Η εξαφάνιση της μεσαίας τάξης
Λέξεις: Γιώργος Στάμκος* 
Η μεσαία τάξη, που εμφανίστηκε δυναμικά στο κοινωνικό προσκήνιο της Ελλάδας κατά την δεκαετία του 1980, η περίφημη «κοινωνία των 2/3» η οποία υποτίθεται πως θα εκδημοκράτιζε, θα εκσυγχρόνιζε και θα εξισορροπούσε την ελληνική κοινωνία, βάζοντας στο παιχνίδι χρόνια αδικημένους πολίτες που ήταν περιθωροποιημένοι κυρίως για πολιτικούς λόγους, είναι πλέον αντιμέτωπη με το φάσμα της εξαφάνισής της.
Μετατίθεται με συνοπτικές διαδικασίες στην εκθετικά αυξανόμενη τάξη των νεόπτωχων, των εργαζόμενων-φτωχών, των τηλε-εργαζόμενων δίχως δικαιώματα, των ανερμάτιστων Digital Nomads και των χαροκαμένων «ηλεκτρονικών προλετάριων» της εποχής της Α.Ι..
Αδυνατεί να ανταπεξέλθει, χρεοκοπεί, κατακρημνίζεται στα Τάρτατα της Ιστορίας κι εξαφανίζεται. Μαζί της όμως εξαφανίζονται και οι ελπίδες –ή ευσεβείς πόθοι;– να μεταρρυθμιστεί ο σκληρός καπιταλισμός, ώστε να λειτουργεί όχι μόνον προς όφελος των λίγων. Ελπίδες για να συντηρηθεί και το πολύκλαυστο Κράτος Πρόνοιας, το οποίο διατηρούσε κάποια στοιχειώδη κοινωνική συνοχή και αλληλεγγύη. Βέβαια, το Κράτος Πρόνοιας υπήρξε εξ αρχής ένας μηχανισμός αναδιανομής εισοδημάτων στα πλαίσια της μεσαίας ή μικρομεσαίας τάξης, ενώ τους πραγματικά φτωχούς, άστεγους κ.ά αδυνατούσε πάντα να τους «εντοπίσει» και κυριολεκτικά τους αγνοούσε. Οι φτωχοί συνεχίζουν να βρίσκονται εκτός του “ραντάρ” του Κράτους Πρόνοιας.
Δεν χρειάζεται βέβαια να θρηνολογούμε για την εξαφάνισή της, αν αυτή λάβει όντως αμετάκλητο χαρακτήρα, εφόσον είναι μάλλον μια πικρή «εκδίκηση της Ιστορίας», επειδή η μεσαία τάξη εθελοντικά παραδόθηκε άνευ όρων στο νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό και στη λατρεία των αγορών και της υπερκατανάλωσης, ενώ φλέρταρε ενίοτε και με ακροδεξιές και φασίζουσες ιδεολογίες. Ωστόσο είναι ωφέλιμο να αναρωτηθούμε ποια θα είναι η κατάσταση που θα μας περιμένει μετά το τέλος της μεσαίας τάξης…
Σε κάθε περίπτωση η γροθιά που τη βλέπεις να διαγράφεται εναντίον σου πονάει πάντα λιγότερο από εκείνη που σου έρχεται ξαφνικά και ουρανοκατέβατα.
*Ο Γιώργος Στάμκος είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος. Από το 1988 έχει συγγράψει περίπου 2.000 ειδικά άρθρα και αναλύσεις. Έχει συνεργαστεί με περισσότερα από 30 διαφορετικά ελληνικά και ξένα έντυπα. Η αναλυτική και εξειδικευμένη αρθρογραφία του εστιάζεται κυρίως σε θέματα αναζήτησης, εναλλακτικής τεχνολογίας, ιστορίας, γεωπολιτικής, και βαλκανολογίας. Έχει συγγράψει ως τώρα 14 βιβλία, όπως "Νίκολα Τέσλα: Ο Προφήτης του 21ου αιώνα" (Μάρτιος 1999), "Μυστική Σερβία" (1999, μαζί με τη Μίλιτσα Κοσάνοβιτς), "Απαγορευμένη τεχνολογία" (2000), "Γεωπολιτική του αρχιπελάγους" (2000, επανέκδοση 2008), "Ελεύθερη ενέργεια" (2001), "Μετα-αποκάλυψη τώρα" (2002) και "Θεωρίες Συνωμοσίας" (2003), "Γκρίζα Ελλάδα: Η ανατομία του ελληνικού συνδρόμου" (2004), "Ο θαυμαστός κόσμος του Τέσλα" (2004, επανέκδοση Πύρινος Κόσμος 2015), "Mind Control: Ο πόλεμος για τον έλεγχο του νου" (2005), "Στοιχειωμένα Βαλκάνια" (2006, μαζί με τη Μ. Κοσάνοβιτς), "Τέσλά: Ο απαγορευμένος επιστήμονας" (2007), "Μυστική τεχνολογία" (2008), "Συνωμοσίες & θεωρίες συνωμοσίας" (2010), "999 Μαργαριτάρια της ανθρώπινης σοφίας" (2010) κ.ά. Το τελευταίο του βιβλίο (2016) έχει τίτλο "Η σκιά των Βογομιλων: Γνωστικισμός, μανιχαϊκές αιρέσεις των Βαλκανίων, καθαροί και η επίδρασή τους στο Δυτικό Πολιτισμό". Όλα τα βιβλία του οδηγήθηκαν σε πολλές επανεκδόσεις κι έγιναν αφορμή για δημιουργικές συζητήσεις, ακόμη και διαφωνίες. Έχει επίσης συμμετάσχει με εκτενή κείμενά του σε 18, μέχρι στιγμής, συλλογικά έργα. Για ένα διάστημα υπήρξε και εκδότης ειδικών περιοδικών, όπως για παράδειγμα του εναλλακτικού περιοδικού ΖΕΝΙΘ (2004-2010), ενώ είναι δημιουργός και διαχειριστής του www.zenithmag.wordpress.com. Από το 2008 συνεργάζεται με το εβδομαδιαίο σέρβικο περιοδικό Vreme, στέλνοντας, σε συνεργασία με τη Μ. Κοσάνοβιτς, ανταποκρίσεις και αναλύσεις σχετικά με τις εξελίξεις στην Ελλάδα. Τέλος έχει γράψει δεκάδες έρευνες, σενάρια και κείμενα για αντίστοιχα επεισόδια της σειράς ντοκιμαντέρ Balkan Express της ΕΡΤ 3, καθώς και της σειράς 24 επεισοδίων με τίτλο 'Η Γειτονιά μας τα Βαλκάνια', που προβλήθηκε τόσο από το Prisma plus, όσο κι από την ΕΡΤ 2. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη, ενώ ταξιδεύει συχνά στη βαλκανική ενδοχώρα και κυρίως στη Σερβία, την οποία και θεωρεί "δεύτερη πατρίδα' του.










Κατά τη διάρκεια αυτής της ημέρας, ο Antonio προσπαθεί συνεχώς να γεφυρώσει το χάσμα ηλικίας και νοοτροπίας, αλλά βρίσκεται διαρκώς σε γελοία θέση. Η Francesca ταλαντεύεται ανάμεσα στη συμπόνια και την κοροϊδία, και του παραχωρεί μια στιγμή οικειότητας τη νύχτα στην παραλία, αλλά την αυγή φεύγει με τους συνομηλίκους της. Ο Antonio μένει μόνος, ζαλισμένος και πικραμένος, και συνεχίζει το ταξίδι του.




