Πασκάλ Μπρικνέρ στην «Εφ.Συν.»: «Το δίκαιο χωρίς τη δύναμη είναι μια χίμαιρα»
Ο Πασκάλ Μπρικνέρ (Pascal Bruckner) είναι ένας από τους πιο εξέχοντες και επιδραστικούς Γάλλους φιλοσόφους, δοκιμιογράφους και μυθιστοριογράφους της σύγχρονης εποχής. Εγινε παγκοσμίως γνωστός τόσο για τα λογοτεχνικά του έργα –όπως το θρυλικό μυθιστόρημα «Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα» που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Ρομάν Πολάνσκι– όσο και για τα αιχμηρά, αντισυμβατικά του δοκίμια που ασκούν έντονη κριτική στις παθογένειες της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας. Στο πέρασμα των χρόνων, το έργο του έχει αποσπάσει πολλές και σημαντικές διακρίσεις, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζουν το κορυφαίο γαλλικό λογοτεχνικό βραβείο Renaudot (1997) και το βραβείο δοκιμίου Médicis (1995).
Από τον αναβρασμό του Μάη του ’68 και το διδακτορικό του πλάι στον Ρολάν Μπαρτ, μέχρι την ανάδυσή του ως μία από τις πιο επιδραστικές και αιρετικές φωνές των «Νέων Φιλοσόφων» τη δεκαετία του ‘70, ο Πασκάλ Μπρικνέρ δεν σταμάτησε ποτέ να αποδομεί τα ιερά τοτέμ της δυτικής διανόησης. Κοσμοπολίτης, βαθύς στοχαστής και δεινός ανατόμος της ανθρώπινης συνθήκης, έγινε παγκοσμίως γνωστός τόσο για τη μυθιστορηματική του οξύτητα –με αποκορύφωμα τα εμβληματικά «Μαύρα φεγγάρια του έρωτα»– όσο και για τα προκλητικά δοκίμιά του που ταράζουν τα νερά της πολιτικής ορθότητας. Από τον «Λυγμό του λευκού ανθρώπου» και την «Τυραννία της μεταμέλειας», ο Γάλλος φιλόσοφος έχει αφιερώσει το έργο του στην αποδόμηση των ενοχών, των ψευδαισθήσεων και του «ηθικού μαζοχισμού» της σύγχρονης Δύσης.
Στο νέο του βιβλίο, «Υποφέρω, άρα υπάρχω» (που κυκλοφορεί στην Ελλάδα από τις Εκδόσεις Πατάκη), ο Μπρικνέρ στρέφει το αιχμηρό του βλέμμα σε ένα από τα πιο έντονα φαινόμενα της εποχής μας: την κουλτούρα της θυματοποίησης και τη μετατροπή του πόνου σε κοινωνικό και ηθικό στάτους. Παρατηρώντας τη μετάβαση από την υπόσχεση του Διαφωτισμού για έναν ελεύθερο, ορθολογικό άνθρωπο σε μια κοινωνία ναρκισσιστικού «ανταγωνισμού θυμάτων», ο ίδιος προειδοποιεί για τον κίνδυνο μιας «αριστοκρατίας του περιθωρίου», όπου ακόμη και οι ισχυροί ενδύονται τον μανδύα του καταπιεσμένου για να εξασφαλίσουν την απόλυτη ατιμωρησία.
Αυτή ακριβώς η «σταυροφορία» του ενάντια στη woke κουλτούρα, την πολυπολιτισμικότητα και τον λεγόμενο «ισλαμο-αριστερισμό» τον έχει φέρει τα τελευταία χρόνια στο στόχαστρο έντονης κριτικής. Πολλοί πρώην συνοδοιπόροι του τον κατηγορούν για μια βαθιά διολίσθηση προς τη συντηρητική Δεξιά, υποστηρίζοντας ότι τα φιλοσοφικά του επιχειρήματα προσφέρουν, άθελά τους ή μη, ιδεολογικά πυρομαχικά στην ευρωπαϊκή Ακροδεξιά. Είναι ο ίδιος ένας αποστάτης των προοδευτικών αξιών ή ένας από τους τελευταίους πιστούς του οικουμενικού Διαφωτισμού σε έναν κόσμο που παραδίδεται στον δογματισμό των ταυτοτήτων;
Στη συνέντευξη που παραχώρησε στην «Εφημερίδα των Συντακτών.», ο Πασκάλ Μπρικνέρ σηκώνει το γάντι με τη γνώριμη πνευματική του ετοιμότητα. Απαντά ευθέως στους επικριτές του, αναλύει πώς ο Ντόναλντ Τραμπ μετέτρεψε ολόκληρο τον αμερικανικό λαό σε «θύμα» για να κερδίσει την εξουσία και καταγγέλλει την κατάρρευση της κλασικής ευρωπαϊκής Αριστεράς που «εγκλωβίζει τα άτομα στην πληγή τους». Απέναντι σε μια Ευρώπη εθισμένη στην ειρήνη και απειλούμενη από τις «αμετανόητες αυτοκρατορίες» της Ρωσίας και της Τουρκίας, ο Μπρικνέρ επιστρατεύει τον Κωνσταντίνο Καβάφη, καλώντας μας να εγκαταλείψουμε τη μεταπολεμική μας αφέλεια. Για τον ίδιο, η ηθική και στρατιωτική αφύπνιση της Ευρώπης δεν είναι μια επιλογή, αλλά η μοναδική απάντηση στον σκοταδισμό που πλησιάζει.
-Κύριε Μπρικνέρ, στο βιβλίο σας που μόλις κυκλοφόρησε στην Ελλάδα, «Υποφέρω, άρα υπάρχω», περιγράφετε πώς ο πόνος και το τραύμα μετατράπηκαν σε «τίτλους ευγενείας» και κοινωνικό στάτους. Πώς περάσαμε από την υπόσχεση του Διαφωτισμού –εκείνη ενός κυρίαρχου, ορθολογικού και ελεύθερου ανθρώπου– σε μια σύγχρονη κοινωνία όπου τα άτομα επιδίδονται σε έναν πραγματικό «ανταγωνισμό θυμάτων» για το ποιος έχει αδικηθεί περισσότερο;
Ηταν μια μακρά εξέλιξη, ιδιαίτερα έντονη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ξαφνικά, μετά το 1945, ο κεντρικός χαρακτήρας δεν ήταν πλέον ο ήρωας, ο αντιστασιακός, ο αντάρτης, αλλά ο εκτοπισμένος που είχε επιζήσει από τα στρατόπεδα του θανάτου. Εκείνος ή εκείνη που είχαν περάσει μέσα από τον κίνδυνο της εξόντωσης έγιναν τα πρότυπα προς μίμηση για τους απλούς πολίτες.
«Ολα είναι φτιαγμένα έτσι ώστε να μη νιώθουμε πλέον τη ματαίωση. Το σύνθημα πλέον είναι η ικανοποίηση και κάθε αναμονή για την εκπλήρωση της επιθυμίας βιώνεται ως προσβολή των δικαιωμάτων μας»
Προσθέστε σε αυτά τα δύο στοιχεία το γεγονός ότι η σύγχρονη κοινωνία, βασισμένη στην άνεση, μειώνει σημαντικά την εμπειρία μας απέναντι στις δοκιμασίες: όλα είναι φτιαγμένα έτσι ώστε να μη νιώθουμε πλέον τη ματαίωση. Το σύνθημα πλέον είναι η ικανοποίηση, και κάθε αναμονή για την εκπλήρωση της επιθυμίας βιώνεται ως προσβολή των δικαιωμάτων μας.
Ορισμένες κατηγορίες του πληθυσμού γεννιούνται θύματα σύμφωνα με τη woke ιδεολογία –μαύροι, αυτόχθονες, γκέι, γυναίκες, τρανς κ.λπ.– και πρέπει να απολαμβάνουν μια ισόβια ασυλία, από πατέρα σε γιο. Υπάρχει μια κληρονομική μεταβίβαση του καθεστώτος του θύματος, όπως ακριβώς υπάρχει και κληρονομική μεταβίβαση του καθεστώτος του θύτη.
-Μιλάτε για μια «αριστοκρατία του περιθωρίου», όπου ακόμη και οι ισχυροί ή οι προνομιούχοι –διανοούμενοι, καλλιτέχνες, πολιτικοί– υιοθετούν τον ρόλο του παρία. Τι είδους εξουσία αντλείται σήμερα από την αδυναμία και γιατί η σύγχρονη ελίτ νιώθει την ανάγκη να ενδυθεί τον μανδύα του καταπιεσμένου;
Πάρτε για παράδειγμα τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος καυχιέται ότι συνέτριψε τον «γουοκισμό» (wokisme). Στην πραγματικότητα, ο Τραμπ δεν είναι αντι-woke, αλλά hyper-woke (υπερ-woke). Αντί να πάρει ως υποκείμενα που υποφέρουν τους γκέι, τις λεσβίες ή τους Αφροαμερικανούς, διεύρυνε τη βάση της θυματοποίησης σε ολόκληρο τον αμερικανικό λαό, ο οποίος, σύμφωνα με τον Τραμπ, λεηλατείται από την Ευρώπη, την Κίνα και τη Λατινική Αμερική. Να λοιπόν πώς μία από τις πλουσιότερες κοινωνίες του κόσμου τοποθετείται στο ίδιο επίπεδο με τους κολασμένους της γης. Το κόλπο είναι χονδροειδές, αλλά έπιασε και εξελέγη.
Αλλο παράδειγμα, γαλλικό αυτή τη φορά: ο πρώην πρόεδρος Σαρκοζί, ύποπτος για διαφθορά και κατάχρηση εταιρικών περιουσιακών στοιχείων, πέρασε 4 εβδομάδες στη φυλακή Σαντέ στο Παρίσι. Εβγαλε από αυτό ένα βιβλίο –το οποίο μάλιστα είναι καλογραμμένο– όπου συγκρίνει τον εαυτό του με τους μεγάλους κατάδικους της Ιστορίας. Το πρότυπο προς μίμηση είναι πάντα ο παρίας, ο οποίος έχει όλα τα δικαιώματα και καμία υποχρέωση, διότι αυτό ακριβώς προσφέρει η ιδεολογία του θύματος: μια απόλυτη ατιμωρησία σε σύγκριση με τους κοινούς ανθρώπους.
-Υπάρχει ένας προφανής κίνδυνος στην κριτική σας: αυτός του να δώσετε την εντύπωση ότι υποτιμάτε εκείνους που υποφέρουν αντικειμενικά από τον ρατσισμό, τη φτώχεια ή τη βία. Πού τραβάτε τη γραμμή ανάμεσα στη δίκαιη διεκδίκηση των δικαιωμάτων ενός πραγματικού θύματος και σε αυτό που ονομάζετε «ναρκισσισμό του αποκλεισμένου»;
Η ένστασή σας είναι σωστή. Εναπόκειται στη Δικαιοσύνη, σε πρώτο βαθμό, να εδραιώσει τη νομιμότητα της καταγγελίας και να διακρίνει μεταξύ των βάσιμων και των αβάσιμων. Το διακύβευμα εξελίσσεται πρωτίστως στα δικαστήρια: επειδή τα ψεύτικα θύματα πολλαπλασιάζονται δίπλα στα αληθινά, και ο καθένας θα ήθελε να έχει πρόσβαση στο μεγάλο φως του μαρτυρίου, ακόμη κι αν δεν έχει υποφέρει από τίποτα άλλο πέρα από το γεγονός ότι γεννήθηκε.
Τα μέσα ενημέρωσης και η κοινή γνώμη έχουν επίσης έναν ρόλο να παίξουν, όταν πρέπει να καταγγείλουν τους απατεώνες που προσποιούνται ότι είναι κάτι που δεν είναι. Τα πραγματικά θύματα είναι εκείνα για τα οποία δεν μιλάμε, επειδή η μοίρα τους δεν μας συγκινεί ή επειδή δεν έχουν τον τρόπο να έχουν πρόσβαση στη δημόσια συγκίνηση.
Ενα πρόσφατο παράδειγμα: όλοι συγκινηθήκαμε, και δικαίως, από τα δεινά των κατοίκων της Γάζας. Αλλά κανείς δεν συγκλονίστηκε από τους 200.000 νεκρούς στο Σουδάν, τους μαζικούς βιασμούς, τις εξοντώσεις, τον λιμό. Η Αφρική γενικά διαφεύγει από τον «ευρωπαϊκό συναισθηματισμό» και μας αγγίζει μόνο επιφανειακά. Οπως λένε: «No Jews, no news» (Αν δεν υπάρχουν Εβραίοι, δεν υπάρχουν ειδήσεις).
-Χαρακτηρίζετε τις νέες γενιές «χαϊδεμένες, μαλθακές και φοβισμένες». Αν το κυρίαρχο υπαρξιακό μήνυμα της εποχής μας είναι «λυπάμαι τον εαυτό μου», πώς θα μπορέσουν αυτοί οι νέοι να αντιμετωπίσουν τις βίαιες γεωπολιτικές και ιστορικές κρίσεις που διαφαίνονται στο μέλλον;
Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα. Αντί να αναρωτιέται «Τι κόσμο θα αφήσουμε στα παιδιά μας», ο Ζέιμι Σεμπρούν αναρωτιόταν: «Τι παιδιά θα αφήσουμε στον κόσμο που έρχεται;». Αγόρια και κορίτσια τρομαγμένα από την παραμικρή απειλή, ταμπουρωμένα στους ασφαλείς χώρους τους (safe spaces), ή νέους ανθρώπους εξοπλισμένους για να αντιμετωπίσουν τις μεγάλες προκλήσεις τού σήμερα – την επιστροφή του πολέμου στην Ευρώπη, τις κλιματικές κρίσεις, το εμπόριο ναρκωτικών, την ισλαμιστική τρομοκρατία; Δεν πρέπει να απελπιζόμαστε για τη νεολαία, φέρει μέσα της τα κλειδιά του μέλλοντος.
-Ξεκινήσατε την πορεία σας τη δεκαετία του ’70 ως μέλος των «Νέων Φιλοσόφων», ασκώντας κριτική στα δόγματα του μαρξισμού. Σήμερα, πολλοί σας κατατάσσουν στους δεξιούς ή «αντι-αριστερούς» διανοούμενους λόγω του αγώνα σας ενάντια στη woke κουλτούρα και τον ισλαμο-αριστερισμό. Εχετε την εντύπωση ότι η Αριστερά έχει διολισθήσει στον παραλογισμό, αναγκάζοντάς σας να αλλάξετε στρατόπεδο, ή παραμένετε πιστός στις ίδιες φιλελεύθερες και οικουμενικές αξίες, ενώ ο κόσμος γύρω σας έχει γίνει πιο δογματικός;
Η μεγάλη καταστροφή αυτού του πρώτου τετάρτου του αιώνα είναι η κατάρρευση της κλασικής Αριστεράς, η οποία κυριεύτηκε από τη μοιρολατρία, τη γοητεία του Ισλάμ ως «θρησκείας των καταπιεσμένων» και την επιλογή να υπερασπίζεται τις ταυτότητες των θυμάτων, εγκλωβίζοντας τα άτομα στην πληγή τους. Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία άφησε τον εαυτό της να παρασυρθεί από τις πολιτικές ταυτότητας που ήρθαν από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού και ξέχασε το κοινωνικό ζήτημα, την εργατική τάξη και τους υπαλλήλους, οι οποίοι πέρασαν μαζικά προς την Ακροδεξιά.
-Οι επικριτές σας σάς καταλογίζουν συχνά ότι οι επαναλαμβανόμενες επιθέσεις σας ενάντια στην πολυπολιτισμικότητα και τη woke ατζέντα παρέχουν, άθελά σας, διανοητικά πυρομαχικά στην ευρωπαϊκή Ακροδεξιά. Σας ανησυχεί η πιθανότητα η φιλοσοφική σας κριτική να εργαλειοποιηθεί από δυνάμεις που επιδιώκουν τον διχασμό και τον αυταρχισμό; Πού βρίσκεται το σύνορο ανάμεσα στην ελευθερία της σκέψης και την πολιτική ευθύνη;
Επιτίθεμαι με την ίδια σφοδρότητα στον ισλαμο-αριστερισμό, στον εκδικητικό νεο-φεμινισμό και στην ιδεολογία του «Εθνικού Συναγερμού» (Rassemblement National). Πρόσφατα πήρα θέση υπέρ της απέλασης της κατασκόπου Ξένια Φεντόροβα, η οποία εργαζόταν στη Γαλλία στο CNews –το κανάλι του Βενσάν Μπολορέ– όπου διέδιδε τα ψέματα του Κρεμλίνου χωρίς αντίλογο.
Ο εχθρός πηγαίνει πάντα ανά δύο: φιλοτρομοκρατική Ακροαριστερά, φιλοπουτινική Ακροδεξιά. Αλλωστε, η Ρωσία υποστηρίζει τη Χαμάς, τη Χεζμπολάχ, τους Ταλιμπάν και τους Φρουρούς της Επανάστασης. Εχω πάει τρεις φορές στην Ουκρανία για να υποστηρίξω αυτή την πληγωμένη χώρα που κερδίζει τον πόλεμο ενάντια στον ρωσικό Γολιάθ. Η Ουκρανία είναι ένα θαύμα και ένα παράδειγμα για μια Ευρώπη που έχει κυριευτεί από τη μαλθακότητα και την παθητικότητα.
-Πέρα από τις κρίσεις, τις ιδεολογίες και τις διαιρέσεις που τόσο εύστοχα αναλύετε, ποια είναι η ματιά σας για τη ζωή σήμερα; Θα βρίσκατε ακόμη λόγους να είστε αισιόδοξος για το μέλλον του σύγχρονου ανθρώπου;
Η απαισιοδοξία είναι πλέον μια πολυτέλεια που δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας· η τόλμη και η αποφασιστικότητα είναι οι μόνες αρετές στις οποίες πρέπει να στηριχθούμε.
Οι απειλές είναι τέτοιες –μια τρομακτική κλιματική κατάρρευση, όπως μαρτυρούν οι καύσωνες και οι πυρκαγιές που ρημάζουν τις χώρες μας, κίνδυνοι πολέμου στην Ευρώπη με τις επιθέσεις της Ρωσίας και της Τουρκίας, αυτών των αμετανόητων αυτοκρατοριών, ισλαμιστική διείσδυση παντού υπό το πρόσχημα του αντιρατσισμού και της «ισλαμοφοβίας»– που μόνο η ηθική αφύπνιση παραμένει ως εφικτή επιλογή. Πρέπει να ξαναβρούμε την ιδρυτική σκέψη του Διαφωτισμού, που βρίσκεται στην απαρχή της νεωτερικότητάς μας, και να την προσαρμόσουμε στους σημερινούς καιρούς.
Το πρόβλημα της Δυτικής Ευρώπης είναι ότι έχει εθιστεί στην ειρήνη από το 1945 και κυρίως από το 1989, βέβαιη ότι ο πόλεμος ανήκε στην προϊστορία των ανθρώπων και ότι η αμερικανική moral ομπρέλα την προστάτευε από κάθε κίνδυνο. Χονδροειδές λάθος: ο Αμερικανός προστάτης μας μάς εγκαταλείπει και οι εχθροί μας συσπειρώνονται για να εκμεταλλευτούν τις αδυναμίες μας.
-Πώς βλέπετε την κατάσταση της σύγχρονης ευρωπαϊκής φιλοσοφικής σκέψης; Εχει ακόμα τη δύναμη να καθοδηγήσει τον κόσμο και να προτείνει μεγάλα αφηγήματα ή έχει γίνει υπερβολικά ακαδημαϊκή και αποκομμένη από την πραγματικότητα;
Υπάρχει μια παλιά ευρωπαϊκή φιλοσοφία –ειρηνιστική, προσηλωμένη στη μνήμη, σεμνή– όπως εκείνη του Πέτερ Σλότερνταϊκ ή του Χάρτμουτ Ρόζα, για παράδειγμα. Αυτό που απομένει τώρα είναι να στοχαστούμε μια Ευρώπη που βρίσκεται εν μέσω καταιγίδων, η οποία ορθώνει ανάστημα και οφείλει να εγκαταλείψει τις αφέλειες που ακολούθησαν την πτώση του Τείχους.
Το δίκαιο χωρίς τη δύναμη είναι μια χίμαιρα, όμως τόσοι πολλοί από τους διανοούμενούς μας προτιμούν τη χίμαιρα από την πραγματικότητα και δεν βλέπουν αυτό που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας. Η Ευρώπη θα μετράει στο μέλλον μόνο αν γίνει ξανά μια αξιόπιστη στρατιωτική δύναμη, πλαισιωμένη από το δίκαιο και ικανή να κρατήσει σε απόσταση τους αντιπάλους της.
Τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας δεν θέλουν να ζήσουν «περιμένοντας τους βαρβάρους», για να θυμηθούμε το υπέροχο ποίημα του Καβάφη. Προτιμούν να τους αντιμετωπίσουν αμέσως, ώστε να μην υποστούν τον σκοταδιστικό ζυγό τους.
info: Το τελευταίο του βιβλίο που κυκλοφορεί μεταφρασμένο στα ελληνικά είναι το δοκίμιο «Υποφέρω, άρα υπάρχω. Πορτρέτο του θύματος ως ήρωα» (Εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση Ανδρέα Παππά).(Διαβάστε τις 28 πρώτες σελίδες+>Εκδόσεις Πατάκη. Στο έργο αυτό, ο Μπρικνέρ στρέφει το βλέμμα του στο φαινόμενο της «θυματολαγνείας» που επικρατεί στη Δύση, αναλύοντας πώς η οδύνη και η θυματοποίηση έχουν μετατραπεί σε τίτλους τιμής και εργαλεία κοινωνικής ή πολιτικής ισχύος.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου