Το Φεστιβάλ των Καννών και το Μανιφέστο αντι-Μπολορέ: Η πρώτη μάχη ενάντια στην ακροδεξιά πολιτιστική ηγεμονία
Σχεδόν όλα τα μέσα ενημέρωσης, καλύπτοντας το κινηματογραφικό Φεστιβάλ των Καννών και φέτος εστιάσθηκαν στη φαντασμαγορία του κόκκινου χαλιού και στην παρέλαση των φανταχτερών φορεμάτων και τα χάπενινγκς στην Κρουαζέτ. Έστω, πέρα από την άκρως συμβολική βράβευση της ταινίας του Κριστιάν Μουντζίου, αναφέρθηκαν en passim και στις πολιτικές δηλώσεις πολλών προσκεκλημένων και συντελεστών ή στην υπόθεση των κυριότερων ταινιών που προβλήθηκαν και οι οποίες είχαν έναν επίκαιρο πολιτικό υπαινιγμό. Ιδίως οι γαλλικές συμμετοχές που, σε μία εποχή που η ακροδεξιά προβάλλει ως ανερχόμενη δύναμη στη χώρα τους, εστίαζαν κυρίως στην περίοδο της Αντίστασης. Ένα έμμεσο μήνυμα για την ανάγκη οι κοινωνίες να αφυπνισθούν, να θυμηθούν το τι συνέβη στο παρελθόν και να αντιληφθούν τον κίνδυνο ν’ αναβιώσει η ακροδεξιά, η κοινωνία του ελέγχου, ο λαϊκισμός.

Εντούτοις, εκείνο που δεν προβλήθηκε από τα μέσα ενημέρωσης και δυστυχώς έχει πολύ μεγάλη σημασία στην ιδεολογική διαπάλη που χαρακτηρίζει πάντα κάθε μάχη ενάντια στο ακροδεξιό πνεύμα είναι η σφοδρή σύγκρουση που έχει ξεσπάσει στο εσωτερικό του γαλλικού κινηματογράφου. Μίας σχολής που ιστορικά έχει καταφέρει να ξεφύγει από την αρπάγη της «πολιτιστικής εξαίρεσης» (exception culturelle) και του ελέγχου της έκφρασης και χαρακτηρίζεται από την πολυφωνία και την τόλμη – χάρις και στην παραδοσιακή προστασία της κρατικής ενίσχυσης στην δημιουργία και την προσβασιμότητα στην τηλεόραση, τις αίθουσες κλπ, που απαλλάσσει τους σκηνοθέτες από την ανάγκη να κάνουν συμβιβασμούς, προκειμένου να ανέβουν οι ταινίες τους.
Όμως τούτη η ευεργετική ισορροπία τείνει να ανατραπεί τα τελευταία χρόνια με την άνοδο κι επιθετική επέκταση του υπερσυντηρητικού δισεκατομμυριούχου Βενσάν Μπολορέ (Vincent Bolloré) και της αυτοκρατορίας του (Vivendi, Canal+ Group), μέσα από την οποία επιχειρεί να αναδιαμορφώσει, πέρα από το πολιτικό και το ιδεολογικό και χρηματοδοτικό τοπίο του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Και τον φετινό Μάιο του 2026, το Φεστιβάλ των Καννών μετατράπηκε από μια γιορτή της έβδομης τέχνης σε ένα πεδίο ανοιχτής πολιτικής και πνευματικής σύγκρουσης, που θέτει τον γαλλικό κινηματογράφο επί ξυρού ακμής και στα πρόθυρα μίας υπαρξιακής κρίσης.
Η πράξη αντίστασης του Γαλλικού Σινεμά και οι «προγραφές» Μπολορέ
Η θρυαλλίδα για τη σύγκρουση τούτη άναψε με τη δημοσίευση ενός μανιφέστου κατά της «μπολορεοποίησης» του σινεμά, το οποίο αρχικά συνυπέγραψαν 600 κορυφαίοι επαγγελματίες του κλάδου. Εδώ και χρόνια, ο Βενσάν Μπολορέ εφαρμόζει μια στρατηγική ιδεολογικής ευθυγράμμισης στα μέσα ενημέρωσης που εξαγοράζει, με πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα τη μετατροπή του τηλεοπτικού σταθμού iTélé σε CNews (ένα κανάλι που συχνά περιγράφεται ως το γαλλικό «Fox News») και τη συντηρητική στροφή του ραδιοφωνικού σταθμού Europe 1 και του περιοδικού Paris Match. Ωστόσο, η ανοιχτή επέμβασή του στον κινηματογράφο θεωρούνταν από πολλούς το «κόκκινο όριο» που δεν θα μπορούσε εύκολα να ξεπεραστεί. Το κείμενο, που υπέγραφαν τρανταχτά ονόματα του γαλλικού κινηματογράφου, από τη Ζιλιέτ Μπινός και τον Σουάν Αρλό, μέχρι τον βετεράνο ντοκιμαντερίστα Ρεϊμόν Ντεπαρντόν και τον σκηνοθέτη Μπορίς Λόζκιν, προειδοποιούσε για τον κίνδυνο ιδεολογικής λογοκρισίας, την επιβολή μιας συγκεκριμένης πολιτικής ατζέντας (εθνικιστικής, αντι-woke, υπέρ της «παράδοσης») και τη σταδιακή εξαφάνιση του ανεξάρτητου, κοινωνικά ευαίσθητου και πολιτικά αντισυμβατικού κινηματογράφου ήταν μία κραυγή αγωνίας για την επιβίωση της δημιουργικής ελευθερίας.

Η απάντηση του ομίλου Canal+, διά στόματος του διευθύνοντος συμβούλου του, Μαξίμ Σααντά (Maxime Saada), ήταν άμεση και πρωτοφανής στα χρονικά της γαλλικής δημοκρατίας. Ανακοινώθηκε επίσημα μία «μαύρη λίστα» με καλλιτέχνες, τεχνικούς και παραγωγούς, με τους οποίους ο όμιλος – που αποτελεί τον μεγαλύτερο ιδιώτη χρηματοδότη στον γαλλικό κινηματογράφο – δηλώνει πως δεν πρόκειται να ξανασυνεργαστεί. Όπως επισημαίνει η εφημερίδα Le Monde, η κίνηση αυτή νομιμοποίησε τους βαθύτερους φόβους του κόσμου του κινηματογράφου. Δεν επρόκειτο πλέον για μια έμμεση ή διακριτική πίεση, αλλά για την επίσημη εγκαθίδρυση μιας «μαύρης λίστας» (liste noire) επαγγελματιών για αδίκημα γνώμης. Η στρατηγική αυτή, η οποία θυμίζει έντονα την περίοδο του μακαρθισμού στο Χόλιγουντ της δεκαετίας του 1950 ή τις πρακτικές που εφαρμόζονται σήμερα σε αυταρχικά καθεστώτα όπως η Ρωσία και το Ιράν, εφαρμόστηκε με σκοπό να τρομοκρατήσει τον κλάδο και να επιβάλει σιωπή μέσω του οικονομικού στραγγαλισμού.
Η προγραφή τούτη, προκάλεσε σοκ και μία αλυσιδωτή αντίδραση. Η πρώτη αντίδραση των υπογραφόντων χαρακτηρίστηκε από ένα μείγμα έκπληξης (sidération) και οργής, όπως σημειώνει η Le Monde. Πολλοί καλλιτέχνες και παραγωγοί βρέθηκαν ξαφνικά αντιμέτωποι με την πιθανότητα να μην μπορέσουν να ξαναγυρίσουν ταινία στη Γαλλία. Η οικονομική εξάρτηση από το Canal+ είναι τέτοια, ώστε ο αποκλεισμός από αυτό ισοδυναμεί με επαγγελματικό θάνατο για πολλές εταιρείες παραγωγής.
Ωστόσο, αντί ο φόβος να οδηγήσει σε μαζικές υποχωρήσεις, λειτούργησε ως καταλύτης για μια πρωτοφανή κινητοποίηση. Η προσπάθεια του Canal+ να πνίξει τη διαμαρτυρία προκάλεσε το λεγόμενο «Streisand effect» σε πολιτική κλίμακα. Όπως ανέφερε το Huffington Post, αμέσως μετά τις απειλές, περισσότερα από 600 νέα ονόματα προσχώρησαν στο μανιφέστο μέσα σε 24 ώρες και μέσα σε λίγες ημέρες, η πρωτοβουλία έλαβε διαστάσεις χιονοστιβάδας. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Huffington Post, ο αριθμός των υπογραφών σημείωσε θεαματικό άλμα, φτάνοντας τις 3.500. Μάλιστα, στα ονόματα αυτά προστέθηκαν και διεθνείς προσωπικότητες στον χώρο του σινεμά, όπως ο Χαβιέρ Μπαρδέμ, ο Κεν Λόουτς και ο Μαρκ Ράφαλο. Ο Ισπανός σταρ, γνωστός για την κοινωνική του δράση, δήλωσε ότι οι μαύρες λίστες στην Ευρώπη του 2026 αποτελούν μια απαράδεκτη οπισθοδρόμηση που απειλεί τη δημοκρατία την ίδια. Ο Λόουτς από την πλευρά του υπογράμμισε πως ο έλεγχος του κινηματογράφου από την ακροδεξιά ολιγαρχία αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης επίθεσης στα εργατικά δικαιώματα και την ελεύθερη σκέψη, ενώ ο Ράφαλο επεσήμανε ότι ο αγώνας των Γάλλων δημιουργών είναι κι ένας παγκόσμιος αγώνας όλων των καλλιτεχνών ενάντια στη συγκέντρωση των μέσων ενημέρωσης σε χέρια ιδεολογικά στρατευμένων δισεκατομμυριούχων.
Το αποτέλεσμα ήταν ότι το Φεστιβάλ των Καννών, με αποκορύφωμα τη βράβευση του Κρίστιαν Μουντζίου με τον Χρυσό Φοίνικα για την ταινία «Fjord», μετατράπηκε σε ένα χαράκωμα αντίδρασης στη χειραγώγηση της ελεύθερης έκφρασης και της αδέσμευτης ιδεολογικά παραγωγής, στέλνοντας ένα μήνυμα εξελίχθηκε σε ένα οχυρό αντίστασης, βγάζοντας την κινηματογραφική κοινότητα από την πολυετή αδράνεια και τον εφησυχασμό της. Το ζήτημα της μαύρης λίστας έγινε το κεντρικό θέμα συζήτησης σε όλα τα διεθνή πάνελ, τις συνεντεύξεις τύπου και τις συναντήσεις των ξένων αντιπροσωπειών.

Στις δύο εβδομάδες κρίσης που συγκλόνισαν τις Κάννες η κινηματογραφική κοινότητα βγήκε οριστικά από μια κατάσταση «αναμονής» (attentisme). Για χρόνια, πολλοί πίστευαν ότι μπορούσαν να συνυπάρχουν με τον Μπολορέ, αποδεχόμενοι τη χρηματοδότησή τους στις παραγωγές τους, με αντάλλαγμα μια επιφαινόμενη καλλιτεχνική ανεξαρτησία. Όμως η ωμότητα της αντίδρασης με τη «μαύρη λίστα» διέλυσε αυτή την αυταπάτη κι οι δημιουργοί κατάλαβαν ότι η ουδετερότητα δεν είναι πλέον εφικτή: ή υποτάσσεσαι στην ιδεολογική γραμμή του ομίλου ή αποκλείεσαι.
Οι δηλώσεις δεν περιορίστηκαν μόνο στο εσωτερικό γαλλικό ζήτημα με τον Μπολορέ, αλλά αυτομάτως συνδέθηκαν και με τη γενικότερη άνοδο του αυταρχισμού και της ακροδεξιάς στην Ευρώπη. Ηθοποιοί εμφανίστηκαν με κονκάρδες και σύμβολα αλληλεγγύης προς τους διωκόμενους καλλιτέχνες, ενώ οι συντονισμένες παρεμβάσεις των σωματείων των εργαζομένων στον κινηματογράφο προκάλεσαν αμηχανία στους εκπροσώπους των μεγάλων στούντιο που ελέγχονται από τη Vivendi.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου