Σάββατο, Μαΐου 16, 2026

ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΕ , ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΠΑΨΕ ΝΑ ΔΙΑΡΡΗΓΝΥΕΙΣ ΤΑ ΙΜΑΤΙΑ ΣΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΠΕΤΑΣ ΚΟΤΣΑΝΕΣ

Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, στην επιφυλλίδα του «Πού κρύβονται τα ελληνικά;», διατυπώνει μια σειρά από αυθαίρετους ισχυρισμούς για τη γλωσσική μεταρρύθμιση του 1976, που δεν αντέχουν σε στοιχειώδη κριτική. Στο άρθρο που ακολουθεί  ο Νίκος Σαραντάκος αποδομεί με  καταλυτικα επιχειρήματα  το συλλογισμό του αρθρογράφου: 

Ο Θεοδωρόπουλος ισχυρίζεται ότι η μεταρρύθμιση του 1976 «αποκεφάλισε» τη γλώσσα από το απαρέμφατο και την τρίτη κλίση, όμως διαπράττει (προφανώς  από άγνοια) το γεγονός  ότι το απαρέμφατο είχε ήδη εκλείψει στη  δημώδη γλώσσα από τη μέση βυζαντινή περίοδο — αιώνες πριν δηλαδή από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Όπως επισημαίνει σωστά ο Σαραντάκος, ήδη από την ύστερη αρχαιότητα το απαρέμφατο άρχισε να αντικαθίσταται από αναλυτικές εκφορές του λόγου στην υποτακτική. 

Η καθαρεύουσα που επιβλήθηκε από τις απαρχές του ελληνικού κράτους προσπάθησε να   νεκραναστήσει τεχνητά το απαρέμφατο, αλλά οι προσπάθειες αυτές ήταν «θνησιγενείς», όπως σαρκαστικά τις αποκαλεί   ο Ροΐδης το 1893 . Συμπέρασμα :ο Θεοδωρόπουλος θρηνεί για κάτι που είναι πεθαμένο από φυσικά αίτια πριν ....από χίλια χρόνια.


Ο Θεοδωρόπουλος γράφει με έκδηλη διάθεση εντυπωσιασμού: «Μου είναι εντελώς ακατανόητη η κατάργηση του απαρεμφάτου το οποίο ζει και βασιλεύει σε γλώσσες όπως τα γαλλικά ή τα ιταλικά». Η σύγκριση είναι γλωσσολογικά αφελής. Τα ρομανικά απαρέμφατα (τα οποία, παρεμπιπτόντως, δεν είναι πανομοιότυπα με τα αρχαία ελληνικά) λειτουργούν σε ένα εντελώς διαφορετικό γραμματικό σύστημα και, κυρίως, δεν έχουν ποτέ εκλείψει από τις γλώσσες αυτές.Κάθε γλώσσα εξελίσσεται διαφορετικά και δυστυχώς για το μονοτυπικό  ελληνικό απαρέμφατο ο λαός έπαψε να το χρησιμοποιεί γιατί δεν ήταν λειτουργικό στο λόγο του . 

Πολύ  ισχυρό μέρος της επιχειρηματολογίας Σαραντάκου είναι η απόδειξη  ότι ακόμα και το σχολικό εγχειρίδιο της καθαρεύουσας του 1967 δίδασκε το απαρέμφατο ακριβώς όπως διδάσκεται σήμερα — ως βοηθητικό τύπο για τους περιφραστικούς χρόνους («έχω λύσει»). Ο Θεοδωρόπουλος δεν διαμαρτύρεται για κάτι που άλλαξε το 1976· διαμαρτύρεται για κάτι που δεν άλλαξε ποτέ. Μιλάμε για απόλυτα ψευδή λόγω άγνοιας ισχυρισμό.

Αλλά η πιο καταφανής αντιστρέψιμη πραγματικότητα αφορά τη νεοελληνική  λογοτεχνία. Ο Θεοδωρόπουλος ισχυρίζεται ότι τα ποιήματα του Σεφέρη είναι «γεμάτα τύπους της καθαρεύουσας». Ο Σαραντάκος παραθέτει 20 στίχους από τη «Στέρνα» και 60 από τον «Βασιλιά της Ασίνης» και προκαλεί τον Θεοδωρόπουλο να του δείξει έστω και  έναν τύπο καθαρεύουσας. Η πρόκληση φυσικά θα παραμείνει αναπάντητη , αφού καθαρευουσιάνικοι όροι στα κείμενα των σπουδαίων λογοτεχνών μας δεν  υπάρχουν. Αντίθετα, υπάρχει μια δημοτική που ακολουθεί με συνέπεια τους κανόνες της γραμματικής και του συντακτικού του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, τους οποίους ο Σεφέρης όχι μόνο γνώριζε αλλά είχε επισήμως ζητήσει οι νεότεροι λογοτέχνες να ακολουθούν.

Το συντριπτικότερο επιχείρημα της απάντησης του Σαραντάκου  είναι καθαρά ειρωνικό: ο Θεοδωρόπουλος θρηνεί για την απώλεια της καθαρεύουσας, αλλά δεν γράφει ο ίδιος σε αυτήν. Γράφει στην ίδια δημοτική που χρησιμοποιούν όλοι, απλώς με λογιότερο ύφος. Αν η καθαρεύουσα ήταν πράγματι η «γνήσια ελληνική γλώσσα» που υποτίθεται ότι λείπει αφόρητα , όπως ισχυρίζεται, από τη γλώσσα μας , γιατί δεν τη χρησιμοποιεί ο ίδιος στην καθημερινή του αρθρογραφία;

  Η απάντηση είναι απλή: γιατί θα ήταν εξίσου γελοίος με τη δασκάλα στον Πύργο που πρόσφερε «άνθη και απαρέμφατα» στους επισήμους ξένους.


ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ


Η επιφυλλίδα του Θεοδωρόπουλου δεν έχει το χαρακτήρα γλωσσικής ανάλυσης — είναι ένα νοσταλγικό παραλήρημα χωρίς ίχνος τεκμηρίωσης. Λειτουργεί ως μια παβλοφική αντανακλαστική κίνηση που εξυπηρετεί ένα ακροατήριο που θέλει να πιστεύει ότι η γλώσσα «έπεσε» θύμα αριστερών συνωμοτών το 1976. Αλλά η πραγματική ιστορία της ελληνικής είναι πιο περίπλοκη, πιο ενδιαφέρουσα και εντελώς ασύμβατη με τον υποκριτικό  θρήνο του κ. Θεοδωρόπουλου.


Πού κρύβονται τα ελληνικά, κύριε Θεοδωρόπουλε;

ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ

Πηγή:Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

 


Μου έστειλε μια φίλη το λινκ προς μια πρόσφατη επιφυλλίδα του κ. Τάκη Θεοδωρόπουλου στην Καθημερινή,  και μου ζητάει να τη σχολιάσω. Ο τίτλος της επιφυλλίδας είναι «Πού κρύβονται τα ελληνικά;», γι’ αυτό βάζω αυτόν τον τίτλο στο δικό μου άρθρο.

Η επιφυλλίδα γράφεται με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 50 χρόνων από την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1976 («του Γ. Ράλλη»). Ο κ. Θεοδωρόπουλος γράφει: Δεν χρειάζεται να προσθέσω ότι η μεταρρύθμιση αυτή του 1976 έφερε μια απορρύθμιση στη χρήση της ελληνικής, κυρίως της επίσημης η οποία υπέστη τις στρεβλώσεις στα όρια του γελοίου της ενδογλωσσικής μετάφρασης. Απορρύθμισε και τη διδασκαλία της στην εκπαίδευση.

Δεν χρειάζεται να το προσθέσει, αλλά ούτε το τεκμηριώνει ιδιαίτερα. Γράφει βέβαια:

Εντέλει θα μπορούσαμε να πούμε ότι η περίφημη γλωσσική επανάσταση της Μεταπολίτευσης συμπυκνώνεται στον αποκεφαλισμό της γλώσσας από την τρίτη κλίση και το απαρέμφατο. Ας προσθέσουμε και τον ακρωτηριασμό της μετοχής που έγινε μόνον τροπική. Δεν ξέρω τι σχέση έχουν όλ’ αυτά με την απελευθέρωση από τους καταπιεστικούς μηχανισμούς της «αντίδρασης». Εκείνο που ξέρω είναι πως μου είναι εντελώς ακατανόητη η κατάργηση του απαρεμφάτου το οποίο ζει και βασιλεύει σε γλώσσες όπως τα γαλλικά ή τα ιταλικά χωρίς να καταπιέζεται κανείς. Η αδυναμία παραγωγής θεωρητικής σκέψης στα ελληνικά οφείλεται στην κατάργηση του απαρεμφάτου στο οποίο, βέβαια, προστρέχουμε κατ’ οικονομίαν, σε φράσεις όπως το «είναι και το μηδέν».

Η αλήθεια είναι ότι και άλλες φορές ο κ. Θ. έχει θρηνήσει την «κατάργηση» του απαρέμφατου, ένα θέμα στο οποίο είχα απαντήσει σε ειδικό άρθρο., από το οποίο και αντιγράφω εκτενή αποσπάσματα.

Καταρχάς, πώς μπορεί να «καταργηθεί» το απαρέμφατο; Μήπως με κάποιαν απόφαση  της Βουλής; Και ο δυϊκός αριθμός, τάχα, «καταργήθηκε» κι αυτός στην αρχαιότητα; Μήπως με απόφαση της Εκκλησίας του Δήμου; Όχι βέβαια. Στη γλώσσα κάποιες λέξεις, αλλά και κάποιοι τύποι, σταδιακά παύουν να χρησιμοποιούνται ή μετατρέπονται σε κάτι άλλο, επειδή οι φυσικοί ομιλητές παύουν να τους χρησιμοποιούν, πράγμα που γίνεται επειδή το ίδιο πράγμα προτιμούν να το εκφράσουν με διαφορετικό τρόπο.

Το απαρέμφατο λοιπόν, από ύστερη κιόλας αρχαιότητα, αν  δεν  σφάλλω, άρχισε να χρησιμοποιείται όλο και λιγότερο και να δίνει τη θέση του σε πιο αναλυτικές δομές, με υποτακτική. Η διαδικασία πήρε πολλούς αιώνες, δεν ήταν ομοιόμορφη, διότι πρώτα άρχισαν να χάνονται τα άναρθρα απαρέμφατα, πάντως τον Μεσαίωνα είχε ολοκληρωθεί στη δημώδη γλώσσα. Κάποιοι θεωρούν ότι η απώλεια του απαρεμφάτου στα ελληνικά ήταν αποτέλεσμα της επίδρασης των άλλων  βαλκανικών γλωσσών στο πλαίσιο του λεγόμενου  Βαλκανικού Γλωσσικού Δεσμού, δηλαδή των  κοινών στοιχείων που παρουσιάζουν οι βαλκανικές γλώσσες παρόλο που ανήκουν σε διαφορετικές οικογένειες, ενώ άλλοι ότι η απώλεια του απαρέμφατου στα ελληνικά επηρέασε και τις άλλες βαλκανικές γλώσσες -αλλά αυτό ξεφεύγει από τα όρια του άρθρου μας.

Οι προσπάθειες που έγιναν  μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, επί αρχαΐζουσας καθαρεύουσας, να νεκραναστηθεί το απαρέμφατο, αποδείχτηκαν θνησιγενείς. Ο κ. Θεοδωρόπουλος καλά θα έκανε να διαβάσει τον  Ροΐδη, ο οποίος γράφει, εις άπταιστον καθαρεύουσαν, το 1893 στα Είδωλα (τόμ. 4 σελ. 195 των Απάντων): Των δε απαρεμφατογράφων η εκλείψασα γενεά δεν έχει σήμερον  άλλους αντιπροσώπους παρά μόνον τον  κ. Αφεντούλην και τινα εν Πύργω δημοδιδασκάλισσαν, επιφορτιζομένην υπό του δημάρχου να προσφέρη άνθη και απαρέμφατα εις τους εκείθεν διαβαίνοντας επισήμους ξένους.

Μου άρεσε  πολύ αυτό το «άνθη και απαρέμφατα» και σε υποσημείωση ο Ροΐδης διασώζει δείγμα προσφώνησης: Μεγαλειοτάτη! Αδυνατούσα εκφράσαι συγκίνησιν και χαράν μου περιορίζομαι υποβαλείν τα σεβάσματά μου και τολμώ προσφέρειν στέφανον εξ ανθέων….

Ούτε είναι βέβαια  επιβίωση του απαρέμφατου οι ελάχιστες παγιωμένες εκφράσεις  με έναρθρα απαρέμφατα, τα οποία ισοδυναμούν με ουσιαστικά: Απαγορεύεται το πτύειν / το καπνίζειν, διά  το θεαθήναι, το είναι κτλ. έστω και με την προσθήκη του πρόσφατου «επιχειρείν».

Οπότε, το απαρέμφατο έχει πάψει να χρησιμοποιείται. Δεν καταργήθηκε. Μήπως όμως καταργήθηκε η διδασκαλία του το 1976; Μήπως αυτό εννοεί ο κ. Τακης;

Αλλά ας ανατρέξουμε στη «Γραμματική της ελληνικής γλώσσης προς χρήσιν των μαθητών των  δημοτικών σχολείων», των Βαμπούλη-Ζούκη, που αυτήν πρέπει να διδάχτηκα κι εγώ, έκδοση ΟΕΔΒ 1967, που ο κ. Τάκης υποθέτω θα τη  θεωρεί υπεράνω πάσης υποψίας μαλλιαρισμού ή αριστερισμού.

Βλέπουμε ότι όσα λέει το βιβλίο δεν διαφέρουν πολύ από την  τωρινή σχολική γραμματική διότι απαρέμφατα θεωρεί το «λύσει» και το «λυθή» και  χρήση τους τον σχηματισμό των  περιφραστικών  τύπων. Απαράλλαχτα όπως η σημερινή γραμματική του Γυμνασίου γράφει «Το απαρέμφατο είναι άκλιτος τύπος του ρήματος και χρησιμοποιείται για τον σχηματισμό ορισμένων χρόνων στην ενεργητική και την παθητική φωνή, π.χ. έχω δέσει, είχε δεθεί.»

Αναφέρουν οι συγγραφείς και τα αρχαία απαρέμφατα, αλλά μόνο παρεμπιπτόντως και στη συνέχεια βασίζονται στον «παρηλλαγμένο» τύπο, όταν πχ γράφουν ότι ο παρακείμενος της  ενεργητικής φωνής σχηματίζεται με το ρήμα έχω και το απαρέμφατο του αορίστου της ενεργητικής φωνής: έχω λύσει.

Στο βιβλίο των  αΒαμπούλη-Ζούκη υπάρχει επίσης αναφορά στο έναρθρο απαρέμφατο αλλά σαφώς δηλώνεται ότι πρόκειται για την αρχαία κατάληξη και μεγαλύτερη προσοχή  δίνεται στις αναλυτικές φράσεις της καθομιλουμένης που αντικαθιστούν το απαρέμφατο!

Άρα, ακόμα και με το καθεστώς που είχε κορόνα στο κεφάλι του την καθαρεύουσα, το απαρέμφατο δεν διδασκόταν κατά τον τρόπο που ο κ. Θεοδωρόπουλος ονειρεύεται αλλά πολύ κοντά στον τρόπο με τον  οποίο διδάσκεται σήμερα.

Φυσικά, αυτό δεν ενδιαφέρει τον κ. Τάκη, ο οποίος απλώς κραδαίνει πέντε κουρελάκια ώστε παβλοφικά να ικανοποιήσει ένα συντηρητικό ακροατήριο. Πετάει μια «κατάργηση του απαρέμφατου» και μάλιστα με «ακρωτηριασμό» (κακοί δημοτικιστές, κακή απλοποίηση),  πετάει μια εντελώς άκυρη σύγκριση με τους Γάλλους που «κρατούν» το απαρέμφατο, βάζει την κατάργηση της τρίτης κλίσης κι έδεσε το γλυκό: εάλω η γλώσσα, να επαναφέρουμε την καθαρεύουσα ώστε να σωθούμε.

Το ειρωνικό είναι ότι ο κ. Τάκης τα λέει αυτά χωρίς να γράφει στην καθαρεύουσα την οποία παινεύει (και την οποία, ως γεννημένος το 1954, διδάχτηκε κανονικά). Διότι, αν κάτι  έχουμε κερδίσει από την επίλυση του γλωσσικού ζητήματος, είναι ότι όλοι μας, όσοι ερχόμαστε σε αντιπαραθέσεις περί τα γλωσσικά, χρησιμοποιούμε την  ίδια γλωσσική ποικιλία, με διαφορετικό βέβαια  βαθμό λογιότητας και  με το προσωπικό του στιλ ο καθένας, ενώ, ας πούμε, όταν  ο Ψυχάρης κονταροχτυπιόταν με τον Χατζιδάκι χρησιμοποιούσαν διακριτές γλωσσικές ποικιλίες.

Ισχυρίζεται επίσης ο κ. Θεοδωρόπουλος ότι:

 Τα κείμενα των ποιητών μας που γράφουν στη δημοτική, όπως ο Σεφέρης ή ο Ελύτης, είναι γεμάτα τύπους της καθαρεύουσας οι οποίοι προσθέτουν τη δική τους πλαστική αξία. Δεν λαμβάνουμε επίσης υπ’ όψη ότι τα ελληνικά τα οποία διδάσκονται οι νέες γενιές στο σημερινό σχολείο τις αποκόπτουν από το μεγαλύτερο και σημαντικότερο μέρος της νεοελληνικής γραμματείας, το οποίο είναι γραμμένο σ’ αυτήν τη μεικτή γλώσσα που προήλθε από την καθαρεύουσα του Κοραή. Κάτι που διαψεύδει και όσους υποστηρίζουν πως αυτή η γλώσσα είναι τεχνητή. Μια τεχνητή γλώσσα δεν μπορεί να γεννήσει έναν Παπαδιαμάντη. Αντιθέτως δεν ξέρω κανένα λογοτεχνικό κείμενο γραμμένο βάσει των κανόνων του Τριανταφυλλίδη.

Κατά τη γνώμη μου, είναι απολύτως αναληθές ότι τα κείμενα του Σεφέρη είναι «γεμάτα τύπους της καθαρεύουσας». Θα ήθελα να τον είχα απέναντί μου τον κ. Θεοδωρόπουλο και να του ζητήσω να μου υποδείξει έναν τύπο της καθαρεύουσας ας πούμε στη Στέρνα του Σεφέρη. Βάζω εδώ τους πρώτους 20 στίχους, το ποίημα έχει 115, εγώ τουλάχιστον αδυνατώ να βρω έναν τύπο.

Εδώ, στο χώμα ρίζωσε μια στέρνα
μονιά κρυφού νερού που θησαυρίζει.
Σκεπή της βήματα ηχερά. Τ’ αστέρια
δε σμίγουν την καρδιά της. Κάθε μέρα
πληθαίνει, ανοιγοκλεί, δεν την αγγίζει.

Ανοίγει ο πάνω κόσμος σα ριπίδι
και παίζει με το φύσημα του ανέμου,
μ’ ένα ρυθμό που ξεψυχάει στο δείλι
φτεροκοπάει ανέλπιδα και σφύζει
στο σφύριγμα του πόνου του γραμμένου.

Στο πύργωμα του θόλου ανέλεης νύχτας
πατούνε οι έννοιες κι οι χαρές διαβαίνουν,
με το γοργό κροτάλισμα της μοίρας
πρόσωπα ανάβουν λάμπουν μια στιγμή
και σβήνουνται σ’ ένα σκοτάδι εβένου.

Μορφές που φεύγουν! Ορμαθοί τα μάτια
κυλούν βαλμένα σ’ ένα αυλάκι πίκρα
και της μεγάλης μέρας τα σημάδια
τις παίρνουν και τις φέρνουν πιο σιμά
στη μαύρη γης που δε γυρεύει λύτρα.

Να δούμε ένα άλλο πολύστιχο ποίημα του Σεφέρη, τον Βασιλιά της Ασίνης. Και πάλι θα ήθελα πολύ να μου απαντούσε ο κ. Θεοδωρόπουλος, πού βρίσκει «τύπους της καθαρεύουσας» στους 60 στίχους του ποιήματος -εκτός αν εννοεί το «Ασίνην τε…», που πάντως είναι αρχαίο παράθεμα.

Και επειδή ο κ. Θεοδωρόπουλος υποστηρίζει ότι δεν ξέρει κανένα λογοτεχνικό κείμενο γραμμένο «βάσει των κανόνων του Τριανταφυλλίδη», θα ήθελα να μου απαντούσε σε ποια σημεία «παραβιάζει τους κανόνες» του Τριανταφυλλίδη η Στέρνα; Ή δεν την ξέρει;  Ή δεν ξέρει ότι ο Σεφέρης είχε απευθύνει έκκληση προς τους νεότερους λογοτέχνες να συνεννοηθούν ώστε να ακολουθούν ενιαία γραμματική, του Τριανταφυλλίδη; Ή δεν έχει ανοίξει τον Βάρναλη, που σε όλο του το λογοτεχνικό έργο ακολουθεί τη γραμματική του Ψυχάρη;

Στο τέλος της επιφυλλίδας του ο κ,. Θ. υπόσχεται ή απειλεί ότι «θα επανέλθει» στο θέμα. Οπότε, ίσως βρει την ευκαιρία να απαντήσει και σε αυτά που τον ρωτάω εδώ.

ΥΓ Εννοείται ότι πολύ θα ήθελα και από οποιονδήποτε αναγνώστη να μου υποδείξει σε ποια σημεία των ποιημάτων που παρέθεσα υπάρχουν στοιχεία καθαρεύουσας όπως ισχυρίζεται ο κ. Θεοδωρόπουλος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: