Παρασκευή, Φεβρουαρίου 13, 2026

Τζόρτζιο Αγκάμπεν , «Για το βασίλεμα της Δύσης» (Δοκίμιο)

 

©Felix Nussbaum: The Folly Square (1931)

Για το βασίλεμα της Δύσης – του Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Μετάφραση: Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος

Όπως στη Νάπολη την Πρωτοχρονιά, να τα πετάξεις όλα από το παράθυρο. Ύστερα, στον δρόμο, να μαζέψεις μερικά θραύσματα, μερικά κομμάτια — τα θραύσματα φέρνουν τύχη.

Το καινούργιο το φτιάχνεις με τα θραύσματα του παλιού.

***

Οι δύο όψεις της εξουσίας

Κάθε έρευνα γύρω από την πολιτική τελεί εξαρχής υπό το μειονέκτημα μιας αμφίσημης ορολογίας, η οποία καταδικάζει σε παρεξήγηση όσους την επιχειρούν. Έτσι, στο χωρίο του τρίτου βιβλίου του έργου Πολιτικά, ο Αριστοτέλης, τη στιγμή που εξετάζει τις πολιτείες για να καθορίσει τον αριθμό και τα γνωρίσματά τους, διατυπώνει κατηγορηματικά: επειδή πολιτεία και πολίτευμα σημαίνουν το ίδιο πράγμα, και το πολίτευμα είναι κατά κυριολεξία η κυριότητα των πόλεων, δηλαδή η υπέρτατη εξουσία (τὸ κύριον τῶν πόλεων), είναι αναγκαίο αυτή ακριβώς η υπέρτατη εξουσία να είναι είτε ο ένας είτε οι λίγοι είτε οι πολλοί [ἐπεὶ δὲ πολιτεία καὶ πολίτευμα ταὐτὸ σημαίνει, καὶ πολιτεύματός ἐστι κυρίως τὸ κύριον τῶν πόλεων, ἀναγκαῖον ἢ ἕνα ἢ ὀλίγους ἢ πολλοὺς εἶναι τὸ κύριον] (1279α 25–26). Στις μεταφράσεις που κυκλοφορούν, το συγκεκριμένο χωρίο αποδίδεται ως εξής:«εφόσον σύνταγμα και κυβέρνηση σημαίνουν το ίδιο πράγμα και η κυβέρνηση είναι η κυριαρχική εξουσία των πόλεων…». Είτε αυτή η μετάφραση είναι περισσότερο είτε λιγότερο ορθή, σε κάθε περίπτωση εδώ αναδύεται στο φως εκείνο που θα μπορούσε να οριστεί ως η αμφισημία μιας ίσως θεμελιώδους έννοιας της πολιτικής μας παράδοσης, η οποία εμφανίζεται πότε ως «σύνταγμα» και πότε ως «κυβέρνηση». Με μια –τρόπον τινά– ιλιγγιώδη σύμπτυξη, οι δύο έννοιες ταυτίζονται και συγχρόνως διακρίνονται, και ακριβώς αυτή η αμφισημία ορίζει, κατά τον Αριστοτέλη, το κύριον, δηλαδή την κυριαρχία.

Ότι η αμφισημία δεν είναι περιστασιακή επιβεβαιώνεται απολύτως από την ανάγνωση του έργου Αθηναίων Πολιτεία, που εμείς μεταφράζουμε ως Σύνταγμα των Αθηναίων. Περιγράφοντας τη «δημαγωγία» του Περικλή (27,1)*, ο Αριστοτέλης γράφει ότι κατά την περίοδο εκείνη, δηλαδή όταν ο Περικλής ηγείτο του δήμου, «δημοτικωτέραν ἔτι συνέβη γενέσθαι τὴν πολιτείαν», που οι μεταφραστές αποδίδουν ως «το σύνταγμα έγινε ακόμη πιο δημοκρατικό». Αμέσως μετά διαβάζουμε: «ἅπασαν τὴν πολιτείαν μᾶλλον ἄγειν εἰς αὑτούς», δηλαδή «οι πολλοί συγκέντρωσαν στα χέρια τους όλη την κυβέρνηση» (προφανώς, το να μεταφραστεί ως «όλο το σύνταγμα», όπως η ορολογική συνέπεια θα επέβαλλε, δεν θεωρήθηκε δυνατό). Η αμφισημία επιβεβαιώνεται και από τα λεξικά, όπου η πολιτεία αποδίδεται τόσο ως «σύνταγμα του κράτους» όσο και ως «κυβέρνηση» ή «διοίκηση».

Όπως κι αν οριστεί, είτε με τη δυάδα «σύνταγμα/κυβέρνηση» είτε με τη δυάδα «κράτος/διοίκηση», η θεμελιώδης έννοια της δυτικής πολιτικής είναι διττή, ένα είδος Ιανού διπρόσωπου, που παρουσιάζει πότε το αυστηρό, επίσημο και τελετουργικό πρόσωπο του θεσμού, πότε το πιο σκοτεινό και ανεπίσημο της διοικητικής πράξης, χωρίς ωστόσο να είναι δυνατό να ταυτιστούν ή να διαχωριστούν.

Στο δοκίμιο του 1932 με τίτλο Νομιμότητα και νομιμοποίηση, ο Καρλ Σμιτ διακρίνει τέσσερις τύπους κράτους. Αφήνοντας κατά μέρος τις δύο ενδιάμεσες μορφές, το δικαιοδοτικό κράτος, όπου τον τελευταίο λόγο έχει ο δικαστής, ο οποίος αποφαίνεται δεσμευτικά επί συγκεκριμένης νομικής διαφοράς, και το κυβερνητικό κράτος, που το ταυτίζει με τη δικτατορία, θα ασχοληθούμε εδώ με τους δύο ακραίους τύπους: το νομοθετικό κράτος και το διοικητικό κράτος. Στο πρώτο, στο νομοθετικό ή κράτος δικαίου, «η ύψιστη και η πλέον αποφασιστική έκφραση της κοινής βούλησης» συνίσταται στη θέσπιση κανόνων που έχουν τον χαρακτήρα νόμου. «Η δικαιολόγηση κάθε άσκησης κρατικής εξουσίας εδράζεται στη γενική ισχύ του νόμου». Όποιος ασκεί εξουσία ενεργεί εδώ βάσει νόμου ή «στο όνομα του νόμου», και επομένως η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία –ο νόμος και η εφαρμογή του– παραμένουν διακριτές και χωριστές. Με αυτόν τον τύπο κράτους ταυτίστηκαν, αν και ολοένα και λιγότερο δικαιολογημένα, οι σύγχρονες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες. Ο τύπος που καταλαμβάνει –ίσως όχι τυχαία– την τελευταία θέση στον κατάλογο, σαν να έτειναν οι άλλες κρατικές μορφές να εκβάλουν τελικά σε αυτόν, είναι το διοικητικό κράτος. Εδώ «η εντολή και η απόφαση δεν εμφανίζονται με αυταρχικό και προσωπικό τρόπο, αλλά ούτε μπορούν να αναχθούν σε απλές εφαρμογές ανώτερων κανονιστικών ρυθμίσεων»· παίρνουν μάλλον τη μορφή συγκεκριμένων διατάξεων, που λαμβάνονται κάθε φορά με βάση την κατάσταση των πραγμάτων, σε αναφορά προς πρακτικούς σκοπούς ή ανάγκες. Αυτό μπορεί επίσης να διατυπωθεί λέγοντας ότι στο διοικητικό κράτος «ούτε οι άνθρωποι κυβερνούν ούτε οι κανόνες ισχύουν ως κάτι ανώτερο, αλλά, σύμφωνα με τη περίφημη φράση “τα πράγματα κυβερνώνται από μόνα τους”».

Όπως σήμερα είναι απολύτως προφανές, αλλά ο Σμιτ μπορούσε ήδη τότε να συναγάγει από την επικράτηση ολοκληρωτικών κρατών στην Ευρώπη, το νομοθετικό κράτος τείνει προοδευτικά να μετασχηματίζεται σε διοικητικό κράτος. «Το κρατικό μας σύστημα βρίσκεται σε μια φάση μετασχηματισμού και “η τάση προς το ολοκληρωτικό κράτος”, χαρακτηριστική της παρούσας στιγμής…, εμφανίζεται σήμερα τυπικά ως τάση προς το διοικητικό κράτος». Ενώ οι πολιτειολόγοι φαίνεται σήμερα να το έχουν ξεχάσει, ο Σμιτ διατυπώνει χωρίς επιφυλάξεις, ως «κοινώς αποδεκτό γεγονός», ότι ένα «οικονομικό κράτος» δεν μπορεί να λειτουργήσει με τη μορφή κοινοβουλευτικού νομοθετικού κράτους και πρέπει κατ’ ανάγκην να μετασχηματιστεί σε διοικητικό κράτος, όπου ο νόμος παραχωρεί τη θέση του σε διατάγματα και κανονιστικές πράξεις.

Για εμάς που παρακολουθήσαμε την πλήρη εκδίπλωση αυτής της διαδικασίας, εκείνο που πρέπει να τεθεί υπό διερώτηση είναι το νόημα τούτου του μετασχηματισμού –αν πρόκειται πράγματι για μετασχηματισμό. Η ιδέα του μετασχηματισμού προϋποθέτει, πράγματι, ότι τα δύο πρότυπα είναι τυπικά και χρονικά διακριτά. Ο Σμιτ γνωρίζει άριστα ότι «στην ιστορική πραγματικότητα εμφανίζονται συνεχώς μίξεις και συνδυασμοί» και ότι σε κάθε κράτος ανήκουν τόσο η νομοθεσία όσο και η διοίκηση και η διακυβέρνηση. Είναι ωστόσο δυνατό –και αυτή είναι η υπόθεσή μας– η μίξη να είναι ακόμη πιο στενή και το νομοθετικό κράτος και το διοικητικό κράτος, η νομοθεσία και η διοίκηση, το σύνταγμα και η κυβέρνηση να αποτελούν ουσιώδη και αδιαχώριστα μέρη ενός και του αυτού συστήματος, που είναι το σύγχρονο κράτος, όπως το γνωρίζουμε. Αν, συνεπώς, είναι δυνατή μια τακτική αντιπαράθεσης του ενός από τα δύο στοιχεία προς το άλλο, θα ήταν εντελώς παραπλανητικό να πιστεύει κανείς ότι μπορεί να διαχωρίσει και να απομονώσει σταθερά εκείνο που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ίδιου διπολικού συστήματος.

Κάτι σαν μιαν «άλλη πολιτική» θα είναι δυνατό μόνο με αφετηρία τη συνείδηση ότι κράτος και διοίκηση, σύνταγμα και κυβέρνηση είναι οι δύο όψεις της ίδιας πραγματικότητας, η οποία πρέπει να τεθεί ριζικά υπό αμφισβήτηση. Δεν υπάρχει εξουσία που να μπορεί να νομιμοποιεί την άσκησή της μέσω νόμων χωρίς να προϋποθέτει τη θεμελίωσή της έξω από το δίκαιο, ούτε μπορεί να υπάρξει αμιγώς διοικητική πρακτική, με την αξίωση να παραμένει νόμιμη επειδή στηρίζεται σε διατάγματα εκδιδόμενα εν όψει μιας ανάγκης. Πρόκειται, όπως υποστηρίζει και ο ίδιος ο Σμιτ, για δύο διαφορετικούς τρόπους να καθίσταται υποχρεωτική η υπακοή. Όπως σήμερα βλέπουμε με σαφήνεια, η αλήθεια και των δύο είναι, πράγματι, η κατάσταση εξαίρεσης. Είτε ενεργεί κανείς στο όνομα του νόμου είτε στο όνομα της διοίκησης, το ζήτημα που τίθεται, σε τελική ανάλυση, είναι πάντοτε η κυριαρχική άσκηση ενός μονοπωλίου της βίας. Και αυτό είναι το κύρος, ο κρυφός κυρίαρχος που, κατά τα λόγια του Αριστοτέλη, συνδέει μεταξύ τους σε ένα σύστημα τις δύο ορατές όψεις της κρατικής εξουσίας.

*Σημ. μεταφρ.: ο όρος «δημαγωγία» χρησιμοποιείται εδώ με την κυριολεκτική του σημασία, δηλαδή την άσκηση της ηγεσίας του δήμου από τον Περικλή.

⸙⸙⸙

[Το πρώτο κείμενο αναρτήθηκε στις 2 Φεβρουαρίου 2026, το δεύτερο στις 8 Μαρτίου 2023 στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet (στη στήλη Una voce). Πρώτη δημοσίευση των μεταφράσεων στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: ©Felix Nussbaum: The Folly Square (1931). Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έβδομου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΠΕΝΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΔΡΑΣΗΣ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ

  Πώς η Τεχνητή Νοημοσύνη διαμορφώνει τη γεωπολιτική, την ιατρική, τη λογοτεχνία: Τέσσερις μελέτες και μία ανθολογία διηγημάτων ...