Γκανγκστερικός ρεαλισμός: Συναλλαγή, κυριαρχία και εξαναγκασμός στη νέα αμερικανική Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας
* Κωνσταντίνα Οικονόμου
Διεθνολόγος, επισκέπτρια ερευνήτρια του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης & Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου – Η ανάλυση περιλαμβάνεται στο θεματικό Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου ΕΝΑ «Τραμπ 2.0 και ο μετασχηματισμός της διεθνούς τάξης: Γεωπολιτικές και οικονομικές αναδιατάξεις»
Το πρώτο έτος της δεύτερης προεδρίας Τραμπ δεν χαρακτηρίστηκε από μια συνεκτική στρατηγική αφήγηση, αλλά από μια σειρά πράξεων που εγγράφονται εντός του συνθήματος Πρώτα η Αμερική και οι οποίες, εκ των υστέρων, αποκαλύπτουν έναν ενιαίο τρόπο άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Απειλές κατά της εδαφικής ακεραιότητας συμμάχων, ανοιχτή συζήτηση περί χρήσης στρατιωτικής βίας για σκοπούς εδαφικής ενσωμάτωσης, οικονομικός εξαναγκασμός μέσω κυρώσεων και δασμών, έκνομες στρατιωτικές επιχειρήσεις σε περιοχές χαμηλού θεσμικού κόστους, καθώς και μια διπλωματία «ειρηνευτικών συμφωνιών» που δεν τερματίζουν συγκρούσεις αλλά αναδιατάσσουν σχέσεις κόστους και οφέλους. Τα επιμέρους αυτά επεισόδια δεν συγκροτούν απλώς μια επιθετική ή απομονωτική πολιτική. Συνθέτουν ένα πρότυπο συναλλαγής, στο οποίο η ισχύς ασκείται άμεσα, προσωποποιημένα και τιμωρητικά, χωρίς την ανάγκη σταθερής επίκλησης κοινών κανόνων ή θεσμικής καθολικότητας.
Η δημοσίευση της νέας Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας, λίγο πριν τη συμπλήρωση ενός έτους διακυβέρνησης Τραμπ, έρχεται να προσδώσει στην τρέχουσα αμερικανική εξωτερική πολιτική μια μορφή συνοχής. Η Στρατηγική λειτουργεί ως θεσμική επικύρωση ενός συγκεκριμένου τρόπου άσκησης εξωτερικής πολιτικής, στον οποίο η κυριαρχία, η οικονομική ισχύς και η επιλεκτική πολυμέρεια συνδέονται οργανικά σε ένα ενιαίο στρατηγικό πλέγμα. Σε αυτό το πλαίσιο, το διεθνές δίκαιο παραμένει ουσιαστικά εκτός οπτικού πεδίου της Στρατηγικής, ενώ οι διεθνείς οργανισμοί αντιμετωπίζονται πρωτίστως ως εργαλεία επίτευξης πολιτικών στόχων και όχι ως αυτόνομοι φορείς κανόνων ή νομιμότητας.
Ενισχύστε το militaire.gr ,δείτε γιατί ΕΔΩ
Παρότι η Στρατηγική δεν το διατυπώνει ρητά, η συνολική της αρχιτεκτονική δεν αφήνει αμφιβολία ως προς ένα θεμελιώδες σημείο: η περίοδος της αδιαμφισβήτητης αμερικανικής ηγεμονίας έχει παρέλθει και η στρατηγική συγκροτείται πλέον μέσα σε ένα γεωπολιτικό και εσωτερικό περιβάλλον που ορίζεται από ανασφάλεια, υλικούς περιορισμούς και φθίνουσα αυτοπεποίθηση ως προς την παλαιότερη ιδέα της αμερικανικής υπεροχής. Σε αυτό το πλαίσιο, η αμερικανική ισχύς παρουσιάζεται ως ολοένα και πιο περιορισμένη και, κρίσιμα, ως κατεξοχήν συναλλακτική: η μεγάλη ανταγωνιστική δυναμική μεταξύ ισχυρών κρατών συνυφαίνεται με δομική οικονομική αλληλεξάρτηση, ενώ η ανακατανομή βαρών προς συμμάχους, η καχυποψία απέναντι σε παγκόσμιους θεσμούς και η στενότερη οριοθέτηση του «εθνικού συμφέροντος» συγκλίνουν σε μια στρατηγική όπου τα οικονομικά συμφέροντα λειτουργούν ως κεντρικός άξονας νοηματοδότησης της ασφάλειας. Αντί μιας ρητορικής αδιάλλακτης στρατηγικής αντιπαλότητας, η Στρατηγική υιοθετεί έναν πιο διαχειριστικό τόνο έναντι των ανταγωνιστών, προβάλλοντας στόχους όπως η «εξισορρόπηση» της οικονομικής σχέσης με την Κίνα, ενώ ταυτόχρονα θεμελιώνει την ιεραρχία ισχύος ως «διαχρονική αλήθεια» των διεθνών σχέσεων. Η ρητή απόρριψη της «ατυχούς» ιδέας της παγκόσμιας κυριαρχίας υπέρ παγκόσμιων και περιφερειακών ισορροπιών δυνάμεων υποδηλώνει μια μετατόπιση από τη φιλοδοξία καθολικής πρωτοκαθεδρίας προς μια μεγαλύτερη ανοχή στη λογική σφαιρών επιρροής. Αυτό εξηγεί γιατί η Στρατηγική, πέρα από μια ιδιότυπη εμμονή με την αποκατάσταση της «πολιτισμικής αυτοπεποίθησης» της Ευρώπης, στρέφει δυσανάλογα το βλέμμα της στο Δυτικό Ημισφαίριο και σε ζητήματα «εγγύς πεδίου» — εμπόριο, μετανάστευση και εσωτερική συνοχή — όπου η αμερικανική ισχύς μπορεί να μεταφραστεί πιο άμεσα σε όρους ελέγχου, εξαναγκασμού και μετρήσιμης απόδοσης.
Η ρητορική της μη παρέμβασης και η πραγματικότητα της επιβολής
Η κεντρική θέση και, παράλληλα, δομική αντίφαση της Στρατηγικής είναι δηλωτική της νέας γραμματικής ισχύος που επιχειρεί να κανονικοποιήσει. Από τη μία πλευρά, θεμελιώνει μια «προδιάθεση μη παρεμβατισμού» στις υποθέσεις άλλων κρατών και διακηρύσσει ότι ο μη παρεμβατισμός πρέπει να θέτει «υψηλό φραγμό» για το τι συνιστά δικαιολογημένη επέμβαση. Από την άλλη, η ίδια η Στρατηγική επαναδιατυπώνει το περιεχόμενο της παρέμβασης, περιορίζοντάς τη σε εκείνες τις μορφές που δημιουργούν εμφανές πολιτικό και στρατιωτικό κόστος, όπως οι μακρόχρονες επιχειρήσεις κατοχής και το nation-building, τις οποίες αποκηρύσσει.
Η αποκήρυξη αυτή, όμως, δεν συνεπάγεται αποχώρηση από την πολιτική επιβολής. Συνεπάγεται μετακίνηση σε ένα πιο ευέλικτο ρεπερτόριο πίεσης, όπου ο εξαναγκασμός ασκείται μέσω αγοράς, τεχνολογίας, επενδύσεων, αμυντικών προμηθειών και θεσμικής πρόσβασης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου