Το οικιστικό σχέδιο της Ισπανίας: Από την κρίση στην προσιτή κατοικία
Τα τελευταία χρόνια με την αύξηση του κόστους διαβίωσης, η στεγαστική κρίση αναδεικνύεται ως μια κοινή πρόκληση για πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Μια ιδιαίτερη περίπτωση αποτελούν εκείνες του ευρωπαϊκού Νότου που επλήγησαν από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008/2009 και τα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής που χρειάστηκε να εφαρμόσουν.
Σε αυτό το πλαίσιο Ελλάδα και Ισπανία εμφανίζουν παρόμοια συμπτώματα: ιστορικά υψηλά ποσοστά ιδιοκατοίκησης που συρρικνώθηκαν μετά την κρίση (λόγω πλειστηριασμών και ύφεσης), υψηλό κόστος στέγασης σε σχέση με τα εισοδήματα, τουριστική μετατροπή κατοικιών μέσω βραχυχρόνιων μισθώσεων, και ένα επισφαλές στεγαστικά νεανικό κοινό. Στην Ελλάδα, σχεδόν ένας στους τρεις πολίτες δαπανά πάνω από το 40% του εισοδήματός του στο στεγαστικό κόστος, ενώ οι νέοι φεύγουν από το πατρικό σπίτι στα 30,7 έτη κατά μέσο όρο (2024) – από τις υψηλότερες ηλικίες ανεξαρτητοποίησης στην ΕΕ.
Αντίστοιχα, στην Ισπανία άνω του 60% των νέων ηλικίας 18–34 ετών εξακολουθούν να ζουν με τους γονείς τους – το τρίτο υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη. Η τουριστικοποίηση έχει εκτοπίσει μεγάλο μέρος του αστικού αποθέματος κατοικιών προς βραχυχρόνιες μισθώσεις, επιδεινώνοντας την έλλειψη κατοικίας σε πόλεις όπως η Βαρκελώνη, η Μαδρίτη, η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη, αλλά και περιοχές που στηρίζονται στον τουρισμό, όπως οι Κυκλάδες και οι Βαλεαρίδες νήσοι.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η περίπτωση της Ισπανίας προσφέρει ένα ολοκληρωμένο μοντέλο πολιτικής στέγασης που μπορεί να αποτελέσει οδηγό και για την Ελλάδα. Τον Ιανουάριο του 2025, η ισπανική κυβέρνηση παρουσίασε ένα ευρύ σχέδιο 12 μέτρων για την ενίσχυση του δικαιώματος στην κατοικία, κινητοποιώντας πόρους, θεσμικές αλλαγές και ρυθμιστικές παρεμβάσεις. Το σχέδιο αυτό – τολμηρό ως προς το εύρος του – συμπληρώνει τον πρώτο εθνικό νόμο για το Δικαίωμα στη Στέγη (Ν.12/2023) που τέθηκε σε ισχύ τον Μάιο 2023. Η εν λόγω νομοθεσία θεσμοθέτησε την έννοια των «ζωνών υψηλής στεγαστικής έντασης» και εισήγαγε πανεθνικά όρια στις αυξήσεις ενοικίων, σηματοδοτώντας μια στροφή προς ισχυρότερη προστασία των ενοικιαστών.
Το σχέδιο των 12 μέτρων της ισπανικής κυβέρνησης (ανακοινώθηκε στις 13/1/2025 από τον πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ) στοχεύει να αντιμετωπίσει τη στεγαστική κρίση σε τρεις πυλώνες:
(α) αύξηση διαθέσιμων κατοικιών (ιδίως κοινωνικών και οικονομικά προσιτών),
(β) αυστηρότερη ρύθμιση της αγοράς (έλεγχος ενοικίων, τουριστικών μισθώσεων, αποθάρρυνση κερδοσκοπίας),
(γ) μεγαλύτερη οικονομική στήριξη σε ευάλωτους και νέους.
Συνοπτικά, η Ισπανία μέσα στο 2025 έκανε σημαντικά βήματα για να αντιμετωπίσει το οξύ στεγαστικό πρόβλημα. Σε λιγότερο από ένα έτος, ενεργοποίησε νέους θεσμούς και εργαλεία, κινητοποίησε ακίνητη περιουσία του Δημοσίου και έθεσε τις βάσεις για χιλιάδες νέες κατοικίες. Παράλληλα, διαμόρφωσε ένα πιο αυστηρό ρυθμιστικό πλαίσιο που αρχίζει να φρενάρει την χρηματιστικοποίηση της κατοικίας και να δίνει κίνητρα για μείωση των ενοικίων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην έκθεση της χώρας για το 2025, σημειώνει ότι η έλλειψη προσιτής στέγης αποτελεί σημαντικό κίνδυνο για την κοινωνική συνοχή της Ισπανίας και ότι απαιτείται συνέχιση και πλήρης εφαρμογή των μέτρων αυτών. Τα παραπάνω μέτρα συνθέτουν μια ολοκληρωμένη στρατηγική με χρονικό, στην βάση της οποίας η κατοικία προσεγγίζεται ως κοινωνικό αγαθό.
Η περίπτωση της Ισπανίας προσφέρει πολύτιμα διδάγματα για κάθε χώρα που αντιμετωπίζει στεγαστική κρίση.
Πρώτον, αναδεικνύει την αξία ενός ολοκληρωμένου σχεδίου: τα προβλήματα στέγασης είναι πολυπαραγοντικά και απαιτούν συνδυασμό προσφοράς, ρύθμισης και κοινωνικής πολιτικής.
Δεύτερον, επιβεβαιώνει ότι η πολιτική βούληση και οι πόροι μπορούν να βρεθούν όταν η κατοικία αντιμετωπιστεί ως προτεραιότητα – η Ισπανία τριπλασίασε τα κονδύλια της σε σχέση με πριν 5 χρόνια, αξιοποιώντας και ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις.
Τρίτον, υπογραμμίζει τον ρόλο της νομοθεσίας για την ρύθμιση της αγοράς: η ισπανική κυβέρνηση, συντάχθηκε με την πλευρά της ισπανικής κοινωνίας που πλήττεται περισσότερο από την στεγαστική κρίση, ψήφισε τολμηρές ρυθμίσεις για τα ενοίκια – αποδεικνύοντας ότι είναι εφικτό σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή οικονομία να τεθούν όρια στην αγορά προς όφελος του κοινωνικού συνόλου. Τέταρτον, αναδεικνύεται η σημασία της συνεργασίας με τις περιφερειακές και τοπικές αρχές: οι δήμοι και οι περιφέρειες στην Ισπανία λειτούργησαν καινοτόμα, που όχι μόνο αντιμετώπισαν άμεσα τα ζητήματα, αλλά και επηρέασαν το εθνικό επίπεδο.
Συνοψίζοντας, η «ισπανική λύση» δεν είναι πανάκεια – προσκρούει σε εμπόδια και χρειάζεται χρόνο για να αποδώσει πλήρως. Ωστόσο, συνιστά ένα φιλόδοξο υπόδειγμα που αποδεικνύει ότι το κράτος μπορεί να παρέμβει αποτελεσματικά υπέρ του δικαιώματος στη στέγη.
Για την Ελλάδα, που μοιράζεται πολλές από τις προκλήσεις (μείωση στεγαστικής πίστης, συρρίκνωση ιδιοκατοίκησης, τουριστικοποίηση κατοικίας, πίεση νέων), η υιοθέτηση ανάλογων πολιτικών προσαρμοσμένων στις εγχώριες ιδιαιτερότητες και τοπικότητες, θα μπορούσε να αποτελέσει σημείο καμπής. Όπως και στην Ισπανία, το κλειδί θα είναι ένα Εθνικό Σχέδιο Στεγαστικής Στρατηγικής με διάρκεια, κοινωνική στήριξη και ισχυρή χρηματοδότηση, σε συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Η ευρωπαϊκή εμπειρία – στην οποία πλέον η Ισπανία κατέχει εξέχουσα θέση – δείχνει τον δρόμο για το πώς το όραμα του «σπιτιού για όλους» μπορεί να γίνει ξανά εφικτό.
Με άλλα λόγια, η κατοικία να πάψει να είναι πηγή άγχους και ανισοτήτων, και να επιστρέψει στον ρόλο της ως βάση της κοινωνικής ευημερίας και αναπαραγωγής.
*Ο Βασίλης Δελής είναι απόφοιτος Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης & Αυτοδιοίκησης, επιστημονικός συνεργάτης ΕΝΑ – Κείμενο εργασίας στο Ινστιτούτο ΕΝΑ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου