Πέμπτη, Ιουλίου 16, 2026

Οι χωρίς νόημα ομηρικοί καυγάδες για το επικό αριστούργημα του Νόλαν

 

Οδύσσεια» του Νόλαν: Ομηρικοί καβγάδες για μια επική ταινία - Documento

«Οδύσσεια» του Νόλαν: Ομηρικοί καβγάδες για μια επική ταινία 

Στάθης Γκότσης

Υπάρχουν δύο τρόποι για να παρακολουθήσει κανείς την «Οδύσσεια», την τελευταία κινηματογραφική παραγωγή του Κρίστοφερ Νόλαν, που προκάλεσε τόσο θόρυβο καιρό πριν από την προβολή της στις αίθουσες. 

Ο πρώτος είναι να πάρει παραμάσχαλα μια δόκιμη μετάφραση του ομηρικού έπους, μερικές πραγματείες ομηριστών φιλολόγων και αρχαιολογικές μελέτες τόσο για τη Μυκηναϊκή Εποχή (ή  Ύστερη Εποχή του Χαλκού – περίπου 1600–1100 π.Χ.), όταν και τοποθετείται χρονικά η αφήγηση του Ομήρου, όσο και της Εποχής του Σιδήρου και ειδικότερα της περιόδου που τοποθετείται χρονικά η σύνθεση του έπους (τέλος του 8ου – αρχές του 7ου αιώνα π.Χ.). Και με αυτά τα εργαλεία να προσπαθεί να εντοπίσει φιλολογικές, ιστορικές και αρχαιολογικές ανακρίβειες. Θα μπορέσει να εντοπίσει αρκετές: 

  • οι πανοπλίες, τα κράνη, οι ασπίδες και τα όπλα που εμφανίζονται στην ταινία δεν ανταποκρίνονται στον μυκηναϊκό κόσμο του 12ου αιώνα π.Χ., θυμίζοντας περισσότερο εκείνα του 6ου και του 5ου αιώνα π.Χ.,
  • τα ανακτορικά συγκροτήματα στην Τροία, τη Σπάρτη και την Ιθάκη συνδυάζουν στοιχεία τόσο μυκηναϊκών ακροπόλεων όσο και κλασικών ακροπόλεων, δημιουργώντας ένα ιδιόμορφο αρχιτεκτονικό «κολάζ»,
  • το ίδιο συμβαίνει και με αγάλματα,
  • απουσιάζουν πολλά από τα επεισόδια που συγκροτούν την ομηρική αφήγηση, όπως οι συνελεύσεις των θεών του Ολύμπου, η επίσκεψη του Τηλέμαχου στην Πύλο, καθώς και όλες οι σκηνές που σχετίζονται με τη Ναυσικά και το νησί των Φαιάκων
  • παρά την κυριαρχία του μεσογειακού τοπίου, με πολλά πλάνα από τη Μεσσηνία και άλλες περιοχές της Πελοποννήσου και αναγνωρίσιμους χώρους, όπως τα κάστρα της Μεθώνης και του Ακροκόρινθου και η παραλία της Βοϊδοκοιλιάς, αρκετά πλάνα από τα γυρίσματα στη δυτική Σαχάρα αλλοιώνουν το ιστορικό γεωγραφικό τοπίο της Μεσογείου. 

Αλλά τι νόημα έχει η αναζήτηση τέτοιων «ανακριβειών» σε μια σημερινή κινηματογραφική εκδοχή της «Οδύσσειας», ειδικά μάλιστα όταν το ίδιο το ομηρικό έπος βρίθει ανακριβειών, συμπλέκοντας συχνά στοιχεία του μυκηναϊκού κόσμου με αυτά της εποχής που δημιουργήθηκε; Δεν είναι το ίδιο το έπος που αναφέρεται σε χρήση σιδήρου, ενώ η ιστορία που αφηγείται τοποθετείται στην Εποχή του Χαλκού, ή που παραπέμπει σε σύγχρονούς του κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς ή ταφικά έθιμα, τα οποία δεν έχουν σχέση με τη μυκηναϊκή εποχή;

Η ίδια η «Οδύσσεια», άλλωστε, όπως μάλιστα διδαχτήκαμε όσοι και όσες τουλάχιστον υπήρξαμε μαθητές στο ελληνικό Γυμνάσιο, δεν μεταδιδόταν επί αιώνες προφορικά και κάθε γενιά ραψωδών την προσάρμοζε στο κοινό και στην εποχή της. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, ότι οι αγγειογράφοι του 6ου και 5ου αιώνα π.Χ., απεικόνιζαν τον Οδυσσέα και τον Έκτορα λ.χ. ως σύγχρονους οπλίτες της εποχής τους και όχι ως Μυκηναίους πολεμιστές, ενώ μετά τους Περσικούς Πολέμους οι Τρώες απεικονίζονται με περσική ενδυμασία.

Κι αν η ίδια η «Οδύσσεια» δεν επιχειρεί να αναπαραστήσει με ιστορική και αρχαιολογική ακρίβεια τον μυκηναϊκό κόσμο, έναν κόσμο ήδη ξεχασμένο για τους ακροατές της, γιατί θα έπρεπε ο Νόλαν να αποδώσει με «ακρίβεια» το έπος και τις δικές του «ανακρίβειες»; Άλλωστε ο ίδιος Νόλαν έχει ξεκαθαρίσει σχετικά πως βασίζεται μεν στο ομηρικό έπος, αλλά επιχειρεί ταυτόχρονα να συγκροτήσει μια δική του κινηματογραφική πραγματικότητα. Από αυτή την άποψη, μήπως η επιλογή του Νόλαν να προσαρμόσει την ιστορία στη δική του, περισσότερο σύγχρονη, κινηματογραφική γλώσσα θα ήταν προτιμότερο να ιδωθεί ως συνέχεια μιας υπερτρισχιλιετούς  παράδοσης;

Η μαύρη ωραία Ελένη

Στην ίδια κατηγορία των «ανακριβειών» της ταινίας εγγράφεται και η απόφαση του Νόλαν να  επιλέξει τη βραβευμένη με Όσκαρ μαύρη Κενυάτισσα-Μεξικανή ηθοποιό Λουπίτα Νιόνγκο για τον ρόλο της Ωραίας Ελένης και της αδερφής της, της Κλυταιμνήστρας. Από κοντά προστίθεται και η μιγάδα Αμερικανίδα ηθοποιός Ζεντάγια που υποδύεται τη θεά Αθηνά.

Το ζήτημα αυτό είναι πιο σύνθετο. Όχι γιατί η ομηρική Ελένη ήταν λευκή –παρότι   έχει ανάψει και η φιλολογική ή έστω φιλολογίζουσα συζήτηση για το εάν η ομηρική λέξη «λευκώλενος», που σημαίνει λευκοχέρα, χρησιμοποιείται ως προσδιορισμός της Ελένης με κυριολεκτικό ως προς το χρώμα ή μεταφορικό ως προς την ομορφιά νόημα– ή όχι. Αλλά γιατί η παρουσία μιας μαύρης Ωραίας Ελένης προκαλεί, καθώς συγκρούεται με την παραδοσιακή εικόνα που έχει κατασκευάσει ο δυτικός κόσμος για την υποτιθέμενη λευκότητα του αρχαιοελληνικού κόσμου, αλλά και τη λευκότητα της ίδιας της ομορφιάς. 

Στην πραγματικότητα ο θόρυβος που ξέσπασε για το θέμα –όχι τυχαία εκκινώντας από την αμερικανική ακροδεξιά– αντιστοιχεί στις πολιτικές και πολιτισμικές «ανησυχίες» των ενορχηστρωτών του, οι οποίοι καθόλου δεν ενδιαφέρονται για την «πιστή» απόδοση του ομηρικού έπους ούτε βέβαια για τη «βεβήλωση» δήθεν της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς. Σε μια εποχή που η λευκή υπεροχή επανακάμπτει ως ιδεολόγημα, οι αντιδράσεις για τη μαύρη Ωραία Ελένη του Νόλαν, που ρίζωσαν με προφανή ευκολία όπως ήταν αναμενόμενο και σε ελληνικό έδαφος, δεν μπορεί παρά να ιδωθούν ως αυτό που πραγματικά είναι: μια υστερική έξαρση ατόφιου κλασικού ρατσισμού.

Μια επική ταινία

Ο δεύτερος τρόπος να δει κανείς την ταινία του Νόλαν είναι να τα αφήσει όλα αυτά κατά μέρος και να βουλιάξει αναπαυτικά στην πολυθρόνα του κινηματογράφου. Για να απολαύσει στο έπακρο ένα υψηλών προδιαγραφών θέαμα, ένα έργο που στήνεται με τεχνική μαεστρία και ευαισθησία, μια καλοδουλεμένη κινηματογραφική ιστορία που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή παρά την τρίωρη διάρκειά της, με λόγο πυκνό αλλά κατανοητό, με σκηνές που διαδέχονται η μία την άλλη χωρίς παύση και με εξαιρετικές ερμηνείες από όλο το καστ.

Ο Νόλαν μάς δίνει μια «Οδύσσεια» που δεν είναι απλώς μια κλασική χολιγουντιανή επική υπερπαραγωγή. Δεν αρκείται στην περιπετειώδη πτυχή του ομηρικού έπους για την επιστροφή του Οδυσσέα στην Ιθάκη, στις θεαματικές πολεμικές σκηνές, στο συγκλονιστικό θαλασσινό ταξίδι, στη φουρτουνιασμένη θάλασσα και στους θυελλώδεις ανέμους. Δεν εξαντλείται στις περιγραφικές λεπτομέρειες, στις συγκρούσεις χαρακτήρων και προσώπων. Συγκροτεί, με συναίσθημα και ευαισθησία, μια κινηματογραφική αφήγηση όχι απλώς ενδιαφέρουσα και αισθητικά άψογη, αλλά και μεστή νοημάτων. Συλλαμβάνει την ουσία μιας ιστορίας με επίκεντρο το συναίσθημα του «νόστου» και την ανθρώπινη αγωνία του εσωτερικού ταξιδιού για την ανακάλυψη του εαυτού. 

Και είναι εκεί που ο Νόλαν κερδίζει το στοίχημα. Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η πανοπλία του Οδυσσέα είναι αρχαιολογικά ακριβής, αλλά αν η ταινία κατορθώνει συνομιλήσει, με όρους σημερινούς και με γραφή σύγχρονη, με το πνεύμα και τη διαχρονική δύναμη του ομηρικού έπους. Κι αν η συνάντηση αυτή έχει κάτι να πει στους σημερινούς ανθρώπους. Η απόλυτη πίστη του σεναρίου στο ομηρικό κείμενο δεν έχει πια νόημα, η αναζήτηση «ανακριβειών» αποδεικνύεται άνευ νοήματος και το χρώμα στο δέρμα της Ελένης, που εμφανίζεται εξάλλου ελάχιστα, δεν ενδιαφέρει πια κανέναν. Γιατί η Οδύσσεια δεν είναι βέβαια απλώς ένα περιπετειώδες θαλασσινό ταξίδι, είναι ένα εσωτερικό ταξίδι, μια εσωτερική πάλη με τους προσωπικούς μας δαίμονες, μια μεταφορά για την ανασυγκρότηση του εαυτού μπροστά στις προκλήσεις της ζωής. Και ο Νόλαν το δίνει αυτό αριστουργηματικά.


Δεν υπάρχουν σχόλια: