Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 25, 2026

Η καθημερινότητα της οθωμανικής Τριπολιτσάς

Η καθημερινότητα της οθωμανικής Τριπολιτσάς
«Πόλεμος της Τριπολιτζάς και των πέριξ αυτής χωρίων», πίνακας του Δημήτριου Ζωγράφου με την καθοδήγηση του Μακρυγιάννη

Η καθημερινότητα της οθωμανικής Τριπολιτσάς

Το αστικό περιβάλλον στο πασαλίκι του Μορέως πριν από την Επανάσταση έως και τα χρόνια του Καποδίστρια.

Όταν σκεφτόμαστε την Τριπολιτσά, αβίαστα η λέξη «άλωση» έρχεται στον νου. Όχι ότι δεν υπάρχουν και εκείνοι που προτιμούν την «απελευθέρωση». Για την υπογράφουσα, και εφόσον η πόλη αποτελούσε την πρωτεύουσα του πασαλικιού του Μορέως, «μεγάλη τουρκόπουλη», κατά τον Γριτσόπουλο, και «πόλη ολωσδιόλου τουρκική» κατά τον Κανέλλο Δεληγιάννη –αν προσθέσουμε δε το γεγονός ότι ισοπεδώθηκε από το ασκέρι του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη– δεν μπορούμε παρά να μιλάμε για «άλωση». Ο ελληνικός πληθυσμός της πόλης, έτσι κι αλλιώς, υστερούσε κατά πολύ πληθυσμικά σε σχέση με τις άλλες εθνοτικές ομάδες και σε αυτό θα αναφερθούμε αναλυτικά πιο κάτω.

Η πόλη, στην καρδιά της Πελοποννήσου, έδρα του πασαλικιού του Μορέως από τον 18ο αιώνα, ήταν ο τόπος όπου επετεύχθη η πρώτη πραγματικά μεγάλη νίκη των επαναστατών. Στις γραμμές που ακολουθούν θα προσπαθήσουμε να αναστήσουμε όσες περισσότερες πτυχές της καθημερινότητας και της κοινωνικής ζωής της Τριπολιτσάς μπορούμε πριν από την επανάσταση, η οποία ήταν μια τομή από κάθε άποψη. Και τούτο επειδή η συμβίωση των διαφορετικών πληθυσμών επί αιώνες, όπως εκφράζεται στην καθημερινότητα της πόλης, εξηγεί σε έναν βαθμό την εξέλιξή της μετεπαναστατικά. Για παράδειγμα, οι νικητές προσπάθησαν να συγκεντρώσουν χρήματα και αγαθά για τα ορφανά των Οθωμανών που έμειναν στην πόλη μετά την άλωση, και αυτό αντικατοπτρίζει μια πραγματικότητα των σχέσεων που είχαν αναπτυχθεί τους προηγούμενους αιώνες.

Οι άνθρωποι, τα επαγγέλματα

Η Τριπολιτσά, κατά τα τελευταία χρόνια του 17ου αιώνα, ήταν μια μεγάλη πόλη με πληθυσμό πάνω από 20.000 κατοίκους, και στην πλειονότητά του αυτός ο πληθυσμός ήταν οθωμανικός και αλβανικός. Λίγο πριν από την άλωση, και αυτό πρέπει να αναφερθεί για να αντιληφθούμε και τις ασφυκτικές συνθήκες στις οποίες ζούσαν οι άνθρωποι κατά την πολιορκία, ο πληθυσμός αυτός αυξήθηκε σε 34.000 ψυχές (απογραφή 2 Μαΐου 1821, για επισιτιστικές ανάγκες). Ο άμαχος πληθυσμός ανερχόταν σε 18.000 ανθρώπους, από τους οποίους οι 10.000 ήταν Οθωμανοί, Εβραίοι και ελάχιστοι Έλληνες, καθώς και 8.000 Οθωμανοί που είχαν μπει στην πόλη για να προστατευθούν μέσα στα τείχη της.

Η πόλη, λοιπόν, ήταν ένα «παράδοξον μωσαϊκόν» εθνοτήτων, φυλών και θρησκειών τον 18ο αιώνα. Την κατοικούσαν οι Οθωμανοί, που στελέχωναν τη διοίκηση, οι Έλληνες χριστιανοί ορθόδοξοι, οι Αλβανοί στρατιώτες και Εβραίοι έμποροι, ως επί το πλείστον. Η Τριπολιτσά αναπτυσσόταν γύρω από τη σημερινή πλατεία Άρεως, όπου τότε βρισκόταν το ξύλινο μεγάλο οικοδόμημα του σεραγιού του πασά, το «περιβόλι περιτοιχισμένον με υψηλάς μάνδρας, κατά το τουρκικόν έθιμον», σύμφωνα με την περιγραφή του Κανέλλου Δεληγιάννη. Όπως αναφέρουν οι αγωνιστές στα απομνημονεύματά τους, το οθωμανικό στοιχείο επικρατούσε στην πόλη.

Οι περισσότεροι από τους κατοίκους της πόλης ήταν γεωργοί, ποιμένες και ημερόβιοι. «Εις δε την πόλιν μένουν μόνο οι βιομήχανοι», λέει ο Φώτης Χρυσανθόπουλος στα απομνημονεύματά του, δηλαδή οι βιοτέχνες. Όπως συνηθιζόταν τότε, στην πόλη συνέρρεαν για να βρουν εποχική δουλειά χτίστες αλλά και έμποροι. Οι άνθρωποι αυτοί διέμεναν συνήθως στα πολλά πανδοχεία και στα χάνια που διέθετε η πόλη. Από την εορτή του Αγίου Γεωργίου και μετά ξεκινούσαν οι μεγάλες εμποροπανηγύρεις οι οποίες συγκέντρωναν πλήθος εμπόρων. Η πόλη τότε ζωντάνευε, το εμπόριο αναπτυσσόταν και οι δραστηριότητες αυξάνονταν.

Ο ίδιος αγωνιστής αφηγείται πως οι κάτοικοι είχαν τη συνήθεια να αγοράζουν τις τροφές τους από την αρχή του χειμώνα καθώς τότε τα τρόφιμα ήταν πιο φθηνά, διότι εκείνη την εποχή έφερναν στην πόλη τα δέκατα και τα τριτοδέκατα όχι μόνο αυτής της επαρχίας αλλά και από άλλες επαρχίες. Τα γεννήματα έμεναν απούλητα στις αποθήκες. Τον Απρίλιο, όταν επέστρεφαν οι άνθρωποι από τα παράλια και τα χειμαδιά, τα προϊόντα πωλούνταν σε μεγαλύτερη τιμή, καθώς υπήρχε μεγαλύτερη ζήτηση. Αγορά γινόταν στην πόλη κάθε οκτώ ημέρες όπου «έκαστος αγόραζεν ως και τυρί, βούτυρον και το λάδι της χρονιάς του».

«Μανιάτης τοποθετεί τη σημαία του πάνω στην τουρκική ημισέληνο», γκραβούρα του Πέτερ φον Ες

«Καθαρά τουρκική», δε, χαρακτηρίζεται από τους περιηγητές και η αγορά της πόλης. Η Τριπολιτσά διέθετε σκεπαστούς εμπορικούς δρόμους, το çarşı, ευθύγραμμο και ορθογώνιο, που διαιρούσε την πόλη στα δύο από βορρά προς νότο. Στους ίδιους δρόμους βρίσκονταν τα εργαστήρια, 558 τον αριθμό, τα οποία κάλυπταν τις τοπικές ανάγκες για μαλλί, μεταξωτά νήματα, στρώση υποζυγίων και ένδυση. Πολλές οι μυρωδιές και οι γεύσεις στον εμπορικό δρόμο της πόλης, αφού υπήρχαν μαγαζιά που πουλούσαν καφέ και άλλα που τον καβούρδιζαν, μαγειρεία, χρυσοχοΐα, ρολογάδικα, καταστήματα που πουλούσαν μπόζα, ένα είδος τοπικής μπίρας, σαλέπι και ρακί, μπουγατσάδικα και φούρνοι, μπακάλικα. Στο ακραίο σημείο της αγοράς βρισκόταν το ψαροπάζαρο και πίσω του τα υπαίθρια κρεοπωλεία.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στη βυρσοδεψία. Δέρματα υπήρχαν σε αφθονία, ενώ ήδη από το 1807 συναντάμε οργανωμένους σε συντροφία τους αμπατζήδες, δηλαδή τους ράπτες χονδρών μάλλινων υφασμάτων της πόλης. Ακόμη, «ζωηρή» ήταν η υφαντουργία αλλά και η παρασκευή σάπωνος στην Τριπολιτσά.

Οι Εβραίοι είχαν αναλάβει εξολοκλήρου το εσωτερικό εμπόριο, ενώ καταπιάνονταν δυναμικά και με το εξωτερικό. Αγόραζαν κυρίως τσόχινα υφάσματα τα οποία προωθούσαν στη συνέχεια στη Στερεά Ελλάδα.

Η αρχιτεκτονική: Μια πόλη ολωσδιόλου τουρκική[........]

Η καθημερινότητα της οθωμανικής Τριπολιτσάς

Δεν υπάρχουν σχόλια: