W. B. Yeats, Πολιτικά ποιήματα
Με μία έννοια, όλο το έργο του W. B. Yeats είναι πολιτικό. Ταγμένος από την πρώτη του νεότητα στον σκοπό της πολιτιστικής και πολιτικής αφύπνισης των Ιρλανδών, ο ποιητής εκτός από γενάρχης της νεώτερης ποίησης της χώρας του, υπήρξε αρχηγέτης του κινήματος της Κελτικής Αναγέννησης, δημιουργός του σύγχρονου ιρλανδικού θεάτρου, βάρδος του αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία.
[...........................]. Ιδιαίτερα σκληρή, κάποτε μαστιγωτική, είναι η κριτική που ο Γέητς ασκεί στον λαό και τις κακές του συνήθειες. Από τους στίχους του περνά όλη η ιρλανδική ιστορία των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα: ο αγώνας για την πνευματική ανόρθωση, το 1916, ο πικρός Εμφύλιος που ακολούθησε την κήρυξη της Ανεξαρτησίας, η απογοήτευση από τη διαπίστωση ότι και η ελεύθερη Ιρλανδία δεν στάθηκε στο ύψος που οι δημιουργοί της οραματίστηκαν.
[.........................]
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ
Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς(1865-1939)
Ο ΨΑΡΑΣ

Τον βλέπω ακόμη εμπρός μου—
σ’ έναν σταχτή βράχο τραβάει
τ’ αγκίστρια του για να μαζέψει,
ρούχα σταχτιά φοράει,
το πρόσωπό του όλο φακίδες—
μα είναι πια πολύς καιρός
που αυτός ο άντρας τριγυρνάει
στον νου μου ο γνωστικός κι απλός.
Στο πρόσωπό του όλη τη μέρα
ήλπιζα κάτι πως θα βρω
να γράψω για όλα τούτα γύρω,
για τον δικό μου τον λαό:
τους ζωντανούς που έχω μισήσει,
τους προσφιλείς μου τους νεκρούς,
τους άνανδρους που ’ναι στους θώκους,
τους υπεράνω ιταμούς—
αρκεί το ζήτω ενός πιωμένου
κι οι αγύρτες βγαίνουν καθαροί—
τον ευφυολόγο που όσα λέει
τά ’χει για το χυδαίο αυτί,
τον πονηρό που σαν τον κλόουν
ξέρει πότε να κλαψουρίσει,
την τέχνη τη σπουδαία, τη γνώση
που ο όχλος τους έχει τσακίσει.
Θα ’χει περάσει χρόνος πια
αφότου είπα ξαφνικά,
όλους αυτούς για να χλευάσω,
έν’ άντρα τέτοιο με φακίδες
στη φαντασία μου να πλάσω,
με τα σταχτιά τα ρούχα του
στον βράχο εκεί να σκαρφαλώνει
τον μαυρισμένο απ’ τον αφρό,
τις πετονιές του να δολώνει
και να τις ρίχνει στο νερό —
τον άντρα αυτόν που δεν υπάρχει,
που είναι μόνο ένα όνειρο·
και φώναξα «προτού γεράσω
θα πω για τούτη τη μορφή
ένα τραγούδι ίσως κρύο
και παθιασμένο όσο η αυγή.»
⸙
The People
'For all that I have done at my own charge?
The daily spite of this unmannerly town,
Where who has served the most is most defaned,
The reputation of his lifetime lost
Between the night and morning. I might have lived,
And you know well how great the longing has been,
Where every day my footfall Should have lit
In the green shadow of Ferrara wall;
Or climbed among the images of the past —
The unperturbed and courtly images —
Evening and morning, the steep street of Urbino
To where the Duchess and her people talked
The stately midnight through until they stood
In their great window looking at the dawn;
I might have had no friend that could not mix
Courtesy and passion into one like those
That saw the wicks grow yellow in the dawn;
I might have used the one substantial right
My trade allows: chosen my company,
And chosen what scenery had pleased me best.
Thereon my phoenix answered in reproof,
"The drunkards, pilferers of public funds,
All the dishonest crowd I had driven away,
When my luck changed and they dared meet my face,
Crawled from obscurity, and set upon me
Those I had served and some that I had fed;
Yet never have I, now nor any time,
Complained of the people.'
All I could reply
Was: "You, that have not lived in thought but deed,
Can have the purity of a natural force,
But I, whose virtues are the definitions
Of the analytic mind, can neither close
The eye of the mind nor keep my tongue from speech.'
And yet, because my heart leaped at her words,
I was abashed, and now they come to mind
After nine years, I sink my head abashed.
Ο ΛΑΟΣ
«Μ’ όλα όσα πέτυχα λοιπόν, τι κέρδισα», είπα,
«μ’ όλους τους κόπους μου και μ’ όλες τις θυσίες;
Τη χλεύη κάθε μέρα αυτού του αγροίκου τόπου,
όπου την προσφορά τιμούν με ισόποση έχθρα
κι όπου η υπόληψη όλης σου της ζωής
σβήνει μες σε μια νύχτα. Κι όμως, θα μπορούσα,
πόσο πολύ το λαχταρούσα εσύ το ξέρεις,
στους χλοερούς να ζω τους ίσκιους της Φερράρας·
ν’ ανηφορίζω μέσα στα είδωλα του Ουρμπίνο –
τ’ αρχοντικά γαλήνια είδωλα του χθες
βράδυ-πρωί στ’ απότομα παλιά στενά του
εκεί όπου η Δούκισσα κι οι οικείοι της τα ’λέγαν
απ’ τα μεσάνυχτα έως τη στιγμή που βλέπαν
στα παραθύρια τα μεγάλα το πρωί·
κι ίσως εκεί φίλο κανέναν να μην είχα
που αρχοντιά και πάθος να μην τά ’νιωθε ένα
όπως αυτοί μπρος στης αυγής τα ωχρά κεριά.
Θα ’κανα χρήση έτσι του μόνου προνομίου
ετούτης της δουλειάς, συντρόφους να επιλέγω
και τόπο αυτόν που πιο πολύ μ’ ευχαριστεί.»
Κι ο φοίνικάς μου μ’ έψεξε απαντώντας:
«Μέθυσοι, αγύρτες, κλέφτες των δημόσιων πόρων,
όλος ο όχλος ο άτιμος που ’κανα πέρα,
μόλις η τύχη μου άλλαξε σηκώσαν πάλι
τα μάτια να με δουν· κι άλλοι μου ορμήσαν
απ’ όσους είχα ευεργετήσει και ταΐσει·
μα ούτε τώρα ούτε ποτέ λόγο δεν είπα
κακό για τον λαό.»
Σ’ αυτό να πω ένα βρήκα:
«Εσύ δεν έζησες στη σκέψη, αλλά στην πράξη,
μπορείς να είσαι αγνή σαν δύναμη της φύσης,
ωστόσο εγώ που ’χω αρετή μου να διακρίνω
με τα όργανα του νου, δεν γίνεται να κλείσω
τα μάτια μου στη σκέψη και να μη μιλήσω».
Κι όμως, τα λόγια της ταράξαν την καρδιά μου
και σάστισα πολύ, και χρόνια εννιά από τότε,
σαν τα θυμάμαι, ακόμη προχωράω σκυφτός.
⸙


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου