Πέμπτη, Ιανουαρίου 15, 2026

Για τον Ίωνα Δραγούμη και τα τα «κρυφά» τετράδιά του , που εκδίδει ο (νευρολόγος ιατρός και λογοτέχνης-κριτικός ) Νώντας Τσίγκας

 

Ίων Δραγουμης: Το λάγιο αρνί του ελληνισμού

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Το εκδοτικό ημερολόγιο του 2025 έκλεισε με ένα μείζονος φιλολογικής σημασίας γεγονός. Την έκδοση, χάρη στην πολύχρονη συστηματική εργασία του αφιερωμένου στις δραγουμικές σπουδές Νώντα Τσίγκα, ενός ακόμη τμήματος από τα αδημοσίευτα Τετράδια του Ίωνος Δραγούμη. Ίσως μάλιστα του πιο καίριου για να αντιληφθούμε τη βαθύτερη ηθική και ψυχική ιδιοσυστασία του συγγραφέα τους, που καιρός είναι πια να πάρει την υψηλή θέση την οποία δικαιούται στα ελληνικά γράμματα. Σε αυτά τα Τετράδια (της περιόδου 1902- 1904), δεν λάμπει απλώς μια ψυχή δυνατή, βαθιά και πλούσια που αγωνίζεται σε κατάσταση διαρκούς ταραχής να συλλάβει το νόημα της ύπαρξής της. Δεν ανατέμνεται μόνο το περιβάλλον προσώπου με σημαντικότατο ρόλο στον επικό αγώνα της μακεδονικής ελευθερίας. Μέσα στις σελίδες του τόμου αυτού, ακολουθώντας τα βήματά του στα βουνά της Μακεδονίας (αλλά και της Ανατ. Ρωμυλίας), φωτίζεται ένας χαρακτήρας που θα γινόταν, μερικά χρόνια αργότερα, από λάγιο αρνί του Ελληνισμού ο Άμλετ του εθνικού διχασμού. Επιπρόσθετα: δεν είναι μικρότερης αξίας, ότι από τη μελέτη των Τετραδίων αυτών γίνεται πλέον σαφές και αναμφίλεκτο, από άποψη γραμματολογική, πως ο Δραγούμης, «η πιο βασανισμένη ψυχή στη λογοτεχνία μας», όπως επισήμαινε ο Γ. Θεοτοκάς, ήταν όντως «ο πρώτος Έλληνας πεζογράφος που ένιωσε την ύπαρξη του εσωτερικού ανθρώπου». Όποιος μελετήσει τα ημερολόγια του Ίδα, δεν θα βρει συμπυκνωμένο απλώς έναν συγγραφέα (όπως σημείωνε ο ίδιος στις 4 Απριλίου 1904) αλλά θα νιώσει τη σπάνια ηλεκτρική σπιθοβολή, για την οποία εκείνος έκανε λόγο. Αρκεί να είναι Ζωντανός.

Η περίοδος που καλύπτουν τα δημοσιευόμενα Τετράδια περιλαμβάνει όλη την πρώτη φάση του Μακεδονικού Αγώνα. Οι εγγραφές ξεκινούν από τις 12 Μαΐου 1902 στην Αθήνα, έξι μήνες πριν από τον διορισμό του Ι. Δραγούμη ως γραμματέα του προξενείου Μοναστηρίου, στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία και κλείνουν στις 26 Δεκεμβρίου 1904, πάλι στην Αθήνα, όπου μόλις έχει επιστρέψει από τη θητεία του στο ελληνικό προξενείο Φιλιππουπόλεως, λίγο πριν αναχωρήσει για το προξενείο της Αλεξάνδρειας. Δεν θα μπορούσαν, φυσικά, να λείπουν εδώ οι αναφορές σε ιστορικά γεγονότα της περιόδου. Όμως τα Τετράδια δεν είναι ούτε πολιτικό ημερολόγιο ούτε απομνημονεύματα αγώνος. Είναι η αποτύπωση μιας διαρκούς εσωτερικής αγωνίας, «ντοκουμέντα μιας ψυχής» (όπως θα έλεγε για τα δικά της ημερολόγια η Π. Δέλτα), κείμενα πυρετικά και εν ταυτώ στοχαστικά, μαρτυρία της προσπάθειας κατανόησης ενός εικοσιτετράχρονου νέου της θέσης του στον κόσμο. Προϊόν αυτοανάλυσης αλλά και προετοιμασίας, με πίστη (αλλά και υποψίες) για την αξία των λέξεων και με μία σταθερά πάντοτε. Το τραγικό αίσθημα της ύπαρξης: Ποια η αλήθεια στον κόσμο; Τι κρύβουν οι λέξεις και τα διαβάσματα; Τι σημαίνουν τα εξωτερικά γεγονότα;

Για να αρχίσει να δίνει κανείς απαντήσεις, πρέπει πρώτα- πρώτα να εννοήσει τι στέλνει τον χειμώνα του 1902 τον Ίωνα Δραγούμη στη Μακεδονία και όχι σε μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, όπου κάλλιστα θα μπορούσε να τοποθετηθεί ένας νεαρός αστός διπλωμάτης, γιος κορυφαίου πολιτικού της εποχής (ο οποίος εν τούτοις, έχει μόλις αποτύχει να επανεκλεγεί βουλευτής Αττικής στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1902). Υπό τις κραυγές δηλιγιαννικών και θεοτοκικών κομματανθρώπων, πλάι σε δυο έρωτες που τέλειωσαν (της Μέιμπελ Ντούνλαπ και της Έλεν Έβανς Φράνσις, της «Μαγδαληνής» και της «Ελένης», αντίστοιχα, όπως τις συναντούμε στο «Μονοπάτι», το βιβλίο που γεννήθηκε εκείνη τη χρονιά), μέσα στην αισθητική και ιδεολογική επιρροή δύο τιτάνων της ευρωπαϊκής σκέψης, του Νίτσε και του Μπαρρές, πέρα από την ανάγκη του για βιοπορισμό (άγχος διαρκές που ανατρέπει ταξικές προκαταλήψεις και ποικίλα αισθήματα φθόνου), προβάλλει κάτι πιο βαθύ και πιο μυστικό: η φυσική ορμή του ηρωικού ανθρώπου. Του ανθρώπου που συντρίβει τον αισθητικό ατομισμό του για να ριχτεί στην ενέργεια, στη διαχυτική εκδήλωση του πιο ακέραιου εγώ στον κόσμο, σε μια τελετουργία λατρευτική όχι πια του ατομικού αλλά του συλλογικού Εγώ, φορέα της πιο υψηλής υπαρξιακής Κοινότητας: του Έθνους. Το δραγουμικό «μυθιστόρημα εθνικής ενέργειας» πρέπει να γραφεί εκεί που γεννήθηκαν οι πρόγονοί του, με χρώματα του ορίζοντα του Μορίχοβου και όχι σ’ ένα ανήλιαγο γραφείο της Αττικής. Και θα γραφεί, αν χρειαστεί, με το αίμα του, γιατί σαν φτάνει, η βουλγαρική τρομοκρατία απλώνεται κάθε μέρα και πιο πολύ.

Ο νέος αυτός που «οι ιδέες του τον έβγαζαν από την κοινωνία και τον έκαναν διαφορετικό» (19 Αυγούστου 1902), αφήνοντας την αγαπημένη Αθήνα γράφοντας «Δεν έχω πατρίδα πια και ο κόσμος είναι δικός μου, θα ρίξω κάπου όλη την ενέργεια μου, όλη μου τη ζωή», διαισθάνεται πως η Μακεδονία, θητεία και οφειλή, θα τα ξεκαθαρίσει όλα. Εκεί, ταξιδεύοντας στη ζωή αλλά και στη συνείδηση των ρωμέικων κοινοτήτων του βορρά, ο Ίων Δραγούμης αρχίζει να αποτυπώνει συγχρόνως κι ένα απολύτως δικό του εσωτερικό ταξίδι, ένα ταξίδι εις εαυτόν, ιστορώντας με ασύγκριτη ειλικρίνεια τις θλίψεις και τους πόνους του, τους φευγαλέους στοχασμούς και τα όνειρά του, κυρίως όμως τη χαλύβδινη πίστη του στην ομορφιά της Ενέργειας. Γιατί αυτή η ημερολογιακή γραφή δεν διαστέλλει το εγώ για να εγκαταλειφθεί μετά στην υπερτροφία του, ούτε το αφήνει κομματιασμένο μετά την ανατομία. Η θεωρητική και πρακτική αυτοανάλυση, συναντώντας πρώιμα τις πιο μοντέρνες εκδοχές λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα, γίνεται εξομολόγηση, ροή μιας συνείδησης αποφασισμένης να καθαρθεί κι όχι να κρυφτεί σε ιδεολογίες. Η αυτοαναφορικότητα του είναι όργανο για μια τίμια αυτοπροσωπογραφία και δεν στοχεύει σε παραπλανητική μυθοπλασία αλλά στην ανώτερη ενότητα τέχνης και ζωής. Δεν ξέρω αν είναι ανατολίτικη ή δυτική η αφετηρία της ροπής του στη σιωπή και τη μοναξιά, αλλά πρόκειται σίγουρα για μια εσωστρέφεια- εφαλτήριο της πιο γενναίας και υπεύθυνης κοινωνικής στάσης, πέρα από τις κοινοτικές φαντασιώσεις που τόσο τυραννούσαν και τον ίδιο τον Δραγούμη, μέσα στην αγωνία του να βρει αιτίες ομαδικής ζωής. Εν τέλει, αυτό που καθηλώνει τον αναγνώστη, είναι το γεγονός πως από την περιπέτεια του εσωτερικού ανθρώπου προκύπτει ένα απαράμιλλο στυλ γραφής, μια προσωπική ποιητική ιδιόλεκτος που δεν έχει ισοϋψές ανάλογο στη νεοελληνική λογοτεχνία.

Από πού προερχόταν όμως αυτή η ιδιόλεκτος; Ο Ίων Δραγούμης ήταν φυσικά συντονισμένος και ανέπνεε αβίαστα μες στα μεγάλα πνευματικά ρεύματα του καιρού του. Δεν ήταν κάποιος επαρχιώτης που από ανασφάλεια περιχαρακώνεται στο εθνικό εγώ. Ήξερε όλη την ευρωπαϊκή ζωή και δημιουργία αλλά υποστήριζε με πάθος την ελληνική δημιουργικότητα. Ο Δραγούμης δεν κατέληξε κάτι επειδή δεν μπορούσε να γίνει κάτι άλλο. Αντίθετα, διάλεξε το πιο σπουδαίο και το πιο δύσκολο, από πλέρια πίστη τόσο στη δική του δύναμη όσο και στη δύναμη του έθνους του. Ευθύς θα σκεφθεί ο αναγνώστης διαβάζοντας τα Τετράδια αυτή τη θέληση, τη θέληση για δύναμη. Νομίζω όμως πως θα ήταν ορθότερος ο όρος θέληση για ακεραιότητα:

«Δε θα κάνω την ίδια ζωή ως που να πεθάνω. Δε θα γίνει ένα είδος ζωής συνήθεια, ούτε η ερημική, ούτε η κοσμική, ούτε η πολιτική, ούτε η βιβλική ούτε άλλη καμιά. Θέλω να είμαι όσο μπορώ πιο άνθρωπος, και γι’ αυτό θέλω να χρησιμοποιήσω όσο μπορώ όλα τα νεύρα μου σ’ όλα τα δυνατά αισθήματα» (15 Ιουνίου 1902)

«Με είναι αδιάφορο αν θα είμαι δυνατότερος από τους άλλους, αν θα τους διευθύνω. Το μόνο που θέλω να διευθύνω, είναι τον εαυτό μου» (1 Ιουλίου 1902)

«Κάνω καλλίτερο τον εαυτό μου όχι επειδή τον αγαπώ αλλ’ επειδή θέλω να βλέπω καλλίτερα τον κόσμο» (25 Σεπτεμβρίου 1902).

Για να δει καλλίτερα τον κόσμο, λοιπόν, ο Δραγούμης δίνεται στην ενέργεια, στη μέθη. Όπως ακριβώς την είχε φανταστεί, πριν καν ξεκινήσει για τη Μακεδονία:

«Πρέπει να πηγαίνω εγώ να βρίσκω τη μέθη, να μην την αφήνω ν’ άρχεται εκείνη μόνη της (…) Η λογική μου πάει ως εκεί που θα θελήσω. Η λογική μου πάει ως τη θέληση να μεθύσω. Λέγω πως όταν μεθώ, ζω δυνατότερα, και επειδή θέλω να ζω δυνατά, γιατί με φαίνεται πως γίνομαι καλλίτερος απ’ τον εαυτό μου, και μ’ αρέσει να γίνομαι καλλίτερος απ’ τον εαυτό μου – γι’ αυτό θέλω τη μέθη, και γι’ αυτό θέλω να πηγαίνω να τη βρίσκω» (27 Μαΐου 1902).

Οι «εμπειρίες» του είναι τελικά όλες οι δυνάμεις του. Κι επειδή δεν θέλει να δυναμώσει μια δύναμή του τόσο που να νικήσει τις άλλες (τις θέλει όλες εντός του), γι’ αυτό και ποτέ δεν θα θελήσει να πέσει και να πνιγεί σε μία και μόνη εμπειρία. Έγραφε στις 26 Νοεμβρίου, καθώς ετοιμαζόταν να φύγει για το Μοναστήρι: «Τη δύναμή μου θα τη μεταχειρισθώ για να δω κάτι, αφού υπάρχω. Είναι η μόνη ευκαιρία που θα με τύχει ποτέ. Η ζωή μου πρέπει να είναι καλλιτέχνημα χρησιμότητος για μένα». Κάπως έτσι, καλλιεργώντας και λατρεύοντας τη συνείδηση του εαυτού του, ρίχνεται στο «βάραθρο της πολιτικής εργασίας» (9 Δεκεμβρίου 1902), διατηρώντας πάντα το όνειρο της στιγμής που θα ξαναπάρει πίσω τον εαυτό του, θα ξαναπάει στον κόσμο του της καθαρής σκέψης, γιατί μόνο εκείνος είναι ο αληθινά δικός του: «Η φαντασία μου είναι η αλήθεια» (9 Δεκεμβρίου 1902). Όμως όταν αυτή η «αλήθεια» γίνεται ζωή, όλα θα γίνουν «ενέργεια» (4 Οκτωβρίου 1903 και 16 Ιουλίου 1904). Η «ενέργεια» αυτή (στη γραμμή των ιδεών του Μπαρρές) είναι η ίδια η ζωή κωδικοποιημένη. Όποιος θέλει να είναι άνθρωπος ενεργείας δεν μπορεί παρά να ζει μέσα στο Έθνος του και εκεί να ξοδεύει τη δύναμή του και από εκεί να παίρνει δύναμη: «η ενέργεια μου, η ζωή που έχω μέσα μου με φέρνει πίσω στο έθνος μου και κει μέσα χωμένος ενεργώ» (17 Μάη 1904).

Στο ρεαλιστικό μέρος των Τετραδίων, ο Δραγούμης αποτυπώνει με τρόπο συγκλονιστικό τη σκοτεινιά της περιόδου (όπου «η ζωή των άλλων έτριζε βαρειά» – Τετράδια, 27 Ιουλίου 1903 αλλά και «Μαρτύρων και ηρώων αίμα», σ. 86), σε μια Μακεδονία που βράζει. Τους αγωνιώδεις παλμούς του αλύτρωτου τουρκομερίτικου ελληνισμού, τις βουλγαρικές ωμότητες, τις δικές του τολμηρότατες περιοδείες χωρίς την παραμικρή μνεία του θανάσιμου κινδύνου, όταν αληθινά γενναίος, περιδιαβαίνει ερημιές όπως οι περιηγητές μια ειδυλλιακή χώρα. Ακροθιγώς και μόνον αναφέρεται στο μέγα έργο του, την «Άμυνα», μητέρα του περίφημου «Μακεδονικού Κομιτάτου». Θαρρείς γεννημένος για να συνωμοτεί, να στρατολογεί, να πασχίζει ν’ ανοίξει έναν δρόμο ζωής και πολέμου για να φωτίσει περισσότερο κι από την εθνική ζωή, την εσωτερική του ζωή, δεν κάμπτεται. Ακόμη και η απογοήτευσή του από τη νωθρότητα του επίσημου ελληνικού κράτους και τη φοβική στάση των προϊσταμένων προξένων και υπουργών, δεν είναι πρόσχημα για να εξαρθεί η δική του ενέργεια, αλλά έκφραση μιας τρομερής συνειδητοποίησης: των αιτίων που δεν προχωρεί «η υπόθεση της Μακεδονίας» αλλά και αυτών της γενικότερης νεοελληνικής κρατικής αβελτηρίας. Απέναντι σε αυτήν είτε γίνεσαι άλλος ένας συμβιβασμένος αυτού του κράτους ή αποφασίζεις να ζήσεις καίοντας τον εαυτό σου: όπως ακριβώς έπραξε ο Δραγούμης. «Όρθιος και ίσιος ανάμεσα στους Έλληνες», καταργεί τον εαυτό του την ίδια ώρα που τον εξαίρει για να τον χαρίσει φλεγόμενο στην Ελλάδα (εγγραφή 26ης Οκτωβρίου 1902: «Εγώ τώρα καταργώ τον εαυτό μου και τόν χαρίζω στην Ελλάδα».

Θα ήταν αρκετό και μόνον αυτό για να τον αθανατίσει. Εκείνο όμως που τον καθιστά ασύγκριτα μοναδικό είναι ο τρόπος που κατέγραψε τις ίδιες του τις φλόγες. Για τούτο τα Τετράδια αυτής της καταγραφής δεν έχουν ανάλογό τους στην ελληνική πεζογραφία. Δεν είναι απομνημονεύματα ή ημερολόγια. Δεν είναι καν μαρτυρία ή χρονικό. Είναι ένα αυτόνομο, «δραγουμικό» θα το ονόμαζα, λογοτεχνικό είδος. Με αναλογίες ίσως που θυμίζουν Σταντάλ και Ζιντ αλλά περιγράφουν τον εσωτερικό βίο με τρόπο που συνιστά τη δραγουμική μοναδικότητα. Ο αισθητικός εγωτισμός, το ταξίδι στα βάθη της εσωτερικής νύχτας, η μεταμόρφωση του γεγονότος, η καταγραφή του εναλλακτικού ενδεχόμενου ως ισότιμου ηθικού ανάλογου, όλα διηγούνται πώς γεννιέται ένας στυλίστας απαράμιλλος, αλλά και πώς μια σπάνια στα χρόνια του πνευματική καλλιέργεια μπορεί να μην εκφυλίζει, αλλά να γίνεται ύφος και στιβαρός λόγος, με λιτότητα και χάρη, με την πιο ισορροπημένη δημοτική γλώσσα του καιρού του. Βέβαια, με τις λέξεις «δεν μπορείς να συνεννοηθείς με τους άλλους, μπορείς όμως να συνεννοηθείς με τον εαυτό σου» (19 Μαΐου 1902). Από τα Τετράδια μπορεί να μάθει κανείς πώς γίνεται κλασικός και ρομαντικός σε μια σελίδα, πεισιθάνατος και ζωτικός, νατουραλιστής και αφηρημένος, πώς «να έχεις τα βιβλία για προσάναμμα τις στιγμές που είσαι σβυσμένος» (13 Ιανουαρίου 1903). Κι ακόμη πώς μπορείς να διανοείσαι και συνάμα να περιγελάς τη νόηση, να συγκλονίζεσαι και να περιφρονείς το αίσθημα, να εξεγείρεσαι και να παραιτείσαι, να βασανίζεσαι, να ματώνεις και να ορθώνεσαι ξανά, δυνατός, έτοιμος για νέα έργα. Να δημιουργείς και εν τέλει να καταστρέφεις ό,τι οι άνθρωποι ονομάζουνε μοίρα. Γιατί «δεν είναι κανείς ποιητής μια στιγμή ή μιαν ώρα ή μιαν ημέρα· είναι πάντα και παντού ή δεν είναι καθόλου» (9 Ιανουαρίου 1903).

Έτσι μελετώντας τον εαυτό του ο Δραγούμης, ένοιωθε πως ήταν «Έλλην» μα χωρίς να παύει να ερευνά τι σημαίνει Έλλην (19 Μαρτίου 1903). Να έχει συναίσθηση πως είναι κι αυτός «ένα κύτταρο, μια στιγμή του ελληνισμού», κι ας μη μοιάζει με όσους βασιλεύουν στον ελληνισμό (μητροπολίτες, προξένους, δασκάλους: εγγραφή 25ης Σεπτεμβρίου 1903), γεγονός που του γεννά το αίσθημα μιας παντοτινής μοναξιάς («είμαι μόνος στον ελληνισμό μέσα»). Πάντα «Ελληνικός» ωστόσο (13 Δεκεμβρίου 1903), δεν παύει να έχει πίστη στον σκοπό κι όχι στο πώς να αρέσει στους άλλους, ακόμη και όταν (στις 31 Δεκεμβρίου 1903) αποχαιρετά έναν χρόνο με επίγνωση πως «όλη η ζωή μου θα περάσει μέσα σε μια λύπη μεγάλη». Μη ξεγελιέστε από τη λέξη όμως. Από την Αθήνα ήδη, πριν ξεκινήσει για τη Μακεδονία, ήξερε (5 Αυγούστου 1902) πως πρέπει να κάνει τη λύπη χαρά γιατί ο πόνος

«σε κάνει καλλίτερο. Αν η χαρά είναι εκπλήρωση μιας ανάγκης, η λύπη πρέπει να γίνει ανάγκη και η εκπλήρωσή της θα είναι τότε χαρά (…) Πρέπει λοιπόν να μπορείς να ξεχνάς και λύπη και χαρά όταν θέλεις να συλλογιστείς».

Ότι η μοναξιά κι η λύπη ορίζουν την υπόσταση του Δραγούμη, το γνωρίζαμε από τις μέχρι τώρα δραγουμικές εκδόσεις. Τα Τετράδια της διετίας 1902- 1904 όμως (χάρη στον επίμονο αγώνα και την υποδειγματική επιμέλεια και σχολιασμό του κ. Τσίγκα) ανοίγουν διάπλατα τον δρόμο όχι απλώς στη γνωριμία και του νεώτερου αναγνώστη με μία μοναδική στον καιρό της ψυχή στα ελληνικά γράμματα, αλλά για να ενταχθεί αυτή η προσωπικότητα επιτέλους στην πρώτη σειρά της πνευματικής μας ζωής, ως μορφή που θέλγει με το ύφος και καθηλώνει με τον τρόπο, αφήνοντας κατά μέρος πολιτικές αστοχίες και υπαρξιακές αμφιταλαντεύσεις. Τα Τετράδια και βέβαια τα βιβλία του Ίωνος Δραγούμη είναι το πρώτο υψηλό επίτευγμα νεοελληνικής πεζογραφίας στη δημοτική γλώσσα, ακριβώς αντίκρυ στις αξεπέραστες κορφές του Βιζυηνού και του Παπαδιαμάντη που λίγο πριν- λίγο μετά, ολοκλήρωναν και έκλειναν μιαν άλλη (λόγια) παράδοση. Και είναι εντυπωσιακό πως υπήρξαν κριτικοί ή πανεπιστημιακοί (συντηρητικοί μάλιστα – ίσως γι’ αυτό!) που βρήκαν παλαιότερα, «φλύαρους και σχοινοτενείς» τους στοχασμούς του, «ακατέργαστες και προϊόντα λογικών ακροβασιών» τις σκέψεις του. Μάλλον από επαγγελματική ακαμψία και τη γνωστή αντιπνευματική εμμονή του ακαδημαϊσμού που δεν μπορεί να συλλάβει τη βαθύτερη καλλιέργεια ενός αυθεντικού διανοούμενου (πόσο μάλλον την αγωνία ενός 24χρονου να βρει τη θέση του στον κόσμο), απέτυχαν να αντιληφθούν τον πλούτο αλλά και το βάθος του εσωτερικού ανθρώπου που λάμπει σε αυτό το έργο.

Κι όμως. Η Ελλάδα του εικοστού αιώνα δεν είχε πολλούς συγγραφείς με την ευθύτητα του ήθους και την εντιμότητα της σκέψης του Δραγούμη. Και σίγουρα δεν υπάρχει ημερολογιακό προηγούμενο τέτοιας σπαρακτικά ειλικρινούς εξομολόγησης που σε κάνει, είτε συμφωνείς, είτε διαφωνείς μαζί του, να τον αγαπήσεις. Μικρό ασφαλώς το κακό για εκείνον που έγραφε:

«Άλλοτε με πείραζε πολύ που δε με καταλάβαιναν οι άλλοι, τώρα με μέλει πολύ λιγότερο. Αυτό που με πειράζει πολύ είναι το να μην καταλαβαίνω εγώ τον εαυτό μου» (15 Δεκεμβρίου 1902).

Κι ακόμη πιο αδιάφορες οι κρίσεις τους για μας που αγαπήσαμε τον πιο μύχιο, σκοτεινό και αντιφατικό εαυτό του Ίδα, τον λυρισμό ενός εγώ που εκδιπλώνεται και επισκοπεί εαυτόν πριν δημιουργήσει ένα δεύτερο εγώ που κάνει την πυρετική του λαχτάρα για δράση, αφήγηση, κριτική κι εξομολόγηση, πριν σηκωθεί απότομα για να βγει έξω, στον αψύ μακεδονίτικο αέρα κι εκεί, μέσα από τη σιωπηλή αδράνεια του καλλιτέχνη (μ’ όλο που και η αδράνεια είναι είδος ενεργείας όταν είναι αποτέλεσμα θέλησης), δούμε να ξεπροβάλλει το ιδεώδες εγώ, ο ηρωικός τύπος που ρίχνεται σε έργα ακραία και μεγάλα, στη ριψοκίνδυνη δράση, στην ανυστερόβουλη ισορροπία στο κενό.

Σε αυτό το ιερό κενό υψωμένος βρισκόταν δίχως άλλο ο Δραγούμης όταν έγραφε, σαν από διαίσθηση, δυο μέρες πριν πέσει ηρωικά ο Παύλος Μελάς:

«Δεν εδιάλεξα τους χορούς, τις γυναίκες, τα θέατρα και τις συνομιλίες στις επισκέψεις, ούτε τις εκδρομές που λέγονται pick- nick, ούτε το ίδωμα ανθρώπων κοινωνικών, καθώς τους λεν. Είχα διαλέξει τους Μακεδόνες που χάνονται κάθε μέρα και πρέπει να τους οδηγεί κανείς και να τους υποστηρίζει και να τους δίνει όλη τη δύναμή του για να μην πεθάνουν, να μην ξεψυχήσουν και μαζύ με το ξεψύχημά τους πάρουν στο λαιμό τους και τον ελληνισμό. Είχα διαλέξει το πάλεμα με τους Βουλγάρους· είχα διαλέξει όχι τα ανούσια και άκακα και ανάλατα ανθρωπομαζώματα που γίνονται για να “διασκεδάσει ο κόσμος”, είχα διαλέξει όχι το συναγελασμό που καμιά δε με φέρνει όρεξη. Είχα διαλέξει τον πόλεμο των ανθρώπων και το θάνατο, και τη μάχη, και την κούραση και τη μεγάλη υπομονή, και το θάρρος και την εμψύχωση, και τον ενθουσιασμό και την ταραχή και το τίναγμα και τη συγκίνηση και τη σκληρότητα, και την ψυχρότητα την υπεράνθρωπη, κάτι πιο αληθινό από τούτα τα ξαναμασήματα, λόγια μέτρια, γέλια αφύσικα, άψυχες φωνές» (11 Οκτωβρίου 1904).

Μια τέτοια ζωή, διαχρονικό δίδαγμα αρρενωπότητας και ορμής που περιγελά τον θάνατο –δεν χρειάζεται να το πούμε εμείς– υπερβαίνει κάθε κατάταξη, συντρίβει τον όποιο χαρακτηρισμό κριτικών ηδονοβλεψιών που κάνουν λόγο για «ιδιόμορφο», «ανορθολογικό», «αντικοινοβουλευτικό» κ.τ.ό. Δραγούμη, αδυνατώντας να νιώσουν την ωραία, ευγενική και τρικυμισμένη μορφή που δεν θα πάψει να συγκινεί με την αυθεντικότητα και τη γνήσια ανθρωπιά του κάθε τίμιο άνθρωπο.[.........]ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ  ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Ίων Δραγουμης: Το λάγιο αρνί του ελληνισμού

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

1. Τα «κρυφά» τετράδια του Ίωνος Δραγούμη

Ο Νώντας Τσίγκας συζητά με τον Νίκο Μπακουνάκη για τις άγνωστες ημερολογιακές σελίδες του διπλωμάτη, πολιτικού και λογοτέχνη.ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΚΟΥΝΑΚΗΣ

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Για τον Ίωνα Δραγούμη και τα τα «κρυφά» τετράδιά του , που εκδίδει ο (νευρολόγος ιατρός και λογοτέχνης-κριτικός ) Νώντας Τσίγκας

  Ίων Δραγουμης: Το λάγιο αρνί του ελληνισμού * του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ ~.~ Το εκδοτικό ημερολόγιο...