Πηγή :Tvxs.gr![]()
Ο βαρύτατος τραυματισμός του 20χρονου στην Αργολίδα από αστυνομικούς ξαναφέρνει στην επιφάνεια το ζήτημα της λειτουργίας της αστυνομίας και της αστυνομικής βίας.
Πολλά χρόνια τώρα η παράνομη αστυνομική βία έχει αναδειχθεί σε σοβαρό
πρόβλημα και για την αστυνομία και για τους πολίτες και είναι
γενικότερα σαφές πλέον ότι πρόκειται για συστημικό φαινόμενο: δηλαδή
παράγεται από το ίδιο το σύστημα λειτουργίας της αστυνομίας, συνιστά
συστατικό στοιχείο της αστυνόμευσης και γίνεται ανεκτό επί της ουσίας
από την ιεραρχία της αστυνομίας, μέσα από την εκπαίδευση, την παρακώλυση
ή καθυστέρηση ερευνών, την περαιτέρω θυματοποίηση των θυμάτων, την
άρνηση της ουσίας των περιστατικών, την αλλοίωση των πραγματικών
περιστατικών, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις και την άτυπη επιβράβευση.
Δημιουργείται έτσι ένα πεδίο που αφορά την εγκληματικότητα της
αστυνομίας.
Στο πλαίσιο αυτό μοιάζει να μην είναι πλέον αποτελεσματική για την αποτροπή τέτοιων περιστατικών η καταγγελία τους από φορείς, κόμματα σχολιαστές, δημοσιογράφους κλπ.. Διότι τα πράγματα επαναλαμβάνονται. Έχουμε πολλά χρόνια να δούμε προτάσεις για μεταρρυθμίσεις στην Αστυνομία.
Οι μεταρρυθμίσεις και τα μέτρα εσωτερικού ελέγχου που έχουν θεσπιστεί τα τελευταία χρόνια, πρέπει να παραδεχθούμε (χωρίς καμία διάθεση κριτικής) ότι καταλήγουν να είναι μέτρα εντυπωσιασμού, που μέσα από τη «διαφήμιση» της τεχνολογίας (π.χ. κάμερες αστυνομικών) επιχειρούν να πείσουν, ότι θα αλλάξουν οι συμπεριφορές.
Αγνοείται η κοινή παραδοχή ότι οι συμπεριφορές προκύπτουν και μέσα
από καθιερωμένες πρακτικές και μέσα από την άτυπη εκπαίδευση των
αστυνομικών «πάνω στη δουλειά» και μέσα από προσπάθειες να
αντιμετωπιστούν ελλείψεις, υποστελέχωση κλπ και βέβαια προκύπτουν μέσα
από την ιδεολογική συγκρότηση του αστυνομικού ως επαγγελματία.
Και εδώ θα πρέπει να παραδεχθούμε επίσης, ότι το σύστημα πάσχει σοβαρά: ο τρόπος ένταξης στην αστυνομία, το προσωπικό πολλών ταχυτήτων, η εκπαίδευση πολλών ταχυτήτων, το σύστημα κρίσεων, η επιλογή της ηγεσίας, η εμπεδωμένη εφαρμογή της πολιτικής νόμου και τάξης, που δεν συσχετίζεται δημόσια συνήθως και με την κατ΄ουσίαν την παράκαμψη της ιεραρχικής τάξης της αστυνομίας, μέσω της υπαγωγής υπηρεσιών απευθείας στον αρχηγό είναι μερικά από τα δομικά προβλήματα.
Επιπλέον οι συνθήκες εργασίας των αστυνομικών, η ανοχή στη βία (που ευνοεί και τη διαφθορά), η λήψη αποφάσεων χωρίς ουσιαστική λογοδοσία, η επισφαλής θέση των κατώτερων αστυνομικών από τις υπερβολές των προϊσταμένων τους, όλα αυτά, και άλλα πολλά αποτελούν ζητήματα που κατά καιρούς έχουν αναδειχθεί και από αστυνομικούς και από ειδικούς.

Όμως το πολιτικό μας σύστημα φαίνεται ότι δεν θέλει ή δεν μπορεί ή δεν ξέρει να κάνει τη σύγκρουση με ένα κατεστημένο που επωφελείται ποικιλοτρόπως από μια προβληματική λειτουργία της αστυνομίας (όχι απαραίτητα οικονομικά). Οι αστυνομικοί δεν είναι «όργανα» όπως έλεγαν οι παλιοί χωροφύλακες, δεν είναι στρατιώτες, είναι υπάλληλοι του κράτους στην υπηρεσία του πολίτη και αστυνομία είναι ένας θεσμός της δημοκρατίας και θα πρέπει να έχει δημοκρατικό χαρακτήρα.
Η δημοκρατική αστυνομία βέβαια δεν αφορά το τι ψηφίζουν οι αστυνομικοί, αλλά αφορά την ομοιογενή εκπαίδευση και εισαγωγή στο σώμα, τη συμμετοχή τους σε ένα βαθμό σε λήψεις αποφάσεων, τα συστήματα λογοδοσίας· αφορά επίσης, τους όρους εργασίας, τη δυνατότητα θεσμικών εγγυήσεων για τους κατώτερους αστυνομικούς εντός του σώματος κλπ. Δηλαδή αφορά μια αστυνομία που διαμορφώνεται μέσα από όρια και εγγυήσεις : έτσι μπορεί να αντιμετωπίσει την παρανομία και εντός και εκτός του σώματος.
Αντίθετα, σε κάθε περιστατικό κατάχρησης εξουσίας από την αστυνομία όπως φαίνεται ότι ήταν το τελευταίο, ακολουθούν διαπιστώσεις ειδικών, δηλώσεις, καταγγελίες από τη μία και μέτρα για σεμινάρια, εκπαιδεύσεις, πειθαρχικά από την άλλη και βέβαια τα πράγματα παίρνουν τη δικαστική οδό.
Δηλαδή, γίνεται «ότι είναι δυνατόν» για να συνεχίσουν τα πράγματα ως έχουν. Σε ένα κόσμο όπου όλα είναι ρευστά και στο πλαίσιο μιας συγκυρίας, στην οποία βλέπουμε πλέον τις συνέπειες της κατάρρευσης των βεβαιοτήτων και της επικράτησης της αγοράς παντού, η αστυνομία είναι ένας από τους τελευταίους θεσμούς που μπορεί «θυμίζει» το δημοκρατικό κράτος, όταν δεν ταυτίζεται με το μετεμφυλιακό κράτος.
Και επειδή με τους θεσμούς «δεν παίζουμε», το πολιτικό σύστημα και ιδίως οι δυνάμεις της αριστεράς (και ό,τι αυτό σημαίνει σήμερα) είναι σκόπιμο να υπερβούν την πρακτική της καταγγελίας και των διαπιστώσεων και να περάσουμε σε προτάσεις δομικών αλλαγών, που μεταξύ άλλων να επιδιώκουν την αλλαγή δομών, νοοτροπιών και πρακτικών και στην αστυνομία αλλά να αλλάζουν και τις στάσεις εχθρότητας στους πολίτες και απέναντι σε κάθε μικρο- παρανομία και απέναντι στην αστυνομία.
- Σοφία Βιδάλη – τ. Καθηγήτρια Εγκληματολογίας και Αντεγκληματικής Πολιτικής Παντείου Πανεπιστημίου
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου