Κέιτι Κιταμούρα: «Είναι μια ιδιαίτερη εποχή για τους συγγραφείς: το ίδιο το υλικό της τέχνης μας, η γλώσσα, γίνεται εργαλείο στα χέρια της εξουσίας»

«Η τυχαία παράθεση λέξεων έχει καταλήξει να είναι η υπερδύναμη του Τραμπ, γιατί του δίνει τη δυνατότητα να διαψεύδει διαρκώς αυτά που λέει» μας είπε η Κέιτι Κιταμούρα στο 5ο Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων με αφορμή το μυθιστόρημά της «Οντισιόν» (μτφρ. Βάσια Τζανακάρη, εκδ. Διόπτρα). Η συγγραφέας ήρθε στην Ελλάδα προσκεκλημένη της Ελληνοαμερικάνικης Ένωσης, του Φεστιβάλ Χανίων και των εκδόσεων Διόπτρα.
_______________
Η πρώτη φορά που είδα από κοντά την Κέιτι Κιταμούρα στο Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων ήταν στην εκδήλωση του συζύγου της, Χάρι Κούνζρου, ο οποίος συνομίλησε με την Παυλίνα Μάρβιν. Κάθισε στην πρώτη θέση, δίπλα στα δύο παιδιά τους, και παρακολούθησε την ομιλία με προσοχή. Μόλις μία ώρα αργότερα, ανέβηκε η ίδια στη σκηνή ως καλεσμένη του Φεστιβάλ για να συζητήσει με την Ελεονώρα Ορφανίδου. Αμέσως μετά, κατευθύνθηκαν οικογενειακώς στην ταβέρνα όπου κατέληγε όλο το φεστιβάλ κάθε βράδυ και εκεί συνομίλησε με άλλους συγγραφείς και εκδότες, διατηρώντας την απαράμιλλη ευγένειά της.
Οι πολλαπλοί ρόλοι που επιτέλεσε μέσα σε λίγες ώρες η Κιταμούρα, μητέρας, συζύγου, συγγραφέα και συνδαιτημόνα, μου έφεραν στο μυαλό την ανώνυμη ηρωίδα του βιβλίου της Οντισιόν (μτφρ. Βάσια Τζανακάρη, εκδ. Διόπτρα), μια γυναίκα μεγαλύτερη σε ηλικία, ηθοποιό στο επάγγελμα, που καλείται να ερμηνεύσει διαρκώς ρόλους, ακόμα και στην ιδιωτική σφαίρα. Είχα μεγάλη περιέργεια να ακούσω από την ίδια εάν το βιβλίο αφορά την ερμηνεία, τη γονεϊκότητα, τους ρόλους ή όλα αυτά μαζί. Η απάντησή της, παραδόξως, δίνει περισσότερη βαρύτητα στον ρόλο της αναγνώστριας παρά στη συγγραφική πρόθεση. Με τα δικά της λόγια, το βιβλίο αφορά «το δικαίωμα των αναγνωστών να ερμηνεύσουν το βιβλίο όπως επιθυμούν».
Πριν ξεκινήσουμε την ηχογράφηση μιλήσαμε για τη σύγχρονη αμερικανική λογοτεχνία, το Transcription του Μπεν Λέρνερ, που είχε βραβευτεί μόλις με το Βραβείο Όργουελ, και άλλα μυθιστορήματα που πιθανόν συνδέονται με τη γραφή της. Η συγγραφέας πάντως δεν έρχεται για πρώτη φορά στη χώρα μας. Μάλιστα, το παλαιότερο βιβλίο της, Ένας χωρισμός, που θα κυκλοφορήσει ξανά στα ελληνικά από τις εκδόσεις Διόπτρα το φθινόπωρο, γράφτηκε στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στη Μάνη. Άραγε να μπόρεσε να γράψει κάτι και στα Χανιά; Θα το μάθουμε σε λίγο καιρό, υποθέτω.
Αναφέρετε συχνά ότι η Οντισιόν γεννήθηκε όταν διαβάσατε τον εξής τίτλο άρθρου: «Ένας άγνωστος μου είπε ότι ήταν ο γιος μου». Συμπληρώνετε, μάλιστα, ότι μια φίλη σας, πάνω σε μια συζήτηση, σας έδωσε και μια άλλη οπτική: «Κάθε φορά που έρχεται ο γιος μου σπίτι από το κολλέγιο, είναι σαν να ήρθε ένας ξένος». Αναρωτιόμουν λοιπόν αν θεωρείτε την Οντισιόν ένα βιβλίο καταρχήν για τη γονεϊκότητα.
Ναι, είναι ενδιαφέρον. Όταν συνάντησα τους εκδότες μου για να μιλήσουμε για πρώτη φορά για το βιβλίο, με ρώτησαν: «Κατά τη γνώμη σου, τι αφορά;» και τους απάντησα: «Νομίζω ότι είναι ένα βιβλίο για τη μητρότητα και την καλλιτεχνική δημιουργία». Θυμάμαι πως η υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων μου είπε τότε: «Σε εκλιπαρώ, μην ξαναπείς ποτέ αυτές τις λέξεις» (γέλια). Νομίζω πάντως πως αυτό συμβαίνει αρκετά συχνά. Είναι μια από εκείνες τις περιπτώσεις όπου αυτό που ο συγγραφέας θεωρεί ότι είναι το θέμα του βιβλίου, ή ακόμα και η αφετηρία του βιβλίου για τον ίδιο, δεν είναι απαραίτητα αυτό που τελικά καταλήγει να αφορά ή να σημαίνει το βιβλίο. Ωστόσο, όσο το έγραφα, σίγουρα το σκεφτόμουν μέσα από το πρίσμα της πολυπλοκότητας της γονεϊκότητας και των αντιφάσεων αυτής της ιδιαίτερης, πολύ έντονα φορτισμένης σχέσης.
Όπως είπα και χθες το βράδυ, με ενδιαφέρουν πολύ οι στιγμές του ανοίκειου, όταν κάποιος που γνωρίζεις πολύ καλά σού μοιάζει ξαφνικά ξένος. Φυσικά, η σχέση στην οποία αυτό συμβαίνει με τη μεγαλύτερη ταχύτητα είναι η σχέση ανάμεσα σε έναν γονέα και το παιδί του, ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού. Επομένως, αυτό ήταν κάτι που με απασχολούσε έντονα. Ταυτόχρονα, καθώς συναντώ αναγνώστες και συζητώ μαζί τους, διαπιστώνω ότι το βιβλίο σημαίνει πολύ διαφορετικά πράγματα για καθέναν από αυτούς. Ειδικά οι νεότεροι αναγνώστες το διαβάζουν σαν ένα βιβλίο που δεν αφορά μόνο την εμπειρία τού να έχεις παιδί, αλλά και του να είσαι το παιδί κάποιου. Έχω συναντήσει αρκετούς νεαρούς άνδρες που βίωσαν το βιβλίο ως μια ιστορία για το τι σημαίνει να είσαι παιδί και, ειδικά, τι σημαίνει να είσαι γιος.
Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον, αν σκεφτούμε ότι και στα άλλα βιβλία της άτυπης τριλογίας (A separation, Intimacies) πρωταγωνιστούν γυναίκες και έχετε δηλώσει, νομίζω, ότι σας ενδιέφερε σε όλα η γυναικεία οπτική.
Είναι πράγματι ενδιαφέρον και πιστεύω πως είναι κάπως μάταιο εκ μέρους του συγγραφέα να προσπαθεί να ελέγξει υπερβολικά ή με μεγάλη αυστηρότητα το σημείο στο οποίο θα συμβεί αυτή η ταύτιση. Νομίζω ότι μία από τις χαρές που προσφέρουν αυτά τα βιβλία είναι ακριβώς το ότι δεν μπορείς να προβλέψεις με ποιον χαρακτήρα θα ταυτιστεί ο αναγνώστης. Τουλάχιστον για μένα αυτό ισχύει απόλυτα. Οι άνθρωποι συχνά θεωρούν ότι ταυτίζομαι με τον κεντρικό χαρακτήρα, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για μικρές πτυχές όλων των χαρακτήρων με τις οποίες νιώθω ότι συνδέομαι.
Πώς γράψατε την Οντισιόν; Σαν δύο εντελώς ξεχωριστά βιβλία ή τα δύο μέρη εξελίσσονταν παράλληλα;
Όχι, το έγραψα γραμμικά. Στην πραγματικότητα πάντα γράφω γραμμικά, με τη σειρά με την οποία θα συναντήσουν το υλικό και οι αναγνώστες. Απλώς δεν γράφουν όλοι έτσι. Ο σύζυγός μου, για παράδειγμα, που είναι μυθιστοριογράφος (σ.σ: πρόκειται για τον συγγραφέα Χάρι Κούνζρου, με τον οποίον μιλήσαμε αμέσως μετά) γράφει συχνά χωρίς συγκεκριμένη σειρά και μετά συνθέτει τα κομμάτια. Γνωρίζω επίσης πολλούς συγγραφείς που δεν γράφουν αυστηρά χρονολογικά ως προς την εμπειρία του χαρακτήρα, αλλά, έχουν, για παράδειγμα, στο μυαλό τους το παρελθόν των χαρακτήρων πριν γράψουν την κύρια ιστορία. Εγώ δεν μπόρεσα ποτέ να δουλέψω με αυτόν τον τρόπο. Πρέπει πάντα να γνωρίζω ό,τι ακριβώς γνωρίζει ο αναγνώστης προτού προχωρήσω παρακάτω. Έτσι, αντιμετώπισα το βιβλίο ως μία ενιαία αφήγηση που εκτείνεται και στα δύο μέρη. Χρονικά, προχωρά με έναν αρκετά ευθύ τρόπο προς τα εμπρός, κατά μήκος αυτού του άξονα. Οπότε, ναι, το έγραψα με αυτή τη σειρά. Η επιμέλεια, βέβαια, ήταν δύσκολη και περιελάμβανε πολλά μπρος-πίσω.
Άρα γνωρίζατε εξαρχής πού ακριβώς θα γινόταν η «ρήξη»; Το σημείο στο οποίο θα χωριζόταν το βιβλίο;
Ναι, ήθελα εξαρχής να συνδέεται κατά κάποιον τρόπο με το θεατρικό έργο. Ήθελα, επίσης, το θεατρικό να λειτουργεί σαν μια μικρή μαύρη τρύπα στο κέντρο του μυθιστορήματος, έτσι ώστε να μη δούμε ποτέ το ίδιο το έργο επί σκηνής. Η δομή του θεατρικού αντανακλά ουσιαστικά τη δομή του μυθιστορήματος, οπότε ήθελα να υπάρχει η αίσθηση ότι η ηρωίδα εισέρχεται στον κόσμο του έργου και έπειτα αναδύεται ξανά μέσα από αυτόν.
Δύσκολα αντιλαμβανόμαστε τους τρόπους με τους οποίους έχουμε εκπαιδευτεί, επί πολλά χρόνια, να διαβάζουμε και να προσεγγίζουμε μια ιστορία.
Το θέμα είναι ότι στο δεύτερο μέρος εμφανίζεται, από πολλές απόψεις, ως ένας πολύ διαφορετικός χαρακτήρας, επειδή τα δεδομένα της ζωής της έχουν αλλάξει. Η ίδια, όμως, παραμένει σχετικά αμετάβλητη. Για μένα είναι ουσιαστικά το ίδιο πρόσωπο και στα δύο μέρη του βιβλίου. Αυτό ήταν κάτι που με απασχολούσε ιδιαίτερα. Ένας χαρακτήρας που, από μία άποψη, παραμένει αρκετά στατικός, ενώ εκείνο που αλλάζει πραγματικά είναι η φύση των σχέσεών του με τους άλλους ανθρώπους.
Γιατί πιστεύετε ότι είναι τόσο δύσκολο για τους αναγνώστες να αποδεχτούμε αυτή την αντίφαση και να διαβάσουμε το βιβλίο με τη λογική του «ταυτόχρονου», χωρίς να θεωρούμε ότι αυτά τα δύο ενδεχόμενα αλληλοαποκλείονται ή βρίσκονται σε σύγκρουση;
Νομίζω ότι έχουμε μάθει να προσεγγίζουμε τις αφηγήσεις με συγκεκριμένες προσδοκίες, και είναι πολύ δύσκολο να απαλλαγούμε από αυτές. Το νιώθω κι εγώ ως αναγνώστρια. Πιστεύω ότι είναι δύσκολο ακόμη και να συνειδητοποιήσει κανείς ποιες ακριβώς είναι αυτές οι προσδοκίες. Δύσκολα αντιλαμβανόμαστε τους τρόπους με τους οποίους έχουμε εκπαιδευτεί, επί πολλά χρόνια, να διαβάζουμε και να προσεγγίζουμε μια ιστορία. Κι όμως, η αφήγηση στη λογοτεχνία είναι τόσο διαφορετική από ό,τι συμβαίνει στην πραγματική ζωή.
Προσωπικά, με ενδιαφέρει πάντοτε να διαταράσσω αυτή την αίσθηση της τάξης και της οριστικής λύσης και μάλιστα το θεωρώ πολύ σημαντικό ιδιαίτερα σήμερα, με τη ραγδαία άνοδο της τεχνητής νοημοσύνης.
Υπάρχει κάποιου είδους «τάξη», ή μάλλον καλύτερα μια αίσθηση επίλυσης που συναντά κανείς σε πολλά μυθιστορήματα, ενώ στη ζωή συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Προσωπικά, με ενδιαφέρει πάντοτε να διαταράσσω αυτή την αίσθηση της τάξης και της οριστικής λύσης και μάλιστα το θεωρώ πολύ σημαντικό ιδιαίτερα σήμερα, με τη ραγδαία άνοδο της τεχνητής νοημοσύνης. Ένα από τα χαρακτηριστικά των αφηγήσεων που παράγει η ΤΝ είναι ότι τείνουν σχεδόν πάντα προς μια μορφή επίλυσης, επειδή έχουν εκπαιδευτεί πάνω σε ένα σώμα αρκετά συμβατικών αφηγήσεων που κατευθύνονται προς την επίλυση. Αυτό συμβαίνει, επίσης, επειδή μία από τις πρώτες και βασικές εφαρμογές της ΤΝ ήταν η εξυπηρέτηση πελατών, όπου ο στόχος είναι πάντοτε να επιλυθεί ένα πρόβλημα. Πιστεύω, λοιπόν, όλο και περισσότερο, ότι ο ρόλος της λογοτεχνίας σήμερα είναι να διαταράσσει αυτή την αίσθηση της τάξης και επίλυσης, να απομακρύνεται από αυτήν. Αυτό ήταν σίγουρα κάτι που επιδίωξα να κάνω γράφοντας αυτό το βιβλίο.
Είναι δύσκολο, βέβαια, και κατανοώ ότι πρόκειται για ένα βιβλίο που απαιτεί κάτι από τον αναγνώστη. Ταυτόχρονα, όμως, όπως είπα και χθες το βράδυ, πιστεύω ότι η ανάγνωση, στην καλύτερη εκδοχή της, είναι μια εξαιρετικά ενεργητική και δημιουργική πράξη, όχι μια παθητική διαδικασία. Το είδος της ανάγνωσης που απολαμβάνω δεν είναι εκείνο στο οποίο η βούληση του συγγραφέα επιβάλλεται πάνω μου και εγώ απλώς την αποδέχομαι. Αντίθετα, είναι μια ενεργή συμμετοχή, ένας ζωντανός διάλογος ανάμεσα στον συγγραφέα και τον αναγνώστη.
Χθες είπατε ότι ο αρχικός τίτλος του βιβλίου ήταν «Performance» και σκέφτομαι ότι στα ελληνικά θα μπορούσε να είναι και «ερμηνεία», μια λέξη που σημαίνει ταυτόχρονα να υποδυόμαστε ένα ρόλο και αποδίδουμε ένα νόημα, έχει δηλαδή μια διπλή σημασία. Έτσι, διάβασα το βιβλίο ως ένα μυθιστόρημα για την επιτέλεση ρόλων, αλλά και για την ερμηνεία των άλλων αλλά και της λογοτεχνίας.
Ναι, πράγματι. Είναι υπέροχο να μαθαίνω αυτό για την ελληνική λέξη που αντιστοιχεί στην «ερμηνεία». Θεέ μου, οι εκδότες μου θα πάθαιναν έμφραγμα αν τους έλεγα ότι θέλω να τιτλοφορήσω το βιβλίο «Ερμηνεία»! (γέλια) Αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται ακριβώς γι’ αυτό, για ένα βιβλίο γύρω από την ερμηνεία και, ειδικότερα, γύρω από την ερμηνεία του ίδιου του αναγνώστη. Το βιβλίο ανοίγει με μια αρκετά αμφίσημη σκηνή ανάμεσα σε μια μεσήλικη γυναίκα και έναν πολύ νεαρό άνδρα, και νομίζω ότι ο αναγνώστης δεν γνωρίζει τι ακριβώς συμβαίνει μεταξύ τους παρά μόνο αρκετά αργότερα. Αντ’ αυτού, βλέπουμε την κεντρική ηρωίδα να αναρωτιέται και να υποθέτει τι μπορεί να πιστεύουν οι άνθρωποι γύρω της ότι συμβαίνει ανάμεσά τους. Και μέσα σε αυτούς τους ανθρώπους περιλαμβάνεται, νομίζω, και ο ίδιος ο αναγνώστης.
Ήθελα η αρχή του βιβλίου να ωθήσει τον αναγνώστη να αναλογιστεί τις αφηγηματικές προσδοκίες και ερμηνείες που φέρνει μαζί του σε κάθε κείμενο που διαβάζει, γιατί πιστεύω ότι ένα βιβλίο διαμορφώνεται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τον πλούτο της προσωπικής εμπειρίας του καθενός και από τον τρόπο με τον οποίο αυτή επηρεάζει όσα αντιλαμβάνεται και ερμηνεύει. Επομένως, για μένα, πρόκειται ουσιαστικά για ένα βιβλίο που αφορά εξ ολοκλήρου την ερμηνεία. Φυσικά, υπάρχει η ερμηνεία στο πλαίσιο των σχέσεων των χαρακτήρων και στην εξέλιξη της πλοκής, αλλά και σε ένα πολύ ευρύτερο επίπεδο. Η ερμηνεία αφορά το θέμα του και πρωτίστως την ερμηνεία του ίδιου του αναγνώστη.
Κάποια στιγμή, η αφηγήτρια λέει ότι μια ερμηνεία γεννιέται στον χώρο ανάμεσα στο κοινό και τον ηθοποιό, μέσα σε αυτό το πεδίο της ερμηνευτικής πρόσληψης. Αυτό ακριβώς πιστεύω και για τα βιβλία.
Υπάρχει ένα αρκετά εκτενές μέρος στο βιβλίο που αφορά έναν ηθοποιό με άνοια. Ο λόγος που ήθελα να γράψω αυτή τη σκηνή και να τη συμπεριλάβω στο μυθιστόρημα είναι ότι με ενδιέφερε πολύ η έννοια της πρόθεσης του δημιουργού και, συγκεκριμένα, η πρόθεση του συγγραφέα. Νομίζω ότι συχνά επικρατεί η αντίληψη πως αυτό που είχε κατά νου ο συγγραφέας αποτελεί το παν για τη σημασία ενός έργου, αλλά προσωπικά πιστεύω ότι συμβαίνει σχεδόν το αντίθετο. Εκείνο το σημείο του βιβλίου αφορά έναν ηθοποιό που δίνει μια συγκλονιστική ερμηνεία, η οποία, ωστόσο, δεν είναι αποτέλεσμα της τεχνικής ή της δεξιοτεχνίας του. Προκύπτει από το γεγονός ότι πάσχει πραγματικά από την ίδια ακριβώς πάθηση με τον χαρακτήρα που υποδύεται στην ταινία. Η αφηγήτρια μένει τότε να αναρωτιέται: αν ο ηθοποιός δεν είχε πρόθεση να δημιουργήσει αυτή την ερμηνεία, εξακολουθεί να είναι μια σπουδαία ερμηνεία; Και καταλήγει, κάπως άβολα και αντιφατικά, στο συμπέρασμα πως ναι, εξακολουθεί να είναι.
Κάποια στιγμή, η αφηγήτρια λέει ότι μια ερμηνεία γεννιέται στον χώρο ανάμεσα στο κοινό και τον ηθοποιό, μέσα σε αυτό το πεδίο της ερμηνευτικής πρόσληψης. Αυτό ακριβώς πιστεύω και για τα βιβλία. Γι’ αυτό βρίσκεται αυτή η ιστορία μέσα στο μυθιστόρημα. Βέβαια, πολλοί αναγνώστες θεώρησαν ότι το επεισόδιο υποδηλώνει πως η ίδια η πρωταγωνίστρια πάσχει από άνοια, αλλά το βρίσκω υπέροχο, γιατί, κατά μία έννοια, αυτό ακριβώς πραγματεύεται το μυθιστόρημα, το δικαίωμα των αναγνωστών να ερμηνεύσουν το βιβλίο όπως επιθυμούν.
Πρόκειται για μια εξαιρετική ιστορία και σημαντικό κομμάτι του βιβλίου, αλλά δεν μπορούσα να σταματήσω να αναρωτιέμαι: «άραγε αναφέρεται σε υπαρκτό πρόσωπο»;
Ναι, αλλά δεν θα μπορούσα να αποκαλύψω την ταινία. Πάντως, άλλαξα σημαντικά τις λεπτομέρειες.

Δεν θα σας πιέσω για περισσότερα. Η οικιακή σφαίρα θεωρείται συνήθως ένα ασφαλές καταφύγιο για όλους. Ωστόσο, εσείς δημιουργείτε εντός σπιτιού μια ατμόσφαιρα ανοίκεια, σχεδόν αφιλόξενη. Αναρωτιέμαι γιατί. Είναι ένας τρόπος να αποδώσετε την ψυχολογική κατάσταση της ηρωίδας ή θέλατε παράλληλα να σχολιάσετε και τον ίδιο τον θεσμό της οικογένειας;
Σας ευχαριστώ γι’ αυτή την ερώτηση. Νομίζω ότι η οικογένεια ως μοτίβο, όπως και η ιδέα του οικιακού χώρου ως ασφαλούς καταφυγίου, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες έννοιες. Αφού ξεκαθαρίσω ότι πραγματικά λατρεύω να βρίσκομαι στο σπίτι μου (γέλια), οφείλω να πω ότι με απασχολεί ιδιαίτερα η αντίληψη πως η οικογένεια και ο ιδιωτικός χώρος είναι κατά κάποιον τρόπο αποκομμένοι ή προστατευμένοι από την υπόλοιπη κοινωνία. Κι αυτό γιατί η οικογένεια είναι προϊόν της ίδιας της κοινωνίας, αποτελεί έναν θεσμό από μόνη της, μέσα στον οποίο αναπαράγονται οι ιδεολογίες, οι ιεραρχίες και οι σχέσεις εξουσίας της κοινωνίας στην οποία ανήκει. Ακόμη και οι διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους οργανώνονται οι οικογένειες σε διάφορα μέρη του κόσμου ή σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους αντανακλούν ακριβώς αυτή τη δυναμική. Και, φυσικά, αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές σε ό,τι αφορά τους έμφυλους ρόλους. Για παράδειγμα, κάτι που σκέφτομαι συχνά είναι ότι η πρώτη επαφή των περισσότερων ανθρώπων με την πατριαρχία είναι οι πατριαρχικές δομές που διαμορφώνεται μέσα στην ίδια την οικογένεια. Ίσως αυτό να αλλάζει σήμερα, αλλά ιστορικά, για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, ίσχυε απόλυτα. Επομένως, η ιδέα ότι η οικογένεια είναι κάπως αποκομμένη ή ανεπηρέαστη από όσα συμβαίνουν σε ευρύτερο κοινωνικό επίπεδο μου φαίνεται λανθασμένη.
Θεωρώ ότι η οικογένεια είναι κυριολεκτικά μια ανάθεση διαφορετικών ρόλων και θέσεων. Το βλέπει κανείς ξεκάθαρα όταν οι οικογένειες συγκεντρώνονται ξανά μετά από καιρό.
Μία από τις πρώτες συζητήσεις που έκανα για το βιβλίο ήταν με μια podcaster που εκτιμώ απεριόριστα. Σε γενικές γραμμές συμφωνούμε σε πολλά και έχουμε αρκετή άνεση μεταξύ μας. Έτσι, σε πολύ οικείο πλαίσιο, μου είπε: «Δεν καταλαβαίνω γιατί στο βιβλίο υποστηρίζεις ότι η οικογένεια είναι ένα είδος κατασκευής. Δεν είναι. Είναι το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο». Εγώ, βέβαια, πιστεύω το αντίθετο. Θεωρώ ότι η οικογένεια είναι κυριολεκτικά μια ανάθεση διαφορετικών ρόλων και θέσεων. Το βλέπει κανείς ξεκάθαρα όταν οι οικογένειες συγκεντρώνονται ξανά μετά από καιρό. Δεν ξέρω αν έχετε κάποια παρόμοια εμπειρία, αλλά όταν τα ενήλικα παιδιά επιστρέφουν στο πατρικό τους για τις γιορτές ή για κάποια οικογενειακή συνάντηση, ξαφνικά ξαναπαίζουν τους ίδιους ακριβώς ρόλους που είχαν ως παιδιά. Κάθονται στις ίδιες θέσεις, ο καθένας έχει τον ρόλο του, όλα είναι προκαθορισμένα.
Αυτή η επιτέλεση είναι εν μέρει αυτό που επιτρέπει σε μια οικογένεια να λειτουργεί. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αυτοί οι ρόλοι επιβάλλονται από την κοινωνία συνολικά, αλλά υπάρχει μια σιωπηρή συμφωνία μέσα στην οικογενειακή μονάδα, σύμφωνα με την οποία ο καθένας αναλαμβάνει έναν συγκεκριμένο ρόλο. Και είναι περιέργως δύσκολο να ξεφύγει κανείς από αυτούς τους ρόλους. Αυτό ήταν, λοιπόν, κάτι που ήθελα οπωσδήποτε να εξερευνήσω μέσα από την απεικόνιση της οικογένειας στο βιβλίο.
• Διαβάστε επίσης: «Οντισιόν» της Κέιτι Κιταμούρα (κριτική) – Νέες επιλογές για τη μητρότητα και τη ζωή μιας γυναίκας
Έχετε υπηρετήσει το μυθιστόρημα ως λογοτεχνική μορφή σχεδόν αποκλειστικά και έχετε βρεθεί στις βραχείες λίστες πολύ σημαντικών βραβείων που τιμούν το είδος, πρόσφατα του Μπούκερ. Θεωρείτε ότι το μυθιστόρημα είναι μια μορφή τέχνης που έχει φτάσει στα όριά του ή εξακολουθεί να έχει ανεξάντλητες δυνατότητες;
Λατρεύω το μυθιστόρημα ως μορφή, πραγματικά το λατρεύω. Είναι η αγαπημένη μου λογοτεχνική φόρμα. Νομίζω πως αυτό συμβαίνει επειδή κανείς δεν γνωρίζει πραγματικά τι ακριβώς είναι και ακριβώς γι’ αυτό εξακολουθεί να διαθέτει τεράστιες δυνατότητες. Είναι αυτό που είχε πει ο Χένρι Τζέιμς, ότι το μυθιστόρημα είναι «ένα χαλαρό, ξεχειλωμένο τέρας» (a loose baggy monster), που σημαίνει επίσης ότι είναι απεριόριστα ευρύχωρο, ικανό να χωρέσει τα πάντα. Συχνά το λέω αυτό και στους φοιτητές μου, όταν διδάσκω δημιουργική γραφή. Πολλοί μαθητές μου αισθάνονται δέος απέναντι στη συγγραφή ενός μυθιστορήματος. Συχνά μου λένε: «Δεν ξέρω πώς να γράψω ένα μυθιστόρημα». Και πάντα προσπαθώ να τους θυμίσω ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ένας σωστός τρόπος για να γράψεις ένα μυθιστόρημα, μπορεί να γίνει οτιδήποτε θελήσεις να γίνει, ενέχει μια τεράστια ελευθερία.
Νομίζω ότι αυτό ισχύει και για πολλές άλλες μορφές τέχνης. Ωστόσο, ανάμεσα στις άλλες αφηγηματικές μορφές, το μυθιστόρημα είναι ίσως μία από τις πιο ελεύθερες. Δεν υπάρχουν οι περιορισμοί, π.χ. οι οικονομικοί, που συναντά κανείς στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση, όπου είναι πολύ δύσκολο να δημιουργηθεί ένα έργο χωρίς, έστω και σε μικρό βαθμό, μια εμπορική απαίτηση. Στη λογοτεχνία, πιστεύω ότι εξακολουθεί να υπάρχει σημαντικός χώρος για ελευθερία. Βέβαια, το κατά πόσο παραμένει επίκαιρη είναι περίπλοκο ζήτημα. Από την άλλη, το μυθιστόρημα βρίσκεται σε κρίση εδώ και αιώνες. Πάντοτε υπήρχε η αγωνία ότι δεν είναι πλέον επίκαιρο ή σημαντικό. Κι όμως, εξακολουθεί να επιμένει και να επιβιώνει.
Και σε σχέση με αυτό που συζητούσαμε νωρίτερα; Διακρίνετε κάποια συγκεκριμένη τάση στη σύγχρονη αμερικανική λογοτεχνία που συνδέεται ίσως με την πολιτική κατάσταση;
Νομίζω ότι πολλοί συγγραφείς θέλουν να επανεξετάσουν τις καθιερωμένες αφηγήσεις και να διερευνήσουν όσες έχουν αποκλειστεί ή αποσιωπηθεί.[............................]ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου