Σάββατο, Ιουλίου 18, 2026

Όταν ο Ξενόπουλος συνάντησε τον Καβάφη το Καλοκαίρι του 1903:«Δεν είναι ολωσδιόλου ακίνδυνο πράγμα, πιστέψτε με, να θαυμάζετε ένα ποιητή που ονομάζεται Καβάφης και είναι Αλεξανδρινός»

Γρηγόριος Ξενόπουλος (9 Δεκεμβρίου 1867 − 14 Ιανουαρίου 1951) ήταν Ζακυνθινός μυθιστοριογράφος, δημοσιογράφος και συγγραφέας θεατρικών έργων. Διετέλεσε αρχισυντάκτης στο θρυλικό πια περιοδικό Η Διάπλασις των Παίδων κατά την περίοδο 1896 -Γρηγόριος Ξενόπουλος
«Ένας Ποιητής» - 
Άρθρο γραμμένο στο Περιοδικό Παναθήναια (Νοέμβριος του 1903), μετά τη γνωριμία του πεζογράφου με τον άγνωστο έως τότε στο ελληνικό κοινό Κωνσταντίνο Καβάφη.
Το κείμενο διαπνέεται από θαυμασμό για τον αλεξανδρινό παρά την πενιχρή ποιηική παραγωγή του
 


«Είναι πολύς καιρός, δέκα ίσως και δώδεκα χρόνια, αφότου εδιάβασα εις κάποιον Ημερολόγιον το πρώτον του ποίημα. Επεγράφετο «Ταραντίνοι». Μία σύντομος, ταχυτάτη εικών λαού διασκεδάζοντος υπό την απειλήν των τυράννων του, και τίποτε άλλο. Το ποίημα δεν ήτο βέβαια έξοχον αλλά πρέπει να είχε κάτι το ξεχωριστόν και το ασυνείθιστον, διότι το όνομα που είδα από κάτω, το νέον και όλως διόλου άγνωστον -Κωνσταντίνος Π. Καβάφης- μου εκαρφώθη από τότε. Και από τότε αγαπούσα να διαβάζω ό,τι απαντούσα με αυτό το όνομα, ποιήματα πάντοτε, πολύ αραιά, πολύ σύντομα, μια φορά το χρόνο, από δέκα είκοσι στίχους, πότε εις το «Άστυ», πότε εις το «Ημερολόγιον» Σκόκου, πότε εις τον «Αιγυπτιακόν Λωτόν», και μία φοράν εις τα «Παναθήναια».
Τα χρόνια περνούσαν, και καθένα κάτι επρόσθετεν εις την μικράν αυτήν και σκόρπιαν συλλογήν· αλλά συγχρόνως κάτι επρόσθετε και μέσα μου. Σιγά-σιγά η προσοχή μου μετεβλήθη εις εκτίμησιν· κι' έξαφνα, μίαν ημέραν, παρετήρησα μ' έκπληξιν, με φόβον, ότι η εκτίμησις είχε φθάση τα επικίνδυνα όρια του θαυμασμού. Διότι δεν είναι ολωσδιόλου ακίνδυνον πράγμα, πιστεύσατέ με, να θαυμάζετε ένα ποιητήν που ονομάζεται Καβάφης, και είναι Αλεξανδρινός, και δεν έγραψεν έως τώρα παρά δώδεκα, το πολύ δεκαπέντε ποιήματα, -και αυτά χωρίς ποτέ να μαζευτούν και να τυπωθούν σε γιαπωνέζικο χαρτί,- και που ποτέ δεν εγράφη άρθρον δι' αυτόν εις εφημερίδα, και που ποτέ δεν εφάνη τόνομά του αλλού, παρά μετρημένες φορές κάτω από τους ολίγους στίχους του.
Ό,τι με ανησυχεί προπάντων εις αυτήν την περίστασιν, είναι η ισχνότης του χαρτοφυλακίου. Ηξεύρω καλά, ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θαμβώνονται από το ποσόν, και πολύ δυσκολεύονται να παραδεχθούν ότι μέσα σ' ένα γυάλινο μπουκαλάκι εγκλείεται κάποτε ολόκληρος ροδόκηπος. Αλλά το αίσθημα δεν τους ερωτά αυτούς. Και σας είπα εις ποίον σημείον ευρίσκετο το ιδικόν μου αίσθημα, το μυστικόν, όταν έλαβα την εξαφνικήν ευχαρίστησιν να γνωρίσω και προσωπικώς τον κ. Κωνστ. Π. Καβάφην, επισκεπτόμενον τας Αθήνας μας, δια πρώτην φοράν νομίζω, προ δύο ετών.
Είναι νέος, αλλ' όχι εις την πρώτην νεότητα.

  Βαθειά μελαχροινός ως γηγενής της Αιγύπτου, με μαύρον μουστακάκι, με γυαλιά μύωπος, με περιβολήν αλεξανδρινού κομψευομένου, αγγλίζουσαν ελαφρότατα, και με φυσιογνωμίαν συμπαθή, η οποία όμως εκ πρώτης όψεως δεν λέγει πολλά πράγματα. Υπό το εξωτερικόν εμπόρου, γλωσσομαθούς κ' ευγενεστάτου και κοσμικού, κρύπτεται επιμελώς ο φιλόσοφος και ο ποιητής. Η ομιλία του η ζωηρά, η σχεδόν στομφώδης και υπερβολική, και οι τρόποι του οι πάρα πολύ αβροί, και όλες εκείνες οι ευγένειές του και οι τσιριμόνιες, εκπλήττουν κάπως έναν Αθηναίον, συνειθισμένον με την σεμνήν απλότητα και την δειλήν αφέλειαν και την αγαθήν αδεξιότητα των λογίων μας. [............]

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο του Ξενόπουλου για τον Καβάφη εδώ: http://cavafis.compupress.gr/xenop.htm


*******************


 Ένα βιβλίο εμπνευσμένο από εκείνη τη συνάντηση, που μόλις κυκλοφόρησε 

 

 

Το καλοκαίρι που ο Καβάφης συνάντησε τον Ξενόπουλο 

Εμυ Ντούρου

 

documentonews.gr

Ο Κ.Π. Καβάφης ταξίδεψε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 1901. Στη διάρκεια αυτού του ταξιδιού, που διήρκεσε από τις 13 Ιουνίου έως τις 5 Αυγούστου, ο 38άχρονος ποιητής σημείωνε καθημερινά στα αγγλικά τις εντυπώσεις του στο ημερολόγιό του. Πρόκειται για ένα ημερολόγιο συμβάντων και όχι εντυπώσεων ή ιδεών, όπως διευκρινίζει από την πρώτη πρόταση. Η καταγραφή αυτή κυκλοφόρησε πριν από δύο χρόνια σε ένα ευσύνοπτο βιβλίο με τίτλο «Το πρώτο μου ταξίδι στην Ελλάδα» (εκδ. Πατάκη, μτφρ. Χ. Βλαβιανός). Ο Καβάφης ξεκινά από την Αλεξάνδρεια με τον αδερφό του Αλέξανδρο με το ατμόπλοιο «El Kahira». Αναγκάζονται να αποβιβαστούν στη Δήλο, όπου περνούν δύο μέρες σε καραντίνα προς αποφυγή μετάδοσης της επιδημίας πανώλης που θερίζει εκείνη την εποχή. Έπειτα από αυτή την ταλαιπωρία, που γίνεται μεγαλύτερη λόγω ζέστης, φτάνουν στον Πειραιά.

«Η είσοδος στο λιμάνι είναι υπέροχη. Ο ίδιος ο Πειραιάς είναι μια πολύ όμορφη μικρή πόλη. Ανεβήκαμε με αυτοκίνητο στην Αθήνα, διαδρομή που διαρκεί 3/4 της ώρας. Ωραίο θέαμα. Οι μενεξεδένιοι λόφοι στο βάθος είναι μαγευτικοί» γράφει ο Καβάφης. Χωρίς να χάνει χρόνο βγαίνει στους δρόμους της Αθήνας, την οποία βρίσκει πολύ όμορφη. Περιγράφει την κίνηση στους δρόμους, κάνει λόγο για τον φριχτό ήλιο στο σημείο μεταξύ Ζαππείου και Λυσικράτους, επισκέπτεται την Καπνικαρέα, της Αγία Ειρήνη και τους Αγίους Θεοδώρους στο κέντρο της πόλης, παρακολουθεί τη θεία λειτουργία στη Μητρόπολη, τον εντυπωσιάζει η προτομή του Αντίνοου στο Αρχαιολογικό Μουσείο. Καταγράφει ακόμη και τις θερμοκρασίες που επικρατούν εκείνες τις μέρες – στις 7.30 το πρωί το θερμόμετρο δείχνει 25 βαθμούς Κελσίου, ενώ πεντέμισι ώρες μετά έχει ανέβει στους 26,6.

Μεταξύ των περιπάτων στο κέντρο, το Φάληρο και στην Κηφισιά επισκέπτεται μαζί με τον αδερφό του την Ακρόπολη. «Είδα τον Παρθενώνα, το Ερέχθειο, τα Προπύλαια, τη θέα των Αθηνών από την Ακρόπολη, το Μουσείο της Ακρόπολης. Θεσπέσια, θεσπέσια!». Μόνο μειονέκτημα βρίσκει την έλλειψη σκιάς στους δρόμους, λόγω του πλάτους και του χαμηλού ύψους των σπιτιών, και όπως σημειώνει: «Είναι αδύνατον να κυκλοφορεί κανείς πεζή κάτω από τον δυνατό ήλιο του Ιουνίου μεταξύ 10 π.μ. και, φαντάζομαι, 5 μ.μ.».

Κατεβαίνει στο Φάληρο με στόχο να μείνουν με τον αδερφό του στο ξενοδοχείο Κεχαγιά. Τελικά δεν τους αρέσει και κλείνουν δωμάτιο στο κόσμημα της περιοχής, το Μεγάλο Ξενοδοχείο του Φαλήρου (Grand Hôtel de Phalère) που χτίστηκε το 1869. Δεκαπέντε δραχμές το άτομο είναι το κόστος χωρίς να συμπεριλαμβάνεται το κρασί – πολύ ακριβά όπως σημειώνει. Βέβαια, είναι ένα ξενοδοχείο στο οποίο δειπνούν υψηλά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων οι Σκουζέ και οι Μελά, των γνωστών πολιτικών οικογενειών.
Στην Αθήνα συναντά τον συγγραφέα και δημοσιογράφο Γεώργιο Τσοκόπουλο, ο οποίος του λέει ότι θεωρείται μεγάλη επιτυχία «ο συγγραφέας να κατορθώσει να εκδώσει το βιβλίο του χωρίς να κερδίσει, αλλά ούτε και να χάσει χρήματα». Ωστόσο, ιδιαίτερα σημαντική είναι η γνωριμία του με τον Γρηγόριο Ξενόπουλο, ο οποίος θα πιστέψει πολύ στο έργο του και θα συμβάλλει αποφασιστικά στη διάδοσή του. «Επισκέφτηκα τον Ξενόπουλο, στην οδό Πατησίων 11. Εκεί είναι το σπίτι του αλλά και τα γραφεία της Διάπλασης των Παίδων, της οποίας είναι εκδότης. Με υποδέχτηκε με τον πλέον εγκάρδιο τρόπο, εγκωμίασε την ποίησή μου και μου έδωσε ένα αντίτυπο του τελευταίου του έργου. Έμεινα πάνω από μια ώρα. Ο Ξενόπουλος μιλά ωραία και φαίνεται ειλικρινής και καλός άνθρωπος», γράφει ο Καβάφης.

Ο Ξενόπουλος είναι εκείνος που συστήνει τον Καβάφη στο ευρύ αναγνωστικό κοινό της Ελλάδας μέσα από το δοκίμιο «Ένας ποιητής» που δημοσιεύεται στα «Παναθήναια» το 1903. Γράφει ο Ξενόπουλος: «Είναι πολύς καιρός, δέκα ίσως και δώδεκα χρόνια, αφότου εδιάβασα εις κάποιον Ημερολόγιον το πρώτον του ποίημα. Επεγράφετο “Ταραντίνοι”. Μία σύντομος, ταχυτάτη εικών λαού διασκεδάζοντος υπό την απειλήν των τυράννων του, και τίποτε άλλο. Το ποίημα δεν ήτο βέβαια έξοχον αλλά πρέπει να είχε κάτι το ξεχωριστόν και το ασυνείθιστον, διότι το όνομα που είδα από κάτω, το νέον και όλως διόλου άγνωστον -Κωνσταντίνος Π. Καβάφης- μου εκαρφώθη από τότε».

Θα βρείτε ολόκληρο το δοκίμιο στο link http://cavafis.compupress.gr/xenop.htm


Δεν υπάρχουν σχόλια: