Από το Χαμζά Μπέη Τζαμί στο Αλκαζάρ
Η αποκατάσταση, έπειτα από περίπου τέσσερις δεκαετίες που ήταν κρυμμένο πίσω από λαμαρίνες, ενός εμβληματικού και μοναδικού μνημείου όπως είναι το τζαμί του Χαμζά Μπέη, γνωστότερο ως Αλκαζάρ, είναι ένα σπουδαίο γεγονός όχι μόνο για την πόλη, αλλά και ευρύτερα. Βέβαια, καθώς υπάρχουν ακόμη σε εξέλιξη κάποιες –λιγοστές– εργασίες, οικοδομικές και συντήρησης, και το έργο δεν έχει επίσημα παραληφθεί πλήρως, δεν είναι απόλυτα ακριβείς οι διατυπώσεις του δελτίου Τύπου (1/9) του υπουργείου Πολιτισμού (ΥΠΠΟ) ότι «ολοκληρώθηκαν οι εργασίες αποκατάστασης του ιστορικού μνημείου Χαμζά Μπέη (Αλκαζάρ) στη Θεσσαλονίκη […] με το Υπουργείο Πολιτισμού να τηρεί στο ακέραιο τη σχετική δέσμευση για την ολοκλήρωση των εργασιών αποκατάστασης και συντήρησης, έως τις 31 Αυγούστου». Ούτε ισχύει επακριβώς η σχετική δήλωση της υπουργού Πολιτισμού Λίνας Μενδώνη πως «το Υπουργείο Πολιτισμού υπήρξε απολύτως συνεπές στη δέσμευσή του» απέναντι στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) «να έχουν ολοκληρωθεί έως τις 31 Αυγούστου όλες οι εργασίες που χρηματοδοτήθηκαν από τους πόρους του». Αλλωστε, το ίδιο το ΥΠΠΟ κάνει λόγο για «επίσημη απόδοση στους Θεσσαλονικείς μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου», παραπέμποντας σε επόμενα εγκαίνια.
Μικρό το κακό θα έλεγε κανείς μπροστά στον πλήρη εκτροχιασμό των χρονοδιαγραμμάτων για άλλα, τεράστιου προϋπολογισμού έργα του ΥΠΠΟ, όπως τα αρχαιολογικά μουσεία της Χίου, του Αργοστολίου και των Ενάλιων Αρχαιοτήτων στον Πειραιά, τα οποία και απεντάσσονται από το ΤΑΑ. Η Λ. Μενδώνη έχει δίκιο πάντως να τονίζει πως το τζαμί του Χαμζά Μπέη –κι ας αποφεύγει να αναφέρει τη λέξη «τζαμί»…– είναι ένα λαμπρό μνημείο «άρρηκτα συνδεδεμένο με τη διαχρονική ιστορία της Θεσσαλονίκης, από την ίδρυσή του τον 15ο αιώνα έως τη νεότερη εποχή, όταν λειτούργησε ως κινηματογράφος και έγινε ευρύτερα γνωστό ως “Αλκαζάρ”, όνομα που παραμένει ζωντανό στη συλλογική μνήμη των Θεσσαλονικέων».

Η εσωτερική αυλή του μνημείου με τα τοξωτά ανοίγματα
Ιστορία και σημασία
Το τζαμί του Χαμζά Μπέη βρίσκεται στη συμβολή των οδών Εγνατίας και Βενιζέλου και πρόκειται για το παλαιότερο ισλαμικό τέμενος που χτίστηκε στην πόλη, αλλά και ένα από τα ελάχιστα δείγματα πρώιμης οθωμανικής αρχιτεκτονικής στα Βαλκάνια. Σύμφωνα με κτητορική επιγραφή που είναι εντοιχισμένη στη δυτική όψη της αίθουσας προσευχής, το τέμενος ανεγέρθηκε αρχικά ως μεστζίτ, δηλαδή συνοικιακός μουσουλμανικός ευκτήριος οίκος χωρίς μιναρέ, το έτος Εγίρας 872 (1467/8). «Αυτό το ευλογημένο τέμενος» γράφει η επιγραφή, «χτίστηκε από τη Χαφσά, κόρη του Χαμζά Μπέη». Ο ναύαρχος Χαμζά Μπέη, το όνομα του οποίου φέρει το μνημείο, συμμετείχε ως διοικητής του οθωμανικού στόλου στην πολιορκία και κατάληψη της Θεσσαλονίκης το 1430. Βρήκε τραγικό θάνατο (με ανασκολοπισμό) το 1460, μαζί με τον Θωμά Καταβοληνό, σημαντικό Κωνσταντινουπολίτη λόγιο και γραμματέα του σουλτάνου Μωάμεθ Β΄ του Πορθητή, όταν αμφότεροι, απεσταλμένοι του σουλτάνου στη Βλαχία για διαπραγματεύσεις με τον ηγεμόνα Βλαντ Γ΄ (τον διαβόητο «κόμη Δράκουλα»), έπεσαν σε ενέδρα από τις δυνάμεις του Βλαντ.

Άποψη του εσωτερικού διακόσμου της αίθουσας του μιχράμπ
Στη σημερινή μορφή του το μνημείο είναι σύνθετο στην κάτοψη, με το αρχικό του κτίσμα να περιορίζεται στην τετράπλευρη αίθουσα προσευχής με τον εντυπωσιακό μολυβδοσκεπαστο τρούλο που έχει μέγιστο ύψος 17 μ. Γύρω του αναπτυσσόταν κήπος με σιντριβάνι. Στα μέσα του 16ου αι. επεκτάθηκε με την προσθήκη περιστώου σε σχήμα Π, ενώ προστέθηκε και μιναρές, σηματοδοτώντας την εξέλιξή του από μεστζίτ σε τζαμί. Το συγκρότημα ολοκληρώθηκε μετά τα μέσα του 16ου αι. με την προσθήκη περίστυλης αυλής που ενσωμάτωσε και τον μιναρέ.
Σε αυτήν τη φάση κατασκευής χρησιμοποιήθηκαν και πολυάριθμα αρχιτεκτονικά μέλη από προγενέστερα κτίσματα, που αποσπάστηκαν το 1569 με εντολή του σουλτάνου Σελίμ Β΄ από τρεις τουλάχιστον σε λειτουργία τότε χριστιανικούς ναούς της Θεσσαλονίκης, τον Αγιο Μηνά, τον μητροπολιτικό ναό των Ασωμάτων (Ροτόντα) και το γνωστό από τις πηγές μοναστήρι της Θεοτόκου του Υπομιμνήσκοντος. Ετσι, μέχρι σήμερα υπάρχουν στο περιστύλιο του αίθριού του είκοσι δύο μαρμάρινες κολόνες και δεκαπέντε κιονόκρανα παλαιοχριστιανικών χρόνων (5ος – 6ος αι.). Ας σημειωθεί πως το Χαμζά Μπέη Tζαμί είναι το μοναδικό στα Βαλκάνια που διαθέτει αίθριο, με εξαίρεση τα τζαμιά της Αδριανούπολης και της Κωνσταντινούπολης, πόλεις που υπήρξαν πρωτεύουσες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η συνολική έκταση του συγκροτήματος φτάνει τα 1.150 τ.μ., γεγονός που καθιστά το τζαμί του Χαμζά Μπέη το μεγαλύτερο τέμενος της ελληνικής επικράτειας.

Άποψη του εσωτερικού τοιχογραφικού διακόσμου στον τρούλο και στις κόγχες
Πορνοσινεμά
Το τζαμί του Χαμζά Μπέη επέζησε από τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917 που κατέστρεψε και άλλαξε τη μορφή μεγάλου μέρους του ιστορικού κέντρου της Θεσσαλονίκης. Μετά την ανταλλαγή πληθυσμών του 1923 μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας η λατρευτική του χρήση τερματίστηκε και το 1926 κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο. Τότε ξεκίνησε και η δεύτερη περίοδος της ζωής του, αρχικά ως τηλεγραφείο, στη συνέχεια ως εμπορικός χώρος. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 η περίστυλη αυλή του μετατράπηκε σε κινηματογράφο με το όνομα «Αλκαζάρ», που έμελλε να κυριαρχήσει, αφήνοντας στη λήθη την αρχική χρήση και επωνυμία του. Ο θρυλικός κινηματογράφος της παλιάς Θεσσαλονίκης έπαιξε στην οθόνη του αμέτρητες ταινίες α΄ προβολής, αρχικά του βωβού με ορχήστρα δέκα ατόμων και μετά του ομιλούντος κινηματογράφου, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80.
Από τη δεκαετία του 1970 όμως ξεκίνησε η παρακμή. Με προβολή καθημερινά δύο έργων, με τουρκικά, αιγυπτιακά και ινδικά μελό, με καράτε και τελικά με ταινίες πορνό. «Εάν ένα χριστιανικό μνημείο σε μη ελληνικό έδαφος μετατρεπόταν σε σινέ-πορνό, αντιλαμβάνεστε ότι θα ήταν μέγα θέμα» είχε σχολιάσει παλαιότερα την εξέλιξη αυτή ο τραγουδοποιός Αργύρης Μπακιρτζής, που υπηρέτησε και ως αρχιτέκτονας αναστηλωτής στο ΥΠΠΟ. Στο Αλκαζάρ, πάντως, φιλοξενήθηκε και η πρώτη διοργάνωση το 1984 του Διεθνούς Φεστιβάλ Τζαζ και Αυτοσχεδιαζόμενης Μουσικής του Δήμου Θεσσαλονίκης, ενός από τα σημαντικότερα jazz events που οργανώθηκαν ποτέ στη χώρα.

Η αποκατεστημένη αψιδωτή στοά
Σήμερα το Χαμζά Μπέη Tζαμί έχει επουλώσει τις πληγές του από τις αυθαίρετες και επικίνδυνες μετασκευές χρόνων και ετοιμάζεται για μια νέα ζωή. Οι αναστηλωτικές επιλογές, βέβαια, στις οποίες μας έχει συνηθίσει τα τελευταία χρόνια η αρμόδια Διεύθυνση Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων του ΥΠΠΟ (μεγάλα ποσοστά νέου υλικού, συμπληρώσεις συχνά αυθαίρετες και σύμφωνα με αρχές που αποκλίνουν από τις καθιερωμένες, αισθητική που παραπέμπει σε σύγχρονη εργολαβική κατασκευή και δεν ακολουθεί την «αύρα» του μνημείου) δεν λείπουν και σε αυτή την περίπτωση. Ερώτημα παραμένει, τέλος, το εάν η διαχείριση, αλλά και η φύλαξη του μνημείου θα παραμείνει στην αρμόδια Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης ή αν θα περάσει στο MoMus, το οποίο και ανέλαβε τη διοργάνωση της πρώτης φωτογραφικής έκθεσης που θα φιλοξενηθεί στον χώρο.
ΓΙΑ ΤΟ ΙΔΙΟ ΘΕΜΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου