
Το Το Μεγάλο Ταξίδι του Πέτρου (ελληνικά: Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου) είναι ένα κλασικό παιδικό μυθιστόρημα της Ελληνίδας συγγραφέως Άλκης Ζέη (1925-2020), που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1971 και θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα έργα της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας. Το έργο αφηγείται την ιστορία ενός αγοριού ονόματι Πέτρου, μέσα από τα μάτια του οποίου παρουσιάζεται η εμπειρία του ελληνικού λαού κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, από την ιταλική εισβολή το 1940 έως την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων το 1944.
Η ιστορία ξεκινά στις 27 Οκτωβρίου 1940, όταν ο εννιάχρονος Πέτρος θρηνεί τον θάνατο του τριζονιού του. Την επόμενη μέρα, ξυπνά από τη φωνή της μητέρας του: «Σήκω, έγινε πόλεμος!» . Ο πόλεμος ανατρέπει εντελώς τη ζωή του Πέτρου. Στη συνέχεια, βιώνει μαζί με την οικογένειά του (τους γονείς, τον παππού και τη μεγαλύτερη αδελφή του Αντιγόνη) τις κακουχίες της Κατοχής: την πείνα, τα συσσίτια, τους φόβους και τις διώξεις. Καθώς μεγαλώνει, ο Πέτρος συμμετέχει επίσης στο αντιστασιακό κίνημα, μέχρι που φτάνει η μέρα της απελευθέρωσης τον Οκτώβριο του 1944, όταν είναι πλέον δεκατριών ετών και έχει ωριμάσει .Η Άλκη Ζέη, δεκαπεντάχρονη όταν ξεκίνησε ο Πόλεμος του 40.
Η Άλκη Ζέη έγραψε για τον Μεγάλο περίπατο με αφορμή την παράσταση του Εθνικού Θεάτρου (Περίοδος 2011-2013):
Μια φορά κι έναν καιρό, όταν οι μαμάδες σας δεν είχαν ακόμα γεννηθεί και οι γιαγιάδες σας ήταν μικρά κορίτσια, ένα κορίτσι γύρω στα δεκαπέντε είχε βάλει το ξυπνητήρι για να σηκωθεί να πάει την άλλη μέρα σχολείο. Το είχε βάλει αρκετά νωρίς γιατί εκείνη η μέρα που ξημέρωνε ήταν μια σημαντική μέρα γι’ αυτή. Είχε γράψει ένα έργο για το κουκλοθέατρο του σχολείου και μια επιτροπή από τις πιο μεγάλες τάξεις θα έδινε την έγκριση αν ήτανε να παιχτεί. Το κορίτσι δεν άκουσε το ξυπνητήρι γιατί, πριν χτυπήσει, την ξύπνησε η μητέρα της. –Σήκω! της είπε με ταραγμένη φωνή, η αδελφή σου σηκώθηκε κιόλας. Δεν ακούς τις σειρήνες! Έγινε πόλεμος!
Η μέρα ήταν μια Δευτέρα, στις 28 Οκτωβρίου του 1940. Και το κορίτσι ήμουν εγώ.
Έτσι έζησα τον πόλεμο, την Κατοχή, την Αντίσταση, την απελευθέρωση. Το έργο μου παίχτηκε στο κουκλοθέατρο παρ' όλο που ήταν Κατοχή, πείνα και τρόμος. Και στα θέατρα παίζανε σπουδαία έργα, κι οι συγγραφείς γράψανε ποιήματα και μυθιστορήματα που τα διαβάζουμε και τα θαυμάζουμε ως σήμερα, γιατί δεν θέλανε ν’ αφήσουνε τον κόσμο να ζει μόνο μέσα στον τρόμο και την πείνα.
Τίποτα δεν ξέχασα από κείνα τα χρόνια που έζησα, από τις 28 Οκτωβρίου του 1940, που μας κήρυξαν οι Ιταλοί τον πόλεμο, κι αργότερα και οι Γερμανοί, ως τις 12 Οκτωβρίου του 1944, που απελευθερώθηκε η Ελλάδα. Κι ακόμα δεν ξέρω γιατί είμαστε η μόνη χώρα της Ευρώπης που δεν γιορτάζει τη μέρα της απελευθέρωσης, που, για τη δικιά μας τουλάχιστον γενιά, ήταν η ομορφότερη μέρα της ζωής μας.
Έτσι λοιπόν έζησα τον πόλεμο, την Κατοχή, την Αντίσταση. Δύσκολες μέρες. Κρύο, πείνα... Ζούσαμε όμως έντονες στιγμές και σχεδόν όλοι, από τον πιο μικρό ως τον πιο μεγάλο, παλεύαμε για να φύγει ο καταχτητής. Περνούσαμε αγωνίες μα και μεγάλες χαρές και μ' ενθουσιασμό πηγαίναμε να γράψουμε στους τοίχους τη λέξη «λευτεριά» με κίνδυνο να μας σημαδέψουν ίσια στην καρδιά. Πιστεύαμε πως, γράφοντας αυτήν τη λέξη, η λευτεριά θα έρθει σίγουρα και κάναμε όνειρα πολλά, όνειρα για τη ζωή που θα ζούσαμε τότε.
Στα παιδιά μου, αντί για παραμύθια, διηγιόμουνα όλες αυτές τις σημαντικές μέρες που έζησα και δεν ξεχνούσα ούτε μια λεπτομέρεια. Δεν ξέρω αν τις έλεγα γι’ αυτά ή για μένα, για να μην τις ξεχάσω.
Διηγιόμουνα λοιπόν στην Ειρήνη και τον Πέτρο κάθε βράδυ και μια ιστορία των παιδικών και των πρώτων εφηβικών μου χρόνων και βλέποντας πως τους άρεσε πιο πολύ από το να τους πω τη Χιονάτη και τους εφτά νάνους, σκέφτηκα γιατί να μη διηγηθώ αυτή την ιστορία και σ’ άλλα παιδιά και σ’ όλα τα παιδιά της Ελλάδας.
Δανείστηκα το όνομα του γιου μου του Πέτρου και πολλά από το χαρακτήρα του, κι έτσι άρχισε ο Μεγάλος περίπατος του Πέτρου, μέσα σε μια τόσο σημαντική εποχή για τη χώρα μας, και περπατάει ακόμα, από το 1972 που έγραψα το βιβλίο ως σήμερα, που κάνει το «μεγάλο του περίπατο» στο Εθνικό θέατρο.
Άλκη Ζέη
ΔΥΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Στο παρακάτω απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Άλκης Ζέη Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου αναφέρεται στη γερμανική κατοχή, στην Αθήνα του 1941-44. Ο λαός μέσα από τις οργανώσεις αντιστεκόταν όπως μπορούσε, με απεργίες, διαδηλώσεις, καταστροφές σε εγκαταστάσεις ή υλικά του εχθρού. Ορισμένες φορές αντιστέκονταν και τα παιδιά με το δικό τους τρόπο.
1.Με το σχολείο του Πέτρου ήτανε χειρότερα τα πράματα. Το είχανε επιτάξει οι καραμπινιέροι και τώρα τα μαθήματα γινόντανε σ’ ένα πρώην γκαράζ. Χάμω ήτανε πατημένο χώμα σκληρό, γεμάτο ξεραμένα λάδια. Από την τεράστια σιδερένια πόρτα, ακόμα κι αν ήτανε κλειστή, έμπαινε κρύο. Σε κάθε γωνιά έκανε μάθημα κι από μια τάξη του Δημοτικού και πολλές φορές, σαν έλειπε κανένας δάσκαλος, κάνανε και δυο και τρεις τάξεις μαζί. Τελειώνανε στις δώδεκα, γιατί μετά ερχότανε το Γυμνάσιο. Πολλές φορές, σα σχολνούσε, συναντούσε το Γιάννη, που πήγαινε για μάθημα. Από τα εβδομήντα παιδιά της τάξης του Πέτρου ήτανε ζήτημα αν ήταν παρόντα κάθε μέρα τα είκοσι. Ο κύριος Λουκάτος δε διάβαζε πια τον κατάλογο για να βάλει «απών», κι ούτε ρωτούσε κανέναν, «γιατί άργησες;» σαν έφτανε στη μέση του μαθήματος. Δεν κρατούσε πια βέργα, δεν έλεγε «σκασμός» κι ούτε την αγαπημένη του φράση, που την ξέρανε πια απέξω κι ανακατωτά: «Θα σε στείλω να κόβεις ξύλα». Την πρώτη μέρα που πήγανε για μάθημα, τρομάξανε να τον γνωρίσουνε. Τους είπε «καλά μου παιδάκια» και τους ρώτησε αν φάγανε το πρωί. Σήκωσε το χέρι της μονάχα η Νιούρα, η κόρη του φούρναρη.
Από τη μέρα που τους είπε ο Γιάννης, την ώρα που σχολούσανε, «Σας θέλω», πήρανε τη συνήθεια να έρχονται στις πέντε να τον περιμένουνε να σχολάσει. Στην αρχή ο Πέτρος νόμιζε πως θα τον θέλει πάλι κάτι να του πει για την Αντιγόνη, μα ο Γιάννης, τούτη τη φορά, ούτε τον ρώτησε τι κάνει η αδελφή του. Τους έπιασε από τους ώμους, εκείνον και το Σωτήρη, και πήρανε κάτι σοκάκια, ώσπου βγήκανε στη μεγάλη λεωφόρο… Στάθηκαν σ’ ένα υψωματάκι και χάζευαν τα τεράστια γερμανικά φορτηγά που περνούσανε και θαρρείς κι έλειωνε η άσφαλτος από το βάρος τους.

– Τι διάολο κουβαλάνε; ρωτάει ο Σωτήρης.
– Πολεμικό υλικό, το πάνε στο Κέντρο χημικού πολέμου, απάντησε ο Γιάννης και κάτι ψαχούλευε μέσα στο μπλουζόν του.
Ύστερα τους κοίταξε πονηρά.
– Τι λέτε, τους σκάμε κανένα λάστιχο;
– Πώς; Πετάχτηκαν κι οι δυο μαζί.
Ο Γιάννης έβγαλε από το μπλουζόν του μια χαρτοσακούλα. Ήτανε γεμάτη κοντόχοντρες πρόκες με μεγάλο κεφάλι. Βάλθηκαν να τις πετάνε με φόρα, λες κι ήτανε χαρτοπόλεμος, κατά την άσφαλτο. Κούρνιασαν μετά και περίμεναν το πρώτο αυτοκίνητο που προχωρούσε αργά και βαριά. Ξαφνικά ακούστηκε ένας ξερός κρότος σαν πιστολιά. Ο Σωτήρης κι ο Πέτρος κόλλησαν στη γη. Ο Γιάννης τους σφύριξε στο αυτί:
– Έσκασε, έσκασε…, και το μπαλάκι χοροπηδούσε χαρούμενα στο λαιμό του.
Με πολλή προφύλαξη κοιτάζανε κι οι τρεις τους το βαρύ φορτηγό που είχε σταματήσει λίγο πιο κάτω κι η μηχανή του λαχάνιαζε. Κατέβηκε από μέσα ένας Γερμανός κι ύστερα άλλοι δυο και καταπιάστηκαν ν’ αλλάξουνε τη ρόδα.
– Έχουνε δουλειά για ώρα, λέει ο Γιάννης. Τούτο δω είναι ολόκληρο φρούριο.
– Οι δικές μου πρόκες ήτανε, είπε ο Σωτήρης, εγώ τις πέταξα κατά κει.
– Τρέχα να το κοκορευτείς, τον ψευτομάλωσε ο Γιάννης.
Πέρα από την ανηφόρα, ξεπρόβαλε η μούρη ενός άλλου φορτηγού.

Ο Γιάννης όμως τους πήρε βιαστικά από το χέρι και φύγανε. Σαν είχανε φτάσει στα σοκάκια, ακούστηκε πάλι ο ξερός κρότος.
– Τώρα ήτανε οι δικές μου πρόκες, γέλασε ο Γιάννης.
Από τότε, ο Πέτρος κι ο Σωτήρης πήγαιναν κάθε τόσο στο υψωματάκι που κοίταζε τη μεγάλη λεωφόρο, αλλάζοντας πάντα στέκι να μην τους επισημάνουν οι Γερμανοί. Ο Γιάννης τους είχε μάθει πώς να πετάνε τις πρόκες ακριβώς, δίχως να τις σπαταλάνε, κι ο ίδιος δεν ερχότανε πια μαζί τους. Την τελευταία φορά πήγανε μ’ όλη την ομάδα τού φουτμπόλ και το βρήκανε πως είναι πολύ πιο διασκεδαστικό. Φουτμπόλ παίζεις κάθε μέρα. Έσκασε, όμως, μόνο ένα λάστιχο και κοντέψανε να δαρθούνε, γιατί ο καθένας έλεγε πως ήτανε το δικό του καρφί. Δεν μπορέσανε να ξαναπάνε, άρχισε να φυσάει για μέρες τόσο δυνατός αέρας, που οι πρόκες δεν έφταναν εκεί που τις πετούσανε. Κι ύστερα ο Γιάννης δεν μπορούσε να βρει άλλα καρφιά.
– Να τινάξουμε ένα γερμανικό τρένο, είπε ο Σωτήρης, δε χρειάζονται πρόκες.
Ο Γιάννης δε γέλασε καθόλου, σαν τ’ άκουσε, ούτε τον κορόιδεψε.
– Για το τρένο θα πάρω μονάχα τον Πέτρο, του είπε σοβαρά. Εσύ είσαι ζαβολιάρης και θα λογαριάζεις όλα τα τρένα για δικά σου.
******************************
2.
Μέρος γ΄ "Συσσίτιο"
ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Στα χρόνια της Κατοχής, 1941-1944, στην Αθήνα, η πείνα εξόντωσε χιλιάδες ανθρώπους και κυρίως παιδιά. Αν δεν είχαν ενεργοποιηθεί σε μια γροθιά οι κοινωνικές και πολιτικές οργανώσεις , κυρίως το ΕΑΜ, με τα περίφημα συσσίτια, τότε η καταστροφή θα ήταν ανυπολόγιστη.
"Έγινε ακριβώς έτσι, όπως το ’λεγε ο Γιάννης κι ο Αχιλλέας Γέμισαν τα ντουβάρια με μεγάλα κόκκινα και πράσινα γράμματα –πού και πού έβλεπες και μπλε– κι όταν η Αθήνα ολόκληρη είχε γίνει ένα απέραντο αλφαβητάριο, τότε κουβάλησαν στα σχολεία κάτι τεράστια μαύρα καζάνια. Στου Πέτρου το σχολείο, το άδειο γκαράζ, άρχισαν πάλι τα μαθήματα, και τώρα δεν απουσιάζει σχεδόν κανένα παιδί, γιατί αν λείψει χάνει το ΣΥΣΣΙΤΙΟ. Κάθε μεσημέρι καταφθάνει ένα κάρο και ξεφορτώνει τον Δάμονα και τον Φιντία. Ο Δάμων και ο Φιντίας είναι δυο καζάνια μαύρα σαν πίσσα που αχνίζουν…"
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου