Μια κυρία κάποιας ηλικίας
Παλιά, κάποτε, ανήκες στον εκλεκτό κόσμο της καλής κοινωνίας.
Παραθέριζες με βασιλιάδες, δειπνούσες με σταρ του θεάματος.
Από το Λονδίνο ως τη Νέα Υόρκη, από το Καπ Φερά ως το Κάπρι,
τυλιγμένη στο άρωμα της Chanel και ντυμένη με Givenchy.
Έπινες Campari με τον Ντέιβιντ και τον Πίτερ,
στα πάρτι του Νοέλ, στις όχθες της λίμνης της Γενεύης.
Ανέβαινες τις ιλιγγιώδεις βαθμίδες της υψηλής κοινωνίας,
έχοντας για όπλα μονάχα το μπλοκ επιταγών σου και το γενεαλογικό σου δέντρο.
Κυνηγούσες τον ήλιο στις ακτές της Κυανής Ακτής,
ώσπου το φως της νιότης άρχισε να θαμπώνει
κι έμεινες μόνη σου, στη σκιά,
μια Αγγλίδα κυρία κάποιας ηλικίας.
Κι αν κανένας συμπαθητικός νεαρός σου πρόσφερε ένα ποτό,
του έλεγες μ' ένα συνωμοτικό κλείσιμο του ματιού:
«Δε θα με περνούσες για εβδομήντα χρονών, έτσι δεν είναι;»
Κι εκείνος απαντούσε: «Όχι, αποκλείεται!»
Έπρεπε να παντρευτείς κάποιον πάρα, πάρα πολύ πλούσιο,
για να μπορείς να διατηρείς τον τρόπο ζωής
στον οποίο είχες συνηθίσει από πάντα,
μα που οι σοσιαλιστές σού είχαν φορολογήσει μέχρις εξαφανίσεως.
Του χάρισες παιδιά, ένα κορίτσι κι ένα αγόρι.
Για να διατηρήσεις τη λογική σου, προσέλαβες μια νταντά.
Κι όταν ήρθε η ώρα, τα παιδιά στάλθηκαν μακριά.
Έτσι γίνονταν απλούστατα τα πράγματα εκείνες τις μέρες.
Κυνηγούσες τον ήλιο στις ακτές της Κυανής Ακτής,
ώσπου το φως της νιότης άρχισε να θαμπώνει
κι έμεινες μόνη σου, στη σκιά,
μια Αγγλίδα κυρία κάποιας ηλικίας.
Κι αν κανένας συμπαθητικός νεαρός σου πρόσφερε ένα ποτό,
του έλεγες μ' ένα συνωμοτικό κλείσιμο του ματιού:
«Δε θα με περνούσες για εξήντα τριών, έτσι δεν είναι;»
Κι εκείνος απαντούσε: «Όχι, αποκλείεται!»
Ο γιος σου ασχολείται με μετοχές και ομόλογα και ζει πίσω στο Σάρεϊ.
Κατεβαίνει με το αεροπλάνο πού και πού, μα φεύγει βιαστικά.
Η κόρη σου δεν τελείωσε ποτέ τη σχολή καλών τρόπων.
Παντρεύτηκε έναν παράξενο νεαρό που δεν εγκρίνεις.
Η άκαρδη καρδιά του συζύγου σου έπαψε να χτυπά μια μέρα των Χριστουγέννων.
Άφησε τη βίλα στην ερωμένη του, στη Μασσαλία.
Κι έτσι έρχεσαι εδώ, για να ξεφύγεις από το μικρό σου διαμέρισμα,
ελπίζοντας πως κάποιος θα σου γεμίσει το ποτήρι
και θα καθίσει να σε ακούσει να μιλάς για τότε, για εκείνα τα χρόνια, που...
Κυνηγούσες τον ήλιο στις ακτές της Κυανής Ακτής,
ώσπου το φως της νιότης άρχισε να θαμπώνει
κι έμεινες ολομόναχη, στη σκιά,
μια Αγγλίδα κυρία κάποιας ηλικίας.
Κι αν κανένας συμπαθητικός νεαρός σου πρόσφερε ένα ποτό,
του έλεγες μ' ένα συνωμοτικό κλείσιμο του ματιού:
«Δε θα με περνούσες για πενήντα τριών, έτσι δεν είναι;»
Κι εκείνος απαντούσε: «Όχι, αποκλείεται!»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου