Ο «Καποδίστριας» ως πολιτισμικό κεφάλαιο της εθνικοφροσύνης
Με την κυκλοφορία της ταινίας «Καποδίστριας» σε σκηνοθεσία Γιάννη Σμαραγδή θύελλα αντιδράσεων ξέσπασε στο δημόσιο λόγο, το οποίο στις μέρες μας σημαίνει κυρίως «διαδίκτυο». Άρθρα, σχόλια, κριτικές, τσακωμοί, βρισιές… Μια ατμόσφαιρα που δύσκολα θα έλεγε κανείς ότι τη διέπει ψυχραιμία.
Αυτή η διόλου ψύχραιμη συζήτηση γύρω από την ταινία δεν είναι τυχαία και δεν αφορά καν το αν η ταινία είναι πιστή στην ιστορία ή όχι ούτε το αν είναι απλά καλή η ταινία αυτή κάθε αυτή ή όχι. Σίγουρα δεν αφορά ούτε το αν ο Καποδίστριας ως ιστορικό πρόσωπο υπήρξε καλός, κακός, μέτριος ή αδιάφορος ως ηγέτης του νεοϊδρυθέντος ελληνικού κράτους μέχρι και τη δολοφονία του. Δεν θα είναι ούτε η πρώτη, ούτε και η τελευταία αμφιλεγόμενη ιστορική προσωπικότητα της οποίας η ζωή μεταφέρεται στη μεγάλη ή και τη μικρή οθόνη.
Η αναψηλάφηση της ελληνικής ιστορίας όμως εξακολουθεί να μην είναι εύκολο ζήτημα κι αυτό δεν εστιάζεται τόσο στα πρόσωπα αλλά στις αφηγήσεις. Αφηγήσεις που έχουν επιβληθεί με τη βία, με διώξεις, βασανιστήρια, φυλακές, Μακρόνησους. Με εκτελεστικά αποσπάσματα, με ανεξιχνίαστες δολοφονίες, με στιγματισμό, με κοινωνικό αποκλεισμό. Γιατί η ελληνική ιστορία υπήρξε ένα ακόμα μέτωπο του εμφυλίου πολέμου με νικητές και ηττημένους. Και οι νικητές διεκδίκησαν να λένε και να γράφουν την ιστορία όπως θέλουν αυτοί σε ένα διαρκή πόλεμο μνήμης.

Η ταινία «Καποδίστριας» λοιπόν προστίθεται στο ίδιο αφηγηματικό συνεχές και μετατρέπεται σε πολιτισμικό κεφάλαιο της εθνικοφροσύνης και ως τέτοιο είναι αναμενόμενο ότι εγείρει συγκινήσεις, δημιουργεί ταυτίσεις, προκαλεί μια νοσταλγία για κάποιο παλιό και αγνό ιδεώδες που έχει χαθεί στις μέρες μας και μια αίσθηση για κάποια μεταφυσική ιστορική αδικία εις βάρος του ελληνισμού, αδικία που ποτέ δε μπορεί να συγκεκριμενοποιηθεί ώστε να καταδειχτούν ευθύνες -έστω ιστορικές. Από αυτήν την άποψη είναι λοιπόν αναμενόμενες οι αντιδράσεις του κόσμου που αγοράζουν αυτό το προϊόν ως αυτό που είναι και το γουστάρουν κιόλας ενδεχομένως για αυτό που είναι,. Εξίσου αναμενόμενη είναι κι η ιδεολογική πόλωση που οποιαδήποτε κριτική στην ταινία τη θεωρεί εθνική απειλή και την αποδίδει σε αντεθνικούς θολοκουλτουριάρηδες και ψευτοπροοδευτικούς.
Ο πολλαπλός αντίχτυπος της ταινίας Καποδίστριας μας υπενθυμίζει ότι μοιραία κάθε τέτοιο αντίστοιχο πολιτισμικό περιεχόμενο θα διέπεται από τους ίδιους κανόνες ιδεολογικής σύγκρουσης καθώς ξεφεύγει από την απλή καλλιτεχνική ανάλυση/διαφωνία και γίνεται κομμάτι ενός πολέμου για τη μνήμη ενός ολόκληρου λαού. Έναν πόλεμο στον οποίο κάποτε παρήχθη τεράστιο πολιτισμικό κεφάλαιο και από την άλλη πλευρά με την δεξιά και εθνικόφρων κοινή γνώμη και τους ιδεολογικούς ινστρούχτορες να παθαίνουν εγκεφαλικά με ταινίες όπως το «Happy Day» του Παντελή Βούλγαρη το 1976, το «1922» του Νίκου Κούνδουρου το 1977, το «Οι Κυνηγοί» του Θοδωρή Αγγελόπουλου το 1978 και την πιο επιδραστική ίσως της περιόδου, «Ο Άνθρωπος με το Γαρύφαλλο» του Νίκου Τζήμα το 1980.

Ταινίες που προκάλεσαν τεράστια συζήτηση και θύελλες αντιδράσεων αλλά που εν τέλει έγιναν κι αυτές κομμάτι ενός συγκεκριμένου πολιτισμικού κεφαλαίου. Ένα πολιτισμικό κεφάλαιο στο οποίο συνεισέφεραν η ποίηση, η λογοτεχνία, το θέατρο, η μουσική της εποχής διαρρηγνύοντας το μονοπώλιο της εθνικής αφήγησης όπως αυτή είχε διαμορφωθεί ως τότε σχηματίζοντας αυτό που αργότερα ονομάστηκε αριστερά της διανόησης και της προόδου και που η δεξιά αποκαλεί «ιδεολογική ηγεμονία της αριστεράς στον πολιτισμό».[........................]

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου