Πέμπτη, Ιουλίου 30, 2026

Κέντζι Μιγιαζάουα: Μια σπουδαία ποιητική φωνή της Ιαπωνίας

Κριτική βιβλίου

 Η ασθένεια ως τρόπος θέασης του κόσμου 

https://cdn.politeianet.gr/data/images/Product/400586/1/el/9566-0004.jpg?d=20260612095056[Κέντζι Μιγιαζάουα*, Εν Ασθενεία η Γραφή μου Τελειούται, μτφρ. Μαρία Αργυράκη, εκδόσεις Ύδωρ – Όμιλος Πολιτισμού, 2026]

 

Της Τζίνας Καρβουνάκη 

booksitting.gr

29/07/2026

 

Η ελληνική ποιητική ανθολόγηση του Κέντζι Μιγιαζάουα δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη μεταφραστική προσθήκη στη βιβλιογραφία της ιαπωνικής λογοτεχνίας. Πρόκειται για μια έκδοση που φιλοδοξεί να εισαγάγει τον Έλληνα αναγνώστη σε έναν ολόκληρο πνευματικό κόσμο. Η επιλογή της Μαρίας Αργυράκη να συνοδεύσει τα ποιήματα με μια εκτενή θεωρητική εισαγωγή αποδεικνύεται καθοριστική. Η ποίησή του είναι αλληλένδετη με τον βουδισμό Νιτσιρέν, την επιστημονική του παιδεία, την αγάπη του για τη φύση και, κυρίως, από τη βαθιά εμπειρία της ασθένειας και της απώλειας.

Η εισαγωγή αποφεύγει τόσο τον υμνητικό τόνο όσο και τη στενή βιογραφική ερμηνεία. Αντίθετα, προτείνει μια σύνθεση, παρουσιάζοντας τον Μιγιαζάουα ως έναν δημιουργό που μετασχηματίζει την προσωπική δοκιμασία σε μια κοσμοθεωρία συμπόνιας. Η ασθένεια δεν λειτουργεί ως αποκλειστικό ερμηνευτικό κλειδί, αλλά ως τόπος όπου η ποιητική του συνείδηση αποκτά ιδιαίτερη διαύγεια. Η επισήμανση αυτή καθορίζει και τον τρόπο με τον οποίο διαβάζονται τα ποιήματα της παρούσας επιλογής.

Η πρώτη ενότητα, αφιερωμένη στην αδελφή του Τόσι, αποτελεί ίσως το πιο συγκλονιστικό τμήμα της συλλογής. Ο θάνατος δεν εμφανίζεται ως μελοδραματικό γεγονός αλλά ως σταδιακή μετάβαση, όπου το φυσικό στοιχείο, το χιόνι, το νερό, το πεύκο, γίνεται γλώσσα του αποχαιρετισμού. Στο «Πρωινό του Αιώνιου Αποχαιρετισμού» η επωδός «Κεντζάκο μου, σύρε φέρε μου λίγο νερόχιονο» αποκτά σχεδόν τελετουργικό χαρακτήρα. Το νερό και το χιόνι παύουν να είναι φυσικά φαινόμενα. Μεταμορφώνονται σε φορείς μνήμης, αγάπης και πνευματικής τροφής.

Η Αργυράκη επισημαίνει εύστοχα ότι ο Μιγιαζάουα δεν αντιμετωπίζει την απώλεια ως ιδιωτικό δράμα αλλά ως εμπειρία που διευρύνεται σε μια ευρύτερη αντίληψη αλληλεξάρτησης όλων των όντων. Η παρατήρηση αυτή επιβεβαιώνεται σε κάθε σχεδόν ποίημα της ενότητας. Η φύση δεν λειτουργεί ως σκηνικό της ανθρώπινης οδύνης, αλλά ως οργανισμός που συμμετέχει στην ίδια την εμπειρία του πένθους. Η βροχή, το χιονόνερο, οι πευκοβελόνες, ο αέρας και το φως συνυφαίνονται με τον ανθρώπινο πόνο χωρίς ποτέ να γίνονται αλληγορίες με τη στενή έννοια. Αντιθέτως, παραμένουν πραγματικά φυσικά στοιχεία, μέσα στα οποία όμως η ανθρώπινη συνείδηση αναγνωρίζει τη θέση της.

Εντυπωσιακή είναι και η οικονομία της έκφρασης. Ο Μιγιαζάουα δεν επιδιώκει την υψηλή ρητορεία. Ακόμη και στις πλέον δραματικές στιγμές κυριαρχεί η απλότητα. Στον «Βουβό Θρήνο» η ερώτηση «γιατί βαδίζεις μονάχη στον δρόμο του πεπρωμένου σου;» συμπυκνώνει περισσότερο πόνο από οποιαδήποτε εκτενή εξομολόγηση. Η λιτότητα αυτή, όπως σημειώνεται στην εισαγωγή, συνδέεται και με τη μορφή των τελευταίων χειρογράφων του, όπου η σχεδόν προφορική εκφορά του λόγου συνιστά συνειδητή αισθητική επιλογή και όχι ένδεια ύφους.

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα γίνεται η συλλογή στη δεύτερη ενότητα, τα ποιήματα της ασθένειας. Εδώ η φυματίωση δεν παρουσιάζεται ως αντίπαλος προς καταγγελία ούτε ως αφορμή υπαρξιακής απόγνωσης. Το σώμα μετατρέπεται σε τόπο παρατήρησης. Στο ποίημα «Στο κρεβάτι» διαβάζουμε:

«Είναι ο άνεμος που φυσά
τον θύσανο της καλαμιάς.»

Η εικόνα μοιάζει σχεδόν χαϊκού, όμως πίσω από αυτήν κρύβεται μια ολόκληρη μετατόπιση της οπτικής: ακόμη και ο κατάκοιτος ποιητής εξακολουθεί να βρίσκεται μέσα στη ροή της φύσης. Η ασθένεια δεν τον απομονώνει από τον κόσμο. Αντιθέτως, τον επανασυνδέει μαζί του.

Στο «Το λέω με τα μάτια» αυτή η στάση γίνεται ακόμη πιο εμφανής. Η δραματικότητα της αιμορραγίας αντιπαρατίθεται με έναν «καθαρό γαλανό ουρανό / και διάφανο αέρα μόνο». Η αντίθεση δεν οδηγεί σε τραγικό λυρισμό αλλά σε μια σχεδόν γαλήνια αποδοχή. Ο θάνατος δεν καταργεί τη ζωή. Αποτελεί μέρος της ίδιας φυσικής τάξης.

Η μεγάλη συμβολή της θεωρητικής εισαγωγής βρίσκεται ακριβώς εδώ. Η Αργυράκη φωτίζει τις βουδιστικές έννοιες του μποντισάτβα και της συμπόνιας χωρίς να εγκλωβίζει την ποίηση σε θρησκειολογικές προσεγγίσεις. Αντίθετα, δείχνει ότι η ποιητική του Μιγιαζάουα μπορεί να συνομιλήσει τόσο με τον οικολογικό στοχασμό, όσο και με ορισμένες χριστιανικές αντιλήψεις περί αυτοθυσίας και ευθύνης απέναντι στον άλλον. Πρόκειται για μια τολμηρή αλλά τεκμηριωμένη ανάγνωση, που αναδεικνύει τον ποιητή ως διαπολιτισμική μορφή και όχι ως εμβληματική μορφή μιας μακρινής Ανατολής.[................................]

Δεν υπάρχουν σχόλια: