Η ταινία Sbatti il mostro in prima pagina (Βιασμός στην πρώτη σελίδα, 1972), σε σκηνοθεσία Μάρκο Μπελόκιο, επικεντρώνεται στον αδίστακτο χειρισμό των ΜΜΕ και στην πολιτική χειραγώγηση της κοινής γνώμης, στην Ιταλία των αρχών της δεκαετίας του '70.
ΜΑΡΚΟ ΜΠΕΛΟΚΙΟ
Το κεντρικό θέμα της ταινίας είναι η ηθική διαφθορά του Τύπου και η χρήση της σκανδαλοθηρικής δημοσιογραφίας ως όπλου πολιτικού πόλεμου.
Η ιστορία διαδραματίζεται στο Μιλάνο, στις παραμονές βουλευτικών εκλογών, σε μια περίοδο έντονης κοινωνικής και πολιτικής έντασης . Μια συντηρητική, φιλοκυβερνητική εφημερίδα με το όνομα Il Giornale (πρόκειται για φανταστική εφημερίδα, χωρίς σχέση με την ομώνυμη που ιδρύθηκε αργότερα), ανακαλύπτει μια "χρυσή" ευκαιρία , μια νεαρή γυναίκα βρίσκεται βιασμένη και δολοφονημένη.
Ο αρχισυντάκτης Μπιτζάντι (Τζιάν Μαρία Βολοντέ), σε συνεννόηση με τους πλούσιους χρηματοδότες της εφημερίδας, εκμεταλλεύεται το τραγικό γεγονός. Στηρίζει μια δημοσιογραφική εκστρατεία που στρέφει την κοινή γνώμη εναντίον της αριστεράς, παρουσιάζοντας ως ύποπτο έναν νεαρό αριστερό ακτιβιστή και αποσιωπώντας τα πραγματικά κοινωνικά ζητήματα.
Παρά τη διαπίστωση της αθωότητας του αριστερού ακτιβιστή και της πραγματικής ταυτότητας του δράστη, η εφημερίδα επιλέγει να συνεχίσει τη χειραγώγηση. Η αλήθεια παραμένει κρυφή, προκειμένου να αξιοποιηθεί πολιτικά ανάλογα με το εκλογικό αποτέλεσμα, αποκαλύπτοντας έτσι την πλήρη υποταγή της δημοσιογραφικής δεοντολογίας στις πολιτικές και οικονομικές επιδιώξεις.
Βιασμός στην πρώτη σελίδα/Βικιπαίδεια
ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ
ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΕΚΟ :Βιασμοί στην πρώτη σελίδα
ΠΗΓΗ: solo lupo
Εισαγωγή
Ο τίτλος του άρθρου του Ουμπέρτο Έκο αναφέρεται στην ταινία
του Μάρκο Μπελλόκιο Sbatti il mostro in prima pagina (ελληνικός τίτλος: Βιασμός στην πρώτη σελίδα) – μια πιο σωστή απόδοση θα
ήταν Βάλτε τον «δράκο» στην πρώτη σελίδα.
Η ταινία
είναι γυρισμένη το 1972. Περιγράφει την καθημερινότητα στην φανταστική εφημερίδα
του Μιλάνου, Il Giornale. Η εφημερίδα
απευθύνεται σε συντηρητικό, σχεδόν φασιστικό, αστικό κοινό και ο αρχισυντάκτης της
Μπιζάντι προσπαθεί με κάθε τρόπο να δίνει δεξιό πρόσημο ακόμα και στα πιο απλά
καθημερινά γεγονότα. Ταυτόχρονα, αποστειρώνει και «γλυκαίνει» τα πιο ακανθώδη
ζητήματα, όπως η ανεργία, η αστυνομική βία και άλλα. Όταν μια νεαρή κοπέλα
βιάζεται και δολοφονείται, στα στελέχη της σύνταξης επικρατεί παροξυσμός, αφού
φτάνουν στο σημείο να υποστηρίξουν την επαναφορά της θανατικής ποινής (η οποία
έχει καταργηθεί στην Ιταλία μετά την πτώση του Φασισμού) αλλά και να
αποπροσανατολίσουν τις έρευνες, δίνοντας πλαστά στοιχεία στην αστυνομία. Ένας αριστεριστής
φοιτητής μετατρέπεται στον τέλειο αποδιοπομπαίο τράγο στα μάτια των αναγνωστών της
εφημερίδας. Με τις εκλογές να πλησιάζουν και τους φασίστες χρηματοδότες της εφημερίδας
να έχουν ξεμπροστιαστεί από τον Τύπο της Αριστεράς, τον μετατρέπουν σε μια «βολική»
είδηση, που κατευθύνει την προσοχή της κοινής γνώμης σε επιλεγμένα ζητήματα,
εξυπηρετώντας τα συμφέροντά τους.
ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΕΚΟ
Το 1972, ο Ουμπέρτο Έκο ανέλυσε το θέμα της εξουσίας και της πληροφορίας στο περιοδικό
L'Espresso, σχολιάζοντας κριτικά την έννοια της δημοσιογραφικής αντικειμενικότητας και ορίζοντας την υπεράσπιση του Τύπου ως ταξικό προνόμιο στο άρθρο του Βιασμοί στην πρώτη σελίδα.
Συγκεκριμένα, ο Έκο ασχολήθηκε με ζητήματα που σχετίζονται με την επικοινωνία και τη δυναμική της εξουσίας, τονίζοντας τον κίνδυνο χειραγώγησης του κοινού από τη συνεργασία των ισχυρών της οικονομίας και της πολιτικής με τη βοήθεια του ελεγχόμενου από αυτούς Τύπου.
Ο Έκο επικεντρώθηκε στην ανάγκη επαλήθευσης των πηγών και στην ευθύνη των δημοσιογράφων, αναλογιζόμενος τις συζητήσεις γύρω από τη δημοσιογραφική αντικειμενικότητα, η οποία συχνά προβάλλεται ως άλλοθι για την προώθηση ανομολόγητων επιχειρηματικών και πολιτικών σκοπών .
TO AΡΘΡΟ
Βιασμοί στην πρώτη σελίδα
Δεν μπορεί κανείς να κρίνει ένα κινηματογραφικό έργο από λίγες σελίδες σενάριο, αλλά πάντως πιστεύω ότι η πιο επιεικής γνώμη που μπορεί να εκφράσει κάποιος γι’ αυτό το κείμενο είναι ότι στερείται τελείως φαντασίας. Όλα όσα αναφέρονται σ’ αυτό έχουν πράγματι, κατά τον έναν ή τον άλλο τρόπο, συμβεί και δε χρειάζεται να κουράσουμε πολύ τη μνήμη μας για να τα θυμηθούμε έτσι όπως βγήκανε στις εφημερίδες πρόσφατα.
Με άλλα λόγια η ταινία ξαναπαρουσιάζει, με αφηγηματικό τρόπο, το πολυσυζητημένο πρόβλημα της αντικειμενικότητας και της αλήθειας στις ειδήσεις, εκφράζοντας με υπονοούμενα μερικές υποψίες. Το γεγονός ότι μια είδηση είναι αληθινή δε σημαίνει ταυτόχρονα ότι έχει χρησιμοποιηθεί κατά τρόπο αληθινό. Κι ας αφήσουμε το ενδεχόμενο, γέννημα της φαντασίας μου, να «κατασκευάσει» ένας διευθυντής εφημερίδας έναν υπεύθυνο για πολιτικούς λόγους. Του φτάνει και μόνο να κάνει φανερή στην πρώτη σελίδα την ύπαρξη ενός υπεύθυνου (και μιας ευθύνης) για να κάνει τους αναγνώστες να ξεχάσουν άλλους υπεύθυνους και άλλες ευθύνες. Για παράδειγμα, ένας στραγγαλιστής κοριτσιών παραμένει πάντα και αντικειμενικά ένας στραγγαλιστής κοριτσιών, αλλά αν γεμίσει τις πρώτες σελίδες για να μας κάνει να ξεχάσουμε μιαν αεροπορική επιδρομή στο Βιετνάμ ή ένα κυβερνητικό σκάνδαλο γίνεται (από δημοσιογραφική άποψη) ένας πλαστός στραγγαλιστής.
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει ακόμη ένας τρόπος άμυνας που είναι να διερωτάται ο αναγνώστης (σαν η είδηση να ήταν έγκλημα και σύμφωνα με τους κανόνες του καλού αστυνομικού μυθιστορήματος) «τι κέρδος θα είχε απ’ αυτό ο ύποπτος;». Ποιος ωφελείται απ’ το ότι προβάλλεται τόσο βίαια η τάδε είδηση αυτή τη στιγμή, ποιες άλλες ειδήσεις σκεπάζει; Και να που έτσι θα ήταν ακόμη δυνατό ν’ αποκρυπτογραφήσει κανείς την εφημερίδα με τον ίδιο τρόπο που οι αντιφασίστες της δεκαετίας του 1920 αποκρυπτογραφούσαν με μεγάλη ικανότητα λίγες αράδες της «Osservatore Romano» (εφημερίδα του Βατικανού) για να καταλάβουν τι μαγειρευόταν εκείνη την εποχή. Αυτή όμως είναι μια θλιβερή προοπτική, ταιριάζει μόνο σε ανελεύθερες χώρες. Είναι μια λύση που μπορούν να χρησιμοποιήσουν αποκλειστικά τα μορφωμένα άτομα. Συμπέρασμα: η αυτοάμυνα από τον Τύπο, στην Ιταλία, παραμένει ακόμη ταξικό προνόμιο.
Κάτω απ’ όλα αυτά μένει πάντως η υποψία ότι η ιδεολογία της είδησης πάση θυσία (που δεν έχει καμία σχέση με το ιδανικό της αλήθειας πάση θυσία) κυριαρχεί επικίνδυνα στη δημοσιογραφική ηθική: έτσι, ακόμη και ο τίμιος δημοσιογράφος, που δεν επιδιώκει το δόλο ή τη διαφθορά, θα πρέπει να διερωτάται πάντα μήπως πλαστογραφεί τα γεγονότα, απλά και μόνο προσπαθώντας να τους δώσει έμφαση. Πρόκειται για ένα δραματικό πρόβλημα που αφορά όλους, ακόμη και τον επονομαζόμενο δημοκρατικό Τύπο και δε χρησιμεύει σε τίποτα να θεωρήσουμε ότι προσβάλλεται η τιμή μας όταν μας μιλούν γι’ αυτό. Τι σημαίνει δίνω μ’ έναν κάποιο τρόπο μια κάποια είδηση;
Ο Αριστοτέλης στη Ρητορική Τέχνη, όπου έδινε συμβουλές σε όσους θέλανε να πείσουνε τους άλλους πάνω σε θέματα συζητήσιμα και αμφισβητούμενα, ανέφερε τη χρήση «παραδειγμάτων». Το παράδειγμα είναι ένα γεγονός όμοιο μ’ ένα άλλο γεγονός και αναφέρεται σαν απόδειξη (ή μάλλον για να φανεί ότι υπάρχει απόδειξη): «ο Διόνυσος σκοπεύει να γίνει τύραννος επειδή ζήτησε φρουρά. Πράγματι στο παρελθόν ο Πεισίστρατος ζήτησε φρουρά γιατί είχε αυτή την πρόθεση και, όταν την απέκτησε, έγινε τύραννος». Είναι σαφές ότι ο Διόνυσος μπορεί να είχε ζητήσει φρουρά για χίλιους άλλους λόγους, αλλά πώς μπορεί να γλιτώσει απ’ το προηγούμενο της ενέργειας του Πεισίστρατου;
Ας δούμε τη σύγχρονη ερμηνεία του θέματος. Ο δολοφόνος εξαφανίστηκε παίρνοντας μαζί του ένα ζευγάρι παπούτσια. Γίνεται έρευνα στο σπίτι ενός ύποπτου και (γράφει η εφημερίδα) «βρέθηκαν πολλά ζευγάρια παπούτσια. Είναι αυτονόητο ότι πολλά ζευγάρια παπούτσια μπορεί κανείς να βρει και στην παπουτσοθήκη του Προέδρου της δημοκρατίας και του Αρχιεπισκόπου του Μιλάνου και το πρόβλημα είναι αν πρόκειται για «εκείνο» το ζευγάρι παπούτσια. Αλλά, όταν γραφτεί η φράση (και ιδίως αν έχει τη μορφή: «σημαντικό στοιχείο, βρέθηκαν πολλά ζευγάρια παπούτσια»), είναι δύσκολο να αποβάλει ο αναγνώστης μιαν έντονη υποψία ή να μπορέσει τουλάχιστον να μην πάρει μια στάση δυσπιστίας προς τον κρινόμενο.
Όσο καιρό κράτησε η υπόθεση Φελτρινέλλι, για παράδειγμα, και κατά τη διάρκεια των ερευνών που ακολούθησαν, οι εφημερίδες (σχεδόν χωρίς καμία εξαίρεση) συμπεριφέρθηκαν κατ’ αυτό τον τρόπο. Είναι φυσικό πράγμα, οποιοσδήποτε μπορεί να έχει στην τσέπη του ένα σημειωματάριο με διευθύνσεις. Αλλά, όταν για κάποιον που έλεγχε ή συλλάμβανε η αστυνομία οι εφημερίδες γράφανε «και βρέθηκε στην κατοχή του ένα καρνέ με πολλές διευθύνσεις», η φυσική αντίδραση του αναγνώστη ήτανε να σκεφτεί: «Το μασκαρά! Εγώ που είμαι καθώς πρέπει άνθρωπος δεν μαζεύω διευθύνσεις…».
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά μαργαριτάρια είναι μια είδηση –τη μετέδωσε το ραδιόφωνο και πολλές εφημερίδες– σχετικά με την ανεύρεση του αυτοκινήτου του Κορραντίνι (στο Μιλάνο), του νεαρού στελέχους της οργάνωσης Potere Operaio (Εργατική Εξουσία) που πιάστηκε στο διαμέρισμά της οδού Λενιάνο, το επονομαζόμενο «στρατηγείο του αντάρτικου πόλης». Η είδηση έλεγε: «Βρέθηκε επιτέλους το αυτοκίνητο του Κορραντίνι. Σημαντικό στοιχείο: ήταν σταθμευμένο κοντά στο στρατηγείο της οδού Λενιάνο». Η απόδειξη φαινότανε τόσο συντριπτική, ώστε ελάχιστοι αναγνώστες πρέπει να σκεφτήκανε το γεγονός ότι τον Κορραντίνι τον είχανε συλλάβει στην οδό Λενιάνο, που σημαίνει ότι είχε πάει με κάποιο μέσο εκεί. Είναι λογικό να είχε πάει με το αυτοκίνητό του, να το είχε παρκάρει πριν ανέβει στο διαμέρισμα και, αν δεν ήταν ηλίθιος, να το είχε παρκάρει εκεί κοντά και όχι στη Γένοβα. Κι όμως, ποιος μπορούσε να μη μείνει με την εντύπωση ότι η σύμπτωση ήταν ένα σημάδι, το σημάδι μια απόδειξη και η απόδειξη μια μαρτυρία;
Οι εφημερίδες εκείνες τις μέρες ήταν γεμάτες με τέτοιου είδους αξιοπερίεργα. Η Νικολέττα Μίσλερ, μια τρομοκράτισσα, χαρακτηριζότανε σαν «περίεργη» κοπέλα που «φορούσε πάντα μίνι φούστες». Δεν είχε σημασία το γεγονός ότι οι εφημερίδες, δυο σελίδες πιο κάτω, στις στήλες τις αφιερωμένες στη γυναίκα, παρουσιάζανε κομψά σκίτσα «ομαλών» κοριτσιών με μίνι. Δίπλα στα επίθετα όπως «περίεργη, εκκεντρική, ύποπτη», η μίνι φούστα αποκτούσε μελανά χρώματα και παρουσιαζότανε σαν σύμβολο μόνιμης επανάστασης.
Το ίδιο αξιοκατάκριτες ήταν και οι παρατηρήσεις του είδους «βρέθηκαν πολλά ανατρεπτικά έντυπα», εννοώντας εκδόσεις τσέπης που βρίσκει κανείς στα περίπτερα. Ή «βρέθηκαν φονικά όργανα», στα οποία μπορούν να ταξινομηθούν ακόμη και τα αιχμηρά ειδικά μολύβια σχεδίου που, όπως είναι γνωστό, αν τα χώσουμε στο μάτι κάποιου, γίνονται φοβερό όπλο. Ή, τέλος, περιγράφοντας τη σκηνή της κηδείας του Φελτρινέλλι, κατά την οποία μίλησε κάποιος ύποπτος, οι εφημερίδες έσπευσαν να πληροφορήσουν ότι το άτομο «πήρε το λόγο με βραχνή φωνή…».
Αυτό που με προβληματίζει και που πρέπει να προβληματίζει
όλου, είναι ότι πάρα πολλές φορές ο χρονογράφος δεν εκφραζόταν έτσι
ακολουθώντας μια συγκεκριμένη πολιτική γραμμή, αλλά υπακούοντας σε μια
ενστικτώδη ανάγκη δημιουργίας εντυπωσιακής είδησης, δηλαδή στην ανάγκη να κάνει
ένα μπανάλ γεγονός να φανεί σημαντικό. Αλλά καθώς δεν υπάρχει τίποτα πιο
πειστικό από το μπανάλ και το κοινό, μια και οποιοσδήποτε το αντιλαμβάνεται σαν
αληθοφανές, ο υπαινιγμός και η υποβολή που απορρέει απ’ αυτά είναι τα πιο
τρομερά και δόλια όπλα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου