Παρασκευή, Δεκεμβρίου 08, 2017

Η εργαλειοποίηση της μουσουλμανικής μειονότητας και ο τουρκικός εθνικισμός

08/12/2017 
huffingtonpost.gr
Grigoris Siamidis / Reuters
Πρώτον, το σύνολο των μέτρων της ελληνικής μειονοτικής πολιτικής, και ιδιαίτερα της μειονοτικής πολιτικής στον τομέα της εκπαίδευσης, στηρίζεται πάνω σε σαθρά θεμέλια, και συγκεκριμένα πάνω στο ελληνοτουρκικό μορφωτικό πρωτόκολλο του 1968, έτσι όπως το είχαν διαμορφώσει οι διπλωμάτες και οι τεχνοκράτες του απριλιανού καθεστώτος. Ενώ, λοιπόν, η μεταπολίτευση ορίζεται εν γένει ως μια πολιτική κατάσταση που προέκυψε από την ανατροπή του κανονιστικού πλαισίου της δικτατορίας, το σύνολο της ελληνικής νομοθεσίας για τη μειονότητα από το 1974 και μετά, αλλά και το σύνολο των μέτρων για τη βελτίωση της εκπαίδευσης των μελών της μειονότητας δεν έχει αποστεί ούτε κατά κεραία από το περιεχόμενο και τις αρχές του (απριλιανού) «θεμελίου» της μειονοτικής εκπαιδευτικής πολιτικής, ανεξάρτητα από τον φερόμενο ως διαφορετικό ιδεολογικό προσανατολισμό των ελληνικών κυβερνήσεων και διοικήσεων.
Δεύτερον, ενώ επισήμως η ελληνική πολιτεία δεν αναγνωρίζει τουρκική μειονότητα στη Θράκη, αλλά την προσδιορίζει ως μουσουλμανική, εφαρμόζοντας και εξειδικεύοντας τις πρόνοιες του Πρωτοκόλλου του 1968, έχει ιδρύσει και συντηρεί μειονοτικά σχολεία στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση με δίγλωσσο πρόγραμμα και αμιγώς μουσουλμανικό μαθητικό πληθυσμό. Έχει καθιερώσει, επίσης, την τουρκική γλώσσα και τον τουρκικό πολιτισμό (μέσω των κειμένων των σχολικών βιβλίων) ως στοιχεία ταυτότητας του συνόλου των μειονοτικών μαθητών, αγνοώντας συνειδητά το γεγονός ότι οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί της Θράκης ανήκουν σε τρεις διακριτές κατηγορίες, τόσο από γλωσσικής, όσο και από εθνοπολιτισμικής πλευράς. Παρακάμπτοντας τη γλώσσα και την πολιτισμική ταυτότητα των Πομάκων και των Ρομά Μουσουλμάνων, η ελληνική νομοθεσία μένει πιστή στο πνεύμα και το γράμμα του Πρωτοκόλλου του 1968, ενώ την ίδια στιγμή ονομάζει καταχρηστικά την πολιτική αυτή «διαπολιτισμική εκπαίδευση». Κάνει δηλαδή επί της ουσίας, χωρίς όμως να το δηλώνει, αυτό που θα έκανε αν υπήρχε μια ενιαία εθνική (τουρκική) μειονότητα στη Θράκη και μια αντίστοιχη συμφωνία προστασίας των δικαιωμάτων της. Συμπεριφέρεται σαν να υπήρχε αναγνωρισμένη συμπαγής τουρκική μειονότητα, αλλά αρνείται να ονομάσει την μειονότητα αυτή τουρκική. Την ίδια στιγμή δεν τολμά να αναγνωρίσει την ύπαρξη διακριτής πομακικής και ρόμικης ταυτότητας στη Θράκη. Σε κανένα από τα σχολικά εγχειρίδια που διδάσκονται στα μειονοτικά σχολεία δεν υπάρχει έστω μία αράδα ή μία εικόνα που να υπαινίσσεται την ύπαρξη αυτών των δύο ταυτοτήτων.
Τρίτον, απέναντι στη συστηματική προσπάθεια του τουρκικού κράτους για τον προσεταιρισμό και την ενσωμάτωση του πομακικού και ρόμικου μουσουλμανικού πληθυσμού της Θράκης μέσα στη (εθνοτική) τουρκική ομάδα και τη δημιουργία μιας ενιαίας τουρκικής συνείδησης σε όλα τα μέλη της μειονότητας, η ελληνική πλευρά δεν έχει εκπονήσει κανένα επεξεργασμένο σχέδιο. Δρα αμυντικά μέσα από στρατηγικές «παροχών» και «θετικής διάκρισης», δηλ. θέσπισης μέτρων εξαίρεσης των μελών της μουσουλμανικής μειονότητας από υποχρεωτικές για τον λοιπό πληθυσμό διαδικασίες ελέγχου της πρόσβασης σε κοινωνικά αγαθά (π.χ. για ην εισαγωγή στα ΑΕΙ, για διορισμό στη δημόσια διοίκηση κ.α.).
Τέταρτον, απέναντι στα δίκτυα τουρκικής πολιτικής επιρροής στη Θράκη (κυρίως μέσω των εκεί τουρκικών διπλωματικών αποστολών, αλλά και των παράλληλων δομών του μουσουλμανικού κλήρου) η ελληνική πλευρά θεωρεί ότι είναι αρκετό, όργανα ειδικών υπηρεσιών να παρακολουθούν και να καταγράφουν διάφορες ύποπτες «κινήσεις» προσώπων και παραγόντων. Ανέχεται διαχρονικά το διπλό σύστημα ιερατικής εκπροσώπησης (επίσημοι μουφτήδες – ψευδομουφτήδες, επίσημοι ιμάμηδες – άτυποι ιμάμηδες) καθώς επίσης και τη χρήση των χώρων θρησκευτικής λατρείας για την προώθηση των ιδεών και των στόχων του τουρκικού κράτους στην ελληνική επικράτεια (κορανικά σχολεία).
Κάτω από τις συνθήκες αυτές, το παιχνίδι της τουρκικής ελίτ με την πολιτική εργαλειοποίηση της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη, προκειμένου να καθιερωθεί η Τουρκία ως «παράγων» που έχει λόγο στην ελληνική εσωτερική και εξωτερική πολιτική, είναι ιδιαίτερα εύκολο. Δεν υπάρχει Τούρκος ηγέτης, πολύ περισσότερο ο σημερινός πρόεδρος, που δεν θα έμπαινε στον πειρασμό να εκμεταλλευτεί το στρατηγικό πλεονέκτημα της χώρας του για την προώθηση της τουρκικής πολιτικής στη Θράκη. Οι συχνές δηλώσεις Ελλήνων αξιωματούχων ότι η Τουρκία οφείλει να σέβεται το διεθνές δίκαιο και να τηρεί τους κανόνες καλής γειτονίας, δεν είναι σε θέση να ανατρέψουν το στρατηγικό μειονέκτημα της Ελλάδας, ένα μειονέκτημα που δημιούργησαν διαχρονικά - και το κληροδοτούν στις επόμενες - οι ίδιες οι ελληνικές διοικήσεις με την αβελτηρία τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: