Μια πιο διεισδυτική, πιο υποψιασμένη ματιά στα μουσεία

Στάθης Γκότσης, «Μουσείο, εκπαίδευση και κοινωνία», εκδόσεις Τόπος, 2026
Ο Στάθης Γκότσης με μακρά προϋπηρεσία ετών στη μουσειακή εκπαίδευση, αρχικά στο Κέντρο Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων του υπουργείου Πολιτισμού και στη συνέχεια στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, είναι αναμφίβολα άριστος γνώστης του ρόλου ή, καλύτερα, των πολλών ρόλων των μουσείων, στην εποχή μας. Όμως, στο βιβλίο του «Μουσείο, εκπαίδευση και κοινωνία»που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τόπος, ως συγγραφέας, δεν καταθέτει μόνο την επαγγελματική του εμπειρία αλλά, με επιστημονική εγκυρότητα, κριτικό πνεύμα και ευαισθησία απέναντι στο συλλογικό, επιχειρεί μια επιπλέον γενικότερη θεωρητική διερεύνηση της λειτουργίας των μουσείων, εστιάζοντας στη συμμετοχή τους, ως θεσμοί, στη διάχυση της γνώσης σε ευρεία ακροατήρια.
Η παιδαγωγική διάσταση της λειτουργίας των μουσείων, όπως και οι περισσότερες πτυχές της τυπικής και της άτυπης εκπαίδευσης, στη δεκαετία του 1960, υπέστη έντονη κριτική ως προς το περιεχόμενο, τα μέσα και τους σκοπούς της. Η διεκδίκηση του εκδημοκρατισμού της γνώσης, απόρροια του κλίματος αμφισβήτησης εκείνης της οργισμένης δεκαετίας, ανέδειξε έναν σημαντικό προβληματισμό αναφορικά με τον διαμεσολαβητικό χαρακτήρα των μουσειακών εκθεμάτων ως προς τη συγκρότηση γνώσης και υπονόμευσε ανεπιστρεπτί την προηγούμενη παραδοσιακή αντίληψη των μουσειακών αιθουσών ως δήθεν ουδέτερων αποθετηρίων πολιτιστικών έργων.
Ο Γκότσης αναγνωρίζει και υπογραμμίζει στους αναγνώστες του τις κοινωνικές διαστάσεις της μουσειακής λειτουργίας, ηθελημένες ή αθέλητες. Οι σηματοδοτήσεις κάθε αντικειμένου που εκτίθεται, τονίζει, είναι δυνατόν να είναι προσβάσιμες μόνο σε λίγους, ως προνόμιο κάποιων ελίτ, ή σε πολλούς, συμπεριλαμβάνοντας και τους πλέον αποκλεισμένους της γνώσης, όπως, για παράδειγμα, τους Ρομά, τα άτομα με αναπηρία, τα μεταναστόπουλα ή τους ηλικιωμένους. Οι σηματοδοτήσεις των αντικειμένων είναι δυνατόν να εκφέρονται ως αναμφίβολες «ιερές» αλήθειες ή είναι δυνατόν να επιτρέπουν στον επισκέπτη την κριτική της πληροφορίας, την αποδοχή της ή την απόρριψη της. Το Μουσείο μπορεί να ενθαρρύνει την επιφανειακή αισθητική πρόσληψη ενός εκθέματος ή να συνδυάσει το αισθητικό του αποτύπωμα με το κοινωνικό πλαίσιο δημιουργίας του. Τα ίδια αντικείμενα μπορούν να διηγηθούν διαφορετικές ιστορίες, να συμβάλλουν στην κατασκευή της άλφα ή της βήτα «εθνικής» αφήγησης, να συμβάλλουν στην αποσιώπηση πλευρών του παρελθόντος, να εκπέμψουν αυταρχισμό ή διαλλακτικότητα, αποκλεισμό ή συγκερασμό και συγκατάταξη. Τα εκθέματα, μας θυμίζει ο Γκότσης, έχουν αποσπαστεί από τα χωροχρονικά τους συμφραζόμενα, είναι κατασκευασμένα στο παρελθόν αλλά νοηματοδοτούνται στο παρόν, χωρίς εχέγγυα αντικειμενικότητας.
Πολλές σελίδες του βιβλίου αναφέρονται, εύλογα, στη σχέση μουσείου και σχολείου, καθώς μεγάλο μέρος των επισκεπτών είναι οργανωμένες μαθητικές ομάδες. Παρά τους διακριτούς ρόλους, οι δυο θεσμοί καλούνται να συνεργαστούν στην κατεύθυνση της υποστήριξης της ιστορικής σκέψης των μαθητών, και μάλιστα σε μια περίοδο άνθησης των αντιεπιστημονικών και ανορθολογικών ερμηνειών για τον κόσμο και το παρελθόν του, όπως εύστοχα επισημαίνεται από τον Γκότση. Δεν πρόκειται για εύκολη συνεργασία, όχι εξαιτίας έλλειψης καλών προθέσεων αλλά εξαιτίας αφενός της έλλειψης εξοικείωσης των μουσειοπαιδαγωγών με τα σχολικά αναλυτικά προγράμματα, αφετέρου εξαιτίας της μη εξοικείωσης των εκπαιδευτικών με τις παιδαγωγικές δυνατότητες των μουσείων, αμοιβαίες ελλείψεις που ανακλούν την ανεπαρκή και αποσπασματική συνεργασία των αρμόδιων υπουργείων Πολιτισμού και Παιδείας αναφορικά με το θέμα- παράλληλα δεν πρέπει να αγνοηθούν τα ελαττώματα και οι αγκυλώσεις που ευδοκιμούν στα σχολικά βιβλία ιστορίας αλλά και σε διάφορα μουσειοπαιδαγωγικά προγράμματα, ελαττώματα και αγκυλώσεις που θέτουν σε δοκιμασία κάθε απόπειρα συγκρότισης κριτικής ιστορικής συνείδησης.
Σε μια εποχή τουριστικής υπερανάπτυξης, με τις μεγάλες ουρές ξένων τουριστών έξω από τα αρχαιολογικά-ιστορικά μουσεία και μνημεία της χώρας, το βιβλίο του Στ. Γκότση αποκτά επιπλέον επικαιρότητα, μολονότι ορισμένα κεφάλαια του είναι γραμμένα σε πολύ προγενέστερο χρόνο, καθώς θέτει στο επίκεντρο της συζήτησης το τι παρουσιάζουν τα μουσεία μας στους επισκέπτες τους, σε ποιες προκλήσεις καλούνται να απαντήσουν, ποιες ερωτήσεις θέτουν τα ίδια στους εαυτούς τους, όντας, τελικά, χώροι δημόσιου διαλόγου της ιστορίας. Η αδηφάγα επέκταση της λογικής της «αγοράς» στο πολιτιστικό γίγνεσθαι τα τελευταία χρόνια, η ονοματοδοσία του Πολιτισμού από επίσημα χείλη ως «βαριά βιομηχανία της χώρας», μια σειρά από κυβερνητικές επιλογές, όπως η μετατροπή των 5 μεγαλύτερων αρχαιολογικών μουσείων της χώρας σε Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, απόφαση που όχι μόνο υποβάθμισε τον δημόσιο χαρακτήρα τους αλλά έχει οδηγήσει σε πλήρη παρακμή ή και σε εξαφάνιση τις μουσειοπαιδαγωγικές τους δράσεις, όλα αυτά και πολλά ακόμα συνιστούν ένα βαρύ πλαίσιο για το τρίπτυχο μουσεία, εκπαιδευτική τους λειτουργία και κοινωνικό τους αποτύπωμα. Σε αυτό το περιβάλλον, το παρόν βιβλίο καταθέτει με λεπτομέρειες παραδείγματα συγκεκριμένων (και επιτυχημένων) προγραμμάτων που έχουν υλοποιηθεί στα ελληνικά μουσεία, διαχέοντας εμπειρίες, ιδέες, προτάσεις και εν τέλει αισιοδοξία ότι, σε πείσμα κάθε καιρού, όμορφα πράγματα μπορούν να πραγματωθούν (αυτό δεν αναιρεί την απαίτηση να γίνονται με πιο εύκολο τρόπο).
Το «Μουσείο, εκπαίδευση και κοινωνία» είναι ένα βιβλίο που αφορά μουσειοπαιδαγωγούς και εκπαιδευτικούς προσφέροντας ενημέρωση, έμπνευση, θεωρητική πλαισίωση. Αφορά, όμως, και όσους/ες αισθάνονται ότι συνυπέγραψαν τους παλιούς στίχους της Μαριανίνας Κριεζή στη Λιλιπούπολη: «μη με τραβάτε, μη μου κολλάτε, απ’ το μουσείο δε θέλω να βγω». Η προσέγγιση και οι σκέψεις του Στ. Γκότση προσφέρουν ένα ακόνισμα των προσλαμβάνουσων κάθε επόμενης επίσκεψης σε ένα μουσείο, ένα νέο πλέγμα αναστοχασμού επί των εκθεμάτων, μια υποψιασμένη, πιο διεισδυτική ματιά. Και αυτό δεν είναι καθόλου λίγο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου