Μια ουσιαστική και θαρραλέα παρέμβαση στην εθνική μας ιστοριογραφία
[Ευγενία Κατούφα, Η ιστορική αποκατάσταση της Γυναίκας του ’21, Ιδιωτική Έκδοση, 2024]
Της Πωλλέτας Ψυχογυιοπούλου
Το βιβλίο της Ευγενίας Κατούφα «Η συμβολή των γυναικών στην Ελληνική Επανάσταση – Η πολεμική δράση, οι υπηρεσίες και οι προσφορές των Γυναικών στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας» (Ιδιωτική Έκδοση, 2024, ISBN: 978-618-00-5540-5) δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη προσθήκη στη βιβλιογραφία του 1821. Αντίθετα, συνιστά μια ουσιαστική και θαρραλέα παρέμβαση στον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται, αναγιγνώσκεται και επανεξετάζεται η εθνική μας ιστοριογραφία.
Σε ένα ιστορικό πεδίο όπου για δεκαετίες η γυναικεία παρουσία καταδικαζόταν στον ρόλο του παθητικού θύματος —της αιχμάλωτης, της θρηνούσας μητέρας ή της συμβολικής μορφής που αυτοθυσιάζεται για να διαφυλάξει την τιμή της— η συγγραφέας επιχειρεί μια ριζική μετατόπιση του βλέμματος: από το περιθώριο του θρήνου, τις φέρνει στο επίκεντρο της ιστορικής δράσης.
Ήδη από το εξώφυλλο, ο/η αναγνώστης/-στρια γίνεται κοινωνός αυτής της πρόθεσης. Η λιτή, λευκή αισθητική, σε συνδυασμό με τη δυναμική εικαστική παράσταση γυναικών σε κίνηση μάχης, λειτουργεί σαν μια σαφής οπτική δήλωση. Το βιβλίο δεν υπόσχεται απλώς μια συγκινητική αφήγηση, αλλά μια πράξη ιστορικής δικαιοσύνης.
Η βασική αρετή του έργου εντοπίζεται ακριβώς εδώ: στην ανάδειξη των γυναικών ως αυτόνομων ιστορικών υποκειμένων. Ύστερα από πολυετή και ενδελεχή έρευνα σε απομνημονεύματα, αρχεία και πρωτογενείς πηγές, η Ευγενία Κατούφα κατορθώνει να συγκεντρώσει περισσότερα από εκατό ονόματα επώνυμων αγωνιστριών, σχίζοντας οριστικά το πέπλο της ανωνυμίας που για αιώνες σκέπαζε τη γυναικεία συνεισφορά.
Το έργο διαπνέεται από μια συγκροτημένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη οπτική της ιστορίας του φύλου. Η συγγραφέας αναμετράται με αυτό που στη σύγχρονη έρευνα αποκαλείται «σιωπή των πηγών» —το γεγονός, δηλαδή, ότι οι γυναίκες της εποχής σπάνια άφησαν γραπτά τεκμήρια της δράσης τους. Ανασυνθέτει, λοιπόν, τη φωνή τους κυρίως μέσα από ανδρικές αφηγήσεις, καθιστώντας την έρευνά της μια γοητευτική άσκηση ιστορικής αρχαιολογίας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στη μετεπαναστατική αποσιώπηση αυτής της προσφοράς. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Μαντώς Μαυρογένους, η οποία, παρά το μέγεθος της θυσίας της, αναγκάστηκε μεταγενέστερα να διεκδικήσει δικαστικά και πολιτικά την αυτονόητη αναγνώριση. Σε επιστολή της προς τον βασιλιά Όθωνα το 1841, σημειώνει με αφοπλιστική παρρησία: «Η Πατρίς, μεγαλειότατε, δεν ελευθερώθη μόνον από τους άνδρας, αλλά και αι γυναίκες επολέμησαν προσωπικώς τον εχθρόν της Πίστεως και της Πατρίδος… Εγώ, μεγαλειότατε, δεν ζητώ χάριν, αλλ’ απαιτώ από τον θρόνον σου τα προσωπικά μου δικαιώματα». Με τα λόγια αυτά, η Μαυρογένους δεν υπερασπιζόταν απλώς τον εαυτό της· διεκδικούσε θεσμική δικαιοσύνη για κάθε γυναίκα που βρέθηκε στην πρώτη γραμμή.
Μέσα από αυτή την οπτική αναδύεται και το κεντρικό ερώτημα του βιβλίου: Πόσοι από εμάς γνωρίζουμε, πέρα από την Μπουμπουλίνα, τις Σουλιώτισσες ή τις τραγικές μορφές της Χίου, ονόματα όπως η Κωνσταντία Ζαχαριά, η Σταυριάνα Σάββαινα, η Μαριγώ Ζαραφοπούλα ή η Δόμνα Βισβίζη;
Η μελέτη της Κατούφα απλώνει μπροστά μας ένα ευρύ πανόραμα γυναικείων ρόλων που υπερβαίνει κατά πολύ το στερεότυπο της απλής νοσοκόμας ή φροντίστριας. Η πολεμική αρετή βρίσκεται σε πρώτο πλάνο: από τις «φουστανελοφόρες» που μεταμφιέζονταν σε άνδρες για να βρεθούν στα χαρακώματα, μέχρι τις Μανιάτισσες που απώθησαν τον Ιμπραήμ με θεριστικά δρεπάνια. Παράλληλα, φωτίζεται η οργανωτική και υλικοτεχνική διάσταση του Αγώνα. Καπετάνισσες, τροφοδότριες και στρατολόγοι αναλάμβαναν την επιμελητεία των στρατευμάτων, αποδεικνύοντας ότι η Επανάσταση υπήρξε ένα σύνθετο οργανωτικό εγχείρημα και όχι μια άναρχη εξέγερση.
Μια συγκλονιστική πτυχή της έρευνας αφορά τον λεγόμενο «πετροπόλεμο». Σε απόκρημνες σπηλιές και οχυρά, οι γυναίκες μετέτρεπαν το ίδιο το ανάγλυφο της ελληνικής γης σε όπλο, κυλώντας ογκόλιθους κατά των εχθρών. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει ανάγλυφα την ευρηματικότητα και το αδάμαστο σθένος των τοπικών κοινωνιών απέναντι σε οργανωμένους, τακτικούς στρατούς.
Η ίδια η αρχιτεκτονική του βιβλίου αντανακλά αυτή τη δυναμική. Η διάρθρωση των ενοτήτων δεν αποτελεί μια απλή τεχνική ταξινόμηση, αλλά έναν συμβολικό χάρτη της γυναικείας δράσης. Οι τίτλοι των κεφαλαίων λειτουργούν ως υποβλητικά πορτρέτα: στις σελίδες του συναντάμε τις «Αποφασισμένες» και τις «Αδάμαστες», τις «Μπροσταρίσσες» της μάχης και τις «Καταδρομείς του Αιγαίου», αλλά και τις «Εμψυχώτριες», τις «Γιάτρισσες» και τις «Κατάσκοπους» που έδρασαν αθόρυβα στις σκιές της Ιστορίας. Μέσα από αυτούς τους χαρακτηρισμούς, η συγγραφέας ανασυνθέτει ένα ολόκληρο σύμπαν γυναικείας παρουσίας και δράσης, αποκαθιστώντας τις γυναίκες ως ενεργές και καθοριστικές πρωταγωνίστριες της Ελληνικής Επανάστασης.
Το κείμενο υποστηρίζεται μοναδικά από ένα πλούσιο εικονογραφικό υλικό, προσωπογραφίες, εμβληματικά έργα του Γύζη και σπάνιες αρχειακές φωτογραφίες από κορυφαίους φορείς (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Πολεμικό Μουσείο, Εθνική Βιβλιοθήκη, Βιβλιοθήκη Αικατερίνης Λασκαρίδη, συλλογή της Βουλής των Ελλήνων). Η εικονογράφηση αυτή δεν έχει διακοσμητικό χαρακτήρα· λειτουργεί ως οπτικός καταλύτης που ζωντανεύει την αφήγηση και μετατρέπει την ανάγνωση σε βιωματική εμπειρία.
Αυτή ακριβώς η βιωματική διάσταση προσδίδει στο βιβλίο έναν σπάνιο εκπαιδευτικό ρόλο. Μπορεί να αποτελέσει πολύτιμο εργαλείο για σχολικές δραστηριότητες δημιουργικής γραφής και ενσυναίσθησης. Ερωτήματα όπως: «Πώς ένιωθε μια κατάσκοπος την παραμονή της μάχης;» ή «Με ποιον τρόπο μια λόγια γυναίκα επιχειρούσε να αφυπνίσει τις συνειδήσεις της Ευρώπης;» μετατρέπουν την παθητική αποστήθιση σε ενεργό ιστορικό αναστοχασμό.
Την ίδια στιγμή, οι μαρτυρίες και τα λόγια σπουδαίων ανδρών της εποχής λειτουργούν ως ηθική και λογοτεχνική επικύρωση αυτής της μνήμης. Ο Διονύσιος Σολωμός, στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», εντάσσει τη γυναικεία μορφή στο υψηλότερο ηθικό σύμπαν του Αγώνα. Ο Βασίλης Χαραμής μάς κληροδοτεί την εικόνα της γυναίκας που «αντρίκια ντύνεται» σπάζοντας τα έμφυλα στερεότυπα, ενώ ο Δημήτριος Καμπούρογλου συνοψίζει με ιστορική ακρίβεια πως η αρετή των γυναικών υπήρξε η θεμελιώδης προϋπόθεση της ελευθερίας, αφού χωρίς αυτήν, οι άνδρες «δεν θα είχαν Ελλάδα ν’ απελευθερώσουν».
Ίσως η πιο συναισθηματικά φορτισμένη ενότητα του έργου είναι αυτή που περιγράφει την τραγική υπέρβαση του μητρικού ενστίκτου. Τις στιγμές που οι γυναίκες αναγκάζονταν να θυσιάσουν ή ακόμα και να πνίξουν τα ίδια τους τα βρέφη για να μην προδοθεί το κρησφύγετο και καταστραφεί ο Αγώνας.
Η βράβευση του βιβλίου από την Ακαδημία Αθηνών έρχεται να επισφραγίσει με τον πλέον επίσημο τρόπο την επιστημονική του εγκυρότητα και την εθνική του αξία.
Κλείνοντας τη μελέτη, συνειδητοποιούμε ότι η ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης δεν γράφτηκε μόνο με το αίμα των οπλαρχηγών ή το μελάνι των διπλωματών. Γράφτηκε με το ίδιο πάθος από τις γυναίκες που προτίμησαν τον γκρεμό από την ατίμωση, που δάμασαν τον μητρικό θρήνο για να συνεχιστεί ο Αγώνας και που μετέτρεψαν ακόμη και τις πέτρες των βουνών σε όπλα ελευθερίας.
Δεν υπήρξαν απλές βοηθοί· υπήρξαν ισότιμοι εργάτες και στυλοβάτες της εθνικής ανεξαρτησίας. Σήμερα, το έργο της Ευγενίας Κατούφα έρχεται να δικαιώσει τη θυσία τους, διασφαλίζοντας ότι τα ονόματά τους –άλλα γνωστά και άλλα λησμονημένα– θα παραμείνουν για πάντα χαραγμένα στον αιώνιο κατάλογο της εθνικής μας μνήμης.
booksitting.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου