Όταν η ομοιομορφία γίνεται τρόπος ζωής
Γράφει ο Πολύβιος Ν. Πρόδρομος*
Δημήτρης Χωστιανός**, Οι ίδιοι, εκδόσεις ΑΩ, Αθήνα 2026
Το δυστοπικό διήγημα του Δημήτρη Χωστιανού Οι ίδιοι «ακροβατεί ανάμεσα στο πραγματικό και το φαντασιακό». «Ο χρόνος και ο τόπος παραμένουν στοιχεία άγνωστα» – όπως και τα «ταυτοτικά χαρακτηριστικά του ήρωα». Ο κόσμος του βιβλίου μπορεί να στηθεί παντού, ακριβώς επειδή πατά σε μηχανισμούς γνώριμους: φόβο, συνήθεια, αξιολόγηση, κοινωνική συμμόρφωση. Η κινηματογραφική αφήγηση με «κοντινά πλάνα» λειτουργεί ως προέκταση του βλέμματος του αφηγητή – μια κάμερα αμείλικτη – καθώς η πραγματικότητα γύρω του αρχίζει να ραγίζει. Μέσα από το διήγημα προβάλλεται η κρίση των ηθικών αξιών και των συνειδήσεων στον σύγχρονο κόσμο, όπως και η τελική εξαχρείωση των κοινωνιών. Είναι μια ιστορία για την ομοιομορφία, την κοινωνική πειθαρχία και την ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει – ακόμη κι όταν το «ανήκειν» έχει γίνει παγίδα. Οι Ίδιοι μιλούν απλά για κάτι σύνθετο: για την εποχή όπου η εικόνα, η συμμόρφωση και η κοινωνική αποδοχή μπορούν να λειτουργήσουν σαν αόρατα δεσμά.
Από τη «γωνία» του, ο ήρωας πιάνει τον παλμό της πόλης σαν αρρώστια. Βλέπει ένα πλήθος να κινείται με τρομακτική ομοιομορφία. Η γωνία είναι θέση παρατήρησης αλλά και θέση ενοχής: βλέπεις χωρίς να παρεμβαίνεις, άρα συμμετέχεις. Γύρω του κινούνται Οι ίδιοι: άνθρωποι που μοιάζουν να έχουν αποδεχτεί μια χορογραφία υπακοής, έναν ρυθμό που αποτρέπει ακόμη και την τυχαία σύγκρουση. «Όλοι ακολουθούν και ακολουθούνται απ’ τους ίδιους τους. Ίδιοι μπροστά. Ίδιοι παραπίσω. Ίδιοι στη μέση και παντού». Όχι επειδή έχουν ίδιο πρόσωπο, αλλά επειδή κινούνται με τον ίδιο τρόπο, σκέφτονται μέσα σε ίδια πλαίσια, ακολουθούν ίδιους κανόνες. Η κοινωνία μοιάζει με σύστημα τέλειας κυκλοφορίας: ο αφηγητής περιμένει «το λάθος», μια μετωπική σύγκρουση, κάτι που θα αποδείξει πως υπάρχει ακόμη ανθρώπινο απρόβλεπτο. Όμως «πάντα την τελευταία στιγμή» δεν συμβαίνει ποτέ· η σύγκρουση απορροφάται από μια μηχανική προσαρμογή, μια «μετατόπιση στο πλάι», δίχως καν «στροφική κίνηση». Μια κοινωνία που έχει μάθει να διορθώνει τον εαυτό της αυτόματα, χωρίς να χρειάζεται εξωτερική εντολή. Ακόμη κι όταν «υπάρχει περιθώριο» για «άλλου είδους κίνηση», οι περισσότεροι δεν το χρησιμοποιούν: «Η δύναμη της συνήθειας είναι πια ακαταμάχητη».
Ο ήρωας γίνεται ένας αισθητηριακός δέκτης: «παρατηρώ τα βλέμματα, τις κινήσεις, τα σώματα», ενώ «μπλέκομαι στα σύννεφα που άναρχα πετούν πάνω απ’ τα κεφάλια όσων υπάρχουν γύρω μου». Τα «σύννεφα» λειτουργούν σαν σύμβολο ενός συλλογικού βάρους μιας κοινωνίας που έχει μάθει να ζει μέσα στην πίεση χωρίς να την κατονομάζει – άγχος, ενοχή, φόβος, σύγχυση. Έτσι η κοινωνία την αποδέχεται, ώσπου να τη θεωρεί κανονικότητα. Και αυτή η κανονικότητα γίνεται εργαλείο: ο παραλογισμός παρουσιάζεται ως λογική «σύσταση», άρα το άτομο μαθαίνει να υπακούει χωρίς να συνειδητοποιεί ότι υπακούει. Μαθαίνει να ζει σκυφτό. Πρόκειται για την πιο ύπουλη μορφή πειθαρχίας – εκείνη που δεν επιβάλλεται μόνο «από πάνω», αλλά και «από μέσα». Μια πειθαρχία που έρχεται και «από δίπλα»: από τους άλλους, από την κοινότητα, από την ανάγκη να μη σε απορρίψουν. Και η αποδοχή συμπυκνώνεται στο σύμβολο των «Αντίχειρων». Η γλώσσα του έργου ακολουθεί αυτή την ψυχική κατάσταση: κοφτές διατυπώσεις, επαναλήψεις, μια αίσθηση εγκλωβισμού που επιστρέφει «ξανά» και «άλλη μία», σαν να κινείται ο νους μέσα σε κλειστό κύκλωμα.
Στο σύμπαν του βιβλίου, η ιδιωτικότητα και η ατομικότητα δεν έχουν χώρο. Ακόμη και η έννοια της ταυτότητας έχει πρακτικά ακυρωθεί: «Οι ταυτότητες έχουν καταργηθεί εδώ και χρόνια». Ο άνθρωπος μετριέται, αξιολογείται και ταξινομείται συνεχώς – όχι με βάση το ποιος είναι, αλλά με βάση το πόσο «ταιριάζει». Το βιβλίο δεν περιγράφει απλώς έναν μηχανισμό ελέγχου· δείχνει πώς ο μηχανισμός περνά στις σχέσεις και τις διαβρώνει. Η φιλία μετατρέπεται σε ρίσκο· η αλληλεγγύη σε απειλή. Σ’ έναν τέτοιο κόσμο, ακόμη και η λέξη «Ενσυναίσθηση» μοιάζει ξεχασμένη, αποκομμένη από την πράξη. «Είχα διαβάσει κάποια στιγμή παλιά για τη λέξη “Ενσυναίσθηση”. Από εκείνες τις σελίδες, βέβαια, έχω να την ξανασυναντήσω». Όταν το λεξιλόγιο της ανθρωπιάς αδειάζει, η κοινωνία μπορεί να συνεχίζει να λειτουργεί – αλλά με κόστος την ίδια της την ψυχή.
Μέσα σ’ αυτή τη σκοτεινή ατμόσφαιρα, αναδύεται ένα από τα πιο τρυφερά και συμβολικά μοτίβα του έργου: το πούπουλο που «μισό εγκλωβισμένο, μισό ελεύθερο» παλεύει να αποσπαστεί από τη ραφή ενός μπουφάν. Ο αφηγητής το ελευθερώνει και το αφήνει να πέφτει ξανά και ξανά, «κάθε κατάληξη και μια νέα κατάληξη». Το πούπουλο είναι «ένα σχεδόν τίποτα», κι όμως αποκτά τεράστια σημασία. Το πούπουλο είναι ένα μικρό μάθημα για τη δυνατότητα απόκλισης: δεν γκρεμίζει το σύστημα, αλλά θυμίζει ότι το απρόβλεπτο δεν εξαφανίζεται ποτέ ολοκληρωτικά. Είναι η πιο ήσυχη, και γι’ αυτό πιο ανθρώπινη, μορφή αντίστασης. Το πούπουλο γίνεται η πιο λεπτή ιδέα ελευθερίας: όχι η μεγάλη εξέγερση, αλλά η εμμονή του απρόβλεπτου, η μικρή απόκλιση που αρνείται να ενταχθεί πλήρως στο «μεγάλο Ένα».
Το έργο κλείνει κυκλικά. Η φράση «Όλα είναι όπως στην αρχή… Μία φορά ακόμα λοιπόν… Ακόμα μία» δεν προσφέρει κάθαρση. Αντιθέτως, υπογραμμίζει την επαναληπτικότητα του μηχανισμού. Η κανονικότητα έχει τη δύναμη να επαναφέρει τα πάντα στη θέση τους. Έτσι, ο τίτλος Οι ίδιοι αποκτά πλήρες νόημα: οι άνθρωποι δεν γίνονται ίδιοι επειδή μοιάζουν εξωτερικά, αλλά επειδή μαθαίνουν να κινούνται μέσα στα ίδια πλαίσια, να υπακούουν στους ίδιους μικρούς κανόνες, να φοβούνται την ίδια πτώση. Η δυστοπία των Ίδιων δεν στηρίζεται σε φουτουριστικά σκηνικά, αλλά σε κάτι πιο ανησυχητικά οικείο: στη σταδιακή αντικατάσταση της ηθικής από δείκτες, της σχέσης από αξιολόγηση, της σκέψης από «σωστή στάση».
Οι ίδιοι του Δημήτρη Χωστιανού είναι ένα σκοτεινό, ελληνικό «Black Mirror» σε λογοτεχνική φόρμα – λιγότερο ενδιαφέρεται να προβλέψει το μέλλον και περισσότερο να ξεσκεπάσει το παρόν. Η δύναμή του έγκειται στη λιτότητα, στην επανάληψη, στη λεπτομέρεια. Και κυρίως, στο γεγονός ότι ο αναγνώστης, κλείνοντας το βιβλίο, δεν μπορεί να αποφύγει το ερώτημα: πόσο μακριά βρίσκεται αυτός ο κόσμος από τον δικό μας – και πόσο έχουμε ήδη συνηθίσει να μην «κοιτάμε ψηλά»;
⸙⸙⸙
[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Paul Klee. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου έβδομου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου