Πέμπτη, Ιουλίου 02, 2026

Η γειτονιά μου μετατρέπεται σε μια ιδιότυπη παρτίδα Stratego

 

Η γειτονιά μου μετατρέπεται σε μια ιδιότυπη παρτίδα Stratego

https://peopleonset.com/sites/default/files/styles/talent_media_pictures/public/2025-10/talent_media_pictures/IMG_7251.jpeg?itok=luYCPlv2Ανδρέας Νεοκλέους


Πριν από περίπου δύο χρόνια, περπατώντας στη γνώριμη διαδρομή της Αλεξάνδρου Σβώλου, κατευθυνόμουν σε μια από τις αγαπημένες μου γωνιές στο κέντρο της Θεσσαλονίκης: εκεί όπου ο δρόμος διασταυρώνεται με τη Φιλικής Εταιρείας και τη Δημητρίου Μαργαρίτη, δίπλα στο ιστορικό «Μακεδονικόν».

Για μένα, η ομορφιά αυτού του δρόμου δεν εξαντλείται στον κινηματογράφο ή τη δημοτική βιβλιοθήκη. Κρύβεται ή φανερώνεται κυρίως σε μια γωνιακή πολυκατοικία. Χωρίς να με αφορά – ή καλύτερα χωρίς να θέλω να επεκταθώ σε αυτό το ζήτημα της αρχιτεκτονικής της ανάλυσης ή της ακριβής χρονολογίας ανέγερσής της, (ίσως εδώ να έγκειται και ο παρακάτω προβληματισμός) γιατί απλούστατα με γοητεύει από μόνη της αυτή η διαχρονική της αισθητική.

Εκρού και space gray αποχρώσεις, αν μπορώ να πω, με ερυθρές λεπτομέρειες και αντίστοιχα μωσαϊκά στα ταβάνια των μπαλκονιών, συνθέτουν μια σπάνια αστική αρμονία. Ένα κτήριο που του πρέπει, ναι σίγουρα, μια ερωτική επιστολή (τουλάχιστον αυτό σκεφτόμουν πολλές φορές).

Μέχρι που στο ισόγειο ξεφύτρωσε ένα – άντε θα το πω – “hipster” μαγαζί. Αν αυτή η παρέμβαση είχε φωνή, θα ήταν η βουβή κραυγή από τον πίνακα του Munch, καθώς μια μέρα η πρόσοψη βάφτηκε ολοκληρωτικά με ένα φωσφοριζέ, κραυγαλέο ροζ.

Κάπως έτσι, οι led επιγραφές ήρθαν να κλέψουν επιθετικά την ομορφιά του κτιρίου.

Ευτυχώς, μετά από καιρό, η χρωματική παλέτα αποκαταστάθηκε και η αισθητική αυτοεκτίμηση της πολυκατοικίας διασώθηκε. Το μαγαζί έκλεισε πρόσφατα. Και, παραδόξως, κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε, όπως συμβαίνει τώρα με την ιστορική «Μουριά» στην Αθήνα ή εξέφρασε τη βαθιά του ευγνωμοσύνη για τα όσα προσέφερε – όπως συνέβη με τον πολυχώρο «Ένεκεν» που έκλεισε προσφάτως στην πόλη μας.

Επιστρέφοντας χθες από ένα ταξίδι στην Αθήνα, συνειδητοποίησα ότι η γειτονιά μου στη Θεσσαλονίκη φιγουράρει πλέον και επίσημα ως ένας από τους πιο “cool” δρόμους της Ευρώπης.

Οι αλλαγές γίνονται με ταχύτητες που θα ζήλευαν ακόμη και τα δημόσια έργα, αυτά που στερούν πολύτιμες θέσεις στάθμευσης, σε μια περίοδο που οι αρμόδιες αρχές (όπως ανέφερε πρόσφατο ρεπορτάζ της Parallaxi) παραδέχονται ότι το παρκάρισμα είναι το νούμερο ένα πρόβλημα του κέντρου.

Στην Αθήνα αντίκρισα μια αφίσα που αποτύπωνε την σαφή τοποθέτηση μερίδας κατοίκων από τα Εξάρχεια: «Tourists, hipsters, digital nomads, investors… you are destroying our neighbourhood… Go home». Σήμερα, πίσω στη Θεσσαλονίκη, είδα το επόμενο spot της γωνίας έτοιμο να ανοίξει. Ο δρόμος αλλάζει ανεπιστρεπτί. Τα πλακάκια, τα πεζοδρόμια δίνουν τη θέση τους σε ομοιόμορφα τραπεζοκαθίσματα και αστρονομικά τασάκια.

Προσπαθώ να καταλάβω γιατί αυτή η αλλαγή μου προκαλεί αυτό το περίεργο αίσθημα, δεν νομίζω πως είναι ανεξήγητο, αλλά δεν μπορώ να είμαι και βέβαιος για την προέλευσή του.

Ίσως το μόνο σίγουρο να είναι ότι από τέτοιες μικρές αλλοιώσεις ξεκινούν οι αντιδράσεις και καταλήγουν σε αφίσες οργής στους τοίχους. Ποιος χάνει και ποιος κερδίζει από αυτή τη μεταμόρφωση;

Τα παραδοσιακά, ήσυχα καφενεία της πόλης μειώνονται αισθητά, χάνοντας τη μάχη σε μια ιδιότυπη παρτίδα Stratego, όπου τα χιπστερικά μαγαζιά εκτοπίζουν ό,τι άλλο δεν είναι όμοιό τους.

Μαζί με τα τραπέζια, έρχεται και μια συγκεκριμένη δυναμική στη μουσική που παίζει ασταμάτητα, λες και δεν υπάρχει αύριο. Μια μουσική υπόκρουση που σε αποπροσανατολίζει, σε κάνει να ξεχνάς αν είναι Δευτέρα ή Παρασκευή, αν μόλις έχουμε σχολάσει από τη δουλειά ή αν είναι Σαββατοκύριακο.

Μια μόνιμη, ηλεκτρική βαβούρα αναδύεται από αυτή τη νέα «δυναμική» της γειτονιάς ενώ το φάντασμα της μαρμάρινης πλατείας στέκει τώρα εκεί, εγκλωβισμένο σε ένα ιδιότυπο, ξένο soundtrack που της επιβλήθηκε.

Εάν πληκτρολογούσαμε «hipster coffee shop» στο tool bar της αναζήτησης του υπολογιστή μας – ως μια συντομογραφία – μάλλον θα ήξερε ακριβώς τι θα εννοούσαμε με αυτή τη φράση.

Ένα τέτοιο καφέ διαθέτει μάλλον τα εξής και απαραίτητα χαρακτηριστικά: άφθονο φυσικό φως που μπαίνει από τις μεγάλες βιτρίνες, ξύλινα ή κάποιο άλλου υλικού τραπέζια βιομηχανικού μεγέθους για άνετη καθιστική θέση, φωτεινό εσωτερικό με τοίχους βαμμένους λευκούς ή καλυμμένους με πλακάκια τύπου «subway», και Wi-Fi διαθέσιμο για να εργαστώ ή να χασομερήσω.

Φυσικά, ο ίδιος ο καφές έχει επίσης σημασία, και σε αυτά τα καφέ μπορείς να είσαι σίγουρος ότι θα έπαιρνες έναν καπουτσίνο φτιαγμένο από μοντέρνο εσπρέσο ελαφριού καβουρδίσματος, με την ποικιλία γάλακτος της επιλογής σου και μια περίτεχνη τέχνη λατέ να σχηματίζει κάποιο είδος λουλουδιού.

Το αξιοπερίεργο με όλα αυτά τα καφέ είναι ότι έχουν υιοθετήσει μια τόσο παρόμοια αισθητική και που προσφέρουν σχεδόν πανομοιότυπα μενού, αλλά δεν έχουν υποχρεωθεί κιόλας να το κάνουν αυτό από κάποια μητρική εταιρεία, όπως συμβαίνει με μια αλυσίδα όπως τα Starbucks που αναπαράγει το μοντέλο της.

Αντίθετα, παρά την – έστω και μικρή – γεωγραφική απόσταση που τα χωρίζει και την αν μη τι άλλο απόλυτη ανεξαρτησία τους το ένα από το άλλο, όλα έχουν καταλήξει στο ίδιο αποτέλεσμα. Κι όμως, η έκταση αυτής της ομοιότητας είναι τόσο συγκλονιστική που δεν μπορεί να θεωρηθεί βαρετή. Ωστόσο, εδώ είναι που ανακύπτει ο προβληματισμός: εάν όλα αυτά τα μέρη είναι τόσο παρόμοια, σε τι ακριβώς είναι αυθεντικά;

Θεωρητικοί του πολιτισμού, όπως ο Ισπανός κοινωνιολόγος Μανουέλ Καστέλς, περιέγραψαν ήδη τον τρόπο με τον οποίο η παγκοσμιοποίηση γεννά κάποιου είδους ομοιομορφία και μονοτονία, και κατέγραψαν τη φθίνουσα σημασία που αποκτάει η φυσική γεωγραφία ενός χώρου.

Όταν λοιπόν η γεωγραφία χάνει τη σημασία της, τότε αποκτούν μεγαλύτερη σημασία οι ζώνες μεταφοράς. Έτσι ακριβώς, το 1992, ο Γάλλος φιλόσοφος Μαρκ Ωζέ έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «Μη-τόποι», στο οποίο μελετούσε τις αισθητηριακές εμπειρίες των αυτοκινητοδρόμων, των αεροδρομίων και των ξενοδοχείων: ζώνες που είχαν καταστεί αξιόπιστα ομοιόμορφες σε ολόκληρο τον κόσμο.

Προσέδιδαν και ακόμα προσδίδουν μια ξεχωριστή, παράδοξη αίσθηση άνεσης στον σύγχρονο νομά, ο οποίος ανήκει στη ζώνη χωρίς τόπο.

Στους «μη-τόπους», «οι άνθρωποι είναι πάντα, και ποτέ, στο σπίτι τους», έγραψε ο Ωζέ. Η εισαγωγή του βιβλίου περιγράφει έναν Γάλλο επιχειρηματία που οδηγεί προς το αεροδρόμιο «Σαρλ ντε Γκωλ», περνά γρήγορα από τον έλεγχο ασφαλείας, ψωνίζει στα καταστήματα αφορολογήτων ειδών και στη συνέχεια επιβιβάζεται απρόσκοπτα στην πτήση του.

Η πορεία προς την πτήση και στη συνέχεια η εμπειρία της ίδιας της πτήσης συνεπάγεται ένα είδος απογύμνωσης του εαυτού και του περιβάλλοντος, έως ότου όλα να γίνουν ομαλά και ομοιόμορφα.

Είναι ένα αναγνωρίσιμο συναίσθημα – σκέψου το – εκείνη η ελαφρά απομάκρυνση από την πραγματικότητα που συμβαίνει όταν το αεροπλάνο απογειώνεται, ή η καθαρή έκρηξη ανωνυμίας όταν ανοίγεις για πρώτη φορά την πόρτα ενός δωματίου ξενοδοχείου.

Αυτή ακριβώς η ομογενοποίηση, που κάποτε περιοριζόταν στις ζώνες τράνζιτ, στα αεροδρόμια και στα λόμπι των ξενοδοχείων, έχει πλέον δραπετεύσει και, δεν ξέρω έχω την εντύπωση ότι παρεισφρέει – έχει αποικίσει το πεζοδρόμιο της γειτονιάς μας.

Τα νέα hipster καφέ είναι οι «μη-τόποι» της διπλανής πόρτας. Τι είναι αυτό που ενοχλεί λοιπόν;

Ενοχλεί η οικειότητα του ανοίκειου. Η απουσία οποιασδήποτε οργανικής σχέσης με τον χώρο. Μπαίνεις μέσα ως ένας ακόμη περαστικός, χωρίς πολλά-πολλά, καθώς το self-service παρελαύνει και η μοναδική εκφορά λόγου περιορίζεται σε μια τυποποιημένη συναλλαγή για το τι θέλεις να παραγγείλεις. Και έπειτα, η ανθρώπινη επαφή σταματά εκεί.

Δεκτό, αντί για κοινότητα, μια «χορτασιά για το μάτι» με όλα αυτά τα –ναι, ομολογουμένως ωραία– αντικείμενα design, που όμως δεν λένε και κάτι πέραν αυτού. Στην τελική, δυσκολεύομαι. Ακριβώς επειδή συνειδητοποιώ πως για την ύπαρξή τους ευθύνεται η μεγάλη αποδοχή και η ζήτηση του κόσμου –και ναι, δεν παίζει στρες, ας υπάρξουν.

Δικαίωμα, επιλογή, είμαι μαζί σας. Απλώς δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι αυτά τα μέρη θα διαγράψουν μια πορεία που θα συμμετέχει στη διαμόρφωση της κοινής ιστορίας της πόλης, όπως έκαναν άλλα σπουδαία στέκια στο παρελθόν. Ίσως και να μην χρειάζεται όμως να συμμετέχουν σε κάτι τέτοιο. Εξάλλου ποιο από όλα αυτά τα “ιστορικά στέκια” είχε εκκινήσει με μια τέτοια υπόσχεση; με μια ενδεχόμενη συνδρομή στο τοπικό γίγνεσθαι;

Επιτρέψτε μου μονάχα να έχω έναν φόβο, καθώς η φαντασία μου αδυνατεί να τους χαρίσει ένα βαθύ μέλλον ή ένα ουσιαστικά δυναμικό παρόν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: