Το μπλόκο (διήγημα του Δημήτρη Ραβάνη-Ρεντή)
Κάθε χρόνο, την Κυριακή κοντά στις 28 Οκτωβρίου, συνηθίζω να δημοσιεύω λογοτεχνικό κείμενο ή απόσπασμα από απομνημονεύματα σχετικό είτε με τον πόλεμο της Αλβανίας είτε με την Κατοχή και την Εθνική Αντίσταση. Το
σημερινό διήγημα ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Το πήρα από την
"Ανθολογία ελληνικής αντιστασιακής λογοτεχνίας 1941-1944", ένα βιβλίο
που κυκλοφόρησε προδικτατορικά σε κοινή έκδοση του ανατολικογερμανικού
εκδοτικού οίκου Akademie Verlag - Berlin και των εκδόσεων Α. Παπακώστα,
με επιμέλεια Έλλης Αλεξίου, πιο σωστά τον πρώτο τόμο της δίτομης αυτής
ανθολογίας, που είχε πεζογραφήματα (ο δεύτερος είχε ποιήματα). Το βιβλίο αυτό το είχα ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο (δεν είναι προσπελάσιμος μέχρι νεοτέρας) με τη βοήθεια πολλών εθελοντών που ανέλαβαν τη δακτυλογράφηση -αυτά, το 2008. Μεταφέρω εδώ το κείμενο, στη μνήμη του Δημήτρη του Ραβάνη, που είχα την τύχη να τον γνωρίσω καλά στη δεκαετία του 1980, τον γλυκύτατο αυτόν άνθρωπο. Το σκίτσο είναι από το βιβλίο εκείνο. Το βιογραφικό επίσης, αλλά συμπληρωμένο για τα νεότερα χρόνια.
Πάω στοίχημα ότι όλοι έχετε τραγουδήσει στίχους ή σλόγκαν του Μίμη Ραβάνη, αλλά δεν το ξέρετε. Δικοί του είναι οι στίχοι στα επαναστατικά τραγούδια "Παιδιά σηκωθείτε να βγούμε στους δρόμους", "Σαν ατσάλινος γίγας", "Βροντάει ο Όλυμπος και πάλι" και "Ο Μπελογιάννης ζει". Δικά του ευρήματα είναι και τα διαφημιστικά "Θαύμα φαγητό θα γίνει με Φυτίνη, με Φυτίνη" και "Η θεία Όλγα ξέρει". ΤΟ ΜΠΛΟΚΟ Στις γειτονιές είχαν αρχίσει από καιρό τα γερμανικά μπλόκα. Κι η οδός Ωραίας, ένα από τα δρομάκια της Αθήνας, καρτερούσε την αράδα της. Μέρα με τη μέρα ο κύκλος στένευε γύρω της. Οι άνθρωποι λαγοκοιμόντουσαν, έτοιμοι να πεταχτούν απάνω με τον παραμικρό θόρυβο. Ο τρόμος κι ο κίνδυνος που πριν σε παραμόνευε μόνο στο δρόμο, τώρα είχε μπει και μέσα στα σπίτια. Πουθενά δεν ήσουνα εξασφαλισμένος. Παντού μπορούσε να σε βρει ο χάρος. Και να που το μπλόκο έφτασε και στην οδό Ωραίας. Ένας ξαφνικός θόρυβος ξύπνησε το δρομάκο. Την ίδια στιγμή κι από τις δυο πάντες του στενού μπουκάρησαν οι γερμανικές μοτοσυκλέτες. Ύστερα μπήκαν τρία μαύρα αυτοκίνητα και δυο φορτηγά. Ακούστηκαν σύντομες διαταγές και σε λίγο μια φωνή βαριά, δυνατή ούρλιασε:
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου