Παρασκευή, Ιανουαρίου 30, 2026

Ἔρ­νεστ Χέ­μιν­γουεϊ (Ernest Hemingway): Ὁ κύ­ριος καί ἡ κυ­ρία Ἔλ­λιοτ (Διήγημα)

 

Ἔρ­νεστ Χέ­μιν­γουεϊ (Ernest Hemingway): Ὁ κύ­ριος καί ἡ κυ­ρία Ἔλ­λιοτ



Ἔρ­νεστ Χέ­μιν­γουεϊ (Ernest Hemingway)


Ὁ κύ­ριος καί ἡ κυ­ρία Ἔλ­λιοτ 

( Mr. and Mrs. Elliot)


ΚΥΡΙΟΣ ΚΑΙ Η ΚΥΡΙΑ ΕΛΛΙΟΤ προ­σπά­θη­σαν πά­ρα πο­λύ ν’ ἀπο­κτή­σουν παι­δί. Προ­σπά­θη­σαν τό­σο συ­χνά ὅσο ἄν­τε­χε ἡ κυ­ρία Ἔλ­λιοτ. Προ­σπά­θη­σαν στή Βο­στώ­νη με­τά τό γά­μο τους κι ἐπί­σης ἀφοῦ ἐπι­βι­βά­στη­καν στό πλοῖο. Δέν προ­σπά­θη­σαν πο­λύ πά­νω στό κα­ρά­βι ἐπει­δή ἡ κυ­ρία Ἔλ­λιοτ ἦταν ἀρ­κε­τά ἄρ­ρω­στη.

       Ἦταν ἄρ­ρω­στη κι ὅταν ἦταν ἄρ­ρω­στη, ἦταν ἄρ­ρω­στη ὅπως ὅταν εἶ­ναι ἄρ­ρω­στες οἱ γυ­ναῖ­κες τοῦ Νό­του. Δη­λα­δή, οἱ γυ­ναῖ­κες ἀπό τό νό­τιο τμῆ­μα τῶν Ἡνω­μέ­νων Πο­λι­τειῶν. Ὅπως ὅλες οἱ γυ­ναῖ­κες τοῦ Νό­του, ἡ κυ­ρία Ἔλ­λιοτ κα­ταρ­ρα­κω­νό­ταν πο­λύ γρή­γο­ρα ἀπό τή ναυ­τία, τά νυ­χτε­ρι­νά τα­ξί­δια καί τό πο­λύ πρωϊ­νό ξύ­πνη­μα. Πολ­λοί ἀπό τούς ἐπι­βά­τες στό κα­ρά­βι τήν περ­νοῦ­σαν γιά μη­τέ­ρα τοῦ Ἔλ­λιοτ. Ἄλ­λοι, πού γνώ­ρι­ζαν ὅτι ἦσαν παν­τρε­μέ­νοι, πί­στευαν πώς ἦταν ἔγ­κυος. Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἦταν σα­ράν­τα ἐτῶν. Ἡ ἡλι­κία της ἐπι­σπεύ­στη­κε αἰφ­νι­δί­ως ὅταν ξε­κί­νη­σε τό τα­ξί­δι.

       Φαι­νό­ταν πο­λύ νε­ό­τε­ρη, στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἔμοια­ζε σάν νά μήν ἔχει κα­θό­λου ἡλι­κία, ὅταν ὁ Ἔλ­λιοτ τήν παν­τρεύ­τη­κε με­τά με­ρι­κές βδο­μά­δες πού τῆς ἔκα­νε ἔρω­τα, ἀφοῦ τήν γνώ­ρι­ζε ἤδη πο­λύ και­ρό στήν τσα­γε­ρί της, προ­τοῦ ἕνα ἀπό­γευ­μα τή φι­λή­σει.

       Ὁ Χιοῦμ­περτ Ἔλ­λιοτ ἔκα­νε με­τα­πτυ­χια­κές σπου­δές στή Νο­μι­κή τοῦ Χάρ­βαρντ ὅταν παν­τρεύ­τη­κε. Ἦταν ποι­η­τής μέ εἰ­σό­δη­μα σχε­δόν δέ­κα χι­λιά­δων δο­λα­ρί­ων τόν χρό­νο. Ἔγρα­φε πο­λύ με­γά­λα ποι­ή­μα­τα, πο­λύ γρή­γο­ρα. Ἦταν εἴ­κο­σι πέν­τε ἐτῶν καί δέν εἶ­χε πά­ει μέ γυ­ναί­κα πο­τέ πρίν παν­τρευ­τεῖ τήν κυ­ρία Ἔλ­λιοτ. Ἤθε­λε νά δια­τη­ρή­σει τήν ἁγνό­τη­τά του, ὥστε νά προ­σφέ­ρει στή γυ­ναί­κα του τήν ἴδια ἁγνό­τη­τα σώ­μα­τος καί πνεύ­μα­τος πού πε­ρί­με­νε καί ἀπ’ ἐκεί­νη. Τό ὀνό­μα­ζε νά ζεῖς κα­θω­σπρέ­πει. Εἶ­χε ἐρω­τευ­τεῖ διά­φο­ρα κο­ρί­τσια πρίν φι­λή­σει τήν κυ­ρία Ἔλ­λιοτ καί πάν­το­τε, ἀρ­γά ἤ γρή­γο­ρα, τούς ἔλε­γε ὅτι εἶ­χε ζή­σει μιά ἐνά­ρε­τη ζωή. Σχε­δόν ὅλα τά κο­ρί­τσια ἔχα­ναν τό ἐν­δια­φέ­ρον τους γι’ αὐ­τόν. Τόν σό­κα­ρε καί πραγ­μα­τι­κά τόν τρο­μο­κρα­τοῦ­σε ὁ τρό­πος μέ τόν ὁποῖ­ον τά κο­ρί­τσια ἀρ­ρα­βω­νιά­ζον­ταν καί παν­τρεύ­ον­ταν ἄν­τρες γιά τούς ὁποί­ους ἔπρε­πε νά γνω­ρί­ζουν πώς εἶ­χαν συρ­θεῖ στή λά­σπη. Κά­ποια φο­ρά προ­σπά­θη­σε νά προ­ει­δο­ποι­ή­σει ἕνα γνω­στό του κο­ρί­τσι γιά κά­ποιον ἄν­τρα γιά τόν ὁποῖ­ον εἶ­χε ἀπο­δεί­ξεις σχε­δόν πώς στό κολ­λέ­γιο ἦταν ἕνας ἀχρεῖ­ος κι ὅτι τό πε­ρι­στα­τι­κό εἶ­χε ἄσχη­μη κα­τά­λη­ξη.

       Τό ὄνο­μα τῆς κυ­ρί­ας Ἔλ­λιοτ ἦταν Κορ­νή­λια. Τόν εἶ­χε μά­θει νά τήν ἀπο­κα­λεῖ Κα­λου­τί­να, πού ἦταν τό οἰ­κο­γε­νεια­κό της πα­ρα­τσού­κλι στόν Νό­το. Ἡ μη­τέ­ρα του ἔκλα­ψε ὅταν ἔφε­ρε τήν Κορ­νή­λια σπί­τι με­τά τόν γά­μο ἀλ­λά ἔλαμ­ψε ἀπό χα­ρά ὅταν ἔμα­θε ὅτι ἐπρό­κει­το νά ζή­σουν στό ἐξω­τε­ρι­κό.

       Ἡ Κορ­νή­λια τοῦ εἶ­χε πεῖ, «ἀγα­πη­μέ­νο γλυ­κό μου ἀγό­ρι», καί τόν ἀγ­κά­λια­σε πιό σφι­χτά ἀπό πο­τέ ὅταν τῆς εἶ­πε ὅτι εἶ­χε πα­ρα­μεί­νει ἁγνός γιά κεί­νη. Ἡ Κορ­νή­λια ἦταν κι ἐκεί­νη ἁγνή. «Φί­λα με ἔτσι ξα­νά», τοῦ εἶ­πε. Ὁ Χιοῦμ­περτ τῆς ἑξή­γη­σε ὅτι εἶ­χε μά­θει αὐ­τόν τόν τρό­πο φι­λή­μα­τος ἀκού­γον­τας κά­πο­τε ἕναν τύ­πο νά λέ­ει μιά ἱστο­ρία. Ἦταν ἐν­θου­σια­σμέ­νος μέ τό πεί­ρα­μά του, τό ὁποῖο ἀνέ­πτυ­ξαν ὅσο τούς ἦταν δυ­να­τόν. Με­ρι­κές φο­ρές, ἀφοῦ ὁ ἕνας φι­λοῦ­σε τόν ἄλ­λον πολ­λή ὥρα, ἡ Κορ­νή­λια τοῦ ζη­τοῦ­σε νά τῆς ξα­να­πεῖ ὅτι εἶ­χε κρα­τή­σει τόν ἑαυ­τό του κα­θω­σπρέ­πει γιά κεί­νη. Ἡ δή­λω­ση αὐ­τή τήν ἄνα­βε ξα­νά.

       Ἀρ­χι­κά ὁ Χιοῦμ­περτ δέν σκε­φτό­ταν νά παν­τρευ­τεῖ τήν Κορ­νή­λια. Δέν εἶ­χε σκε­φτεῖ γι’ αὐ­τήν μέ τέ­τοιο τρό­πο. Ἦταν ἁπλῶς μιά κα­λή του φί­λη, κι ἔπει­τα, μιά μέ­ρα στό μι­κρό πί­σω δω­μά­τιο τοῦ μα­γα­ζιοῦ χό­ρευαν μέ τή μου­σι­κή τοῦ γραμ­μο­φώ­νου ἐνῷ ἡ φί­λη της ἦταν στό μπρο­στι­νό μέ­ρος τῆς τσα­γε­ρί καί κα­θώς ἐκεί­νη τόν κοί­τα­ζε στά μά­τια τή φί­λη­σε. Δέν μπο­ροῦ­σε νά θυ­μη­θεῖ πό­τε ἀπο­φα­σί­στη­κε πώς θά παν­τρεύ­ον­ταν. Ὡστό­σο παν­τρεύ­τη­καν.

       Πέ­ρα­σαν τήν πρώ­τη γα­μή­λια νύ­χτα σ’ ἕνα ξε­νο­δο­χεῖο τῆς Βο­στώ­νης. Ἔνιω­σαν ἀπο­γο­η­τευ­μέ­νοι καί οἱ δύο, ὅμως τε­λι­κῶς ἡ Κορ­νή­λια ἀπο­κοι­μή­θη­κε. Ὁ Χιοῦμ­περτ δέν μπο­ροῦ­σε νά κοι­μη­θεῖ καί βγῆ­κε ἀρ­κε­τές φο­ρές καί περ­πά­τη­σε πά­νω-κά­τω στόν διά­δρο­μο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου φο­ρών­τας τό και­νούρ­γιο του μπουρ­νού­ζι Γιέγ­κερ, τό ὁποῖο εἶ­χε ἀγο­ρά­σει γιά τό γα­μή­λιο τα­ξί­δι. Κα­θώς περ­πα­τοῦ­σε ἔβλε­πε ὅλα τά ζεύ­γη πα­που­τσιῶν, μι­κρά καί με­γά­λα, ἔξω ἀπό τίς πόρ­τες τῶν δω­μα­τί­ων. Αὐ­τό ἔκα­νε τήν καρ­διά του νά χτυ­πή­σει δυ­να­τά κι ἐπέ­στρε­ψε γρή­γο­ρα στό δω­μά­τιό του, ἀλ­λά ἡ Κορ­νή­λια κοι­μό­ταν. Δέν ἤθε­λε νά τήν ξυ­πνή­σει καί σύν­το­μα ὅλα πῆ­γαν κα­λά κι ἀπο­κοι­μή­θη­κε ἥσυ­χα.

       Τήν ἑπό­με­νη μέ­ρα πέ­ρα­σαν ἀπό τή μη­τέ­ρα του καί τήν με­θε­πό­με­νη ἀπέ­πλευ­σαν γιά τήν Εὐ­ρώ­πη. Ὑπῆρ­χε ἡ πι­θα­νό­τη­τα νά προ­σπα­θή­σουν ν’ ἀπο­κτή­σουν παι­δί, ἀλ­λά ἡ Κορ­νή­λια δέν μπο­ροῦ­σε νά τό ἀν­τέ­ξει συ­χνά, πα­ρ’ ὅλο πού ἐπι­θυ­μοῦ­σαν ἕνα μω­ρό πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀπ’ ὁ,τι­δή­πο­τε ἄλ­λο στόν κό­σμο. Ἀπο­βι­βά­στη­καν στό Χερ­μπούργκ καί πῆ­γαν στό Πα­ρί­σι. Προ­σπά­θη­σαν γιά παι­δί στό Πα­ρί­σι. Ὕστε­ρα ἀπο­φά­σι­σαν νά πᾶ­νε στή Ντι­ζόν ὅπου ὑπῆρ­χε θε­ρι­νό σχο­λεῖο στό ὁποῖο εἶ­χαν πά­ει ἀρ­κε­τοί ἀπό τούς συ­νε­πι­βά­τες τους. Δια­πί­στω­σαν ὅτι δέν ὑπῆρ­χε τί­πο­τα νά κά­νουν στήν Ντι­ζόν.

       Ὁ Χιοῦμ­περτ, ὡστό­σο, ἔγρα­φε πλῆ­θος ποι­η­μά­των κι ἡ Κορ­νή­λια τοῦ τά δα­κτυ­λο­γρα­φοῦ­σε. Ἦσαν ὅλα πο­λύ με­γά­λα ποι­ή­μα­τα. Ἦταν πο­λύ αὐ­στη­ρός μέ τά λά­θη καί τήν ἀνάγ­κα­ζε νά ξα­να­δα­κτυ­λο­γρα­φή­σει ὁλό­κλη­ρη τή σε­λί­δα, ἄν ὑπῆρ­χε ἔστω ἕνα λά­θος. Ἐκεί­νη ἔκλαι­γε διαρ­κῶς καί προ­σπά­θη­σαν ἀρ­κε­τές φο­ρές νά κά­νουν παι­δί πρίν φύ­γουν ἀπό τήν Ντι­ζόν.

       Ἐπέ­στρε­ψαν στό Πα­ρί­σι ὅπως κι οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι φί­λοι τους ἀπό τό πλοῖο. Εἶ­χαν κου­ρα­στεῖ ἀπό τήν Ντι­ζόν κι ἐπι­πλέ­ον τώ­ρα μπο­ροῦ­σαν νά λέ­νε ὅτι ἀφοῦ ἔφυ­γαν ἀπό τό Χάρ­βαρντ ἤ τό Κο­λούμ­πια ἤ τό Γουάμ­πας σπού­δα­σαν στό Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ντι­ζόν, κά­τω στήν Κότ ντ’ Ὄρ. Πολ­λοί ἀπό αὐ­τούς θά προ­τι­μοῦ­σαν νά εἶ­χαν πά­ει στό Λαν­κεν­τόκ, στό Μον­πε­λιέ ἤ στό Περ­πι­νιάν ἄν ὑπάρ­χουν Πα­νε­πι­στή­μια ἐκεῖ. Ὅμως ὅλα αὐ­τά τά μέ­ρη εἶ­ναι πο­λύ μα­κριά. Ἡ Ντι­ζόν εἶ­ναι μό­νο τεσ­σε­ρι­σή­μι­σι ὧρες ἀπό τό Πα­ρί­σι καί ὑπάρ­χει καί ἑστια­τό­ριο στό τραῖ­νο.

       Ἔτσι κά­θον­ταν ὅλοι στό Κα­φέ ντύ Ντόμ, ἀπο­φεύ­γον­τας τήν Ρο­τόντ ἀπέ­ναν­τι, ἐπει­δή εἶ­ναι πάν­τα τό­σο γε­μά­τη ξέ­νους, γιά με­ρι­κές μέ­ρες κι ἔπει­τα οἱ Ἔλ­λιοτς νοί­κια­σαν ἕνα σα­τώ στήν Του­ραίν μέ­σω μιᾶς ἀγ­γε­λί­ας στήν Νιού Γιόρκ Χέ­ραλντ. Ὁ Ἔλ­λιοτ εἶ­χε πλέ­ον ἀρ­κε­τούς φί­λους πού ὅλοι τους θαύ­μα­ζαν τήν ποί­η­σή του καί ἡ κυ­ρία Ἔλ­λιοτ τόν ἔπει­σε νά στεί­λει πρό­σκλη­ση στή Βο­στώ­νη γιά τή φί­λη της ἀπό τήν τσα­γε­ρί. Ἡ κυ­ρία Ἔλ­λιοτ ἔγι­νε πο­λύ χα­ρού­με­νη με­τά τήν ἄφι­ξη τῆς φί­λης της κι εἶ­χαν πολ­λές κα­λές στιγ­μές πού ἔκλαι­γαν μα­ζί. Ἡ φί­λη ἦταν με­ρι­κά χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρη ἀπό τήν Κορ­νή­λια καί τήν ἀπο­κα­λοῦ­σε Γλύ­κα. Κα­τα­γό­ταν κι ἐκεί­νη ἀπό μιά πο­λύ πα­λιά Νό­τια οἰ­κο­γέ­νεια.

       Οἱ τρεῖς τους, μα­ζί μέ ἀρ­κε­τούς φί­λους τοῦ Ἔλ­λιοτ πού τόν φώ­να­ζαν Χιούμ­πι, κα­τέ­βη­καν στό σα­τώ τῆς Του­ραίν. Ἀνα­κά­λυ­ψαν ὅτι ἡ Του­ραίν ἦταν μιά ἐπί­πε­δη ζε­στή πε­ριο­χή πού ἔμοια­ζε πο­λύ μέ τό Κάν­σας. Ὁ Ἔλιοτ εἶ­χε σχε­δόν ἀρ­κε­τά ποι­ή­μα­τα τώ­ρα γιά ἕνα βι­βλίο. Σκό­πευε νά τά ἐκ­δώ­σει στή Βο­στώ­νη, εἶ­χε ἤδη στεί­λει τήν ἐπι­τα­γή του, κι εἶ­χε ὑπο­γρά­ψει συμ­βό­λαιο μέ τόν ἐκ­δο­τι­κό οἶ­κο.

       Σέ λί­γο και­ρό οἱ φί­λοι ἄρ­χι­σαν νά ἐπι­στρέ­φουν στό Πα­ρί­σι. Ἡ Του­ραίν ἀπο­δεί­χθη­κε ὅτι δέν ἦταν ὅπως εἶ­χε φα­νεῖ ἀρ­χι­κά. Σύν­το­μα ὅλοι οἱ φί­λοι εἶ­χαν φύ­γει μ’ ἕναν πλού­σιο, νέο κι ἀνύ­παν­τρο ποι­η­τή πρός ἕνα πα­ρα­θα­λάσ­σιο θέ­ρε­τρο στήν Τρου­βίλ. Ἐκεῖ ὅλοι ἦσαν πο­λύ εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι.

       Ὁ Ἔλ­λιοτ συ­νέ­χι­σε νά μέ­νει στό σα­τώ τῆς Του­ραίν ἐπει­δή τὄ­χε νοι­κιά­σει γιά ὅλο τό κα­λο­καί­ρι. Αὐ­τός κι ἡ κυ­ρία Ἔλ­λιοτ προ­σπα­θοῦ­σαν πο­λύ ν’ ἀπο­κτή­σουν παι­δί στό με­γά­λο, ζε­στό ὑπνο­δω­μά­τιο. Ἡ κυ­ρία Ἔλ­λιοτ μά­θαι­νε τυ­φλό σύ­στη­μα στή γρα­φο­μη­χα­νή, ὅμως ἀνα­κά­λυ­ψε πώς, ἐνῶ αὔ­ξα­νε τήν τα­χύ­τη­τα, ἔκα­νε πε­ρισ­σό­τε­ρα λά­θη. Ἡ φί­λη της ἦταν τώ­ρα αὐ­τή πού σχε­δόν δα­κτυ­λο­γρα­φοῦ­σε ὅλα τά χει­ρό­γρα­φα. Ἦταν πο­λύ τα­κτι­κή καί ἀπο­τε­λε­σμα­τι­κή καί φαι­νό­ταν νά τό δια­σκε­δά­ζει.

       Ὅ Ἔλ­λιοτ εἶ­χε ξε­κι­νή­σει νά πί­νει λευ­κό κρα­σί καί ζοῦ­σε χω­ρι­στά, στό δι­κό του δω­μά­τιο. Ἔγρα­φε πολ­λή ποί­η­ση κα­τά τή διάρ­κεια τῆς νύ­χτας καί τό πρωί ἔδει­χνε τε­λεί­ως ἐξαν­τλη­μέ­νος. Ἡ κυ­ρία Ἔλ­λιοτ καί ἡ φί­λη της κοι­μοῦν­ταν πλέ­ον μα­ζί στό με­γά­λο με­σαιω­νι­κό κρε­βά­τι. Ἔκλαι­γαν μα­ζί συ­χνά μέ τήν καρ­διά τους. Τό βρά­δυ κά­θον­ταν πα­ρέα ὅλοι γιά δεῖ­πνο στόν κῆ­πο κά­τω ἀπό ἕναν πλά­τα­νο καί ὁ ζε­στός βρα­δι­νός ἄνε­μος φυ­σοῦ­σε κι ὁ Ἔλ­λιοτ ἔπι­νε λευ­κό κρα­σί καί ἡ κυ­ρία Ἔλ­λιοτ καί ἡ φί­λη της συ­ζη­τοῦ­σαν καί ἦσαν ὅλοι τους ἀρ­κε­τά εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι.



Πη­γή: American Literature.com

https://americanliterature.com/author/ernest-hemingway/short-story/mr-and-mrs-elliott/

Τό δι­ή­γη­μα «Mr. and Mrs Elliot» δη­μο­σιεύ­θη­κε πρώ­τη φο­ρά τό 1924 στό The Little Review, κι ἐπα­νεκ­δό­θη­κε ἀπό τούς Boni & Liveright στόν τό­μο In Our Time τό 1925.

Ἔρ­νεστ Χέ­μιν­γουέϊ (Ernest Hemingway, 1899-1961): Ὁ Ἔρ­νεστ Χέ­μιν­γουέϊ ὑπῆρ­ξε ἕνας ἀπό τούς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους πε­ζο­γρά­φους τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, βρα­βευ­μέ­νος μέ τό βρα­βεῖο Νό­μπελ (1954). Τό ἔρ­γο του ἐπη­ρέ­α­σε καί συ­νε­χί­ζει νά ἐπη­ρε­ά­ζει ἀνα­ρίθ­μη­τους συγ­γρα­φεῖς τό­σο στή γε­νέ­τει­ρά του, τίς ΗΠΑ, ὅσο καί στόν ὑπό­λοι­πο κό­σμο. Ὁρι­σμέ­να ἀπό τά γνω­στό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του εἶ­ναι Ὁ Γέ­ρος καί ἡ θά­λασ­σα (The old man and the sea, 1951), Ἀπο­χαι­ρε­τι­σμός στά ὅπλα (A farewell to arms, 1929), Γιά ποιόν χτυ­πᾶ ἡ καμ­πά­να (For whom the bell tolls, 1940), Ὁ ἥλιος ἀνα­τέλ­λει ξα­νά (The sun also rises, 1926) κ.ἄ. Με­γά­λο μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του ἔχει με­τα­φρα­στεῖ στά ἑλ­λη­νι­κά. Δεῖτε καί τό ἀ­φιέ­ρω­μα τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας στόν συγ­γρα­φέα πού ἐ­πι­με­λή­θη­κε ἡ Να­τά­σα Κε­σμέ­τη.

Με­τά­φρα­ση ἀπό τά ἀγ­γλι­κά:

Να­τά­σα Ζα­χα­ρο­πού­λου (1961): Σπού­δα­σε Δη­μο­σιο­γρα­φία. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μέ τή συλ­λο­γή ποι­η­μά­των Νά σ’ ἔχω (1995) καί τή συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Κι ἄς μέ τα­ξι­δεύ­εις ὅπου (1995). Τε­λευ­ταῖα της βι­βλία: Πρό­σω­πα στό Νε­ρό (Μυ­θι­στό­ρη­μα, 2013) & Πε­τών­τας μ’ ἕνα drone (Δι­η­γή­μα­τα, 2019). Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καί με­τα­φρά­σεις της δη­μο­σιεύ­ον­ται σέ ἔν­τυ­πα καί ἠλε­κτρο­νι­κά πε­ριο­δι­κά.

Ση­μαν­τι­κὴ ἐ­νη­μέ­ρω­ση γιὰ τὴν πο­ρεί­α τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου: Δεῖ­τε ἐ­δῶ: Γιάν­νης Πα­τί­λης: Πλα­νό­δι­ον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζάι. Στρο­φή .

Δεν υπάρχουν σχόλια: