Ο Νίτσε βάζει πέντε αστεράκια στον Οδυσσέα του Νόλαν
Η ΕΠΟΧΗ
epohi.gr
Ο Νόλαν είδε τον Οδυσσέα ως αντιπολεμικό πολεμιστή, έναν βετεράνο «πέρα από το καλό και το κακό», έναν αέναο ταξιδευτή. Εντόπισε πώς ο Οδυσσέας είναι το πρότυπο του αγωνιζόμενου ανθρώπου, γιατί έτσι παίζεται το παιχνίδι της ζωής, όχι γιατί «πρέπει» να αγωνίζεται κανείς για κάτι.
Δεν είναι ηθικός, δεν είναι δυνατός, δεν είναι πιστός. Είναι ο προσαρμοσμένος στην εκτύλιξη του γίγνεσθαι· προκύπτει ως ροή στις γραμμές φυγής του κόσμου όταν αυτός αλλάζει. Είναι η ίδια η μήτις, ο πολύτροπος, ο βαμμένος στο αίμα, ο πιο θλιμμένος από τον νόστο και, μαζί, αυτός που απόλαυσε περισσότερο από όλους τους επί της γης τον πηγαιμό για την Ιθάκη. Έγινε ποίημα αυτή η αναβαλλόμενη επιστροφή, έγινε τρόπος να ζήσει κανείς την ίδια τη ζωή του.
Ο Οδυσσέας του Νόλαν είναι αμαρτωλός, προδότης, άθεος, καταστατικά άθεος, σε έναν έμπλεο θεών κόσμο που δεν εμφανίζονται ποτέ.
Μόνο η Αθηνά υπάρχει ως φάντασμα, ως είδωλο· είδωλο ακόμα και η Ελένη, όπως στον Ευριπίδη, άλλη, πιο Άλλη, για να μην έχει δική της ταυτότητα, να είναι μόνο ετερότητα.
Η Αθηνά, η κόρη της Μήτιδος, η γεννημένη από το κεφάλι του πατέρα της, που θα τον νικήσει κάποια στιγμή όταν περάσουν οι αιώνες και αυτή θα γίνει αρχηγός του κόσμου, γιατί εκείνη είναι η πρωτότοκη κόρη, γιατί εκείνη ενσαρκώνει και τον αγέννητο γιο της μητέρας της, που θα έπαιρνε τη θέση του Δία.
Η Ζεντάγια, ως ταπεινή Αθηνά, κουβαλά με τη θλίψη της τον πόνο του αγαπημένου της ανθρώπου· σπρώνει όμως μαζί και τη λαχτάρα της αφανέωτης ακόμα επιθυμίας για μη παραμονή στην Ιθάκη.
Φουριόζος πάντα, και όλο ανέραστος, ο νολανικός Οδυσσέας απορρίπτει όλους τους θεϊκούς νόμους. Είναι ο αστός, ο υπολογιστικός άνθρωπος που υποτάσσει τη φύση στη βούλησή του, όπως τον φαντάστηκαν οι Χορκχάιμερ και Αντόρνο. Είναι ο πρώτος πορθητής των, πιθανότατα, ανύπαρκτων λαών της θάλασσας. Είναι το πολλαπλό είδωλο μιας μυθικής εποχής ηρώων, μετά τον αδάμαστο Ηρακλή, τον θεσμιστή Θησέα και πριν από τον απομαγευμένο κόσμο, πριν από την παρακμή, όπως την ονόμαζε διαρκώς ο Νίτσε.
Παρακμή: «η ηθική υπερευαισθησία και υστερία ενός συμφύρματος λαουτζίκου που έχει κουραστεί και που στερείται σκοπών».*
Ποιοι θα λένε τα κατορθώματά του; Μόνο οι βάρδοι, γιατί η γραφή θα χαθεί. Μόνο οι τελετουργίες της αφήγησης, που είναι για τον χρόνο ό,τι είναι η οικία για τον χώρο: χρόνος κατοικήσιμος κι όχι αιωνίως επερχόμενο παρόν.
Ο Οδυσσέας του Νόλαν αφηγείται. Είναι αφήγηση μιας ήδη περαιωμένης αφήγησης, το δεύτερο επίπεδό της, ο σπασμένος τέταρτος τοίχος. Τα αφηγείται κλιμακωτά στη βολικά λωτοφέρουσα Καλυψώ, που τα ξέρει, και ξέρει ότι κι εκείνος τα ξέρει, και του στέρησε τη γνώση με και χωρίς τη θέλησή του.
«Παραδώσου στα κύματα, δεν θα σε σκοτώσουν», του αποκαλύπτει στο τέλος το μυστικό. Μα ποιος μπορεί να τον νικήσει, ενώ, παρόλο που δεν είναι αθάνατος, ο Ποσειδώνας δεν επιτρέπεται να του πάρει τη ζωή; Κανείς.
Ο Οδυσσέας σπάει τον πιο αρχαίο κανόνα της ιστορίας των ανθρώπων: «όσο πιο αδύναμη η εμπειρία, τόσο μεγαλώνει η προσδοκία». Το πεδίο της εμπειρίας του είναι και των δύο κόσμων, του πάνω και του κάτω, ίσως, όπως φαίνεται στο τέλος, και των τριών. Το πεδίο της προσδοκίας του είναι αδηφάγο, ακατάπαυστα ορεξάτο. Εμπειρία και προσδοκία γίνονται ένα, «αμιγές παρόν», όπως έλεγε και ο Έριχ Άουερμπαχ στη Μίμηση.
Ο Οδυσσέας γυρνά στην Ιθάκη. Πλαντάζει. Δεν αντέχει το παιδί του, τη γυναίκα του, το μικρό νησί του. Μόνο ο Άργος έκανε το καθήκον του: πέθανε όταν έπρεπε. Δεν μπορεί να γίνει βασιλιάς, δεν μπορεί να γίνει κατακτητής, να έχει χαρέμι, να κάνει ντουζίνες γιους και κόρες. Όπως λέει ο Μαντελστάμ, γύρισε «γεμάτος χώρο και χρόνο». Ποιος μπορεί να σταθεί οπουδήποτε έπειτα από αυτό;
Δεν θέλει την εξουσία· γίνεται αντιεξουσιαστής. Θέλει να φύγει από το μαρτύριο της εύτακτης ζωής. Έχει καταλάβει: η θέληση για δύναμη δεν κατοικεί στην Ιθάκη. Θέλει να περάσει τις Ηράκλειες Στήλες, να βγει στον Ωκεανό, να στοιχηθεί με το ωκεάνιο συναίσθημα, την αδιάσπαστη ενότητα με τον έξω, τον πέρα κόσμο, όχι μόνο με ετούτον εδώ τον κόσμο, όπως, σφαλερά και τόσο δυτικά, σκέφτηκε ο Φρόιντ.
Ο Νόλαν δεν έχει διαβάσει την τόσο φιλόδοξη και τόσο υποτιμημένη από τους Έλληνες Οδύσεια του Καζαντζάκη. Τον βάζει, ωστόσο, να κάνει ακριβώς το ίδιο: να συνεχίσει να περιπλανιέται.
Τέλος; Όχι, δεν υπάρχει τέλος, μόνο η αιώνια επιστροφή ως πάντα άλλη, όπως την ερμήνευσε ο Ντελέζ. Δεν εσωτερικεύει την οδύνη, δεν είναι μνησίκακος, δεν γίνεται ασκητής. Είναι νιτσεϊκά τραγικός· πάει να πει μια κατάφαση του γίγνεσθαι, δυνάμει ενεργός, όχι ανενεργός.
Ποιος είναι δούλος; Αυτός που δεν φτάνει εκεί όπου μπορεί. Πάντως όχι ο Οδυσσέας.
Ο θεομπαίχτης, ο παμπόνηρος, είναι μέτα-ήρωας και προ-άνθρωπος. Είναι ο νιτσεϊκός Υπεράνθρωπος, που τρυγά νέες αξίες: «Δεν υπάρχει κυριολεκτικά δημιουργία παρά μόνο στον βαθμό που, αντί να χωρίσουμε τη ζωή από αυτό που μπορεί, χρησιμοποιούμε το πλεόνασμά της για να επινοήσουμε νέες μορφές ζωής».**
*Νίτσε, Φρίντριχ (2014), Η θέληση για δύναμη, Αθήνα: Πανοπτικό, σελ. 126
** Ντελέζ Ζιλ, (2018), Ο Νίτσε και η φιλοσοφία, Αθήνα: Πλέθρον, σελ. 318
ΥΓ. Δεν είναι όλα αυτά ο Οδυσσέας του Νόλαν· είναι ο Οδυσσέας που φαντάστηκα εγώ βλέποντας τον Νόλαν. Κυρίως, δεν είναι ένας αντιπολεμικός ή εξωερωτικός βετεράνος που συμφιλιώνεται στο τέλος με τον θεϊκό νόμο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου