Τετάρτη, Ιανουαρίου 14, 2026

«Προς τα πού βαδίζει η Γερμανία;»-Προς τι ο επανεξοπλισμός της;

 

Επανεξοπλισμός της Γερμανίας: Ένα παλαιό πολιτικό σχέδιο

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

neoplanodion.gr

Εδώ και αρκετό καιρό, ένα ερώτημα αντηχεί στις κυβερνήσεις των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών (και όχι μόνο): «Προς τα πού βαδίζει η Γερμανία;». Τα μέχρι σήμερα δεδομένα δείχνουν με σαφήνεια ότι έχουμε να κάνουμε με έναν ριζικό αναπροσδιορισμό της ισορροπίας δυνάμεων στη Γηραιά Ήπειρο. Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ως φωτοαντίγραφο, αλλά μετεξελισσόμενη, και μάλιστα προς επίρρωση της ετερογένειας των σκοπών της.

Το Βερολίνο βιώνει αυτή τη στιγμή μια στρατηγική επανάσταση, η οποία προετοιμάζεται εδώ και πάνω από μια δεκαετία και επιταχύνεται δραματικά μετά την έναρξη της ρωσικής «Ειδικής Στρατιωτικής Επιχείρησης» στην Ουκρανία. Όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα, αυτή η μετατόπιση θα αναδιαμορφώσει την παρουσία της Γερμανίας και τον ρόλο της στον κόσμο. Τουλάχιστον αυτό θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο. Ο επανεξοπλισμός αποτελεί τον πυρήνα αυτού που τολμώ να ονομάσω ως «γερμανική επανάσταση». Για να κατανοήσουμε τη μελλοντική στρατηγική διαμόρφωση της χώρας, δεν αρκεί να απαριθμήσουμε τα τεράστια κεφάλαια που διέθεσε το Βερολίνο για την Bundeswehr τους τελευταίους μήνες, τις προγραμματισμένες αγορές ή τις ηχηρές δηλώσεις του καγκελάριου Φρήντριχ Μερτς και άλλων υπουργών της κυβέρνησής του. Οι αριθμοί, όσο σημαντικοί κι αν είναι, μόνο επιφανειακά μας αποκαλύπτουν την πραγματικότητα. Το ζήτημα στην ουσία του είναι πολιτισμικό, και όχι απλώς υλικό[1].

Η Γερμανία έχει αναγνωρίσει επίσημα τη στρατιωτική ισχύ ως τον αποφασιστικό παράγοντα για την αναγέννησή της και την αύξηση της ισχύος της. Σήμερα, παντού στο Βερολίνο γίνεται παραδεκτό με ασυνήθιστη ειλικρίνεια ότι οι ακρογωνιαίοι λίθοι πάντω στους οποίους οι Γερμανοί στήριζαν την ευημερία τους για πάνω από τριάντα χρόνια έχουν καταρρεύσει: το ευρώ, η φτηνή ρωσική ενέργεια και οι μεταρρυθμίσεις Σραίντερ δεν μπορούν να συνεισφέρουν πια στην οικονομική ισχύ της Γερμανίας. Μια νέα ερμηνεία κερδίζει έδαφος: η πραγματική εναλλακτική λύση στην παρακμή είναι να επαναπροσδιοριστεί η σχέση με τις αμυντικές δαπάνες και τον ρόλο της στρατιωτικής ισχύος.

Αναπόφευκτα, αυτή η δυναμική επηρεάζει όχι μόνο τον γερμανικό στρατό, αλλά και την αντίληψη του πληθυσμού για το οικονομικό σύστημα, την εξωτερική πολιτική, ακόμη και την ηθική, τον πολιτισμό και την εθνική αυτοσυνείδηση. Μια διαδικασία που προορίζεται να δημιουργήσει μια νέα Γερμανία και να μεταμορφώσει ριζικά την Ευρώπη. Αυτό που θέλω να δείξω σ’ αυτό το άρθρο όμως είναι η προετοιμασία της γερμανικής κοινής γνώμης για τον νέο ρόλο που θα πρέπει να αποκτήσει η Γερμανία στο προσεχές μέλλον, διαμέσου των απόψεων που μετά το 2010 έχουν δει το φως της δημοσιότητας από σημαντικούς Γερμανούς διανοούμενους.

Το 2012, στο μεγαλύτερο περιοδικό ιδεών της Γερμανίας, ο Κρίστοφ Σαίνμπεργκερ (“Hegemon wider Millen. Zur Stellung Deutschlands in der Europäischen Union”, Merkur, Ιανουάριος 2012, σ. 1-8) διακήρυξε την έλευση της χώρας του ως ηγεμόνος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ηγεμονία εδώ νοείται με τον τρόπο που την εννοούσε προπολεμικά ο Χάινριχ Τρίπελ (Die Hegemonie, 1938): της ηγεσίας σε μια ομοσπονδία, όπως ήταν ο ρόλος της Αθήνας στη Συμμαχία της Δήλου, της Ολλανδίας στις Ηνωμένες Επαρχίες και της Πρωσίας στο Δεύτερο Ράιχ

Η ΕΕ αποτελείται από 27 κράτη εντελώς διαφορετικού μεγέθους και σημασίας, που καθένα τους έχει επισήμως ίσα δικαιώματα μέλους. Ο περίπλοκος μηχανισμός της στις Βρυξέλλες δεν έχει καμία εμφανή σύνδεση με τα εσωτερικά ακροατήρια της ηπείρου, και μάλιστα έπρεπε να είναι ηχομονωμένος από αυτά αν ήθελε να λειτουργήσει ομαλά[2]. Η συνοχή και η καθοδήγηση σ’ αυτή την ανοικονόμητη δομή μπορούσαν να έρθουν μόνο από ένα κράτος αδιαφιλονίκητα μεγαλύτερο και ισχυρότερο από όλα τα άλλα, όπως υπήρξε η Πρωσία στο Δεύτερο Ράιχ που οικοδόμησε ο Μπίσμαρκ.

Η Γερμανία είναι σήμερα αυτή η δύναμη. Οι Γερμανοί πρέπει να εγκαταλείψουν την επαρχιώτικη εσωστρέφεια του πρόσφατου παρελθόντος και να αντεπεξέλθουν σε ένα ρόλο τον οποίο δεν μπορούν να αποφεύγουν άλλο. Μέσα στην ίδια την Γερμανία το πρόβλημα είναι το παρεμβατικό κοινοβούλιο και το παρεμποδιστικό Συνταγματικό Δικαστήριο, που αμφότερα περιορίζουν την ανάληψη τολμηρής δράσης από την εκτελεστική εξουσία. Το ίδιο και η εξιδανικευμένη λαχτάρα για δημοκρατία, χαρακτηριστική λαών με πρόσφατο αντιδημοκρατικό παρελθόν, που δυσφορούν με την απροσπέλαστη γραφειοκρατία της Κομισιόν και τις δαιδαλώδεις τεχνοκρατικές επιτροπές της – μια λαχτάρα που εκφράζεται από τον Χάμπερμας και τα όνειρά του για μια υπερεθνική δημοκρατία η οποία θα εκλέγει μια κυβέρνηση υπόλογη σε ένα πανευρωπαϊκό εκλογικό σώμα. Οι αντιλήψεις αυτού του είδους υπήρξαν πολιτική επιστημονική φαντασία.

Η μόνη ρεαλιστική πραγματικότητα θα ήταν μια ομοσπονδία κρατών, ίσων στη θεωρία, ιεραρχούμενων στην πράξη, υπό την ηγεσία μιας ηγεμονικής Γερμανίας. Η Γαλλία, με μια οικονομία εχθρική στις μεταρρυθμίσεις και με τα ξεφτισμένα της παράσημα γοήτρου –τα πυρηνικά όπλα και την έδρα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ– θα πρέπει να περιοριστεί σε μια θέση παρόμοια με της Βαυαρίας επί Μπίσμαρκ: για την απώλεια της ισχύος της θα παρηγορηθεί με χειρονομίες κατευνασμού και επιχορηγήσεις. Και δεν έχει τίποτε το αλαζονικό η πρόγνωση αυτού του διακανονισμού. Η Γερμανία θα γινόταν ηγεμόνας παρά τη θέλησή της, και μια τέτοια ηγεμονία θα ήταν περισσότερο βάρος παρά προνόμιο. Είναι απλώς η μοίρα της χώρας.

Σε πιο αποφασιστικό τόνο, αλλά στο ίδιο μοτίβο κινείται και ο Χέρφρηντ Μύνκλερ, καθηγητής Πολιτικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Χούμπολντ του Βερολίνου και από τους διαπρεπέστερους Γερμανούς μελετητές της συγκριτικής γεωπολιτικής. Η Ευρώπη ισχυρίζεται (Imperien , 2006) οφείλει να αναπτύξει μια δική της αυτοκρατορική πολιτική ακριβώς όπως οι ΗΠΑ, ικανή να αστυνομεύει την περιφέρειά της. Από το 2006 η Γερμανία άρχισε πλέον να δρα ως «μεσαία δύναμη», με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, στέλνοντας λ.χ. τα στρατεύματά της στο εξωτερικό χάριν του κοινού συμφέροντος. Ακόμα όμως βασίζεται υπερβολικά στην οικονομική της ισχύ για την εθνική της ανάδειξη. Οφείλει να διαφοροποιήσει τους τρόπους ισχύος της. Μια δεκαετία αργότερα, ενδέχεται να αποδοθεί στη Γερμανία πολύ σημαντικότερος ρόλος από κάθε άποψη. Στο νέο του βιβλίο, Η ισχύς εν τω μέσω (Macht in der Mitte, 2015) , ο Μύνκλερ εκθέτει τους λόγους για τους οποίους η Γερμανία έχει αν μη τι άλλο κατακτήσει στην Ευρώπη τη θέση στην οποία σκόνταψαν προηγούμενα καθεστώτα. «Εμείς είμαστε ο ηγεμών», αναγγέλλει ο Μύνκλερ («Wir sind der Hegemon”, Frankfurter Allgemeine Zeitung, 21.04.2015). Η Γερμανία δεν είναι μόνο η μεγαλύτερη οικονομία και το πολυπληθέστερο έθνος στην Ένωση, αλλά θέτει και τα πρότυπα της κοινωνικής συνοχής και της πολιτικής αποτελεσματικότητας. Οι ίδιοι οι Γερμανοί δεν επεδίωξαν –και ακόμα δεν επιθυμούν– την ηγεμονία στην οποία τους έχει εξωθήσει η ιστορία. Η πολιτική ελίτ την αποστρέφεται, οι ψηφοφόροι είναι τυφλοί απέναντί της, οι διανοούμενοι αποφεύγουν επιμελώς να τη συζητούν. Όμως μόνο η Γερμανία μπορεί να παράσχει, με το παράδειγμά της και τη θέλησή της, την ηγεσία που απαιτείται για την αντιμετώπιση όλων των κινδύνων που περικύκλωναν την Γηραιά Ήπειρο: «Αποτυχία της Γερμανίας ίσον αποτυχία της Ευρώπης». Τα άμεσα καθήκοντά της είναι επομένως διττά: να γίνει «και ταμίας και εκπαιδευτής» της ηπείρου.

Συναφείς είναι οι αναλύσεις του Ζίγκμαρ Γκάμπριελ (Zeitenwende in der Weltpolitik: Mehr Verantwortung in ungewissen Zeiten, Herder, 2018) και του Βόλφγκανγκ Ίσινγκερ (Welt in Gefahr: Deutschland und Europa in unsicheren Zeiten, 2018.) Όπως ο Γκάμπριελ, ο Ίσινγκερ θεωρεί ότι η Γερμανία πρέπει να αναγνωρίσει τον εαυτό της ως ανερχόμενη δύναμη προοριζόμενη να αναλάβει περισσότερες ευθύνες σε πλανητικό επίπεδο. Το να εμπιστεύεται την άμυνά της στις ΗΠΑ δεν είναι πλέον μια βιώσιμη επιλογή. Η μεταπολεμική εξασφάλιση της ασφάλειάς της από τις ΗΠΑ βοήθησε τη Γερμανία να μετατραπεί σε μια αποτελεσματική μεσαία δύναμη όπως αυτή που είναι σήμερα. Σύμφωνα με τον Ίσινγκερ λίγες χώρες έχουν αποκομίσει τόσο υψηλά κέρδη από την Pax Americana και την παγκοσμιοποίηση. Αλλά πλέον οι συνθήκες στον πλανήτη έχουν αλλάξει.[.........................................................]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Τα βιβλία του Γιώργου Μαυρογορδάτου | Βιβλία που μας φώτισαν - Επ.4

Ο Γεώργιος Μαυρογορδάτος, ιστορικός και διακεκριμένος πολιτικός επιστήμονας, μας μιλά για τρία βιβλία που φώτισαν την νεότερη ελληνική ιστορ...