Ο Σεμπάστιαν Φίτζεκ είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο της σύγχρονης λογοτεχνίας. Καταφέρνει να μετατρέψει τις παρουσιάσεις βιβλίων του σε γιγαντιαία live shows, γεμίζοντας ολόκληρα στάδια και αρένες, προκαλώντας στους αναγνώστες του εκδηλώσεις θαυμασμού που συνήθως συμβαίνουν σε ροκ αστέρες.

Με περισσότερα από 19 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως, μεταφράσεις σε 36 γλώσσες και μια καριέρα που μετρά πλέον 20 χρόνια από το εμβληματικό του ντεμπούτο με τη «Θεραπεία», στα 55 του χρόνια έχει δημιουργήσει ένα τεράστιο παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τις ουρές του κόσμου για να τον δουν όταν είχε έρθει στη χώρα μας, στη Διεθνή Εκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης. Κι όμως, ο «βασιλιάς» του γερμανικού θρίλερ παραμένει αφοπλιστικά «γειωμένος» συνεχίζοντας να τυπώνει το προσωπικό του email στο τέλος κάθε βιβλίου του για να συνομιλεί απευθείας με το κοινό του.

Σε μια αποκλειστική και βαθιά εξομολογητική συνέντευξη με φόντο την πρόσφατη πολιτική κατάσταση στην πόλη του, αναλύει πώς ο κοινωνικός φόβος στρώνει το χαλί για την άνοδο των άκρων. Παρομοιάζει τον εθισμό στα social media με «ηρωίνη» που σκοτώνει τη σκέψη και κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την Τεχνητή Νοημοσύνη, την οποία χαρακτηρίζει «ατομική βόμβα» στα λάθος χέρια.

Την ίδια στιγμή, μας «ανοίγει» την πόρτα του σπιτιού του ως πατέρας πέντε παιδιών, περιγράφοντας με χιούμορ τις ισορροπίες τρόμου ανάμεσα στη συγγραφή φρικτών εγκλημάτων και την οικογενειακή θαλπωρή.

Από τη Γάζα και την Ουκρανία μέχρι το κρυφό πρόβλημα της κακοποίησης παιδιών στη Γερμανία, ο Σ. Φίτζεκ τονίζει ότι το ψυχολογικό θρίλερ δεν είναι μόνο ψυχαγωγία, αλλά ίσως ο πιο σκληρός καθρέφτης της πραγματικότητάς μας. Αυτές τις μέρες κυκλοφορεί στην Ελλάδα το ψυχολογικό θρίλερ του «Ο Γείτονας» (μετάφραση Ειρήνης Γεούργα) από τις εκδόσεις Διόπτρα, όπως και όλα του τα προηγούμενα βιβλία, ενώ ταυτόχρονα στη Γερμανία βγαίνει το τελευταίο του μυθιστόρημα «Το νυχτερινό τρένο».
Είστε ένας ευγενικός, χαμογελαστός άνθρωπος. Πώς συμβιβάζεται αυτό με το γεγονός ότι γεννάτε μερικούς από τους μεγαλύτερους εφιάλτες της σύγχρονης λογοτεχνίας;

Νομίζω ότι όλοι μας κρύβουμε και τις δύο πλευρές μέσα μας. Ευτυχώς, η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων –στην οποία ανήκω κι εγώ– είμαστε καλοί άνθρωποι και έχουμε τη δυνατότητα να διαχειριζόμαστε αυτή τη σκοτεινή μας πλευρά με διάφορους τρόπους. Για παράδειγμα, εγώ γράφω ιστορίες, κάποιοι άλλοι διαβάζουν αυτές τις ιστορίες, και όλοι μαζί τις χρησιμοποιούμε ως μια διέξοδο. Προσωπικά, επειδή δεν μπορούσα να είμαι απόλυτα ευτυχισμένος μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, βρήκα μια διέξοδο που με απαλλάσσει από όλους τους δαίμονές της.

Πρόσφατα είδαμε στις εκλογές στο Βερολίνο νίκη της Αριστεράς, αλλά ταυτόχρονα ραγδαία άνοδο της Ακροδεξιάς. Ως κάτοικος της πόλης, πώς το βλέπετε αυτό που συμβαίνει έξω από την πόρτα σας;

Για πάρα πολύ καιρό υπήρχε το Τείχος, αυτό το σύνορο που χώριζε την πόλη στα δύο. Το Βερολίνο υπήρξε πάντα μια δημιουργική πρωτεύουσα. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, οι Βερολινέζοι της δυτικής πλευράς δεν είχαν την υποχρέωση να υπηρετήσουν στον γερμανικό στρατό. Αυτό ώθησε πολλούς ανθρώπους που δεν ήθελαν να πάνε στρατό –ειρηνιστές, διανοούμενους, δημιουργικά μυαλά– να μετακομίσουν εκεί. Ετσι, το δυτικό Βερολίνο απέκτησε ένα διαφορετικό είδος πολιτών, τόσο πολιτισμικά όσο και ηλικιακά.

Η πόλη έχει μια τεράστια ποικιλία πολιτικών απόψεων. Υπάρχει ένας διάχυτος φόβος: για τον πόλεμο που γίνεται δίπλα μας, για την ανεργία, για την τιμή της βενζίνης που έχει φτάσει στα ύψη. Στο Βερολίνο πλέον είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρεις στέγη ή να πληρώσεις το ενοίκιό σου. Εξαιτίας όλων αυτών των προβλημάτων και της ανασφάλειας, είναι πολύ εύκολο για τα ακραία κόμματα να αναπτυχθούν. Οσο μεγαλύτερος είναι ο φόβος τόσο περισσότερο έδαφος κερδίζουν οι ακραίοι.

Σας ανησυχεί το μέλλον της Ευρώπης και της χώρας σας;