένας λεγόταν είτε Οδυσσέας, μου δίνει να πιω ένα μαντζούνι, που το έχυσε στο ποτήρι: γλυκό και μυρωδάτο, μα ύπουλο όσο δεν παίρνει και μου έφερε μεγάλη ανακατωσούρα. Μόλις το ήπια, μου φαινόταν πως όλα γύρω μου στριφογύριζαν, η ίδια η σπηλιά ερχόταν τα πάνω κάτω και δεν ήξερα πια πού βρισκόμουν. Στο τέλος με πήρε ο ύπνος. Εκείνος τότε πελέκησε στην άκρη ένα παλούκι, το πύρωσε κιόλας στη φωτιά και, ενώ κοιμόμουν, με τύφλωσε. Κι από τότε, Ποσειδώνα μου, σου είμαι τυφλός.
Π.: Πω πω, πολύ βαθιά θα κοιμήθηκες, παιδί μου, για να μη πεταχτείς επάνω την ώρα που σου έβγαζαν το μάτι! Και ο Οδυσσέας πώς κατάφερε να ξεφύγει; Γιατί αποκλείεται να μπόρεσε να μετακινήσει την πέτρα από την είσοδο.
Κ.: Εγώ την έβγαλα, για να τον πιάσω καλύτερα την ώρα που θα έβγαινε. Κάθισα δίπλα στην είσοδο και παραφύλαγα με τα χέρια απλωμένα, αφήνοντας να βγουν για βοσκή μόνο τα πρόβατα· και στο κριάρι είχα πει τι έπρεπε να κάνει για λογαριασμό μου.
Π.: Κατάλαβα: βγήκαν κρυμμένοι από κάτω τους. Έπρεπε όμως να φωνάξεις και τους άλλους Κύκλωπες να σε βοηθήσουν εναντίον του.
Κ.: Τους φώναξα, πατέρα, και ήρθαν. Όταν όμως με ρώτησαν πώς λεγόταν αυτός που μου έκανε το κακό κι εγώ τους είπα «Κανένας», νόμισαν πως είχα τρελαθεί και σηκώθηκαν κι έφυγαν. Έτσι με ξεγέλασε ο καταραμένος με το όνομα.
Και ξέρεις τι με πείραξε περισσότερο; Ότι, για να με κοροϊδέψει κιόλας για τη συμφορά μου, μου φώναξε: «Ούτε ο πατέρας σου ο Ποσειδώνας δεν θα μπορέσει να σε γιατρέψει!»
Π.: Κουράγιο, παιδί μου. Θα τον τιμωρήσω εγώ, για να μάθει πως, ακόμα κι αν δεν μπορώ να γιατρέψω τυφλωμένα μάτια, το αν θα σωθούν ή θα χαθούν όσοι ταξιδεύουν στη θάλασσα περνάει από το δικό μου χέρι. Κι αυτός ακόμα ταξιδεύει.