
Μπορεί ο «άμπαλος» να χαίρεται μια νίκη (και μια ήττα;)
Στον τελικό Αργεντινής και Ισπανίας έγινε φανερή η έντονη πολιτικοποίηση των συναισθημάτων, όχι μόνο σε μας τους περιστασιακούς και ρηχούς θεατές αλλά και στους έμπειρους οπαδούς και ψημένους ποδοσφαιρόφιλους.
ΙΟΥΛΙΟΣ ΜΕ ΚΑΥΣΩΝΑ και,
κανονικά, θα έπρεπε να αρχίζουν οι παλιές καλές θερινές γραφές, αυτές
που τις παράγγελναν ανέκαθεν στα περιοδικά και στις εφημερίδες τέτοιες
μέρες. Από μια λέξη όμως που έτυχε να γράψω στο Facebook για τον τελικό του Μουντιάλ,
όπου αυτοχαρακτηριζόμουν «άμπαλος», προέκυψε θέμα. Πώς μπορεί ο εκτός
και ο άσχετος να εισβάλει στην επικράτεια μιας εδραίας παράδοσης, μιας
ολόκληρης κουλτούρας όπως είναι το ποδόσφαιρο;
Με ποιο δικαίωμα όσοι/-ες δεν διαθέτουν επαρκείς γνώσεις και
δοκιμασμένη συναισθηματική επαφή με την μπάλα ευχήθηκαν για τη νίκη ή
την ήττα κάποιου με εξωαγωνιστικά κριτήρια; Εκ των υστέρων, βέβαια, η
εξέλιξη του συγκεκριμένου αγώνα δικαίωσε την επιλογή υπέρ της Ισπανίας – κακά τα ψέματα όμως, πολλοί είχαμε κάνει την επιλογή υπέρ της «Ρόχα» προτού δούμε τον αγώνα.
Σε αυτόν τον τελικό Αργεντινής και Ισπανίας έγινε φανερή η έντονη πολιτικοποίηση των συναισθημάτων. Η Γάζα και γενικά η Παλαιστίνη, οι σχέσεις της ομάδας της Αργεντινής με το βαθύ κατεστημένο της FIFA, η στάση των Ισπανών σε μια σειρά παγκόσμια ζητήματα –και φυσικά η σύγκρουση Σάντσεζ με Τραμπ–,
όλα αυτά είχαν βάρος για την επιλογή. Όχι μόνο σε μας τους
περιστασιακούς και ρηχούς θεατές αλλά και στους έμπειρους οπαδούς και
ψημένους ποδοσφαιρόφιλους.
Μπορούμε να είμαστε με τον Γιαμάλ και όχι με τον Μέσι παρά την αδιάψευστη σπουδαιότητα της διαδρομής του Αργεντινού. Επειδή η μπάλα δεν είναι μόνο ένα παιχνίδι ή ένα σπορ.
Ας κάνουμε όμως ένα βήμα πιο πέρα, γιατί πίσω από την καχυποψία για την παρεμβολή «άσχετων» παίζεται κάτι άλλο. Το συναντούμε συνεχώς όλα αυτά τα τελευταία χρόνια ως φαινόμενο του Gatekeeper, ανθρώπων που αντιλαμβάνονται τον ρόλο τους ως συνοριοφυλάκων και ταξιθετών ενός χώρου, μιας δραστηριότητας, ενός αθλήματος. Είναι σαν υποκατηγορία της γενικότερης αντίληψης για τους ειδικούς που αυτοί και μόνο κατέχουν την εσωτερική γνώση, τους κώδικες και την αλήθεια των αντικειμένων τους.
Ο ισχυρισμός έχει βέβαια νόημα όταν αναφερόμαστε στα πρωτόκολλα και τις μεθόδους μιας αυστηρής επιστημονικής γνώσης. Οι μονοπωλιακές αξιώσεις όμως των μυημένων και των ειδικών έχουν τα όριά τους. Πότε; Όταν, από πολλές απόψεις, ένα κοινωνικό γεγονός ή ένα φαινόμενο έχει από μόνο του μεγάλες συνέπειες και στους «εκτός», αφού συνδέεται με την πολιτική, την εξουσία και τις αξίες μιας κοινωνίας.
Ποιος μπορεί στα σοβαρά να υποστηρίξει σήμερα πως το ποδόσφαιρο των μεγάλων διεθνών ομάδων είναι υπόθεση απολιτική ή απλώς αθλητική; Ότι γύρω από αυτό και την οργάνωση ενός Μουντιάλ δεν διαπλέκονται μείζονα συμφέροντα, δεν χτίζονται συμβολισμοί μαζί με μια επιθετική οικονομική φούσκα στοιχηματισμού; Ή ότι ένας μπανάλ εθνικισμός που συνδυάζεται ενίοτε με μικρές ή μεγάλες δόσεις ρατσισμού είναι ασήμαντη διάσταση που δεν πρέπει να επηρεάζει την κρίση μας για πρόσωπα και ομάδες;
Φέρνω τώρα στον νου μου και κάτι άλλο που έχει τους εσωτερικούς γνώστες και τους κριτικούς του: την τρέχουσα τεχνολογική μεταβολή βάθους στον κόσμο μας. Η άποψη που θα έλεγε πως για την τεχνητή νοημοσύνη πρέπει να μιλούν και να έχουν θέση μόνο οι μηχανικοί πληροφορικής, οι ειδικοί στα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα και οι προγραμματιστές (αφού οι υπόλοιποι είναι, λίγο πολύ, τεχνικά «άσχετοι»), δεν είναι καθόλου αθώα. Ούτε φιλοσοφικά ούτε πολιτικά. Διότι η ΤΝ είναι μια κοινωνική τεχνολογία με αβυθομέτρητες συνέπειες για κάθε τομέα της ζωής και της εμπειρίας: ένα βαθύ πολιτικό θέμα, με την πρωταρχική έννοια του όρου πολιτική, αφού σμιλεύει και αναδιατάσσει κοινωνικές, επιχειρηματικές και ψυχικές πραγματικότητες. Κυρίως όμως μοχλεύει αναπόδραστα την κατανομή της εξουσίας και της κυριαρχίας επηρεάζοντας σχετικούς και άσχετους, μυημένους και αμύητους, αφού οι πάντες μοιράζονται τα αποτελέσματα των καταλυτικών αλλαγών.
Έχει φυσικά κάτι ανθρώπινο και κατανοητό το ότι, όντας ριγμένοι σε μια ταυτότητα, μας θυμώνει πάντα η παρεμβολή των τρίτων, όσων έχουν μικρή ή περιστασιακή σχέση. Κάπως ανάλογα αισθάνεσαι όταν ένα είδωλό σου κατακρίνεται για πολιτικούς λόγους και όχι για τις αθλητικές ή καλλιτεχνικές του επιδόσεις. Στο κάτω κάτω, ένας παίκτης ή μια ομάδα μπάλα παίζουν, δεν είναι κόμματα, ούτε ιδεολογίες. Μια μπάντα ή ένα ποπ είδωλο μουσική ή σώου κυρίως κάνουν, δεν μπορεί να τους βλέπουμε ως ιδεολογικούς μηχανισμούς ή να τους κρίνουμε για απόψεις και υψηλούς συμβολισμούς.
Αυτό όμως ισχύει και δεν ισχύει. Έχει κάποια βάση, όμως τελικά δεν μπορεί να σταθεί. Δεν είναι δηλαδή κάτι αυτονόητο. Ζούμε σε μια εποχή όπου οι αισθητικές, οι πολιτικές και οι ηθικές μας κρίσεις δεν μπορεί να διαχωριστούν εύκολα και με ασφάλεια. Μάλιστα, πέρα και πάνω από τα γούστα, τις συγκινήσεις και τις μύχιες προτιμήσεις μας, ξετυλίγονται όσα βαραίνουν στο κοινό μας πεπρωμένο. Πολιτική, ιδεολογία, ηθική είναι αναπόφευκτα παρούσες σε κάθε πρότζεκτ που εμφανίζεται ως απολιτικό, αμιγώς ψυχαγωγικό ή ουδέτερο και τεχνικό. Ο τρόπος που αισθανόμαστε για ανθρώπους και πράγματα στο παρόν, στη δεδομένη στιγμή, δεν μπορεί να απαλλαγεί από το ζήτημα των αξιών. Με αυτή την έννοια, μπορούμε να είμαστε με τον Γιαμάλ και όχι με τον Μέσι παρά την αδιάψευστη σπουδαιότητα της διαδρομής του Αργεντινού. Επειδή η μπάλα δεν είναι μόνο ένα παιχνίδι ή ένα σπορ. Η ίδια η σκηνή όπου χρήμα, πολιτική, εθνικισμοί, κρατικοί συμβολισμοί είναι παρόντα και παίζουν, μας επιτρέπει να μετράμε το μπόι των ανθρώπων με πολλά μέτρα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου