Παρασκευή, Ιουλίου 30, 2021

«Δυσαρέσκεια» της UNESCO για το τσιμέντωμα της Ακρόπολης

https://www.avgi.gr/sites/default/files/styles/main/public/2021-07/akropoli_0.jpg?itok=aVu7CpBi

Έκθετη είναι η Λίνα Μενδώνη από τις αποκαλύψεις του ραδιοτηλεοπτικού φορέα PBS σύμφωνα με τον οποίο η UNESCO είναι δυσαρεστημένη με το «τσιμέντωμα» της Ακρόπολης καθώς δεν της ζητήθηκε η γνώμη πριν τις παρεμβάσεις. Μάλιστα σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, ο οργανισμός παγκόσμιας κληρονομιάς των Ηνωμένων Εθνών, ζητά από την κυβέρνηση να σταματήσει τα έργα.


Ειδικότερα, σε δημοσίευμα που υπογράφουν οι δημοσιογράφοι Μάλκολμ Μπράμπαντ και Τζούντι Γούντραφ, τονίζεται ότι ο Παγκόσμιος Οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών για την Εκπαίδευση, την Επιστήμη και τον Πολιτισμό επιθυμεί οι αρχές της χώρας μας να σταματήσουν άμεσα τις παρεμβάσεις στο εμβληματικό μνημείο.

Ειδικότερα, η Γούντραφ επισημαίνει πως μεγάλο μέρος των εργασιών έχει ολοκληρωθεί, την ώρα που οι επικριτές χαρακτηρίζουν εγκληματικές τις τροποποιήσεις.

Ο Μπράμπαντ, που ήρθε σε αποστολή στην Αθήνα για να καλύψει το κρίσιμο ζήτημα, μεταφέρει τις απαντήσεις που πήρε από την Λίνα Μενδώνη και τον Μανώλη Κορρέ, οι οποίοι τον διαβεβαίωσαν ότι δεν υπάρχουν ανησυχίες για τη στάση της UNESCO.

PBS

Η υπουργός Πολιτισμούς ισχυρίζεται πως ο Οργανισμός «γνωρίζει γι' αυτά τα έργα αποκατάστασης από το 2002. Σύμφωνα με τη Σύμβαση για την Προστασία της Παγκόσμιας Πολιτιστικής, κάθε κράτος θα πρέπει να ειδοποιεί πριν κάνει σημαντικές αλλαγές σε ένα μνημείο».

Ωστόσο, ο Μπράμπαντ σημειώνει πως «από την UNESCO οι αξιωματούχοι σίγουρα δεν είναι ευχαριστημένοι με τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρθηκαν οι ελληνικές αρχές. Η UNESCO θέλει να σταματήσουν όλες οι εργασίες μέχρι να γίνουν οι κατάλληλες διαβουλεύσεις. Η UNESCO ανησυχεί επίσης για το γεγονός ότι έπρεπε να μάθει για τις τροποποιήσεις από επικριτές, αντί από το ελληνικό κράτος».

Στο δημοσίευμα φιλοξενούνται μεταξύ άλλων δηλώσεις της προέδρου του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, Δέσποινα Κουτσούμπα η οποία αναφέρει: «Για μένα, είναι φρικτό. Νομίζω ότι η Ακρόπολη είναι πραγματικά πληγωμένη από τους τσιμεντένιους διαδρόμους. Έχουμε έναν αρχαιολογικό χώρο μεγάλης σημασίας και με τσιμέντο μετατρέπεται σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Αυτό είναι εντελώς απαράδεκτο».

Ερωτικές φουρτούνες στα "Κύματα" του σπουδαίου Έντουαρντ φον Κάιζερλινγκ

Έντουαρντ φον Κάιζερλινγκ (1855-1918)

O Έντουαρντ φον Κάιζερλινγκ είναι ένας σπουδαίος συγγραφέας , που όμως είναι σχεδόν άγνωστος στις μέρες μας . Κατά τον κριτικό λογοτεχνίας Φριτς Μαρτίνι «κανένας άλλος σημαντικός συγγραφέας του πρώιμου 20ού αιώνα δεν είναι τόσο άγνωστος όσο αυτός»

 Κι όμως τον συγγραφέα αυτό εκτιμούσαν ιδιαίτερα οι ομότεχνοί του Τόμας Μαν,  Ράινερ Μ. Ρίλκε και Έρμαν Έσσε. Έπρεπε να περάσουν δέκα χρόνια από το θάνατό του για να μεταφραστεί το  έργο του μεταφράστηκε στα αγγλικά,  αλλά ο  Πόλεμος και η μεταπολεμική εποχή το έσπρωξαν στην αφάνεια . 

Έπρεπε να φτάσουμε στα τέλη του περασμένου αιώνα , για να αναθερμανθεί το ενδιαφέρον των κριτικών και του κοινού , για να αναγνωριστεί η αξία του . 

Ο Κάιζερλινγκ μέχρι τα τέλη του  19ου αιώνα ήταν επηρεασμένος  από τον νατουραλισμό. Από τις αρχές όμως του 20ού προσχώρησε στον  ιμπρεσιονισμό, θεωρείται μάλιστα  από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του.

Ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματά του, τα «Κύματα» κυκλοφορεί στην Ελλάδα σε δύο μεταφράσεις ,  του Αλέξανδρου Κυπριώτη στον Εξάντα και της  Αναστασίας Χατζηγιαννίδη για τις εκδόσεις Loggia. 

Το έργο πρωτοεκδόθηκε το 1911 και  αποτελεί το χρονικό ενός καλοκαιριού σε ένα ψαροχώρι της Βαλτικής, όπου η χήρα ενός  στρατηγού παραθερίζει με την οικογένειά της . Σε πολύ κοντινή απόσταση από τη βίλα παραθερίζει η Ντοραλίς, μια πανέμορφη  νεαρή γυναίκα, η ζωή της οποίας θεωρείται σκανδαλώδης, καθώς πρόσφατα εγκατέλειψε τον ηλικιωμένο, πλούσιο και χειριστικό σύζυγό της για τον ζωγράφο που ο ίδιος είχε προσλάβει για να φιλοτεχνήσει το πορτρέτο της...


 

"Κύματα", Έντουαρντ φον Κάιζερλινγκ/Eduard von Keyserling," Wellen"


Tides — Jonathan Bogart


synthesis V.G. ¹

   Αν ισχυριζόμουν ότι γνώριζα τον γερμανόφωνο συγγραφέα Έντουαρντ φον Κάιζερλινγκ (1855-1918) θα ήταν ψέμα ολκής και δεν τα συνηθίζω τα ψέματα,μικρά και μεγάλα.Ιδέα δεν είχα.Πήρα είδηση τον Κάιζερλινγκ,και χαίρομαι που τον διάβασα,επειδή ο Αλέξανδρος Κυπριώτης μετέφρασε το ωραίο, ολιγοσέλιδο,ευανάγνωστο μυθιστόρημά του με τίτλο Wellen για τις εκδόσεις Εξάντας.Παρακολουθώ τη δουλειά που κάνει αθόρυβα ο Κυπριώτης και χαμένη δεν έχω βγει (κατ΄αρχάς μπορώ να είμαι σίγουρη για το επίπεδο,την ακρίβεια και την ποιότητα της μετάφρασης όταν μεταφράζει συγγραφείς όπως ο Κάφκα, ο Μπέρνχαρντ,ο Μαν κ.ά.και βέβαια δεν ξεχνώ ότι εκείνος μας σύστησε την υπέροχη Τζένι Έρπενμπεκ αλλά και τον Ερνστ Βάις,τον Χανς Έριχ Νόσσακ,την Νατάσα Ντράγκνιτς κ.ά.).
   Τώρα του χρωστώ και τον Έντουαρντ φον Κάιζερλινγκ,σημαντικό λογοτέχνη από τις Βαλτικές χώρες και εκπρόσωπο,όπως λένε κάποιοι θεωρητικοί/κριτικοί,του ιμπρεσιονισμού (υπάρχει πάντως αντίλογος)τον οποίο βρίσκω την ευκαιρία να πω ότι και προσωπικά δεν θεώρησα ποτέ ιδιαίτερα λειτουργικό ως όρο για τον χαρακτηρισμό λογοτέχνη και λογοτεχνικού κειμένου,τέλος πάντων. Ο Κάιζερλινγκ είχε πια περάσει στα λησμονημένα βιβλία(που έλεγε κι ο συγχωρεμένος ο Θαφόν), όπως διάβασα, και ελάχιστοι ασχολούνταν μαζί του  πριν την ώθηση που του έδωσε η επανανακάλυψή του τα τελευταία χρόνια· το ζωντάνεμα συνέβη επειδή μεταφράστηκε στα αγγλικά,μαθεύτηκε και πέρασε και σε άλλων γλωσσών τα εκδοτικά πλάνα.Ο Κυπριώτης βέβαια δεν χρειάζεται να σκαλίζει στα διεθνοποιημένα,δεν αντιλέγω, αγγλοσαξονικά εκδοτικά πράγματα,έχει ο ίδιος συνεχή,άμεση επαφή με τη γερμανόφωνη λογοτεχνία, παλιά και σύγχρονη,την παρακολουθεί και μέσω και των ιστολογίων του https://www.valitsa.org/other-blogs/ και, κυρίως, των μεταφράσεών του φτάνουν και σε μας πολλά καλά κείμενα.

  Eduard von Keyserling - Wikipedia O Έντουαρντ φον Κάιζερλινγκ γεννήθηκε τo 1855 στο Schloss Tiles–Paddern της τωρινής Λετονίας,  η οποία ήταν τότε τμήμα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας,στο κάστρο της οικογένειάς του που ακόμα και σήμερα λειτουργεί ως σχολείο.Ήταν γερμανόφωνος και τα πρώτα μυθιστορήματα του επηρεάστηκαν από τον νατουραλισμό.Τα νεότερα μυθιστορήματά του θεωρείται ότι έχουν πιο λεπτές αποχρώσεις και σ΄αυτά περισσότερο ενδιαφέρεται να περιγράψει την αλληλεπίδραση φωτός και φυσικών αντικειμένων -είναι αυτό που κάνουν οι συγκαιρινοί του ιμπρεσιονιστές ζωγράφοι-,παρά να αναπτύξει με πυκνές λεπτομέρειες τη δράση των χαρακτήρων ή να χρησιμοποιήσει περίπλοκες αφηγηματικές τεχνικές.Η φήμη του ως στυλίστα,συγγραφέα με μεγάλη παρατηρητικότητα και δεινότητα στην απόδοση όσων παρατηρεί, φτάνει στις ΗΠΑ και τα έργα του, λόγω του εύληπτου ύφους τους και των  ελκυστικών και οικείων τους σε ευρύ κοινό θεμάτων, ανθολογούνται σε πολλά εγχειρίδια παιδαγωγικής. Ύστερα ξεχνιέται,έρχεται ο μοντερνισμός και σαρώνει τα πάντα και όταν κι αυτός κάνει τον κύκλο του η επιστροφή σε παλιότερα πρόσωπα και τάσεις είναι σχεδόν αναμενόμενη.Τον ξανανακαλύπτουν οι μεταφραστές και μας τον παρουσιάζουν και σε πολλές άλλες γλώσσες πέρα από τα κυρίαρχα ,για να λέμε την αλήθεια,αγγλικά.Έχει και η παγκοσμιοποίηση, σε μερικούς τομείς, τα καλά της!

Στο οπισθόφυλλο ο μεταφραστής γράφει : 

το μυθιστόρημα "Κύματα"  του Έντουαρντ φον Κάιζερλινγκ (1855-1918), το οποίο ο συγγραφέας υπαγόρευσε στις αδελφές του, όταν πλέον η σύφιλη είχε προσβάλει τον νωτιαίο μυελό του και τον είχε τυφλώσει, εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1911 και δικαίως θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά έργα του ιμπρεσιονισμού.
Στις σελίδες του συνευρίσκεται ένας ετερόκλητος θίασος ανθρώπων με σάρκα και οστά. Η νεαρή και αθώα Λόλο φον Μπουτλέρ, η διαβόητη και γοητευτική κόμησσα Ντοραλίς Κένε-Γιάσκι, ο ρωμαλέος και ριψοκίνδυνος ανθυπολοχαγός Χίλμαρ φον ντεμ Χαμ, ο αμφιβόλου ταλέντου και φιλόδοξος ζωγράφος Χανς Γκριλ και ο καμπούρης, κυνικός μυστικοσύμβουλος Κνοσπέλιους είναι μόνο κάποια από τα πρόσωπα αυτά, που θα διεκδικήσουν το δικαίωμά τους στην ευτυχία.
Πάντοτε κοντά στη θάλασσα, που άλλους τους τρέφει, άλλους τους νανουρίζει και τους υπόσχεται ωραίες ημέρες, άλλους τους υπνωτίζει και τους καλεί να της παραδοθούν και άλλους τους κρατά ξάγρυπνους, για να δώσουν στο τέλος τα κύματα την αμετάκλητη λύση.


   Η αφήγηση είναι πάντως πράγματι ένας πυκνός,ιμπρεσιονιστικός καμβάς,αυτό το αντιλαμβάνεται από τις πρώτες σελίδες ο αναγνώστης και ίσως αυτό έδωσε την ευχέρεια στους θεωρητικούς,το ήθελε μάλλον και ο ίδιος ο Κάιζερλινγκ,να τον πουν ιμπρεσιονιστή.Το τοπίο είναι ένα ήρεμο μικρό ψαροχώρι στη Βαλτική Θάλασσα στο οποίο ένα σμάρι αστών καταφθάνει ένα ζεστό καλοκαίρι -ε,καλά μην πάει ο νους σας και στα ζεστά καλοκαίρια του Νότου,καμία σχέση-, για να περάσει αλλάζοντας κλίμα και παραστάσεις τις διακοπές της. Πρωταγωνίστρια είναι η όμορφη κόμισσα Ντοραλίς,πρώην σύζυγος ενός πολύ μεγαλύτερού της άνδρα (φυσικά),πλούσιου(βεβαίως),που σύντομα γίνεται το αντικείμενο του πόθου και του  κουτσομπολιού, καθώς έχει έρθει στο ψαροχώρι με τον Χανς,τον νεαρό ζωγράφο που για χάρη του παράτησε τον πλούσιο πρώην.Λέγεται ότι η Ντοραλίς γνώρισε τον ζωγράφο, όταν αυτός ανέλαβε κατ΄εντολή του πλούσιου συζύγου να φτιάξει το πορτραίτο της.
   Η κόμισσα απαρνήθηκε τον κόσμο της για να παντρευτεί τον φιλόδοξο καλλιτέχνη,που ονειρεύεται εκθέσεις και τιμές και πλούτη στην Γερμανία,πάντα στο πλευρό της Ντοραλίς που είναι το κέντρο της ζωής του. Οι υπόλοιποι παραθεριστές,και μεγαλύτερα και νεαρότερα άτομα, έλκονται από το τολμηρό ζευγάρι και γίνονται μια παρέα που ξεχνά τις αστικές αναστολές στην πόλη και τώρα απελευθερωμένη από κώδικες τρόπων και συμπεριφορών,όσο αυτό μπορεί να γίνει,αφήνεται στα πάθη και στις εντάσεις. Συμβαίνουν διάφορα,ανατρέπονται σχέσεις κάθε είδους και φιλίες και δημιουργούνται άλλες,σώζονται ζωές, χάνονται ζωές.Το γαϊτανάκι των προσώπων, που με πολλή μαεστρία ο Κάιζερλινγκ σκηνοθετεί  αργά, χωρίς λάθη και δίχως να παρεκκλίνει από την εκ των προτέρων άρτια σχεδιασμένη χορογραφία του, ολοκληρώνει αργά το φθινόπωρο τον χορό του και αποσύρεται.Θα έλεγα μάλιστα πως αποσύρεται συντεταγμένα και κατά το κάθε κατεργάρης στον πάγκο του αλλά δεν θέλω να αποκαλύψω τι και πώς.Η Ντοραλίς πάντως δεν θα μείνει δίχως ένα ανδρικό μπράτσο να στηριχθεί πάνω του.
   Όλα αυτά ο Κάιζερλινγκ τα ζωγραφίζει/συγγράφει με αδρές πινελιές/φράσεις,η παλέτα/γραφή του είναι πλούσια,γενναιόδωρη,φωτεινή και γεμάτη.Η κομψότητα του λόγου του,ο τρόπος που κλιμακώνει τις εντάσεις,η υπαινικτικότητα και το λεπτό χιούμορ των διαλόγων αλλά και η στιβαρότητα της πρόζας ανεβάζουν κατά πολύ το αισθητικό επίπεδο δίχως να το κάνουν εστέτ, παρόλο που  οι ήρωές του είναι καλοζωισμένοι αστοί.Η ιστορία εξελίσσεται γραμμικά,μαθαίνουμε ορισμένα πράγματα που κουβαλάνε οι χαρακτήρες από προηγούμενες φάσεις τους αλλά το ενενήντα τοις εκατό από το μυθιστόρημα διαδραματίζεται καρέ καρέ στο παρόν του πρώτου τετάρτου του 20ού αιώνα με αρχή,μέση και τέλος.Ο Κάιζερλινγκ κλείνει την αφήγηση με ένα καταπληκτικό τέλος που έρχεται αβίαστα αν και όχι προβλέψιμο να δικαιώσει τη σοφή ρήση ότι όσο ο ήλιος ανατέλλει η ζωή (θα)συνεχίζεται.



On the Beach, Eugen Gustav Dücker (1841 - 1916)




¹ Η φωτογραφία στη σύνθεση δεν είναι πάντως από παραλία της Βαλτικής.

Χρήσιμοι σύνδεσμοι:

https://bulbynorman.wordpress.com/2019/11/03/waves-by-eduard-von-keyserling-glm/https://gr.pinterest.com/pin/84512930485265593/

Δημοσιεύτηκε από τον χρήστη

 

Έντουαρντ φον Κάιζερλινγκ

Πέμπτη, Ιουλίου 29, 2021

Μετά τη Δικτατορία. Θεσμοί σε μετάβαση: το παράδειγμα της ανώτατης εκπαίδευσης και του στρατού, 1974-1975 - Συζητούν: Βαγγέλης Καραμανωλάκης - Τάσος Σακελλαρόπουλος - Ηλίας Νικολακόπουλος, Αθήνα, ΑΣΚΙ, 2021, 32 σ.

 

Ψηφιακή εκδοτική σειρά των ΑΣΚΙ 


11|Μετά τη Δικτατορία. Θεσμοί σε μετάβαση: το παράδειγμα της ανώτατης εκπαίδευσης και του στρατού, 1974-1975 - Συζητούν: Βαγγέλης Καραμανωλάκης - Τάσος Σακελλαρόπουλος - Ηλίας Νικολακόπουλος, Αθήνα, ΑΣΚΙ, 2021, 32 σ.


Η μετάβαση στην Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία μετά την κατάρρευση της επτάχρονης στρατιωτικής δικτατορίας αποτέλεσε μια σημαντική τομή στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, σηματοδοτώντας την έναρξη μιας νέας εποχής. 
Στις 24 Ιουλίου 1974 ξεκίνησε η πιο μακρά και σταθερή δημοκρατική περίοδος του ελληνικού κράτους, η οποία παρά τις -κατά καιρούς– σφοδρές πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις ή ακόμα και τις αμφισβητήσεις που έχει γνωρίσει, διαρκεί μέχρι σήμερα.

Στην παρούσα έκδοση, την 11η της σειράς «2 Αιώνες σε 21 Εκπομπές», ο Ηλίας Νικολακόπουλος, ο Βαγγέλης Καραμανωλάκης και ο Τάσος Σακελλαρόπουλος, επί μακρόν μέλη, και οι τρεις, του ΔΣ των ΑΣΚΙ και συντελεστές της ραδιοφωνικής εκπομπής Η Ιστορία στο Κόκκινο από την έναρξή της, συζητούν για τις συγκλονιστικές αλλαγές που έζησε η ελληνική κοινωνία στο διάστημα των λίγων μηνών, αλλαγές που εξασφάλισαν τη μετάβαση της χώρας από το δικτατορικό καθεστώς στην κοινοβουλευτική αβασίλευτη δημοκρατία. 
 
Αφορμή για την εκπομπή αποτέλεσε ο συλλογικός τόμος, σε επιμέλεια των παραπάνω, Η Μεταπολίτευση ’74-’75. Στιγμές μιας μετάβασης (Θεμέλιο, 2016).https://d.scdn.gr/images/sku_main_images/010862/10862006/large_20210702170605_i_metatoliteysi_74_75.jpeg 
 
 Οι τρεις ιστορικοί, μέσα από μια σειρά παραδειγμάτων (πολιτικά κόμματα, στρατός, ανώτατη εκπαίδευση), οριοθετούν τη «σύντομη Μεταπολίτευση», εστιάζοντας στις διαδικασίες διαχείρισης των μετεμφυλιακών κληρονομιών αλλά και των προσδοκιών που είχε γεννήσει ο αντιδικτατορικός αγώνας στην ελληνική κοινωνία.
Κατεβάστε το σε μορφή pdf

Η ΕΞΟΛΟΘΡΕΥΣΗ ΤΩΝ ΑΥΤΟΧΘΟΝΩΝ ΣΤΗ ΝΟΤΙΑ ΑΜΕΡΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΙΣΠΑΝΟΥΣ ΚΑΤΑΚΤΗΤΕΣ ΣΕ ΜΙΑ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΤΑΙΝΙΑ

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEg9lPRIn45vrKBwNenpHFftKULkJaI3MNc0BanjcdLoEfDWF4vlpn2JmATVvzvSkdQHs1Gu8PdtaDjQ4-QVJ1KXt7_Qjjwsy1_XXyJyciShwfc_G6Cek2kAqw9piaO7cNnPPJF0/s1600/Mission_1986_french_original_film_art_2000x.jpgΗ αποστολή (The Mission, η ορθή απόδοση του τίτλου θα ήταν «Η ιεραποστολή») είναι βρετανικής παραγωγής δραματική κινηματογραφική ταινία του 1986, που βασίζεται σε ιστορικά γεγονότα σχετικά με την ιεραποστολή στη Νότια Αμερική του 18ου και του 17ου αιώνα.[1] Σκηνοθέτης της ταινίας είναι ο Αγγλογάλλος Ρολάν Ζοφέ (αγγλ. προφορά: Ρόουλαντ Τζόφι), σεναριογράφος ο Ρόμπερτ Μπολτ και πρωταγωνιστούν οι ηθοποιοί Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Τζέρεμι Άιρονς, Ρέυ Μακάναλυ, Άινταν Κουίν, Τσέρι Λούνγκι και Λίαμ Νίσον.

Η ταινία κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ των Καννών και Όσκαρ Καλύτερης Φωτογραφίας. Είναι μία από τις μόλις 15 ταινίες που υπάρχουν στην κατηγορία «Θρησκεία» του Καταλόγου ταινιών του Βατικανού.[2] Η μουσική της, έργο του Ιταλού συνθέτη Ένιο Μορικόνε, αξιολογήθηκε πρώτη σε ψηφοφορία που οργάνωσε ο αυστραλιανός ραδιοσταθμός ABC Classic FM για τις 100 καλύτερες μουσικές ταινιών το έτος 2013.

Υπόθεση

Ο Ισπανός Ιησουίτης ιερέας πατήρ Γκαμπριέλ εισέρχεται στην απάτητη ζούγκλα πάνω από τους Καταρράκτες Ιγκουασού, σήμερα στα σύνορα Αργεντινής-Παραγουάης, προκειμένου να ιδρύσει μια ιεραποστολή και να κηρύξει τον Χριστιανισμό στον τοπικό πληθυσμό των Ινδιάνων Γ(κ)ουαρανί. Οι Γκουαρανί αρχικώς δεν ήταν ανεκτικοί προς τους ξένους γενικά. Είχαν δέσει έναν προηγούμενο ιερέα σε έναν ξύλινο σταυρό και τον είχαν ρίξει από τους καταρράκτες (σκηνή που εικονίζεται στην εμβληματική αφίσα της ταινίας). Αλλά ο πατήρ Γκαμπριέλ, αφού αναρριχηθεί στο μέρος πάνω από τους καταρράκτες, αρχίζει να παίζει το κλαρίνο του μέσα στη ζούγκλα. Οι πολεμιστές Γκουαρανί, αιχμαλωτισμένοι από τη μουσική, τον αφήνουν να ζήσει.

Στο μεταξύ, ο μισθοφόρος (λοχαγός) και δουλέμπορος Ροδρίγο Μεντόσα βγάζει το ψωμί του απάγοντας ιθαγενείς, όπως τους Γκουαρανί, και πουλώντας τους ως δούλους στους ιδιοκτήτες φυτειών της περιοχής, όπως στον Ισπανό Κυβερνήτη Δον Καμπέσα. Επιστρέφοντας από ένα ακόμη ταξίδι «συλλογής» ιθαγενών, ο Μεντόσα πληροφορείται από την αγαπημένη του Καρλότα ότι είναι ερωτευμένη με τον νεαρότερο ετεροθαλή αδελφό του, τον Φελίπε. Ο Μεντόσα λίγο μετά τους βρίσκει στο κρεβάτι μαζί και έξαλλος προκαλεί τον Φελίπε σε μονομαχία, στην οποία τον σκοτώνει. Παρά το ότι αθωώνεται για τον φόνο του αδελφού του, ο Μεντόσα κατρακυλά ψυχολογικά στην κατάθλιψη. Ο π. Γκαμπριέλ τον επισκέπτεται και τον προκαλεί να απαλλαγεί από τις τύψεις του με μία κατάλληλη άσκηση μετάνοιας. Πράγματι, ο Μεντόσα συνοδεύει τους Ιησουίτες στο ταξίδι επιστροφής τους στη νέα ιεραποστολή σέρνοντας ένα βαρύ δίχτυ που περιέχει την πανοπλία του και το ξίφος του. Μετά από μερικές πρώτες έντονες στιγμές στο σύνορο του εδάφους των ιθαγενών, εκείνοι, αν και τον αναγνωρίζουν, τον αγκαλιάζουν και κόβουν το δέσιμο με το βαρύ του φορτίο.

Η ιεραποστολή του πατρός Γκαμπριέλ προσφέρει καταφύγιο στους ιθαγενείς από τους δουλέμπορους και μόρφωση στην ευρωπαϊκή κουλτούρα. Συγκινημένος από την αποδοχή των Γκουαρανί, ο Μεντόσα θέλει να βοηθήσει στην ιεραποστολή και ο π. Γκαμπριέλ του δίνει μία Αγία Γραφή. Μετά από καιρό, ο Μεντόσα χειροτονείται και γίνεται Ιησουίτης.

Οι ιεραποστολές των Ιησουιτών ήσαν ασφαλείς επειδή προστατεύονταν από τον ισπανικό νόμο. Η Συνθήκη της Μαδρίτης (Ιανουάριος 1750) ανακατένειμε τα εδάφη της περιοχής των ιεραποστολών, μεταφέροντάς τα στο Βασίλειο της Πορτογαλίας. Οι Πορτογάλοι αποικιοκράτες ζητούν τους ιθαγενείς για δούλους και, καθώς οι ανεξάρτητες ιεραποστολές μπορούν να παρεμποδίσουν την εξέλιξη αυτή, ο ειδικός παπικός απεσταλμένος Καρδινάλιος Αλταμιράνο, πρώην Ιησουίτης ο ίδιος, στέλνεται από το Βατικανό για να επιθεωρήσει τις ιεραποστολές και να αποφασίσει ποιες και αν θα έπρεπε να παραμείνουν.[..........................]

ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Η αποστολή (ταινία) - Βικιπαίδεια

 https://www.cibum.gr/images/2021/03/12/revo_large.jpg


Λάμπρος Μπαλτσιώτης: Μικρές και μεγάλες περιπέτειες του έθνους των Ελλήνων διακόσια χρόνια από την Επανάσταση του 1821

Λάμπρος Μπαλτσιώτης

Η εθνική ιστορία κάθε έθνους γράφεται και ξαναγράφεται, μένει αμετάβλητη σε μερικά της σημεία, αλλά σε άλλα διαφοροποιείται ή και αυτοαναιρείται, το έθνος αναγνωρίζει τον εαυτό του μερικώς διαφορετικά σε κάθε χρονική περίοδο…

Ανεξάρτητα από τις επιμέρους διαφοροποιήσεις, είναι κοινό κτήμα των ιστορικών ότι η εθνογένεση, η πεποίθηση των ανθρώπων ότι ανήκουν σε ένα έθνος, αρχίζει να εμφανίζεται τον 18ο αιώνα. Βέβαια ακόμη και σήμερα υπάρχουν περιοχές του πλανήτη που η διαδικασία αυτή συνεχίζεται, όπως ιδίως σε κάποια αφρικανικά κράτη. Σε άλλες κρατικές οντότητες, ο επαναπροσδιορισμός του «ποιο είναι το έθνος μας» δεν συνιστά μία αργόσυρτη διαδικασία όπως στις περισσότερες περιπτώσεις στην Ευρώπη αλλά γίνεται με απότομο έως και βίαιο τρόπο, ή εκπλήσσει ακόμη και στις μέρες μας. Για παράδειγμα, σε κάποιες από τις ασιατικές –και όχι μόνο– πρώην σοβιετικές δημοκρατίες η ιστορία του έθνους έπρεπε να ξαναγραφτεί σε μικρό χρονικό διάστημα μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Ή η αλλαγή της αντίληψης τμημάτων του πληθυσμού ότι δεν ανήκουν στο κινεζικό έθνος, αλλά συνιστούν ένα διακριτό ταϊβανέζικο έθνος λαμβάνει χώρα σήμερα, χωρίς μάλιστα να γνωρίζουμε πού θα καταλήξει η όλη διαδικασία, η οποία άλλωστε σχετίζεται με τις αλλαγές στη θέση της Κίνας στον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων.

Τα παραπάνω δεν αναιρούν το ότι μπορούμε να διακρίνουμε κάποιες τυπολογίες εθνικής συγκρότησης, δηλαδή βασικά χαρακτηριστικά που διέπουν τους διαφορετικούς εθνικισμούς στα διαφορετικά εθνικά κράτη. Οι τυπολογίες αυτές γίνονται ακόμη λιγότερες όσο αφαιρούμε τις ιδιαιτερότητες της κάθε περίπτωσης, ιδίως κάποιων ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών. Σε ένα βαθμό όμως οι εθνικές αφηγήσεις, το εθνικό φαντασιακό συσκοτίζουν την ανάδειξη των εθνικών τυπολογιών καθώς η συγγραφή της εθνικής ιστορίας φωτίζει ή αποσιωπά και αποκρύπτει σημαντικές όψεις της ιστορικής πορείας κάθε εθνικής κοινότητας όπως θα δούμε και στη συνέχεια. Η εθνική ιστορία κάθε έθνους γράφεται και ξαναγράφεται, μένει αμετάβλητη σε μερικά της σημεία, αλλά σε άλλα διαφοροποιείται ή και αυτοαναιρείται, το έθνος αναγνωρίζει τον εαυτό του μερικώς διαφορετικά σε κάθε χρονική περίοδο, αλλά και σε μία δοσμένη χρονική περίοδο, και τέλος οι απαρχές κάθε διακριτού εθνικισμού είναι γεμάτες αντιφάσεις και εκπλήξεις που εκ των υστέρων έρχεται να «διορθώσει» η εθνική αφήγηση. Αυτό για παράδειγμα είναι ιδιαίτερα έντονο στη διαχείριση του «εθνικού παρελθόντος» σε χώρες της Λατινικής Αμερικής, της διαχείρισης των μορφών του Μπολιβάρ και του Ντε Σαν Μαρτίν, της εκ των υστέρων συγκρότησης διακριτών εθνικών κοινοτήτων στα κράτη που είχαν δημιουργηθεί, και που μάλιστα στη συνέχεια θα συγκρουστούν. Αυτοί οι “armies without nations” όπως έχουν επιτυχώς ονομασθεί, στη συνέχεια θα υπαχθούν σε διακριτές και αντιμαχόμενες εθνικές κοινότητες, όπως περιγράφονται και στη ζωή σε στρατιωτική σχολή της Λίμα στο βιβλίο Η πόλη και τα σκυλιά του Vargas-Llosa. Διαδικασίες με κάποιες ομοιότητες, αν και αρκετά πιο πρόσφατες, κατά τις οποίες η δημιουργία μίας κρατικής οντότητας επιταχύνει την εδραίωση ενός εθνικισμού βλέπουμε και στην περιοχή μας: η ανάδειξη του μακεδονικού εθνικισμού από τις αρχές του 20ου αιώνα θα εδραιωθεί με τη δημιουργία της εδαφικής οντότητας της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αντίστροφα, την ύπαρξη εθνοτικών ομάδων –ή τμημάτων τους- που θεωρούν τον εαυτό τους διακριτά έθνη, αλλά στερούνται «δικού» τους εθνικού κράτους ανιχνεύουμε μέχρι και σήμερα.

Εν πολλοίς η συμπερίληψη και ο αποκλεισμός από το έθνος, από μία εθνική κοινότητα, στην μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων σχετίζεται είτε με τη θρησκευτική υπαγωγή, είτε με τη γλώσσα -όχι απαραίτητα ως μητρική αλλά ως γλώσσα θεσμική της κοινότητας- είτε βέβαια με τον τόπο γέννησης ή/και κατοικίας. Η επαναστατικώ δικαίω συμπερίληψη στο έθνος συνήθως υποκρύπτει μία από τις παραπάνω κατηγοριοποιήσεις ή δεν έχει ιδιαίτερη πρακτική πολιτική σημασία για όσες ομάδες του πληθυσμού δεν περιλαμβάνονται στο έθνος. Αναμφισβήτητα όμως διατηρεί κάποια συμβολική σημασία: Είτε πρόκειται για την ελληνική περίπτωση και την απόδοση της «ιδιότητος του Έλληνος» σε μερικές δεκάδες μουσουλμάνων που συμμετείχαν με τη μεριά των επαναστατών το ’21, είτε για την απόδοση της τουρκικής ιθαγένειας στις γυναίκες που συμμετείχαν στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας έναν αιώνα αργότερα.

Αν και τα παραπάνω κριτήρια είναι κυρίαρχα ή αποκλειστικά στοιχεία συμπερίληψης ή αποκλεισμού από τις εθνικές κοινότητες, όπως αναφέρθηκε τόσο η σχετική εθνική αφήγηση όσο και οι «μεταμορφώσεις» του έθνους στη μακρά διάρκεια μπορεί να θολώνουν την πρόσληψή μας για μία εθνική κοινότητα ή να απαιτούν βαθύ σκάψιμο για να αποκαλυφθούν. Μπορεί στην περίπτωση της Λατινικής Αμερικής οι επιστολές μεταξύ αδελφών και πατέρων και γιών, όπως άλλωστε και η ένταξη στον Αυτοκρατορικό Στρατό της Ισπανίας ή στους επαναστάτες από την άλλη, να είναι αποκαλυπτικές για το πώς ο τόπος γέννησης (Ισπανία ή αποικίες) μπορεί να οδηγεί σε αλληλοσπαραγμό αδέλφια και πατέρες με γιούς, να οδηγεί σε διαφορετική εθνική ένταξη. Σε άλλες περιπτώσεις όμως, όπως των ΗΠΑ, ενώ είναι προφανής η σημασία του εδάφους στην εθνική υπαγωγή, η αντίληψή μας για την εθνική τους συγκρότηση συσκοτίζεται από ένα μεταγενέστερο που καταχρηστικά θα ονομάσουμε αφομοιωτικό μοντέλο που συμβολικά εκκινεί το 1917 με την είσοδο των ΗΠΑ στον Πόλεμο και την αλλαγή στάσης απέναντι στις γερμανόφωνες/γερμανικές κοινότητες που διατηρούσαν την τοπική τους οργάνωση και σε ένα βαθμό τη γλωσσική τους ετερότητα σε πολλές περιπτώσεις.

[1] Είναι ενδεικτικό ότι ενώ η αμερικανική κινηματογραφική βιομηχανία θα κάνει πολλές αναφορές στο πώς αντιμετωπίστηκαν οι ιαπωνικής προέλευσης Αμερικανοί (πάνω από τους μισούς στα κέντρα κράτησης ήταν υπήκοοι των ΗΠΑ) το 1942, ή έστω λιγότερες αλλά υπαρκτές αναφορές στις αντιφατικές και ευκαιριακές συμπεριφορές και ένταξη των ελίτ κατά την Αμερικανική Επανάσταση, μόλις πρόσφατα θα συμπεριλάβει δύο και μόνο αναφορές για το γερμανόγλωσσο/γερμανικό παρελθόν πολλών κοινοτήτων, [2] ενώ τα πογκρόμ του 1917 παραμένουν κινηματογραφικό/τηλεοπτικό ταμπού. Η περίπτωση των Ιαπώνων των ΗΠΑ είναι χαρακτηριστική του πώς οι αποκλίσεις από την τυπολογία εθνικής συγκρότησης συχνά αποκτούν παραπλανητική ιστορική σημασία. Ένα ακόμη στοιχείο που αρκετά συχνά αποπροσανατολίζει την μελέτη του εθνικού φαινομένου αφορά τη γλώσσα, ιδίως στην περίπτωση που αυτή ανήκει σε μεγάλες γλωσσικές ομάδες. Η περίφημη ρήση «γλώσσα είναι μία διάλεκτος με στρατό και στόλο» διατηρεί ακέραια τη σημασία της: μεταξύ νορβηγικών και δανικών (και των επισήμων γλωσσών) υπάρχει αλληλοκατανόηση, όχι όμως και μεταξύ απομακρυσμένων μεταξύ τους γερμανικών διαλέκτων. Τα πρώτα όμως θεωρούνται δύο διαφορετικές γλώσσες ενώ τα γερμανικά θεωρούνται μία γλώσσα με πολλές διαλέκτους.

Υπάρχουν δηλαδή κριτήρια που εκφεύγουν της παραδοσιακής γλωσσολογίας, πολιτικά, κοινωνικά, ιστορικά και ορίζουν τις γλώσσες, στην περίπτωση μας τις εθνικές γλώσσες. Άλλωστε είναι νωπές οι προσπάθειες διάκρισης μεταξύ των σερβικών και των κροατικών από τη δεκαετία του 1990 και «προσθήκης» μίας ακόμη γλώσσας, των βοσνιακών. Οι επίσημες εθνικές γλώσσες είναι με την ευρεία έννοια κατασκευές του εργαστηρίου –ακόμη και αν αυτό είχε προηγηθεί των εθνικών κρατών– και ως εκ τούτου το εθνικό κράτος τις επιβάλλει. Το παράδειγμα της Ιταλίας είναι από τα πιο εύγλωττα: Με όρους αυστηρά δομικής γλωσσολογίας στη χώρα μιλιούνται ακόμη αρκετές διαφορετικές γλώσσες και διάλεκτοι. Αν η Ιταλία δεν ενοποιείτο σε ένα εθνικό κράτος στα μέσα του 19ου αιώνα, θα μπορούσαμε να είχαμε πολλές «εθνικές» γλώσσες.

Οι εκτεταμένες αυτές αναφορές σε περιπτώσεις μη οικείες αποσκοπούν αφενός να εντάξουν το ελληνικό υπόδειγμα σε ευρύτερες κατηγοριοποιήσεις, αφετέρου να μας εισάγουν σε μια διαφορετική οπτική του ελληνικού εθνικού φαινομένου. Μία οπτική που περιέχει μία αποστασιοποίηση από το τοπικό και την ανάδειξη κάποιων διαφορετικών εργαλείων εξέτασης της εθνικής συγκρότησης και της εξέλιξης του εθνικού ανήκειν.

Ο ελληνικός εθνικισμός, το ελληνικό εθνικό ανήκειν, αναπόδραστα σχετίστηκε με τις κατηγοριοποιήσεις και τους θεσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας του 18ου αιώνα. Εξ αυτού του λόγου πρόκειται για ένα εθνικισμό όπου κυρίαρχο και εν πολλοίς μοναδικό κριτήριο ένταξης ή αποκλεισμού στην εθνική κοινότητα ήταν –και παρέμεινε– η θρησκευτική υπαγωγή. Από τα Συντάγματα της Επανάστασης μέχρι και σήμερα το θεσμικό πλαίσιο αναδεικνύει την σημασία του θρησκεύματος (ή της εκκλησιαστικής υπαγωγής) και ταυτόχρονα τη μηδενική σημασία της γλώσσας στο ανήκειν στο ελληνικό έθνος: είτε πρόκειται για τους βαπτισθέντες μουσουλμάνους του Μοριά και της Ρούμελης κατά την Επανάσταση, είτε πρόκειται για την ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών, είτε για τις μετά το 1990 πολιτικές σχετικά με το ποιους περιλαμβάνει η ελληνική μειονότητας της Αλβανίας, το κριτήριο του θρησκεύματος παραμένει μοναδικό. Για ένα σχεδόν αιώνα, μέχρι το 2018, οι Αρμένιοι της Ελλάδας θα παραμείνουν αλλογενείς για το ελληνικό κράτος –με ότι συνέπειες έχει αυτό–, ακριβώς λόγω της θρησκευτικής διαφοροποίησης.[3] Όσο μάλιστα πλησιάζουμε περισσότερο τον σκληρό πυρήνα των θεσμών –όχι απαραίτητα διατυπωμένων με τη μορφή νόμων–, αλλά συνήθως με τη μορφή Διαταγών, απόρρητων πράξεων κάθε φύσης, εγκυκλίων, «προφορικών εντολών» και διοικητικών πρακτικών τόσο επιβεβαιώνεται η παραπάνω διαπίστωση.

[4] Ίσως ένα ανάλογο παράδειγμα από μία γειτονική χώρα περιγράφει πολύ πιο εύλογα τα παραπάνω: Οι σλαβόφωνοι (βουλγαρόφωνοι) μουσουλμάνοι της Βουλγαρίας (Πομάκοι), ενώ κατά διαστήματα πριν και μετά το κομμουνιστικό καθεστώς αναφέρονταν ως Βούλγαροι, λόγω της βουλγαρικής τους γλώσσας, στην πραγματικότητα υπέστησαν για πάνω από έναν αιώνα, μέχρι το 1990, τις ίδιες πολιτικές αποκλεισμού, διακρίσεων ή και ωμοτήτων με τους άλλους μουσουλμάνους της Βουλγαρίας. Η κοινή γλώσσα ως συνδετικός κρίκος με το έθνος αποτελούσε μία απλή ρητορική, μόνο οι ομαδικές βαπτίσεις τους μετουσίωναν σε Βουλγάρους.

Η συγκρότηση των βαλκανικών εθνικισμών εκτός του αλβανικού με βάση την θρησκευτική ένταξη εν πολλοίς καθόρισε όχι μόνο τις εθνικές αφηγήσεις, αλλά και τις εθνικές πολιτικές, ιδίως στη σύγκρουση μεταξύ των βαλκανικών κρατών. Το θρήσκευμα, το «δόγμα» και η κάθε φορά υπαγωγή σε μία εθνική εκκλησιαστική Αρχή παραμένουν και σήμερα τα κριτήρια ένταξης/αποκλεισμού από το έθνος. Από την υπαγωγή στα δύο Σερβικά Πατριαρχεία/Εκκλησίες του 19ου αιώνα, το ένα στην Αυστρουγγαρία, μέχρι τις ένοπλες συγκρούσεις στην Γιουγκοσλαβία το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1990. Από την προϋπόθεση του σουνιτικού Ισλάμ (και ιδίως της χανεφιτικής σχολής) για την (πλήρη) ένταξη στο τουρκικό έθνος μέχρι την υποδοχή ως «ομογενών» (soydaş) την δεκαετία του 1970 και 1980 διαφόρων σουνιτικών ομάδων από την Κεντρική Ασία αλλά όχι των σιιτών Αζέρων (κάτι που συνέβη από τις απαρχές του τουρκικού κράτους άλλωστε). Από τη συνεχή μετανάστευση μουσουλμάνων Αλβανών της Γιουγκοσλαβίας στην Τουρκία, μέχρι την έως πρόσφατα ένταξη των ορθόδοξων Αλβανών της νυν Βόρειας Μακεδονίας στο μακεδονικό έθνος. Προφανώς, υπάρχουν κάποιες αποκλίσεις, κάποιες συγκυριακές –και όχι μόνο- διαφοροποιήσεις, μη συμβατές δευτερεύουσες εθνικές αφηγήσεις, αλλά η καθολική ισχύς των τυπολογιών που περιγράψαμε παραπάνω εν πολλοίς ανιχνεύεται και σήμερα. Είναι αυτή που επιτρέπει για παράδειγμα, στην περίπτωση του αλβανικού εθνικισμού, μοναδικού γλωσσικού εθνικισμού στα Βαλκάνια, την θεώρηση των Αρβανιτών ως «παραστρατησάντων» εθνικά Αλβανών, καθώς αδυνατεί να αντιληφθεί μία διαφορετική εθνοποιητική διαδικασία, που άλλωστε ξεκίνησε πριν την εμφάνιση του αλβανικού εθνικισμού και εμπεριείχε το κριτήριο του θρησκεύματος και όχι της γλώσσας.

Βέβαια ο ρόλος της γλώσσας στην ελληνική περίπτωση απέκτησε βαρύνουσα σημασία στην εθνική αφήγηση καθώς η σύνδεση με την Αρχαία Ελλάδα γινόταν μέσω της γλώσσας. Πολύ πριν οι ίδιοι οι άνθρωποι που δημιούργησαν το ελληνικό εθνικό κράτος αρχίσουν να αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους ως καταγωγικά συνδεδεμένους με τους Αρχαίους, το είχαν κάνει οι «Ευρωπαίοι». Και η μόνη απόδειξη ήταν η γλωσσική σχέση καθώς στα μάτια τους τίποτα άλλο δεν θύμιζε το ένδοξο παρελθόν του τόπου. Έτσι, για παράδειγμα, μέχρι και σήμερα, παρά το ότι η επιστημονική γλωσσολογία ομονοεί περί του αντιθέτου, η νέα ελληνική γλώσσα θεωρείται ίδιο γλωσσικό σύστημα με την αρχαία.[5] Αλλά, η σημαντικότερη επίπτωση αφορά την εμμονή σε μία μορφή γλώσσας κοντά στην αρχαία και την ιδιαίτερα εχθρική στάση απέναντι στις ελληνικές «μισοβάρβαρες» διαλέκτους, πριν ακόμη αναδειχθεί το ιδεολόγημα περί πολλών αρχαίων «στοιχείων» σε αυτές, και βέβαια απέναντι στις άλλες γλώσσες που ομιλούνταν στην επικράτεια. Οι τελευταίες όχι μόνο γιατί από ένα χρονικό σημείο και πέρα παρέπεμπαν συνήθως σε διαφορετικούς εθνικισμούς, αλλά γιατί απαξίωναν τη σχέση των πληθυσμών με την ελληνική αρχαιότητα.

Η γλωσσική ετερογένεια στη σημερινή κεντρική και νότια Ελλάδα ήδη είχε απασχολήσει αρκετούς, όπως τον Κοραή, που προσλάμβαναν την δυσφορία των «ξένων» για το πόσοι πολλοί στα επαναστατημένα μέρη, στη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο μιλούσαν αλβανικά, πώς Υδραίοι και Σουλιώτες δεν ανταποκρίνονταν στις «προσδοκίες» του δυτικού ρομαντισμού. Όμως οι τότε θεωρήσεις περί των Πελασγών ως κοινών προγόνων Ελλήνων και Αλβανών, ή άλλες παρεμφερείς, αφενός θα δώσουν μία αρχαία και ευγενική καταγωγή στο ένα πέμπτο –ίσως και περισσότερο– των κατοίκων του νέου μικρού βασιλείου, αφετέρου θα αποτελέσουν τη δικαιολογητική βάση της μόνης ουσιαστικά σχετικά αξιόλογης και με κάποια πολιτική σημασία παρέκκλισης από την ταύτιση του Έλληνα με τον ορθόδοξο χριστιανό του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης. Από τη δεκαετία του 1880, οπότε και αναπτύσσεται ο αλβανικός εθνικισμός έως και λίγο μετά τη δημιουργία του αλβανικού κράτους το 1913, θα εμφανιστεί η μόνη διαφοροποίηση με κάποια πολιτική σημασία στην εξίσωση του Έλληνα με τον ορθόδοξο του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης: Οι Αλβανοί, ανεξαρτήτως θρησκεύματος, είναι οιονεί Έλληνες, είναι ομογενείς, λόγω φυλής.

[6] Στη συνέχεια η όποια γλωσσική ετερότητα είτε αποκρυπτόταν, είτε μειωνόταν, είτε «καλυπτόταν» πίσω από μία εδαφική συνέχεια του πληθυσμού επί χιλιάδες χρόνια και το ιδεολόγημα της επίκτητης «ξένης» γλώσσας. Είτε μιλούσαν ελληνικά είτε όχι, όλοι οι Έλληνες ήταν «καρφωμένοι» στα χωριά τους τουλάχιστον δύο με τρεις χιλιάδες χρόνια. Αυτό είχε σαν συνέπεια οι εξαιρετικά σημαντικές πληθυσμιακές μετακινήσεις που έλαβαν χώρα από το Μεσαίωνα έως και τα τέλη του 19ου αιώνα να αποσιωπηθούν καθώς θα ανέτρεπαν την πρόσληψη της πληθυσμιακής συνέχειας και της καταγωγικής σχέσης με τους Αρχαίους Έλληνες.

Το ελληνικό έθνος στο αιώνα της εδαφικής επέκτασής του, μέχρι και το τέλος της Μεγάλης Ιδέας και τις ανταλλαγές πληθυσμών κυρίως με την Τουρκία και τη Βουλγαρία, είναι μάλλον ανοικτό ως προς το ποιους πληθυσμούς συμπεριλαμβάνει, σε ποιους αποδίδει την ομογενειακή ιδιότητα, ή στο εσωτερικό του την ιθαγένεια. Η σχετικά ευρύχωρη αυτή αντίληψη θα αλλάξει με το τέλος της Μεγάλης Ιδέας και θα συρρικνωθεί ακόμη περισσότερο κατά τον Εμφύλιο και την περίοδο της εθνικοφροσύνης που ακολούθησε. Mε γνώμονα τις αφαιρέσεις ιθαγένειας αλλογενών που θεσπίστηκαν το 1927 με Διάταγμα, [7] όσοι δεν ανήκουν στο ελληνικό έθνος διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: (α) τους μη ορθόδοξους, δηλαδή τους μουσουλμάνους, τους ισραηλίτες (δηλ. τους Εβραίους), τους Αρμένιους και τους καθολικούς με απώτερη ή απώτατη προέλευση εκτός χώρας. Ίσως η τελευταία κατηγορία αντικατοπτρίζει την βαθιά προσκόλληση του κρατικού μηχανισμού και των ιδεών για το έθνος ακόμη και σήμερα για όσους δεν έχουν ορθόδοξη «κληρονομιά»: Την άνοιξη του 2015 υπέργηρος καθολικός της Κέρκυρας με απώτατη καταγωγή από τη Μάλτα (οι προπάτορές του είχαν μετοικήσει στην Κέρκυρα με τη μαλτέζικη μετακίνηση των αρχών του 19ου αιώνα) πολιτογραφείται έλληνας πολίτης ως αλλογενής. (β) όσους ορθόδοξους ανήκαν στο παρελθόν ή θα μπορούσαν να ανήκουν σε διαφορετικές Εκκλησίες, δηλαδή τους σλαβόφωνους και τους Βλάχους. Όμως την περίοδο της «μέγιστης συρρίκνωσης» όσων δύνανται να ανήκουν στο έθνος, δηλαδή από τον Εμφύλιο και μετά, θα εξοβελιστούν από αυτό και αυτοί που επιτυχημένα έχουν χαρακτηριστεί αλλογενείς στο φρόνημα. Πρόκειται για τους κομμουνιστές ή ορθότερα όσους συμμετείχαν στην «ανταρσία». Κατά τη γνώμη μας όμως δεν είναι το μείζον η πολιτειακή ανατροπή στην θεώρηση των συμμετεχόντων στην «ανταρσία» εκτός έθνους. Ευλόγως, η πρώτη σχετική διαταγή, αρκετούς μήνες πριν τη θεσμοθέτηση αφαίρεσης της ιθαγένειας τους στα τέλη του 1947, απευθύνεται μόνο στις Αρχές της Βόρειας Ελλάδας και διευκρινίζει ότι «Αλλογενής λογίζεται και εκείνος όστις δια της αντεθνικής του δράσεως ιδία κατά την τελευταίαν πολεμικήν περίοδον απέδειξεν ότι στερείται Ελληνικής συνειδήσεως». Είναι οι θέσεις του ΚΚΕ και των πολιτικών Αρχών σχετικά με το Μακεδονικό και τους Σλαβομακεδόνες, οι θέσεις για δυνατότητα ακόμη και απόσχισης τμήματος της επικράτειας που οδηγούν σε αυτή την αντιμετώπιση: Η ιθαγένεια αφαιρείται από Σλαυοκομμουνιστές, από Εαμοβούλγαρους.

Η Μεταπολίτευση σταδιακά επαναπροσδιορίζει με πιο ευρύ τρόπο το ελληνικό έθνος: το 1978-1979 δίνοντας την ελληνική ιθαγένεια σε χιλιάδες έλληνες Ρομά, έστω και ως αλλογενείς, το 1983 με την επαναπόδοση της ιθαγένειας στους πολιτικούς πρόσφυγες, που παρά τη ρητή εξαίρεση των σλαβόφωνων, ως μη Ελλήνων το γένος, στην πράξη θα περιλάβει πολλούς από τους σλαβόφωνους εκτός αυτών που είχαν εγκατασταθεί στη Γιουγκοσλαβία, με την πολιτογράφηση μεταναστών που είχαν παντρευτεί έλληνες πολίτες και είχαν αποκτήσει τέκνα στην Ελλάδα τη δεκαετία του 2000. Όμως η μεγάλη τομή θα προκληθεί από την ένταση των μεταναστευτικών ροών προς την Ελλάδα: για πρώτη φορά το 2010 στην ελληνική πολιτική κοινότητα, και κατ’ επέκταση στο ελληνικό έθνος, μπορεί να συμπεριληφθεί και αυτός που έχει γεννηθεί και μεγαλώνει στη χώρα. Αυτή η σημαντική μεταβολή φαίνεται ότι πλέον εμπεδώθηκε ως στοιχείο της μεταβληθείσας εθνικής αφήγησης καθώς το 2015 η ΝΔ θα δώσει τη δειλή της συναίνεση και το 2019 θα θεωρήσει ότι δεν συντρέχει λόγος ανατροπής της υφιστάμενης νομοθεσίας. Αποτελεί αναμφισβήτητα μία τομή στην ελληνική εθνική συγκρότηση.

Πέρα από την μετανάστευση, τη σημαντική ανάπτυξη του ΑΕΠ από το 1994 έως την οικονομική κρίση και ίσως την εξωστρέφεια που επήλθε συνολικά στον πληθυσμό, [8] όπως βέβαια και τους «εξωγενείς» παράγοντες που σχετίζονται με τη διάδοση της πληροφορίας, την επικοινωνία και τις νέες τεχνολογίες, η τομή αυτή θεωρώ ότι έχει και άλλα αίτια. Τις εξαιρετικά επιταχυνόμενες διαδικασίες ομογενοποίησης του πληθυσμού και τη συγκρότηση ενός «ελληνικού πολιτισμού» που διαχέεται σε όλες τις κοινωνικές ομάδες δημιουργώντας μία «ασφάλεια» περί ελληνικότητας που επιτρέπει αυτές τις μεταβολές. Πολιτισμικές και αξιακές αντιλήψεις γίνονται κοινές και κυρίαρχες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο σε όλο την πληθυσμό, σε ολόκληρη την επικράτεια, ανεξαρτήτως κοινωνικοικονομικής θέσης: Για παράδειγμα, μία ιδιαίτερα σημαντική πτυχή του κοινωνικού βίου η παρθενία και ο γάμος με προξενιό όχι μόνο απαξιώθηκαν καθολικά σε λιγότερο από τρεις δεκαετίες, αλλά απέκτησαν «μη ελληνικά χαρακτηριστικά»: είναι πρακτικές που απάδουν προς τον ελληνικό πολιτισμό και αφορούν «ξένους», «υπανάπτυκτους», «μουσουλμάνους». Ενώ μία ακόμη εθνική κατασκευή, αυτή περί κοινών «ηθών και εθίμων» γίνεται πραγματικότητα: Χρειάστηκαν πλέον λιγότερο από τρεις δεκαετίες ώστε το σούβλισμα του αρνιού το Πάσχα, από εκεί που εντοπιζόταν σε περιορισμένες περιοχές της ηπειρωτικής χώρας να καταστεί συμβολικό εθνοτικό μάρκερ των Ελλήνων. Οι παραδοσιακές διαφοροποιήσεις και οι αντιθέσεις μεταξύ πληθυσμιακών ομάδων αμβλύνονται ή απαλείφονται: η ομιλία άλλων γλωσσών και διακριτών διαλέκτων της ελληνικής σβήνει, οι περιχαρακώσεις των προσφυγικών ομάδων διατηρούν μικρή σημασία και μόνον εκτός των αστικών κέντρων, το ποσοστό του πληθυσμού που απασχολείται στον πρωτογενή τομέα έχει σημαντικά συρρικνωθεί. Ίσως αυτή η συρρίκνωση της κάθε είδους τοπικότητας και της συνακόλουθης αναγωγής σε ένα συμβολικό παρελθόν κάποια διακριτής ομάδας, απομακρύνει την ελληνική εθνική ταυτότητα από παραδοσιακά στοιχεία πάνω στα οποία δομήθηκε. Όπως όμως έχουμε δει στη Σκανδιναβία από τη δεκαετία του 1980, οι αλλαγές αυτές δεν επιφέρουν κάποια αλλαγή στη σημασία της διακριτής εθνικής ταυτότητας: μπορεί να αποδέχομαι μόνο το «παγκόσμιο πολιτισμικό προϊόν», να μιλάω μισά δανέζικα-μισά αγγλικά με την παρέα μου, να κάνω το μεταπτυχιακό μου στο δανέζικο πανεπιστήμιο στα αγγλικά, αλλά την ίδια στιγμή να θεωρώ ότι η προστασία της δανέζικης γλώσσας είναι μείζονος σημασίας, ότι ο μετανάστης που δεν μιλάει και δεν γράφει την γλώσσα όπως εγώ δεν μπορεί να γίνει δανός πολίτης, να θεωρώ ότι το δανέζικο –δηλ. το εθνικό– σύστημα αξιών και πολιτισμού βρίσκεται σε κίνδυνο και χρήζει υπεράσπισης.

Στα τέλη του 19ου αιώνα, ένας ήρωας του Παπαδιαμάντη, ένας πατέρας που επισκέπτεται το γερμανοσπουδαγμένο γιο του τα Χριστούγεννα, καταθλίβεται από το γεγονός ότι στο σπίτι βρίσκει ένα ξενόφερτο έθιμο: το στολισμένο έλατο. Στις αρχές του 21ου αιώνα, οι μετανάστες από την Αλβανία όταν ερωτώνται κατά την πολιτογράφηση για τα παραδοσιακά ήθη και έθιμα των Ελλήνων τα Χριστούγεννα απαντούν το ψήσιμο της γαλοπούλας, γιατί αυτό έχουν βιώσει. Ίσως λοιπόν η διαφήμιση πριν ένα-δύο χρόνια εταιρείας κινητής τηλεφωνίας στην οποία η νέα γυναίκα ζητούσε από τη μητέρα της-φορέα της παράδοσης μία παραδοσιακή ελληνική χριστουγεννιάτικη συνταγή αναφερόμενη στη γαλοπούλα, είναι μία καλή ένδειξη των αλλαγών, των περιπετειών της εθνικής ταυτότητας, του πώς αλλάζει τι θεωρεί δικό της και τι ξένο μία εθνική κοινότητα.

[1] Παραδοσιακά, η γερμανική γλώσσα ήταν η δεύτερη σε αριθμό ομιλητών στις ΗΠΑ (συμπεριλαμβάνοντας και τα γίντις), μέχρι να ξεπεραστεί από την ισπανική, η δε γερμανική προέλευση (συνήθως με τους όρους ancestry, heritage, background και ethnicity) εξακολουθεί να είναι η πολυπληθέστερη ακόμη και σήμερα στις απογραφές.

[2] Με την ταινία Django του 2012, όπου αποτυπώνεται η μη αγγλική μητρική γλώσσα αρκετών σκλάβων, στην ταινία τα γερμανικά, και το 2020 με την ταινία News of the World, όπου αποτυπώνονται οι μονόγλωσσες γερμανόφωνες κοινότητες στο τέλος του Αμερικανικού Εμφυλίου.

[3] Η ορθόδοξη Αρμενική Εκκλησία, οι γρηγοριανοί Αρμένιοι, είναι μία μη Χαλκηδονιακή Εκκλησία, δηλαδή καταρχάς μονοφυσιτική.

[4] Ας μην ξεχνάμε ότι για την ΕΥΠ, σύμφωνα με έκθεσή της που είχε διαρρεύσει στον Τύπο, ακόμη και τη δεκαετία του 1980 οι έλληνες καθολικοί ήταν μειωμένης εμπιστοσύνης Έλληνες.

[5] Βέβαια πολύ λίγα μέλη της ελληνικής ακαδημαϊκής κοινότητας ενστερνίζονται και διατυμπανίζουν αυτή την «αδιάσπαστη συνέχεια».

[6] Οι θεωρίες αυτές είχαν πολλές παραλλαγές, αλλά όλες τόνιζαν την κοινή απώτερη καταγωγή.

[7] Πιο γνωστή είναι η «ηπιότερη» μορφή αυτού του Διατάγματος, το άρθρο 19 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, σε ισχύ από το 1955 έως το 1998).

[8] Δεν αναφέρομαι σε μία επιχειρηματική εξωστρέφεια, που μάλλον έχει και αυτή μερίδιο στις αλλαγές. Κυρίως όμως πιστεύω ότι η μετακίνηση περισσότερο νεότερων ηλικιών (από τη μαζικοποίηση των Erasmus μέχρι την αναζήτηση εργασίας διαφόρων τύπων εκτός συνόρων) και ο μαζικός τουρισμός και συμμετοχή σε άλλες δραστηριότητες στο εξωτερικό, μέσω αυτού που έχει ονομαστεί εκδημοκρατισμός των πτήσεων, δηλαδή οι φτηνές πτήσεις προς όλον τον κόσμο, συνέβαλαν στην αλλαγή της αυτοεικόνας των Ελλήνων και ανανοηματοδότησαν την ελληνικότητα.

(Ο Λάμπρος Μπαλτσιώτης είναι επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας του Πάντειου Πανεπιστημίου-Το κείμενο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα “Εθνικές ταυτότητες στα Βαλκάνια και την ευρύτερη περιοχή” του Τεύχους 2 (Ιούλιος 2021) της περιοδικής διαδικτυακής έκδοσης για τις διεθνείς τάσεις του ΙΝΠ «Με ευρυγώνιο φακό» )

Αλλαγές στην απόδοση ελληνικής Ιθαγένειας προανήγγειλε ο Λ. ΜπαλτσιώτηςΛάμπρος Μπαλτσιώτης - Βιβλιοnet

Διαβάζοντας Έλληνες συγγραφείς για το φετινό καλοκαίρι

 


20+1 βιβλία ελληνικής λογοτεχνίας για το καλοκαίρι


Έργο της Μαρίας Φιλοπούλου

του Γιάννη Ν. Μπασκόζου

Περιοδικό Ο Αναγνώστης

 oanagnostis.gr

Προτείνω βιβλία ελληνικής πεζογραφίας για το καλοκαίρι, τα περισσότερα ολιγοσέλιδα, με ποικίλη θεματολογία, χαρακτηριστικούς ήρωες και ευφάνταστες καταλήξεις. Η ελληνική λογοτεχνία δεν έχει να ζηλέψει πολλά από αυτή των αλλόγλωσσων συγγραφέων. Επιπλέον μάς συνδέουν με οικείες καταστάσεις, συνήθειες και απρόοπτα του ελληνικού βίου. Πολλά από τα προτεινόμενα προέρχονται από γνωστούς και βραβευμένους συγγραφείς αλλά συστήνονται και αρκετοί νεότεροι πεζογράφοι, άξιοι δίπλα στους παλαιότερους.

Γιώργος Μητάς, Τα δύο δώρα, Στερέωμα

Νουβέλα εξαιρετική, αισθαντική, με ξεχωριστό προσωπικό ύφος.  Το θέμα του ο ανολοκλήρωτος έρωτας. Θέμα συγκλονιστικό που διαπερνά την παγκόσμια λογοτεχνία με σημαντικές κορυφώσεις, και για μένα κορυφαία Η αισθηματική αγωγή του Φλωμπέρ. Ένα εσωστρεφές αγόρι ερωτεύεται δυνατά αλλά η συγκυρία και αργότερα η ασθενικότητά του τον απομακρύνει από τα αντικείμενα του πόθου του. Αποφασίζει να υψώσει τοίχο απέναντι σε οτιδήποτε ερωτικό μέχρι που η επιθυμία επιστρέφει  στο πρόσωπο μιας νεαρής συναδέλφου του. Την τελευταία θα διεκδικήσει και θα κατακτήσει χωρίς κόπο ένας καλός του φίλος. Η δυστυχία του θα μετατραπεί σε δύναμη και θα του φανερώσει μια νέα πτυχή της ζωής, εξίσου ερωτεύσιμη. Αισθηματική πραγματεία πάνω στα κέρδη και τις ήττες μιας κανονικής ζωής με ένα ύφος απαράμιλλα ταιριαστό με το αντικείμενο του θέματος.

Βρες το εδώ

Έλενα Χουζούρη, Στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού, Πατάκης

Δυο αδέλφια από αριστερή οικογένεια ακολουθούν χωριστούς δρόμους. Ο μεγάλος, ο Τάσος, θα ενταχθεί στο κομμουνιστικό κόμμα και θα γίνει ένα γρανάζι στον μηχανισμό. Ο μικρός, ο Αντρέας, επονομαζόμενος και Άτακτος περνάει στις παράνομες εξτρεμιστικές ομάδες.  Ανάμεσά τους ένας κοινός φίλος, ο Δημήτρης, δημοσιογράφος, πρώην κομμουνιστής, αλκοολικός με σημαντική θέση σε πολιτική εφημερίδα προοδευτικών αποχρώσεων.  Σε μία έφοδο της αστυνομίας θα δολοφονηθεί από αστυνομικούς ο Αντρέας. Ο δημοσιογράφος θα συγκλονιστεί και θα βυθιστεί στο παρελθόν προσπαθώντας να καταλάβει την πορεία του Αντρέα. Η Ε.Χ. με τη σειρά της βυθίζει το συγγραφικό της νυστέρι στο παρελθόν της αριστεράς στην μεταπολιτευτική Ελλάδα. Οι δύο επιζήσαντες  χαρακτήρες θα αναμετρηθούν με το «ένδοξο» παρελθόν, θα ανασύρουν στη μνήμη τους απέλπιδες μάχες, πικρές διαψεύσεις, στενά όνειρα που εξαντλήθηκαν μέσα στην επέλαση του κανονικού. Ρέκβιεμ για μια εποχή από μια δυνατή πένα.

Βρες το εδώ

Μάρκος Κρητικός, Το μπλουζ της πεταλούδας, Μεταίχμιο

Αθηναϊκό αστυνομικό μυθιστόρημα. Ο Μάρκος Κρητικός μετά τον περίφημο «Μάρκο», τον πρώην τραπεζικό, ροκά και τεμπέλη που οι φόνοι κολλάνε πάνω του σαν μύγες δημιούργησε έναν νέο ήρωα: ο ντετέκτιβ   Μίλτος Οικονόμου στην δεύτερη περιπέτεια του συστήνεται ως πρώην αστυνομικός  που προσπαθεί να αναπτύξει τις δουλειές του γραφείου ερευνών που διευθύνει. Μια μικρουπόθεση – να βρει την κόρη μιας πλούσιας – θα τον οδηγήσει στα σκοτεινά μονοπάτια του αθηναϊκού υποκόσμου που συνδέεται με κυκλώματα ναρκωτικών και πορνείας. Σημασία δεν έχει τόσο η ιστορία όσο το ύφος του συγγραφέα και το κλίμα μέσα στο οποίο εξελίσσονται τα γεγονότα. Ο Μίλτος Οικονόμου, είναι χαμένο κορμί αλλά με αρχές, ευαίσθητος, πότης και λάτρης κυρίως της ροκ και των μπλουζ, τραγούδια που συνοδεύουν τους κυρίως χαρακτήρες σαν μουσική υπόκρουση νουάρ ταινίας.

Βρες το εδώ

Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Ό,τι καλύτερο μου έχει συμβεί, Κέδρος

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος πιάνει το νήμα από το αυτοβιογραφικό  προηγούμενο μυθιστόρημα του με τον τίτλο Φίλοι και για άλλη μια φορά εμπνέεται από τη ζωή του. Έχει μεγαλώσει, δεν είναι το αλάνι του Περιστερίου, ούτε ο φέρελπις συγγραφέας. Είναι ώριμος πεζογράφος πια και το σύντομο αυτό βιβλίο είναι ένας πρώτος απολογισμός (επιλεκτικός, όπως ο ίδιος γράφει) των πεπραγμένων του. Δεν είναι εύκολο να βουτάς την πένα στο μελανοδοχείο της ζωής σου. Απαιτεί ειλικρίνεια, ψυχικό σθένος να αντιμετωπίσεις πιθανά φαντάσματα του παρελθόντος και φυσικά ευθυκρισία, όσο σου επιτρέπει ο χαρακτήρας σου. Θα ρωτήσετε γιατί να το διαβάσει κάποιος; Απαντώ: ο Ραπτόπουλος είναι απόλυτα κοινωνικό ον, αυτοβιογραφούμενος σκιτσάρει εποχές, γεγονότα, τάσεις που ήρθαν και έφυγαν,  αισθήματα που μεγάλωσαν και ατρόφησαν, αλλά και αγάπες που ήρθαν για να μείνουν. Ανάμεσά τους βρίσκεται πάντα το βιβλίο και η γραφή –  οι σκέψεις ενός συγγραφέα έχουν πάντα την δική τους γοητευτική ιδιαιτερότητα.

Βρες το εδώ

Μαρία Ξυλούρη, Πέτρινα πλοία, Μεταίχμιο

Διηγήματα ενιαίου ύφους με επίκεντρο τη θάλασσα και τον περίκλειστο χώρο των νησιών. Η Μαρία Ξυλούρη δημιουργεί με προσωπικό ύφος (κάπως διαφορετικό από τα προηγούμενα μυθιστορήματά της) με ένταση και έμφαση στη δημιουργία άλλων κόσμων.  Οι βασικές έννοιες που διαπερνούν τα διηγήματα είναι η απώλεια, η απουσία, το άπιαστο σε κόσμους ουτοπικούς, εφιαλτικά παραμυθένιους. Βυθισμένα πλοία, ναυαγοί, νησιά ανύπαρκτα, σκληρά και απόκοσμα συστήνουν το σκηνικό της.  Οι άνθρωποι αγωνίζονται ενάντια σε μια άγνωστη μοίρα ή χάνονται χωρίς εξήγηση μέσα σε τυφλά πεπρωμένα. Τα πέτρινα πλοία είναι ένα είδος «τοτέμ» που άνθρωποι έστηναν γύρω από τους τάφους με πέτρες σε σχήμα καραβιού, με σκοπό να πάνε τους νεκρούς στον άλλο κόσμο. Τα καλύτερα παραμύθια ήταν πάντα σκληρά και η Μ.Ξ. μοιάζει να έλκεται από αυτή την παράδοση.

Βρες το εδώ

Ειρήνη Κίτσιου, Το φίδι του Πλίνιου, Αντίποδες

Διηγήματα μιας εσωτερικής περιήγησης παρά το ότι πολλά από αυτά κινούνται στο εξωτερικό περιβάλλον. Τα μικρά κείμενα της Ε.Κ. δεν έχουν συγκεκριμένη μορφή. Συνήθως αρχίζουν με μια βόλτα ή  ένα μικρό επεισόδιο που γίνεται αφορμή να ξεδιπλωθούν σκέψεις, συγκρίσεις, αισθήματα.  Ένας ζωγράφος περιπλανιέται στα βουνά της Κόνιτσας, έχει εμμονές με το φως και τη ζωγραφική ενώ στο μυαλό του «τρέχουν» οι μουσικές του Τσαικόφσκι, του Μπαχ, του Μπετόβεν μέχρι και τα μπλουζ του Βαν Μόρισον. Θα θυμηθεί μια φωτογραφία ενός κυνηγού που έχει σκοτώσει έναν λύκο και συνειρμικά θα τη συσχετίσει με τη φιγούρα του Αγίου Βαρθολομαίου από τον Μιχαήλ Άγγελο στην Καπέλα Σιστίνα. Μια εγχείρηση χολής θα γίνει αφορμή να ξεφύγει το μυαλό της αφηγήτριας και να δώσει εικόνες και αισθήματα, σε μια συνειρμική ροή που έρχεται, όπως έχει σημειώσει ο Γ. Αράγης, από την παράδοση του δικού μας μοντερνισμού, ενός Σκαρίμπα ή ενός Πεντζίκη. Οι ιστορίες της Ε.Κ. εκτρέπουν τον αναγνώστη συνεχώς σε άγνωστα μονοπάτια με οδηγό το λογοτεχνικό της αισθητήριο.

Βρες το εδώ

Παντελής Μπουκάλας, Το μάγουλο της Παναγιάς, Αυτοβιογραφική εικασία του Γεωργίου Καραϊσκάκη, Άγρα

Είναι δύσκολο να μυθιστορικοποιήσεις μια μορφή που ανήκει στην ιστορία, χρόνια πολλά πίσω στη μνήμη και την οποίαν θρύλοι και ιδεολογίες την έχουν φορτώσει με μαλάματα. Ο Π.Μπουκάλας καταφέρνει όμως σε αυτό το θεατρικής μορφής μυθιστόρημα να βιογραφήσει «ζωντανά» τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς ηγέτες της ελληνικής επανάστασης. Νόθος γιος της αποδιοπομπαίας καλόγριας, άτακτος, ένοπλος σε όλη σχεδόν τη ζωή του, ελευθερόστομος, σκληρός μαχητής και κυρίως στρατηγικός νους πάλλεται από το μήνυμα της ελευθερίας. Ο Π.Μ. στήνει το θεατρικό του βάζοντας δίπλα στον πολεμιστή τον προσωπικό του γραμματικό Δημήτρη Αινιάν. Συζητάνε μεταξύ τους σα να έχουν τελειώσει όλα και αναθυμούνται σκηνές του αγώνα και  πρόσωπα, τα οποία ο Καραϊσκάκης σχολιάζει με τον δηκτικό, θυμόσοφο αλλά περήφανο τρόπο που τον χαρακτήριζε έχοντας όμως (συγγραφική αδεία) την ύστερη γνώση της ιστορίας. Απολαυστικό!.

Βρες το εδώ

Πάνος Κουτρουμπούσης, Το κεντράκι του Ταρζάν και άλλα παραμύθια, Απόπειρα

Ο Ταρζάν έχει ανοίξει ταβέρνα στη Ζούγκλα, «Εξοχικόν Κέντρο ο Λόρδος». Η Τζέην τον έχει χωρίσει γιατί δεν πήγε στην αποφοίτηση του γιου τους Μπόϊ στο Λονδίνο και αυτός ζει πια με την πανέμορφη ιθαγενή Λα. Το μαγαζί διαθέτει μουσική live από τον Γιάννη Τσανάκα ή αλλιώς Καϊμακ Μπέη που το ρεπερτόριο του αποτελείται από παλιά καλά λαϊκά και ελαφρά τραγούδια του μεσοπολέμου. Πελάτες είναι μηχανικοί ορυχείων, πραματευτάδες, κυνηγοί πετρελαίου, μπίζνεσμεν με τσαλακωμένα άσπρα πουκάμισα αλλά και περαστικοί από άλλες πόλεις και λιμάνια. Μαζί τους ιθαγενείς από τους Μπούντζα και τους Μ΄μπάκα- μαντζά. Αυτή είναι μία από τις ιστορίες του Π.Κ. όπου οι κοινωνίες παραμορφώνονται δημιουργικά μέσα από καλειδοσκοπικές επιλογές. Μπείτε στον κόσμο ενός εκ των πρώτων υπερρεαλιστών, του Πάνου Κουτρουμπούση, θα συναντήσετε τις πιο ευφάνταστες, δημιουργικές, δυστοπικές και ταυτόχρονα γελαστικές ιστορίες στο σώμα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

Βρες το εδώ

ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

20+1 βιβλία ελληνικής λογοτεχνίας για το καλοκαίρι

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΥΛΙΚΑΚΟΣ - Μεταφοραί εκδρομαί ο Μήτσος [full album 1976] και μία Συνέντευξη

Δημήτρης Πουλικάκος: Δεν έχουμε τελειώσει ούτε με τον ιό, ούτε με την πανδημία του υιού που κυβερνάειΔημήτρης Πουλικάκος: Δεν έχουμε τελειώσει ούτε με τον ιό ούτε με την πανδημία του υιού που κυβερνάει.[Συνέντευξη στο news247.gr, με αφορμή την επανέκδοση του θρυλικού δίσκου βινυλίου του 1976 " Μεταφοραί εκδρομαί ο Μήτσος"]

01 Σκόνη, Πέτρες, Λάσπη 0:00 Written-By – Δ. Πουλικάκος 

02 Στο Σούπερμάρκετ 3:43 Lyrics By, Other [Covered By] – Δ. Πουλικάκος Music By – Ν. Δαπέρης 2o Ηπσαλσερτεπηνοκς 8:11 Written-By – Δ. Πουλικάκος

 03 Τι Μας Λες 8:11 Music By – Κ. Δουκάκης Music By, Lyrics By – Δ. Πουλικάκος  3o Ένα Τραγουδάκι 11:28 Lyrics By, Other [Variation By] – Δ. Πουλικάκος Music By – Σ. Σπανουδάκης 

04 Μωρό Μου 11:46 Lyrics By – Δ. Πουλικάκος Music By – Σ. Σπανουδάκης 

 05 Κάλλιο Μιας Ώρας 11:46 Music By [Two Guitar Solo Parts] – Α. Τριανταφύλλου Written-By – Δ. Πουλικάκος 

06 Αλεγρία 19:39 Written-By – Δ. Πουλικάκος

 07 Πρωτόγονη Ζωή 20:12 Written-By – Δ. Πουλικάκος 

08 Χτεσινά Τραίνα 21:11 Lyrics By – Τάσος Φαληρέας Music By – Α. Τριανταφύλλου Music By, Lyrics By [Changed By] – Δ. Πουλικάκος 8α Γυρίσματα Του Χρόνου 24:26 Lyrics By – Δ. Πουλικάκος Music By – J. Lambizzi, Α. Τριανταφύλλου

 09 Πες Μου Βρε Τρελλή 24:37 Written-By – Δ. Πουλικάκος 9α Ένα Τραγουδάκι 26:34 Lyrics By, Other [Variation By] – Δ. Πουλικάκος Music By – Σ. Σπανουδάκης 

 10 Άνευ Ουσίας, Άνευ Σημασίας 26:50 Music By [Choir Finale] – Α. Τριανταφύλλου Written-By – Δ. Πουλικάκος 

 10α Και Τώρα... Χωρίς Βαρβάρους 32:28 Music By – Α. Τριανταφύλλου, Κ. Δουκάκης, Λ. Αλαχαδόμης, Ν. Πολίτης Music By – Λ. Διακογιάννης Music By, Lyrics By – Δ. Πουλικάκος Other [On An Idea Of] – Glifford Thornton 

 11 Σαν Δυο Πουλάκια 32:47 Written-By – Δ. Πουλικάκος 

12 Ο Γιατρός Παιδιά 35:50 Written-By – Δ. Πουλικάκος Photography By [Cover/Back Cover] – Πάνος Κουτρουμπούσης Cover [Cover's Models] – Χρήστος Κερασιώτης Producer, Liner Notes – Δημήτρης Πουλικάκος Copyright: 1976 Βy EΜΙ

Mia Nacamulli: "Why should you read Kurt Vonnegut?" /Γιατί πρέπει να διαβάσετε Κουρτ Βόνεγκατ;

Σφαγείο Νούμερο 5Κουρτ Βόνεγκατ (1922-2007) - ΒικιπαίδειαKurt Vonnegut | Lilly Library

1. Τριγωνισμός (ΙΔ') | ... και λέω αυτό που λένε οι Τραλφαντοριανοί για τους νεκρούς, το οποίο είναι: «Έτσι πάει». Κερτ Βόνεγκατ «Σφαγείο Νούμερο 5», απόσπασμα

2. Πώς «γεννήθηκε» το «Σφαγείο νούμερο πέντε» του Κερτ Βόνεγκατ

________________________

 

3. Robert B. Weide : «Kurt Vonnegut: Unstuck in Time», ντοκιμαντέρ

Προγραμματισμένο για θεατρική χρήση  από την εταιρεία  IFC Films , στις 19 Νοεμβρίου 2021

Η ταινία -στη σκηνοθεσία της οποίας είναι και ο Don Argott– αξιοποιεί δύο δεκαετίες πλάνων που τραβήχτηκαν μεταξύ 1988 και 2007, χρονιά στην οποία ο Βόνεγκατ πέθανε στα 84 του. Καταγράφει τη ζωή του συγγραφέα, από τα παιδικά χρόνια στην Ινδιανάπολη μέχρι την περίοδο στην οποία ήταν αιχμάλωτος πολέμου στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, την προσωπική του ζωή και την επιτυχία του ως συγγραφέας το 1969 με την κυκλοφορία του μυθιστορήματος «Σφαγείο νούμερο 5 (Slaughterhouse-Five)». Στο Official Trailer που κυκλοφόρησε βλέπουμε σκηνές από τη ζωή του συγγραφέα.

Ο  Βόνεγκατ και ο Weide  έγιναν στενοί φίλοι. «Έλαβα το φαξ σου, και δεν μπορώ να πάω σε αυτή την προβολή» του λέει ο Βόνεγκατ. «Πιστεύω ότι, όπως και να ‘χει, θα με τρομοκρατήσει. Προβολές πραγμάτων που με αφορούν με κάνουν να τα κάνω πάνω μου» συνεχίζει.

«Όταν πρωτοπλησίασα, το 1982, τον Βόνεγκατ για να εγκρίνει αυτή την ταινία, οραματιζόμουν ένα αρκετά συμβατικό ντοκιμαντέρ για έναν συγγραφέα» δήλωσε, σε ανακοίνωση, ο Weide. «Καθώς περνούσαν οι δεκαετίες, επενέβη η μοίρα και μ’ αυτό με το οποίο βρέθηκα απέχει πολύ από το να είναι συμβατικό. Καθώς μεγάλωνε η φιλία μου με το λογοτεχνικό μου είδωλο, απαιτήθηκε η πλήρης αποκάλυψη της αλήθειας, και ήρθε ο Don Argot να καταγράψει το “meta element” αυτής της ιστορίας καθώς εγώ συνέχιζα να εστιάζω στη βιογραφία του Βόνεγκατ. Αυτό με το οποίο βρεθήκαμε στο τέλος ήταν ένα υβρίδιο που συνδύαζε τα αντίστοιχα προτερήματά μας ως σκηνοθέτες και το οποίο ευελπιστούμε ότι θα το δουν ως μια άξια λόγου απότιση φόρου τιμής οι φανατικοί θαυμαστές του Βόνεγκατ και ως μια πειστική εισαγωγή οι μη μυημένοι. Είμαι ευγνώμων για το ότι η IFC Films (σ.σ. η αμερικανική εταιρεία κινηματογραφικών παραγωγών και διανομής) προσφέρεται και φέρνει αυτό το πρότζεκτ, που είναι πάθος ζωής, στο κοινό».

«Η μοναδική φωνή του Βόνεγκατ μας λείπει πολύ και περιμένω με ανυπομονησία να ανακαλύψει εκ νέου το κοινό την ευφυΐα του» πρόσθεσε, από την πλευρά του, ο Don Argott.

___________________________

Αριστομένης Συγγελάκης: Οι Γερμανοί ετοιμάζονται να τουφεκίσουν την ιστορία των 200 στην Καισαριανήτομένης Συγγελάκης

  Οι Γερμανοί ετοιμάζονται να τουφεκίσουν την ιστορία των 200 στην Καισαριανή           Ακόμη και τις φωτογραφίες ντοκουμέντο των 200 πατριω...