Anthologia Graeca
5.250
ΠΑΥΛΟΥ ΣΙΛΕΝΤΑΡΙΟΥ
Ἡδύ, φίλοι, μείδημα τὸ Λαΐδος· ἡδὺ καὶ αὐτῶν
ἠπιοδινήτων δάκρυ χέει βλεφάρων.
χθιζά μοι ἀπροφάσιστον ἐπέστενεν, ἐγκλιδὸν ὤμῳ
ἡμετέρῳ κεφαλὴν δηρὸν ἐρεισαμένη.
μυρομένην δὲ φίλησα· τὰ δ’ ὡς δροσερῆς ἀπὸ πηγῆς
δάκρυα μιγνυμένων πῖπτε κατὰ στομάτων.
εἶπε δ’ ἀνειρομένῳ· «Τίνος εἵνεκα δάκρυα λείβεις;» —
«Δείδια, μή με λίπῃς· ἐστὲ γὰρ ὁρκαπάται».

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
(Gerontakos)
Γλυκό , φίλοι μου , το χαμόγελο της Λαΐδας·
γλυκά και τα δάκρυα που κυλούν από τα τρυφερά της βλέφαρα.
Χτες, ξαφνικά, έγειρε το κεφάλι της στον ώμο μου
και άρχισε να αναστενάζει για πολλή ώρα.
Τη φιλούσα ενώ έκλαιγε και τα δάκρυά της, σαν το νερό
δροσερής πηγής, κυλούσαν στα ενωμένα χείλη μας.
Κι σαν τη ρώτησα γιατί κλαίει, μου είπε:
«Φοβάμαι μη μ΄ αφήσεις· εσείς οι άντρες δεν κρατάτε τους όρκους σας».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου