Το νέο αλαζονικό τοπόσημο του Σαρωνικού
του Τάση Παπαϊωάννου*
(Αρχιτέκτων, ομότιμος καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ)
Όσο πλησιάζει η ολοκλήρωση της κατασκευής του θηριώδους ουρανοξύστη στο Ελληνικό, τόσο πληθαίνουν οι πληρωμένες διαφημίσεις, οι εκθέσεις, τα άρθρα για το φαραωνικό έργο που αλλάζει μια για πάντα τη φυσιογνωμία της ακτογραμμής των νοτίων προαστίων. Ένα αλαζονικό κτίριο που ορθώθηκε («φυτεύτηκε» είναι ίσως η πιο κατάλληλη λέξη) στην παραλία του πάλαι ποτέ προαστίου του Ελληνικού και των αθλητικών εγκαταστάσεων του Αγ. Κοσμά. Είναι προφανές ότι χρειάζεται συστηματική και μεθοδευμένη προπαγάνδιση προκειμένου να πεισθεί η ελληνική κοινωνία για την εξαιρετικά βίαιη μετάλλαξη του αστικού ιστού και του αττικού τοπίου, τη μεγαλύτερη που έχει ποτέ συντελεσθεί στην ιστορία της Αθήνας.
Η περιοχή του παλαιού αεροδρομίου, μεταμορφώνεται ραγδαία στη νέα «Αθηναϊκή Ριβιέρα», όπως διακαώς αρέσκονται να την αποκαλούν οι «εθνικοί επενδυτές», αλλά και οι κυβερνώντες του επιτελικού κράτους. Δανεισμένο όνομα από την Εσπερία που πασχίζει άγαρμπα να μιμηθεί τα κοσμοπολίτικα ευρωπαϊκά πρότυπα και να οικειοποιηθεί κάτι από την αύρα τους. Περισσότερο όμως με παραθαλάσσια κέντρα πόλεων όπως το Ντουμπάι ομοιάζει, αντιγράφοντας το αχαλίνωτο νεοπλουτίστικο kitsch ένδυμά τους, την υπερβολή, την παντελή έλλειψη μέτρου, την αποθέωση του περιττού!
Σε άρθρο που δημοσιεύτηκε με τίτλο: «Το κτίριο που ανοίγει τη συζήτηση για το μέλλον της πόλης» (sic) («Εφ.Συν.», 6.7.2026) διαβάσαμε απίθανα πράγματα για την εκτεταμένη ανάπλαση της περιοχής. Μεταξύ άλλων ο επονομαζόμενος Riviera Tower παρουσιάζεται ως ένα τοπόσημο που «εξελίσσεται σε σύμβολο της νέας εποχής» και ο οποίος, μάλιστα, «θα σηματοδοτεί την είσοδο της Αθήνας στον 21ο αιώνα, όπως ακριβώς η Ακρόπολη συμβολίζει τη διαχρονική κληρονομιά της πόλης». Αποτελεί δε –όπως υποστηρίζεται- το υπόδειγμα ώστε και η Αθήνα «να υιοθετήσει σταδιακά το μοντέλο της κάθετης ανάπτυξης που ακολουθούν οι περισσότερες σύγχρονες μητροπόλεις».
Τα επιχειρήματα που διατυπώνονται για την αναγκαιότητα να αποκτήσουμε κι εμείς επιτέλους τους δικούς μας ουρανοξύστες, δείγματα της αδιαμφισβήτητης τάχατες οικονομικής άνθησης που έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια, θέλουν προφανώς να προλειάνουν το έδαφος και για τους επόμενους ουρανοξύστες που θα χτιστούν στην ταλαίπωρη πόλη μας. Λίγο ως πολύ, υπονοείται ότι όσο πιο ψηλό είναι το κτίριο τόσο πιο εύρωστη είναι η οικονομία. Προβάλλεται, μάλιστα, ως «οφειλή» μας να μην υστερήσουμε και να συνταχθούμε, επιτέλους, με τα νεοφιλελεύθερα πρότυπα της διεθνούς αρχιτεκτονικής. Εύστοχες και τεκμηριωμένες απαντήσεις δίνει στα χρονογραφήματά του ο Πέτρος Μανταίος («Εφ.Συν.», 9.10.2026). Εκεί διατυπώνει πολύ σωστά τις εύλογες ενστάσεις του, στον μονομερή χαρακτήρα του άρθρου, αλλά και για την εξιδανικευμένη παρουσίαση της νέας περίκλειστης πόλης που χτίζεται στο Ελληνικό.
Κι επειδή χρειάζονται πάντοτε απέναντι στις αντίθετες φωνές, επιχειρήματα που θα υποστηρίζουν τις εργολαβικές επενδύσεις, τα έργα στην παραλιακή ενδύονται τον μανδύα της οικολογίας και της λεγόμενης «πράσινης» ανάπτυξης. Βασικό και χιλιοειπωμένο επιχείρημα που ακούγεται για ακόμη μία φορά: η πόλη αντί να επεκτείνεται οριζόντια και ως εκ τούτου να μην αφήνεται ο απαραίτητος υπαίθριος χώρος πρασίνου, είναι προτιμότερο να επεκτείνεται καθ’ ύψος, ώστε να ελαχιστοποιείται η κάλυψη του κτιρίου στο έδαφος. Ένα τρικ που «πουλάει» και κυρίως πείθει τον κόσμο με την απλοϊκή ευλογοφανή λογική του, αποκρύβοντας τεχνηέντως όλες τις άλλες (αντι-οικολογικές) παραμέτρους μιας τέτοιας διαδικασίας δόμησης! Στο σκεπτικό αυτό δεν λογαριάζεται η εκρηκτική (και παράνομη;) αύξηση του Συντελεστή Δόμησης στο συγκεκριμένο «οικόπεδο». Η ανέγερση του «πράσινου» περίοπτου πύργου, σε συνδυασμό με το χτίσιμο και των εκατοντάδων άλλων ψηλών κτιρίων, επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το αστικό περιβάλλον. Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις είναι ήδη σοβαρές, επιτείνοντας την αποπνικτική κατάσταση στην περιοχή του Ελληνικού.
Κι όλα αυτά σε μια μεγαλούπολη στην οποία δεν έχει αφεθεί σπιθαμή ελεύθερης γης, με τη μικρότερη αναλογία πρασίνου ανά κάτοικο. Σε μια πρωτεύουσα που συνεχίζει να επεκτείνεται άναρχα και αμείωτα προς κάθε κατεύθυνση. Όχι μόνον οριζόντια, αλλά τώρα πλέον και κατακόρυφα, με πρόσχημα –τι ειρωνεία!- τη δημιουργία υπαίθριου δημόσιου χώρου πρασίνου. Έναν υπαίθριο χώρο που τα τελευταία χρόνια έχει συρρικνωθεί δραματικά σε όλο το λεκανοπέδιο και μόνον οι συλλογικότητες και οι κινήσεις των πολιτών επιχειρούν -από τα κάτω- να σταθούν εμπόδιο στην μεθοδευμένη εκποίηση και όσων χώρων πρασίνου έχουν γλιτώσει από την αδηφάγα κερδοσκοπική βουλιμία.
Καλό και αναγκαίο είναι να μην αντιμετωπίζουμε την αρχιτεκτονική μόνον ως εικόνα προς κατανάλωση, ως ωραιοποιημένη τουριστική καρτ-ποστάλ, αλλά πρωτίστως ως χώρο ζωής! Η αρχιτεκτονική δυστυχώς, για άλλη μια φορά, τίθεται στην υπηρεσία του κεφαλαίου, χωρίς, μάλιστα, να κρατιούνται ούτε τα στοιχειώδη προσχήματα. Θαρρείς και τίποτε δεν έχει αλλάξει δεκαετίες τώρα στη χώρα μας. Μπροστά στο οικονομικό κέρδος θυσιάζεται κάθε σπιθαμή της χιλιοτραγουδισμένης κάποτε αθηναϊκής γης. Η έπαρση και η αλαζονεία όμως φαίνεται δεν έχουν μέτρο, όταν υποστηρίζεται ανερυθρίαστα ότι τα άσχημα και πομπώδη κτίρια στο Ελληνικό σηματοδοτούν τάχατες την νέα εποχή που ανατέλλει στην Αθήνα, όπως η Ακρόπολη «συμβολίζει τη διαχρονική κληρονομιά» της. Ας αφήσουμε τουλάχιστον στην ησυχία τους τα έργα της αρχαιότητας, αφού ούτε τα καταλαβαίνουμε ούτε πολύ περισσότερο έχουμε την οποιαδήποτε σχέση με τον πολιτισμό που τα δημιούργησε στο παρελθόν.
Απέναντι στην πολυδιαφημισμένη «πόλη των πλουσίων» που δημιουργείται στην παραλιακή, ας στρέφουμε πότε-πότε το βλέμμα μας και σε όλους εκείνους τους συμπολίτες μας που αγωνίζονται να επιζήσουν όπως-όπως, μέσα στο αβίωτο και εχθρικό περιβάλλον που έχουμε δημιουργήσει στην Αθήνα τις προηγούμενες δεκαετίες. Η όποια συζήτηση για την πόλη, λοιπόν, αν δεν θέλουμε να είναι προσχηματική, οφείλει να απευθύνεται σε όλους τους κατοίκους της, ιδιαίτερα σ’ αυτούς που ζουν στις πιο υποβαθμισμένες περιοχές της! Όλοι οι πολίτες δικαιούνται και οφείλουν να συμμετέχουν σ’ ένα διάλογο που αφορά τις συνθήκες διαβίωσής τους. Δεν αφορά, δηλαδή, μόνο τους ειδήμονες ή τους τεχνοκράτες και αποτελεί δική μας ευθύνη των μηχανικών και των ειδικών επιστημόνων, να παρουσιάζουμε στην κοινωνία όλα τα στοιχεία, δίχως να παραλείπουμε τίποτα, προκειμένου οι πολίτες –κι όχι (μόνο) εμείς!- να αποφασίζουν για το περιβάλλον μέσα στο οποίο θέλουν να ζουν.
Στον τίτλο: «Riviera Tower», λαδοπαστέλ σε χαρτί, Τάσης Παπαϊωάννου, 2026.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου