Παρασκευή, Ιανουαρίου 02, 2026

Ελευθερία του λόγου ή του γρόνθου;

 


Ελευθερία του λόγου ή του γρόνθου;

Κατερίνα Μπρέγιαννη | Αυγή
Κατερίνα Μπρέγιαννη

Η ελευθερία του λόγου πιέζεται καθημερινά και από τις συμπεριφορές του όχλου, τη λεκτική τοξικότητα, την εξουδετέρωση του αντιπάλου μέσω υποτιμητικών σχολίων

Τελικά, τη χρειαζόμαστε την ελευθερία του λόγου; Τα τελευταία χρόνια, το δικαίωμα αυτό, αναφαίρετο στις σύγχρονες δυτικές δημοκρατίες, στριμώχνεται, στενεύει και περιορίζεται, ενώ την ίδια ώρα το δικαίωμα της ελευθερίας του Τύπου βάλλεται από κυβερνητικές, πολιτικές παρεμβάσεις, μεγάλων και μικρών οικονομικών συμφερόντων αλλά και από μάτσο νοοτροπίες, στερεότυπα, και γενικά ότι η «δύναμη» -όχι του επιχειρήματος, αλλά του σιχτιρίσματος και της ατάκας της πυγμής- νικάει.

Χαρακτηριστική είναι η διολίσθηση στα θέματα της ελευθερίας του Τύπου στις ΗΠΑ, όπου υπάρχει ακόμα και ιστοσελίδα με την οποία η κυβέρνηση Τραμπ συκοφαντεί συγκεκριμένους δημοσιογράφους με τα ονόματά τους ως αναξιόπιστους. Επίσης, σχετικά πρόσφατα επιτέθηκε λεκτικά σε δημοσιογράφους της New York Times, του Βloomberg, του ΑΒC και του CNN. Για παράδειγμα, τη δημοσιογράφο του CNN Kaitlan Collins την εξύβρισε ως «ηλίθια».

Το ότι κυρίως καθυβρίζει γυναίκες δεν είναι τυχαίο. Είναι γιατί στο μεσαιωνικό μυαλό του δεν έχουν θέση στη δημόσια σφαίρα (πόσο μάλλον να μιλούν και κριτικά γι’ αυτόν) και θέλει να τις εξωθήσει εκτός.

Η ελευθερία του λόγου πιέζεται καθημερινά και από τις συμπεριφορές του όχλου, τη λεκτική τοξικότητα, την εξουδετέρωση του αντιπάλου μέσω υποτιμητικών σχολίων που αναιρούν την προσωπικότητά του. Όσο πιο βαριά είναι η λεκτική απαξίωση και όσο περισσότερη σε διάρκεια η λεκτική επίθεση, τόσο πιο κοντά είναι η χειροδικία. Τα όρια είναι λεπτά.

Σεξισμός, ρατσισμός και προσβολές παντός τύπου έχουν υιοθετηθεί και κανονικοποιούν την ακροδεξιά. Και δεν το κάνει μόνο ο Τραμπ και οι οπαδοί της MaGa. Πέρα από τις «άνωθεν» παρεμβάσεις του συστήματος, το δικαίωμα της ελευθερίας του Τύπου αμφισβητείται και από «τα κάτω» με την επικρότηση του πολιτικού τραμπουκισμού στα πάνελ, στη Βουλή ή ακόμα και στην ίδια τη δημοσιογραφία με πηχυαίους τίτλους: «Σφαλιάρες μοίρασε», «Χαστούκισε», «Τον πέρασε πριονοκορδέλα» και πολλά άλλα, ακόμα πιο θλιβερά και χυδαία.

Είναι ένα αποτέλεσμα της παρηκμασμένης αστικής δημοκρατίας που μεγεθύνεται από την σκόπιμη έλλειψη του πολιτικού διαλόγου και της αντιπαράθεσης επιχειρημάτων. Είναι ο λόγος του «όχλου» χωρίς κανένα λαϊκό άλλοθι ή περίβλημα.

Οι εκπτώσεις στον πολιτικό διάλογο της ατάκας στενεύουν ακόμα περισσότερο την ελευθερία της πολιτικής έκφρασης και άποψης και αυτός είναι και ένας βασικός λόγος που φθίνουν και αμφισβητούνται από την αντιπολιτική, ευθέως πλέον οι σύγχρονες Δημοκρατίες. Γιατί πρόκειται για μια σχέση αμφίδρομη και ζωτική, αυτή της ελευθερίας του λόγου και του Τύπου, με τη Δημοκρατία.

Επιπλέον, οι περισσότεροι-ες αντιλαμβάνονται την ελευθερία του λόγου ως μια πολύ στενή έννοια, που περιορίζεται κυρίως στον εαυτό τού καθενός-καθεμιάς. Πολύ δύσκολα δηλαδή, θεωρούμε ότι η ελευθερία αυτή αξίζει και στον διπλανό μας, με την ανοχή στη διαφορετική άποψη να γίνεται όλο και πιο σπάνια.

Μετά πάλι, απομονωμένοι-ες στους μικρόκοσμους των σόσιαλ μίντια, σε υπολογιστές και κινητά, έχουμε φτιάξει μικρόκοσμους που «οι άλλοι», «οι απέναντι», «οι διαφωνούντες» δεν χωράνε. Οπότε φροντίζουμε να μην ερχόμαστε σε επαφή μαζί τους (βοηθάει σε αυτό και ο αλγόριθμος) είτε γιατί θεωρούμε ενοχλητικές τις απόψεις τους, είτε γιατί προφυλάσσουμε τους εαυτούς μας από τη βίαιη αντιμετώπιση που κυριαρχεί στους ιδιότυπους αυτούς διαδικτυακούς μικροχώρους που αντικατέστησαν τα παραδοσιακά καφενεία.

Όσο λιγότερο ερχόμαστε σε επαφή με τον άλλο, τόσο λιγότερο τον ανεχόμαστε, πόσο μάλλον τις απόψεις του αν είναι διαφορετικές. Και αυξάνουμε τη δική μας πεποίθηση του δίκαιου της άποψής μας ανατροφοδοτούμενη από τα λάικ των φίλων και «ακολούθων»…

Ταυτόχρονα, η αντιπολιτική, ως η κυρίαρχη τάση της εποχής, διαμορφώνει μια συγκεκριμένη αντίληψη για τους επαγγελματίες της πληροφορίας και της άποψης, τους επαγγελματίες του λόγου που τσουβαλιάζονται με τους πολιτικούς (4η εξουσία γαρ) και όλοι μαζί «μας λένε ψέματα». Οι αλήθειες ψάχνονται λοιπόν στο διαδίκτυο και συνήθως είναι οι αλήθειες που ταιριάζουν στον καθένα από εμάς να ακούσει. Άρα παντός είδους συνωμοσιολόγοι βρίσκουν εύκολους στόχους και εχθρούς στους δημοσιογράφους.

Αυτό αναπόφευκτα ευνοεί τον οπαδισμό, έναντι της πολιτικής που είναι ακόμα μια συλλογική διαδικασία -κατά ένα μεγάλο μέρος της. Δηλαδή μια συλλογική διαδικασία παράθεσης και αντιπαράθεσης απόψεων σε μια αέναη διαπάλη μέσω δίκιου-άδικου και θεωρίας-πράξης με βάση τις βασικές ιδεολογικές και ταξικές διαφοροποιήσεις. Αυτό ούτε στον αρχηγισμό, κάτω από μια «στιβαρή» -ανδρική πάντα- φιγούρα, υπάρχει. Όταν αφανίζονται οι ταξικές διαφορές από το προσκήνιο, αυτός που πραγματικά κάνει εξολοκλήρου κουμάντο είναι το χρήμα, όπως στην κραυγαλέα περίπτωση του Τραμπ.

Όταν λοιπόν επιλέγουμε αντιπροσώπους με κριτήρια δύναμης οικονομικής ή διασημότητας και εξωτερικής εμφάνισης, κυρίως «μαγκιάς», το οποίο μεταφράζεται ως «τα λέει έξω από τα δόντια», «έτσι τους χρειάζεται», τότε τα παρακμιακά φαινόμενα της δημοφιλίας πολιτικών αρχηγών (θηλυκού ή αρσενικού γένους) εξαιτίας του τοξικού λόγου και μιας επιθετικότητας κατά των «απέναντι», γιγαντώνονται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Η Σελήνη των εραστών

...