Βασίλη Παπαγεωργίου, «Φόνοι στη Θεσσαλονίκη»: Αστυνομικό μυθιστόρημα με λεπτή, σχεδόν αθόρυβη ένταση (κριτική)

Για το μυθιστόρημα του Βασίλη Παπαγεωργίου «Φόνοι στη Θεσσαλονίκη» (εκδ. Σαιξπηρικόν). Εικόνα: Από τη σειρά «Έτερος εγώ».
Γράφει ο Γιώργος Κ. Μιχαηλίδης
Στο Φόνοι στη Θεσσαλονίκη, ο Βασίλης Παπαγεωργίου δεν επιχειρεί απλώς να προσθέσει ένα ακόμη έργο στο σώμα της σύγχρονης ελληνικής αστυνομικής πεζογραφίας. Αντιθέτως, χρησιμοποιεί το αστυνομικό σχήμα ως ένα διακριτικό όχημα στοχασμού, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους από την αποκάλυψη του ενόχου στη χαρτογράφηση μιας πόλης και, κυρίως, μιας ιδιότυπης εσωτερικότητας που γεννιέται μέσα σε αυτήν.
Η Θεσσαλονίκη του μυθιστορήματος δεν είναι η αναγνωρίσιμη, τουριστικά αναπαραγόμενη πόλη ούτε ένα απλό σκηνικό εγκλήματος. Πρόκειται για έναν χώρο υπόγειας έντασης, όπου οι διαδρομές -από τους Αμπελοκήπους και την Άνω Πόλη έως το λιμάνι και τις απόκοσμες παρυφές του Αγγελοχωρίου- λειτουργούν ως διαδοχικά πεδία ψυχικής έκθεσης. Η πόλη μοιάζει να αναδύεται όχι μέσα από περιγραφική πληθωρικότητα, αλλά μέσω μιας οικονομίας βλέμματος: μικρά αρχιτεκτονικά ίχνη, σιωπηλές γωνίες, φωτισμοί που υποβάλλουν περισσότερο απ’ ό,τι εξηγούν. Η μικροσκοπική οικία στην οδό Βότση, για παράδειγμα, αποκτά τη σημασία ενός σχεδόν μεταφυσικού κόμβου – ενός σημείου όπου το οικείο γίνεται αδιόρατα απειλητικό.
Η γραφή του Παπαγεωργίου παραμένει πιστή στη γνωστή της καθαρότητα. Οι ειρμοί είναι ακριβείς, σχεδόν διαφανείς, όμως κάτω από αυτή τη στιλπνότητα διαγράφεται μια επίμονη αμφισημία. Το σασπένς δεν προκύπτει από θεαματικές ανατροπές, αλλά από μια αργή συσσώρευση λεπτομερειών και από τις εσωτερικές ιχνηλατήσεις που διαρκώς διασταυρώνονται με τις εξωτερικές. Το έγκλημα, αντί να λειτουργεί ως απόλυτο γεγονός, γίνεται αφορμή για μια εξερεύνηση του τρόπου με τον οποίο το παρελθόν, η μνήμη και η ενοχή φωλιάζουν στην καθημερινότητα.
Το παιχνίδι φωτός και σκότους
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το παιχνίδι φωτός και σκότους που διατρέχει το μυθιστόρημα, όχι ως απλό μοτίβο του είδους, αλλά ως ηθική και αισθητική συνθήκη. Το σκοτάδι εδώ δεν ταυτίζεται με το κακό, ούτε το φως με τη λύτρωση. Αντίθετα, πρόκειται για δύο καταστάσεις που αλληλοδιεισδύουν, παράγοντας μια δυσοίωνα οικεία ατμόσφαιρα – σαν η πόλη και οι άνθρωποί της να βρίσκονται διαρκώς σε ένα λυκόφως συνείδησης.
Πρόκειται για ένα έργο που εμπιστεύεται τον αναγνώστη, αποφεύγει τον διδακτισμό και επιμένει στη λεπτή, σχεδόν αθόρυβη ένταση.
Με το Φόνοι στη Θεσσαλονίκη, ο Παπαγεωργίου προτείνει ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που διαβάζεται λιγότερο ως μηχανισμός επίλυσης και περισσότερο ως άσκηση προσοχής. Πρόκειται για ένα έργο που εμπιστεύεται τον αναγνώστη, αποφεύγει τον διδακτισμό και επιμένει στη λεπτή, σχεδόν αθόρυβη ένταση. Σε μια εποχή όπου το αστυνομικό συχνά εξαντλείται στην ταχύτητα και την ευκολία της πλοκής, το βιβλίο αυτό υπενθυμίζει ότι το πραγματικό μυστήριο δεν είναι πάντα το ποιος, αλλά το πώς και το γιατί μιας πόλης που συνεχίζει να γεννά σκιές – και να τις κατοικεί.
*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ-ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ (1997) είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Φιλοσοφίας, μεταφραστής και υπεύθυνος της οργανωτικής επιτροπής του Ινστιτούτου Φιλοσοφίας ΙWPR.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Μια καινούργια μεγάλη μαύρη Μπεμβέ πλησιάζει αργά το παλιό μικρό άσπρο Ρενό που έχει σταματήσει μπροστά στα κόκκινα φανάρια πριν από την έξοδο προς τον ταλαιπωρημένο αυτοκινητόδρομο για την Αθήνα. Η μέρα είναι φωτεινή, αν και ακόμη, έντεκα τώρα το πρωί, έχει αρκετή φθινοπωρινή υγρασία στη μεριά αυτή της πόλης, τόσο κοντά στον βορειοδυτικό Θερμαϊκό. Η κίνηση στους δρόμους είναι μειωμένη σε όλες τις κατευθύνσεις του κόμβου. Το μαύρο αυτοκίνητο στρίβει αργά αργά αριστερά και σταματά δίπλα στο Ρενό. Η πόρτα του οδηγού ανοίγει και βγαίνει ένας άντρας γύρω στα σαράντα πέντε, ντυμένος γκρίζο φανελένιο κοστούμι και μπλε πουκάμισο χωρίς γραβάτα, ανοιχτό στο λαιμό. Προχωρά με ήρεμα, αργοζυγισμένα βήματα προς την αριστερή μεριά του Ρενό, βγάζει ένα περίστροφο από τη δεξιά τσέπη του σακακιού του και μετά από μερικά επιμελώς εκκενωμένα δευτερόλεπτα, ενώ ο οδηγός του Ρενό τον κοιτά ακίνητος, αμίλητος, σαστισμένος και τελικά τρομοκρατημένος, τον πυροβολεί ρίχνοντας ήρεμα πάντα πέντε πιστολιές στο κεφάλι πίσω από το τζάμι και τον σκοτώνει. Μάλλον όμως έχει ήδη σκοτώσει τον ανυποψίαστο οδηγό με την πρώτη. Στρέφεται με τον ίδιο πάντα ρυθμό στις κινήσεις του και επιστρέφει στο αυτοκίνητό του, πίσω από το οποίο έχουν στο μεταξύ προλάβει να σταματήσουν καμιά δεκαριά αυτοκίνητα και στις δυο λωρίδες δρόμου. Το κεφάλι του θύματος γέρνει πάνω στο θρυμματισμένο παράθυρο της πόρτας με το αίμα να αναβλύζει και να ρέει πάνω στη φθαρμένη άσφαλτο. Η πυκνή ροή είναι για λίγο η μόνη κίνηση στο μέρος αυτό, γεμάτη από μια άηχη διαπεραστική κραυγή μέσα στη γαλήνη που επικρατεί σαν να έχουν σβήσει όλες οι μηχανές των αυτοκινήτων στο σημείο αυτό, σαν να μη διασχίζουν πουλιά ή αεροπλάνα τον ουρανό. Όταν ανάβει πράσινο και πάλι η Μπεμβέ ξεκινά αργά και μπαίνει στον αυτοκινητόδρομο. Τα υπόλοιπα αυτοκίνητα παραμένουν ασάλευτα. Καμιά πόρτα τους δεν ανοίγει, κανένα παράθυρο. Κανένας δεν κορνάρει. Ανάβει κόκκινο, πράσινο, κόκκινο, πράσινο. Κανείς δεν δείχνει να θέλει να κάνει μια πρώτη κίνηση. Τέλος Οκτωβρίου, ο αέρας αργεί πια να ζεσταθεί, κάτι απόμακρο αιωρείται στην ατμόσφαιρα». (Φόνοι στη Θεσσαλονίκη, σελ. 9-10).
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Βασίλης Παπαγεωργίου (Θεσσαλονίκη, 1955) είναι συγγραφέας και μεταφραστής. Από το 1975 ως το 2023 ζούσε στη Σουηδία. Πεζογραφικά και ποιητικά βιβλία του, καθώς και θεατρικά του έργα έχουν δημοσιευτεί στην Ελλάδα και τη Σουηδία.

Έχει μεταφράσει στα Ελληνικά βιβλία των W. G. Sebald, Willy Kyrklund (Βίλλυ Σύρκλουντ), Eva Runefelt, Magnus William-Olsson (Μάγκνους Βίλλιαμ-Ούλσσον), Tomas Tranströmer (Τούμας Τράνστρεμερ, το σύνολο των ποιημάτων, υποψήφιο για το Κρατικό βραβείο μετάφρασης 2002) και John Ashbery (Τζον Άσμπερυ).
Στα σουηδικά έχει μεταφράσει (μαζί με συνεργάτες) βιβλία του Οδυσσέα Ελύτη, του Τζον Άσμπερυ, του Θανάση Βαλτινού, του Kenneth Koch (Κέννεθ Κοκ), του W. G. Sebald, όλα τα ποιήματα και τα αποσπάσματα της Σαπφούς (σχολιασμένη έκδοση) και μια σχολιασμένη συλλογή με ανέκδοτα ποιήματα και πεζά του Κωνσταντίνου Καβάφη.
Είναι docent συγκριτικής λογοτεχνίας και καθηγητής δημιουργικής γραφής.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου