
Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών / Μελετά την προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τις υποκλοπές
«Η κυβέρνηση δίνει τη μάχη της ζωή της για την υπόθεση», δείχνοντας στους Ευρωπαίους πως δεν εφαρμόζει μία απόφαση γιατί «έτσι γουστάρει»
Την προσφυγή ενώπιον των ευρωπαϊκών δικαστηρίων για να διερευνηθεί το σκάνδαλο των υποκλοπών μελετά ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών.
Σε συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε με αφορμή τη διάταξη του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να μην ανασύρει από το αρχείο το σκάνδαλο των υποκλοπών μετά την απόφαση του Πλημμελειοδικείου με τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνο Τζαβέλλα να κλείνει την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών, αν και ο ίδιος επόπτευε την ΕΥΠ το επίμαχο χρονικό διάστημα, θεωρείται ισχυρό χαρτί για την προσφυγή στα ευρωπαϊκά δικαστήρια.
«Μόνο και μόνο ότι υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων μπορεί να τινάξει την υπόθεση στον αέρα», σημείωσε ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νίκος Αλιβιζάτος.
«Η υπόθεση των υποκλοπών έχει χαρακτηριστεί ως μείζονος σπουδαιότητας. Έχουμε το περιθώριο προσφυγής στο ΕΣΔΑ κατά της αρχειοθέτησης μέσα σε τέσσερις μήνες», τόνισε o ίδιος και πρόσθεσε πως «η κυβέρνηση δίνει τη μάχη της ζωή της για την υπόθεση», δείχνοντας στους Ευρωπαίους πως δεν εφαρμόζει μία απόφαση γιατί «έτσι γουστάρει».
Ο Γενικός Γραμματέας του Συλλόγου, Κώστας Καρέτσος, επεσήμανε πως πρόκειται για ένα «δυσώδες σκάνδαλο που υπονομεύει την Κοινοβουλευτική μας Δημοκρατία». «Η ιστορική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών άνοιξε το δρόμο για την πραγματική διερεύνηση, κρίνοντας ότι έγινε χρήση παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού κατά κρατικών αξιωματούχων. Αντίθετα, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αποφάσισε να μην ανασύρει την υπόθεση από το αρχείο, χωρίς ουσιαστική έρευνα, χωρίς εξέταση μαρτύρων και χωρίς έλεγχο κρίσιμων αποδεικτικών μέσων», υπογράμμισε αναφερόμενος στη σύγκρουση δικαστικών κρίσεων.
Ο Πρόεδρος του ΔΣΑ, Ανδρέας Κουτσόλαμπρος, ανέφερε ότι «Η παρουσία του Προεδρείου καταδεικνύει την ενότητα του Σώματος και την ταυτόσημη άποψη όλων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Απαιτείται περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης». Σχετικά με τη στάση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να μην ανασύρει από το αρχείο την υπόθεση των υποκλοπών δήλωσε: «Μας βρίσκει κατηγορηματικά αντίθετους, καθόσον προσκρούει στο ποινικό δόγμα, στο Κράτος Δικαίου και στην παγία νομολογία του ΕΔΔΑ. Δεν πρέπει να εκφεύγει της προσοχής μας ότι ο ίδιος εισαγγελικός λειτουργός επόπτευε την ΕΥΠ κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα και μολαταύτα δεν απείχε από το χειρισμό της συγκεκριμένης υπόθεσης».
Η αντιπρόεδρος του ΔΣΑ, Χριστίνα Τσαγκλή, έκανε λόγο για «μείζονα παραβίαση του κράτους δικαίου» τονίζοντας πως το αίτημα για παραίτηση του Κωνσταντίνου Τζαβέλλα αφορούσε την «απαξία» της πράξης της αρχειοθέτησης. «Επιλέξαμε μία διατύπωση όχι αβασάνιστα και ούτε πρόχειρα. Ήταν πρωτοφανής απόπειρα συγκάλυψης που κλονίζει τα θεμέλια του πολιτεύματος. Η πρόσκληση στον κ. Τζαβέλλα να παραιτηθεί ήταν η δική μας απάντηση για την άρνηση του να εκπληρώσει το κατά νόμο καθήκον του. Η ενέργειά του αποτελεί θεσμική εκτροπή».
Ο Θανάσης Καμπαγιάννης, μέλος του Δ.Σ. του ΔΣΑ, στήριξε τη θέση του Συλλόγου ότι η απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αποτελεί «θεσμική εκτροπή», χαρακτηρίζοντας την παρέμβαση του ΔΣΑ ως στάση θεσμικής ευθύνης.
Ο πρώην πρόεδρος του ΔΣΑ Αντώνης Ρουπακιώτης συμφώνησε με την άποψη που έχει εκφραστεί από πολλούς πως η υπόθεση των υποκλοπών είναι το μεγαλύτερο δικαιοπολιτικό σκάνδαλο, και υπογράμμισε την ανάγκη να αναπτυχθεί μία δραστηριότητα που θα το αναδείξει στην κοινωνία.
«Η απόφαση του Κ. Τζαβέλα δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά-Δεν συνάδει με την αρχή του Κράτους Δικαίου»
Παρέμβαση για την πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης τηλεφωνικών υποκλοπών έκανε και ο Δικηγορικός Σύλλογος του Πειραιά.
«Η Πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με την οποία δεν ανασύρεται από το αρχείο η υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών και δεν διατάσσεται καμία περαιτέρω έρευνα, παρά τις παραδοχές της πρόσφατης απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά, οδηγεί σε καχυποψία και έλλειψη εμπιστοσύνης των πολιτών ως προς την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και δεν συνάδει με την αρχή του Κράτους Δικαίου», τονίζει Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιά.
Ταυτόχρονα υπογραμμίζει ότι «καταδικάζει έντονα το γεγονός ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου επιλήφθηκε ο ίδιος της υπόθεσης και προχώρησε στην έκδοση της Πράξης του παρότι συνέτρεχαν λόγοι αποκλεισμού ή και εξαίρεσής του κατ’ άρθρον 14 και 15 ΚΠΔ, καθώς είχε εξεταστεί ως μάρτυρας για την ίδια υπόθεση στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής και είχε προσωπική εμπλοκή σε αυτήν έχοντας διατελέσει εποπτεύων Εισαγγελέας της ΕΥΠ κατά το κρίσιμο διάστημα».
Με την πράξη της αρχειοθέτησης σημειώνει ότι εμποδίστηκε η αποτελεσματική ποινική έρευνα μίας κορυφαίας για το Κράτος Δικαίου και τη δημοκρατία υπόθεσης.
Αναλυτικά η ανακοίνωση
«Η υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών έχει σπουδαία σημασία για το Κράτος Δικαίου, καθώς άπτεται θεμάτων που αφορούν στην εθνική ασφάλεια, τη δημοκρατική λειτουργία και την προστασία θεμελιωδών ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και ελευθεριών.
Η σοβαρότητα της υπόθεσης επιβάλλει την πλήρη διερεύνησή της, σύμφωνα, άλλωστε, και με την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ που απαιτεί αποτελεσματική ποινική έρευνα των υποθέσεων, πολύ δε περισσότερο όταν πρόκειται για θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος.
Η από 27.4.2026 Πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με την οποία δεν ανασύρεται από το αρχείο η υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών και δεν διατάσσεται καμία περαιτέρω έρευνα, παρά τις παραδοχές της πρόσφατης απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και την εκ νέου διαβίβαση της υπόθεσης στις εισαγγελικές αρχές λόγω διαπίστωσης από αυτό επαρκών ενδείξεων τέλεσης σοβαρών αξιόποινων πράξεων, δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά, οδηγεί σε καχυποψία και έλλειψη εμπιστοσύνης των πολιτών ως προς την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και δεν συνάδει με την αρχή του Κράτους Δικαίου.
Ο Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιά καταδικάζει έντονα το γεγονός ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου επιλήφθηκε ο ίδιος της υπόθεσης και προχώρησε στην έκδοση της Πράξης του παρότι συνέτρεχαν λόγοι αποκλεισμού ή και εξαίρεσής του κατ’ άρθρον 14 και 15 ΚΠΔ, καθώς είχε εξεταστεί ως μάρτυρας για την ίδια υπόθεση στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής και είχε προσωπική εμπλοκή σε αυτήν έχοντας διατελέσει εποπτεύων Εισαγγελέας της ΕΥΠ κατά το κρίσιμο διάστημα.
Ο Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιά καταδικάζει έντονα το γεγονός ότι με την πράξη της αρχειοθέτησης εμποδίστηκε η αποτελεσματική ποινική έρευνα μίας κορυφαίας για το Κράτος Δικαίου και τη Δημοκρατία υπόθεσης.
Η προάσπιση του Κράτους Δικαίου αποτελεί αδιαπραγμάτευτο πρόταγμα για το δικηγορικό σώμα και ο Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιά, σε συνεργασία με τους άλλους Δικηγορικούς Συλλόγους, θα αγωνιστεί για τη δημόσια ανάδειξη της υπόθεσης και την πλήρη δικαστική διερεύνησή της, εξετάζοντας και τη δυνατότητα παρέμβασης ενώπιον του ΕΔΔΑ».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου