Σάββατο, Οκτωβρίου 19, 2013

Σε κυνηγούν με τα σπασμένα μέλη τους


Ο Ηδονικός Ελπήνωρ
Τον ειδα χτες να σταματα στην πόρτα
κoιτω απο το παράθυρό μου θά ''ταν
εφτά περίπου μια γυναίκα ήταν μαζί του.
Ειχε τό φέρσιμο του Ελπήνορα, λίγο πριν πέσει
να τσακιστει, κι ομως δεν ηταν μεθυσμένος.
Μιλουσε πολυ γρήγορα, κι εκείνη
κοίταζε αφηρημένη προς τους φωνογράφους-
τον εκοβε καμια φορα να πει μία φράση
κι επειτα κοίταζε με ανυπομονησία
εκει που τηγανίζουν ψάρια- σαν τη γάτα.
Αυτός ψιθύριζε μ' ενα αποτσίγαρο σβηστό στά χείλια:
- Ακουσε ακόμη τουτο. Στο φεγγάρι
τα αγάλματα λυγίζουν κάποτε σαν το καλάμι
Ανάμεσα σε ζωντανους καρπους — τα αγάλματα-
κι η φλόγα γίνεται δροσερή πικροδάφνη,
η φλόγα που καίει τον ανθρωπο, θέλω να πω.
- Ειναι το φως... Ισκιοι της νύχτας...
- Ισως η νύχτα που ανοιξε, γαλάζιο ρόδι,
σκοτεινος κόρφος, και σε γέμισε αστρα
κόβοντας τον καιρό.
Κι ομως τα αγάλματα
λυγίζουν κάποτε, μοιράζοντας τον πόθο
στα δυό, σαν το ροδάκινο κι η φλόγα
γίνεται φίλη με στα μέλη κι αναφιλητό
κι επειτα φύλλο δροσερο που παίρνει ο ανεμος-
λυγίζουν γίνουνται αλαφρια μ'ένα ανθρώπινο βάρος.
Δεν το ξεχνας.
- Τ' αγάλματα ειναι στο μουσειο.
-Οχι, σε κυνηγουν, πως δεν το βλέπεις;
θέλω να πω με τα σπασμένα μέλη τους,
με την αλλοτινη μορφή τους που δε γνώρισες
κι ομως την ξέρεις.
Οπως οταν
στα τελευταια της νιότης σου αγαπήσεις
γυναίκα που εμεινε ομορφη, κι ολο φοβασαι,
καθως την κράτησες γυμνη το μεσημέρι,
τη μνήμη που ξυπνα στην αγκαλιά σου-
φοβασαι το φιλι μη σε προδώσει
σε αλλα κρεβάτια περασμένα τώρα
που ωστόσο θα μπορουσαν να στοιχειώσουν
τόσο ευκολα τόσο ευκολα και ν' αναστήσουν
ειδωλα στον καθρέφτη, σώματα που ηταν μία φορα-
την ηδονή τους.
Οπως οταν
γυρίζεις απο τα ξένα και τύχει ν' ανοίξεις
παλια κασέλα κλειδωμένη απο καιρο
και βρεις κουρέλια απο τα ρουχα που φορουσες
σε ομορφες ωρες, σε γιορτες με φωτα
πολύχρωμα, καθρεφτισμένα, που ολο χαμηλώνουν
και μένει μόνο το αρωμα της απουσίας
μιας νέας μορφης.
Αλήθεια, τα συντρίμμια
δεν ειναι εκεινα- Εσυ 'σαι το ρημάδι-
σε κυνηγουν με μία παράξενη παρθενια
στο σπίτι στο γραφειο στις δεξιώσεις
των μεγιστάνων, στον ανομολόγητο φόβο του υπνου-
μιλουν για περιστατικα που θα 'θελες να μην υπάρχουν
ή να γινόντουσαν χρόνια μετα το θάνατό σου,
κι αυτο ειναι δύσκολο γιατί...
-Τ' αγάλματα ειναι στο μουσειο.
Καληνύχτα.
-... γιατι τ' αγάλματα δεν ειναι πια συντρίμμια,
ειμαστε εμεις. Τ' αγάλματα λυγίζουν αλαφριά ... καληνύχτα.
Εδω χωρίστηκαν. Αυτός επηρε
την ανηφόρα που τραβάει κατα την αρκτο
κι αυτη προχώρεσε προς το πολύφωτο ακρογιάλι
Οπου το κύμα πνίγεται στη βοη του ραδιοφώνου


Γιώργος Σεφέρης,  «Κίχλη»,1947.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Νέος άνθρωπος με γερασμένο μυαλό

Η "πατάτα" του  Αν...