Δευτέρα, Μαΐου 18, 2026

«Νά ’χω να κλαίω» Το συγκλονιστικό «Είκοσι» του Παντελή Μπουκάλα για το θάνατο του εικοσάχρονου γιου του

 

ΑΠΟ TO BLOG ΤΟΥ ΣΤΑΘΗ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟΥ

«Νά ’χω να κλαίω»

Το συγκλονιστικό «Είκοσι» του Παντελή Μπουκάλα

Μια φορά γράφει κανείς κάτι τέτοιο στη ζωή του ― που καλύτερα να μη το έγραφε ποτέ. Το «Είκοσι» του Παντελή Μπουκάλα. Για το θάνατο του εικοσάχρονου γιου του, σε δυστύχημα με μοτοσυκλέτα.

Αισθάνομαι ότι δεν έχω το δικαίωμα να το κρίνω. Είναι σα να μπαίνεις στο μέσα δωμάτιο ενός σπιτιού που πενθεί. Πας σιγά. Λες «είμαι κι εγώ εδώ» και σωπαίνεις. 

Δεν ξέρω καν τι είναι αυτό το ολιγοσέλιδο βιβλίο ― είναι ποίημα; Μάλλον ναι, για να έχει στίχους. Συγκλονίζει όμως με ένα τρόπο, πέρα απ΄τις λέξεις, αν και οι λέξεις είναι το μαύρο τους θεμέλιο. Πώς κρίνεις έναν άντρα που κλαίει και κλαίγοντας φιλεί το χυμένο αίμα; 

δ
Ο Παντελής Μπουκάλας. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

Ίσως είναι η αγάπη που έχω για αυτόν τον άνθρωπο― τον ακέραιο άντρα της δημοσιογραφίας και της διανόησης, που είχα την τύχη να συναντήσω στο πρώτο επαγγελματικό μου βήμα, παιδάριο, στον «Δεκαπενθήμερο Πολίτη» και στα σπίτια του, τότε στην Αδριανού, αργότερα στην Τζιραίων. Πριν καν γεννήσει το γιό του.

Έχοντας χωνέψει την επιτάφια γραμματεία όσο λίγοι (οι πρώτες του μεταφράσεις ήταν ο «Επιτάφιος Αδώνιδος» του Βίωνος και τα «Αρχαία Ελληνικά Επιτύμβια Επιγράμματα», πάντα στην Άγρα) κι έχοντας ολοκληρώσει τον τρίτομο άθλο του για το Δημοτικό Τραγούδι (στο οποίο οι άνθρωποι κουβεντιάζουν με το Χάρο σα να είναι καμμιά γειτόνισσα), ο Παντελής ξέρει βαθιά το τραγούδι του πένθους, το μοιρολόι― από την αρχαία ρίζα του. Τώρα όμως ήρθε το βίωμα και τον βρήκε. Τώρα το ξέρει κατάσαρκα. Κι αυτό που γράφει δεν μπορείς να ξεχωρίσεις αν είναι δάκρυα ή μελάνι. Εξ ού και η αμηχανία μου.

Το μόνο που είμαι βέβαιος είναι ότι αυτό το βιβλίο έχει ήδη ξεχωριστή θέση στη νέα ελληνική ποίηση. Παραθέτω ένα δείγμα, το δέκατο πέμπτο ποίημα. Κρίνετε εσείς.https://www.lifo.gr/sites/default/files/styles/main/public/articles/2026-05-17/55AE5B70-74D7-4427-8C5C-91AF3DB4258C_0.jpg?itok=LgqiuK12

Τη μέρα που έμαθα το τρομερό νέο, για το θάνατο του γιού του Παντελή, ήμουν εδώ και είχε βγει αυτή η φωτογραφία. Δεκαπενταύγουστος στις Βάτσες της Αστυπάλαιας. Ένα σαν αυτά τα παιδιά... Φωτ.: Στάθης Τσαγκαρουσιάνος/ LIFO


 

15.

ΛΕΩ ΝΑ ΞΥΠΝΗΣΩ.
Να πω πως ήταν όνειρο κακό
πανάθλιος εφιάλτης
πάει σκόρπισε στο φως
Και να σε δω στρωμένο στο κομπιούτερ,
τη μια η εργασία σου
γηπεδικά συνθήματα συλλογή και ταξινόμηση
την άλλη να σκοράρεις ακατάσχετα
στα εικονικά σου πρωταθλήματα
κι ανάμεσα η ενημέρωση
πορείες καταλήψεις
παρτάκια και μπιρίτσες
και βέβαια (το ξανάπα;)
ποιος έρχεται ποιος φεύγει
απ’ την ομάδα
ποιος τραυματίστηκε
και –γελάγαμε με τις πηγαίες ελληνικούρες–
ποιος αιλούρος ξεφυτρώνει στα τσικό
ποια κυριακάτικη απέκρουση η καλύτερη
Πριν καν νιφτώ,
«έλα να δείς τα δέκα καλύτερα του Ρονάλντο ρε φάδερ
– ποιος Κριστιάνο τώρα άλλο το θέαμα άλλο το θέατρο»
Ποτέ δεν σε προλάβαινα.
Τα νέα που σου έλεγα
τά ’ξερες μέρες πριν
– δεν άντεχες, με ψιλοδούλευες:
Αργείς γεράκο μου αργείς
Σκουριάσαν οι βιδούλες στη μεσούλα σου;
Και στο κομπιούτερ με δασκάλευες
Όταν βεβαίως σ’ το επέτρεπε η βιασύνη σου
Μήνες παρακαλούσα
ποιοι μήνες – χρόνια
πες μου αστεράκι μου πώς μετατρέπω
σε γουόρντ το σύστημά του το παμπάλαιο
που με βολεύει και δεν λέω να τ’ αρνηθώ
Τίποτα εσύ
Πού να σου εξηγώ
 Ώσπου εδέησες μια μέρα
Δυο κινήσεις όλες κι όλες άντε τρεις
Και μου τις έμαθες
Με τη βαριεστημένη σου την τρυφερότητα
προς κολλημένους αδαείς
Ένα δεν μού ’μαθες
Δεν με ετοίμασες.
Τι κάνω τώρα
πες μου αστέρι μου
με το «Ανώνυμο» τετραγωνάκι που δεν ξέρω πώς
μόνο το πότε ξέρω
τότε

πεισμάτωσε
κλειδώθηκε
κι όλο να το πατάω
κι όλο να επιμένει
«Απρόσμενο τέλος φακέλου»
Δεν το πετάω στα απορρίμματα
Λέω
ίσως κάποια χαράματα με λυπηθείς
ίσως το χέρι τρυφερά μου δασκαλέψεις
και μου δείξεις το κλειδί
Δεν μπορεί
Δεν μπορεί να μ’ αφήσεις αγράμματο

Και τώρα λέω να σηκωθώ.
Να ξαναπάμε απ’ την αρχή
την τρυφερή λογομαχία μας
«Θα βγείς;»
«Ε τί... Μεσολογγίτες δίχως έξοδο
δεν πάει, Μεσολογγίτη μου.
Πάει;»
«Άσ’ τα τα πονηρά. Τι ώρα θα γυρίσεις;»
«Αργάμισι
Και βγάλε την ομοιοκαταληξία
απ’ το μυαλό σου».
Και μ’ έζωναν φίδια σωστά οι δείχτες
ώσπου ν’ ακούσω μέσα στον σκυλίσιο ύπνο μου
τον ήχο του μωρού σου
κι ύστερα το κλειδί στην πόρτα.
Και κάθε που γυρνούσες,
γυρνούσα εγώ πλευρό
κι άρχιζα πάλι να χλευάζω
τον καθεβραδινό μου πανικό
και να τον σιχτιρίζω
Λέω να σηκωθώ.
Ν’ ακούω τον καλπασμό σου κατεβαίνοντας τις σκάλες
και τ’ αστραπόβροντα ανεβαίνοντας
– αυτόν τον καλπασμό που μάταια
τον περίμενε η Ιρμούλα
στημένη ανάμεσα εξώπορτα και σκάλα
απ’ τη στιγμή που το ξυράφι του μετά
έκοψε στα δυο τον κόσμο όλο
κι όλη της η ψυχούλα τανυσμένη
να μυρίσει τον ίσκιο σου
ώσπου κατάλαβε και κρύφτηκε μέσα της
ήρθε σε βρήκε,
κι ο Θρυλέων έπειτα,
το πουλάκι μας,
μαζί του δώσαμε το όνομα
– «θέλει και ρώτημα ρε φάδερ;»
Πρώτη φορά και τελευταία που φτερούγισε
ήταν για να σε βρει
Τον κήδεψα στο χώμα της ροδιάς
Θυμάσαι
Δεν γίνεται να μη θυμάσαι.
Σε θυμάται η ροδιά
Α και να πεταχτούνε λέει τώρα ροϊδοπούλια
να φτιάξουνε φωλιά στο μπουζουκάκι σου
και να μοσχοβολάει κόκκινο το τραγούδι τους

Λέω να σηκωθώ
Ν’ ακούω τις πόρτες να βροντούν
να τρέμουνε στα νεύρα σου απάνω
στη χαμένη ευκαιρία
σε κάποιο φιλί που ξέμεινε άδοτο στα χείλη
για...
Ν’ ακούσω τις δοκιμές σου στο μπουζούκι
όλο και πιο απόκρυφες,
να μην πείθουν τη μελαγχολία σου
να τους δοθεί αμέριστη
Ν’ ακούω τα τραγούδια που ακούς
Ν’ ακούω
τον ήχο της μηχανής σου όταν γυρνούσες
ελάχιστα πριν φέξει
κι άλλαζα πια πλευρό ησυχασμένος
Τι; Το ξανάπα; Και;

Λέω να ξυπνήσω.
Να παραγγείλουμε δυο πίτσες
ή καλύτερα να πεταχτείς να πάρεις ένα-δυο βρόμικα
να καθαρίσουμε
Να λύσουμε έπειτα κάνα σταυρόλεξο
όλα εκείνα που άφησες μισοδουλεμένα
ενθουσιασμένος πάντως με την αργοπορημένη ανακάλυψη
– άλλη μια αντίδραση πες φυσικότατη
στην πατρική λεξιλαγνεία
Αλλά τι κάθομαι και υπολογίζω
Τον ήχο του γυρισμού σου δεν τον έχω ακούσει ακόμα
Στο δρόμο
Είσαι στο δρόμο
Πάντοτε στο δρόμο
Στα ισόβια είκοσί σου
τα αιώνια
Με ληστεμένο το ωραίο
το ιερό δικαίωμα της φθοράς

Λέω λοιπόν να μην ξυπνήσω πια
Κάπου ανάμεσα στο ύπαρ και στο όναρ
να τρώω τα συκώτια μου
να τρώγομαι
Και να μη σώνομαι ποτέ
Νά ’χω να κλαίω

Αφού ποτέ
ποτέ μου
δεν θα σε προλάβω πια

― Παντελής Μπουκάλας, Είκοσι, εκδ. ΆγραΕίκοσι

Παρουσίαση

Είκοσι αριθμημένα ποιήματα, τρία ανάριθμα, ένα εισαγωγικό τρίστιχο και ένα καταληκτικό κομμάτι των δεκατριών στίχων απαρτίζουν το Είκοσι, τη νέα ποιητική συλλογή του Παντελή Μπουκάλα. Πρόκειται για τα τεκμήρια ενός πολέμου από εκείνους που όντως δεν τους μέλλεται να τελειώσουν ποτέ: του πολέμου με μια μαύρη τρύπα που δεν είναι μέσα σου αλλά σε περιέχει ολόκληρο. Κάθε τεκμήριο δοκιμάζει τη δική του εκδοχή φωνής, από τις πολλές που έχει να σου προσφέρει η ελληνική ποίηση, σαν μιας κάποιας ισχύος όπλα για να ξεγελάσεις τον Αγέλαστο και να μιλήσεις το πένθος, το πιο βαρύ απ’ όσα έχουν γραφτεί του ανθρώπου: το πένθος του γονιού για το παιδί του. Να τρέψεις σε λόγο την αδειοσύνη, μολονότι νιώθεις πια τις λέξεις απελπιστικά αδύναμες, σχεδόν άδικες μπροστά στο μέγα γεγονός που καλούνται να συλλαβίσουν. Για να επιστρέψεις από τον άναυδο πόνο, την παραιτημένη σιωπή, ή από τον τρόπο του ουρλιαχτού στον συνταγμένο κόσμο θα δοκιμάσεις και θα δοκιμαστείς σε όλες τις φωνές. Στη φωνή της αφήγησης, που εκτείνει το πεδίο της μνήμης ανακαλώντας θραυσμένες αλληλουχίες στιγμών και επιχειρώντας με την ιστόρηση να συγκρατήσει θερμό ό,τι απειλείται από τον παγετώνα της απώλειας. Στη φωνή της συμπύκνωσης, που διατηρεί μόνο έναν πυρήνα γυμνών λέξεων. Στην έμμετρη φωνή και στη φωνή του ελευθερωμένου στίχου. Στη φωνή της επιτάφιας ποίησης και του δημοτικού μοιρολογιού αλλά και στη φωνή της απαντοχής, της μη παραίτησης, της μη καταβύθισης, έτσι όπως τη συνοψίζει το παράγγελμα του ποντιακού τραγουδιού: «Βάσταξον, καρδιά, βάσταξον, αν θελτς και αν ’κί θέλεις». Αλλ’ όσο βαστιέσαι απ’ το κλαδάκι που σου προσφέρει ο στίχος του Πόντου, η λερναία πίκρα μέσα σου σε κόβει στα δυο, μοιρολογώντας με τον τρόπο του ριζίτικου τραγουδιού για τον άγουρο που «νιότη δεν εχάρη», γιατί τον πρόλαβε -στα ωραία είκοσί του- ο «σκληροκάρδης», με την μπαμπεσιά που δίκαια του αποδίδει η δημοτική μας ποίηση: «Χριστέ, και να ’τον παρεμπρός, και να ’τον παραπίσω». Αυτό το ψυχοφάγο «αν», το μάταιο «μακάρι», απευθυνόμενο σε θεότητες άφαντες ή αδιάφορες, τσακίζει και κόκαλα που πίστεψαν αναίτια πως ανήκουν στα γερά. Σε μια τριχούλα ακροβατεί ο βίος των βροτών. Σε μια τριχούλα που κόβει βιαιότατα κι απότομα τον κόσμο και τον χρόνο στα δύο, στον φαρμακωμένο ενεστώτα και στον αδυσώπητο αόριστο, στο εδώ και στο εκεί. Ναι. Μάλλον δεν λάθεψαν οι γνωστικοί αρχαίοι που μια από τις μυθολογικές τους αφηγήσεις για τη χαμένη αθανασία τη συνάρτησαν με μια τρίχα στην κεφαλή του Πτερέλαου, βασιλιά των Ταφίων· εύκολο ήταν να κοπεί, πάντα με μπαμπεσιά, εύκολο να γυρίσει ο άνθρωπος στη θνητότητά του. Μόνη αθανασία του, η μνήμη. (Από τον εκδότη)

Δεν υπάρχουν σχόλια: