MΠΑΛΖΑΚ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΒΑΔΙΣΜΑ - BALZAC AND HUMAN GAIT
|
ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΒΑΔΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΟΝΟΡΕ ΝΤΕ ΜΠΑΛΖΑΚ Πηγή του κειμένου και της μετάφρασής του το blog του Βασίλειου Μηλίτση diiphilo.blogspot.com
ΔΑΝΙΗΛ, ΑΝΘΟΥΛΑΈλεγαν οι παλαιότεροι ότι τον άνθρωπο τον καταλαβαίνεις από τον τρόπο που περπατάει, από τον τρόπο που μιλάει και από τον τρόπο που ντύνεται. Κι επειδή και ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ στους παλαιότερους λογίζεται, η Θεωρία του βαδίσματος μας βρίσκει σύμφωνους και μάλιστα αναδρομικώς, από τα αρχαία χρόνια, αφού ο μέγας γόης της αρχαίας Αθήνας, ο Αλκιβιάδης, πάντα κομψά ντυμένος με τα ωραία του σανδάλια και το καμαρωτό του περπάτημα στην αγορά, ήταν ο πόλος έλξης των βλεμμάτων γυναικών τε και ανδρών. Υπάρχει ακόμα και η βουκολική παρατήρηση «περπατάει σαν πέρδικα» (για ωραία και καμαρωτή γυναίκα), «λεβέντης εροβόλαγε» ή «σαν αϊτός πετούσε» (για άντρα), πράγμα που δείχνει ότι την ομορφιά και τη λεβεντιά ο λαός τη συνδύαζε πάντα με το περπάτημα. Αλλά και ο Τζορτζ Μπέρναρντ Σο στον Πυγμαλίωνά του μεταμορφώνει μια λαϊκή ανθοπώλιδα σε «Ωραία Κυρία», αλλάζοντάς της τον τρόπο ομιλίας, ντυσίματος και βαδίσματος. Ο μέγας Γάλλος συγγραφέας με τη Θεωρία του βαδίσματος μας προσφέρει τη δική του εξευγενισμένη ματιά, συνυφασμένη με το σχόλιό του, το οποίο θα βρούμε συχνά διανθισμένο με τον λόγο κάποιου διανοούμενου ή άλλου επιφανούς καλλιτέχνη. Συγκεκριμένα, η προλογίζουσα το βιβλίο κάνει λόγο για εκατόν πενήντα περίπου ιδιοφυείς επιστήμονες. Το δείγμα των βαδιζόντων στην έρευνα του Μπαλζάκ είναι από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα του Παρισιού. Εκεί συλλαμβάνει το προς έρευνα «θύμα» του, το επεξεργάζεται απ’ έξω και βγάζει συμπεράσματα για το από μέσα. Βλέπει την επιφάνεια και σχολιάζει τη σκέψη, τη νοοτροπία, την καταγωγή. «Stand and dance inside» έλεγε ο Henry Miller για τον Nijinsky. Αυτή η λεπταίσθητη παρατήρηση εστιάζει σε μια φαινομενική αντινομία. Λάτρης της αντινομίας ο Μπαλζάκ θέλει να χτίσει μια θεωρία για το βάδισμα, επειδή πιστεύει πως η επιστήμη του βαδίσματος είναι «εξίσου σοβαρή, εξίσου βαθυστόχαστη, εξίσου επιπόλαιη και ευκαταφρόνητη με οποιαδήποτε άλλη». Σαν να λέμε πως δεν έχει και σε μεγάλη εκτίμηση καμιά θεωρία για τίποτα. Πάντως τη δική του την παρέδωσε στον εκδότη του το 1833. Eρωτήματα που θέτει είναι: Αναρωτήθηκε κανείς από τον καιρό που περπάτησε ο άνθρωπος, γιατί περπάτησε, πώς περπατάει, αν περπατάει, αν μπορεί να περπατήσει καλύτερα, αν υπάρχει τρόπος να αλλάξει περπάτημα; Και πόση ποσότητα ρευστής ουσίας μπορεί ο άνθρωπος να χάσει ή να εξοικονομήσει σε δύναμη, σε ζωή, σε ενέργεια, αγάπη, μίσος ή ό,τι άλλο, βαδίζοντας; Μεγάλοι
επιστήμονες ασχολήθηκαν με παλίρροιες. Άλλοι με την κίνηση των ουράνιων
σωμάτων, άλλοι με τη ναυτική ασφάλεια, λέει, κανείς όμως δεν ασχολήθηκε με
την κίνηση του ανθρώπινου σώματος, με το «κλειδί των ιερογλυφικών του
ανθρωπίνου σώματος». Οπότε αναφωνεί σαν τον Αρχιμήδη «Εύρηκα» και αρχίζει να
μελετά τον «μορφασμό ανίσχυρων δαιμόνων» για να βρει τα μυστικά που εγείρει
το περπάτημα. Και μας απευθύνει το ερώτημα: «Δεν ξέρετε λοιπόν ότι η
σοβαρότητα των πραγμάτων είναι πάντα αντιστρόφως ανάλογη της χρησιμότητάς
τους;». Ίσως για να μην προλάβουμε να αμφισβητήσουμε τη σημασία της. Κι
επειδή πρώτος αυτός έμπηξε το κοντάρι του, όπως στην Αμερική ο Πιθάρο για να
δείξει ότι είναι δική του. Ο Λάβατερ είχε πει, πριν από τον Μπαλζάκ, ότι «το
βάδισμα του κάθε ανθρώπου πρέπει να είναι τουλάχιστον εξίσου εύγλωττο με τη
φυσιογνωμία του• το βάδισμα είναι η φυσιογνωμία του σώματος». Αυτό σημαίνει
πως «Όλα επάνω μας ανταποκρίνονται σε μια εσωτερική αιτία». Και δανείζεται
από την αρχαία γραμματεία μας το παράδειγμα του Δημοσθένη που κατηγορούσε τον
Νικόβουλο ότι περπατούσε άτσαλα και μιλούσε αλαζονικά, επειδή δεν είχε καλούς
τρόπους και αγωγή. Και βέβαια ο πονηρός και είρων Γάλλος δεν παραλείπει να απαριθμήσει όλους αυτούς που ασχολήθηκαν με περίεργες ιδέες όπως «η κότα γέννησε το αυγό ή το αυγό την κότα;». Και με το ύφος του ανθρώπου που φαίνεται πως δήθεν δεν καταλαβαίνει τις διάφορες επιστημονικές θεωρίες ή ότι δήθεν είναι ασήμαντες, καταγράφει τι και ποιες επιστημονικές ανακαλύψεις έγιναν από κάτι τυχαίο, όπως ας πούμε το πέσιμο ενός φύλλου, επισημαίνοντας βεβαίως ότι «η τύχη δεν επισκέπτεται ποτέ τους κουτούς». Για μένα, λέει ο συγγραφέας, «η ΚΙΝΗΣΗ περιλαμβάνει τη Σκέψη, την πιο καθαρή δράση του ανθρώπου ... το Βάδισμα και τη χειρονομία, παθιασμένο συμπλήρωμα του Λόγου», και αναφέρει θαύματα του προσωπικού αγγίγματος (κινήσεις) ενός Παγκανίνι, ενός Ραφαήλ, ενός Μιχαήλ Αγγέλου, ενός Λιστ και άλλων. Και εφόσον το βάδισμα είναι η κίνηση του σώματος και η φωνή η κίνηση της νόησης, η κίνηση οδηγεί στην αλήθεια. Παρατηρεί λοιπόν και μαζεύει υλικό και καταγράφει, αυτοσαρκαζόμενος, αυτοαναιρούμενος αλλά ποτέ από τον στόχο μη κινούμενος: Η «διανοητική λιχουδιά» λέει «είναι το πιο φιλήδονο πάθος». Ο παρατηρητής είναι μια μεγαλοφυΐα (και ο εαυτός του) και όλοι οι μεγάλοι ζωγράφοι και οι μεγάλοι μουσικοί είναι καλοί παρατηρητές. Το βάδισμα είναι η φυσιογνωμία του σώματος και ταυτόσημο με το βλέμμα, τη φωνή, την αναπνοή. Και τεκμηριώνει τις απόψεις του με παραδείγματα που δεν έχουν τελειωμό. Διότι «Όσοι άνθρωποι, άλλοι τόσοι και οι τρόποι που βαδίζουν. Το να θέλει κανείς να τους περιγράψει είναι σαν να θέλει να ερευνήσει εξαντλητικά όλες τις απολήξεις της ατέλειας»(!). Σαν να μας λέει ότι ο πολιτισμός μάς κάνει να προσποιούμαστε, σε αντίθεση με τα ζώα που είναι ειλικρινή και αληθή. Και όταν μεγαλώνουμε, «όταν είμαστε γέροι, πρέπει να κάνουμε να μας δουν». Έχουμε ανάγκη προβολής. Όσο για το ωραίο, «Σε όλα τα πράγματα ... γίνεται αισθητό, δεν ορίζεται». Πίσω από όλα αυτά που ο μεγάλος Μπαλζάκ αμφισβητεί, θέτει και αίρει, και πίσω από κάθε σχόλιο, κομψό ή στυφό, για την κίνηση, υπάρχει μια άβυσσος και στη δική του θεωρία, όπως και σε όλες, όπως υπάρχει και το τέλος της ζωής. Η κατάληξη του βιβλίου περιλαμβάνει τρεις αξιοσημείωτες ρήσεις – ο Ραμπελαί: «‘‘Πιες και γέλασε!” Δε μας είπε: ‘‘Περπάτα’’» η πρώτη. «Το πρώτο βήμα που κάνει ο άνθρωπος στη ζωή είναι και το πρώτο προς τον τάφο» η δεύτερη, και «Αφαιρέστε τον άνθρωπο από την κοινωνία και τον απομονώνετε!» η τρίτη. Με λίγα λόγια, και σ’ αυτό το βιβλίο του ο Μπαλζάκ μας έδωσε ένα ακόμα ευφυές δείγμα της «Ανθρώπινης κωμωδίας» του. Παίζων άμα και σπουδάζων, μας επανέλαβε ότι μέσα στην κοινωνία ζούμε και, ούτως ή άλλως, προς τον θάνατο βαδίζουμε. by the same: ΗΛΙΟΣ Ο ΗΛΙΑΤΩΡΑΣ - THE SOVEREIGN SUN ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗ ΒΕΑΤΡΙΚΗ - MEETING BEATRICE ΤΟ ΑΗΔΟΝΙ, ΤΟ ΤΡΙΖΟΝΙ, ΤΟ ΒΙΟΛΙ ΚΑΙ Η ΚΙΝΑ - THE N... Ο «ΚΟΥΡΕΑΣ ΤΗΣ ΣΕΒΙΛΗΣ» ΚΑΙ Ο «ΔΟΝ ΖΟΥΑΝ» - THE BA... ********************** ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1. ΕΡΓΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ
********************** ΔΑΝΙΗΛ, ΑΝΘΟΥΛΑ********************** ΒΑΣΙΛΗΣ Κ. ΜΗΛΙΤΣΗΣ 2. προσεγγίσεις της Κοινωνιολογίας του Σώματος (Shilling, Turner). • Πρώτη επαφή με το έργο των Foucault, Elias και Bourdieu (οι θεωρητικοί που επηρέασαν τις θεωρίες του Shilling και του Turner) |
COMMENTS ON HONORE DE BALZAC’S THEORY OF WALKING
Honoré de Balzac’s Theory of Walking (Théorie de la démarche) is a 19th-century groundbreaking treatise treating walking as mirror of an individual’s character.
By Anthoula Daniil Rendered by Vassilis C. Militsis Old timers used to say that you can understand one’s merit by the way one walks, speaks and dresses. And since Honoré de Balzac is classified to old timers, we agree on his Theory of Walking (Théorie de la démarche), and, in fact, by going back to antiquity, for the great charmer of ancient Athens, Alcibiades, always smartly garbed, resplendent sandals on his feet, proud gait in the Agora, was a major attraction to the eyes of both females and males. There are still the rustic expressions to describe the gait of a beautiful, proud woman as strutting like a peacock or that of a stalwart man sweeping down or flying high like an eagle. Such expressions indicate the beauty and the gallantry people attribute to walking. Even George Bernard Shaw in his Pygmalion transforms a common flower girl into a Fair Lady, by changing the way she spoke, dressed and walked. The great French author, with his Theory of Walking gives his own cultured view, interwoven with his comment, which is often adorned with the speech of some thinker or some other prominent artist. Specifically, the prefacer of the book mentions about one hundred and fifty scientific geniuses. In Balzac’s research, the specimens of walkers come from the Paris ambience, where the author spots his ‘victim’ for his research; he works on it from the outside and concludes his character. He considers his looks and studies his prospective thoughts, his mentality and his descent. “Stand and dance inside” said Henry Miller of Nijinsky. This subtle remark focuses on a seeming incongruence. An enthusiast of incongruence, Balzac attempts to build a theory on people’s walking because he believes that the science of walking is “equally serious, equally profound, equally frivolous and laughable to any other science.” He seemingly holds no theory in high esteem in the world. However, he had his theory published in 1833.
Queries posed are: has anybody since man had began walking ever wondered why he has walked, how he walks, if he walks, if he can walk better, and if there is a way for him to change his gait? How much liquid substance can man lose or save in strength, vitality, energy, love, hatred or what else by walking?
Great scientists have been studying tides. Others deal in the motion of celestial bodies, others in maritime safety, as it were; but none has so far been involved in studying the movement of the human body, “the key to its hieroglyphics.” Hence, the author exclaims ‘eureka’, like Archimedes and begins to investigate ‘the grimace of powerless demons (la grimace des démons impuissants)’ in order to disclose secrets arising from walking. And he addresses to us the question: “Don’t you know, then, that the gravity of things is inversely proportional to their usefulness?” Why are we posed this question? Perhaps because he did not want us to be quick enough to dispute its significance. And perhaps because he was the first to thrust his staff into the ground, as Pizzaro in Peru did to show that the land was now his. Already before Balzac, Lavater had claimed that “the gait of the individual must be equally eloquent with his physiognomy; walking is the indicator of the body.” This means that “everything on us corresponds to some internal cause.” And he derives from the ancient Greek culture the incident of Demosthenes who accused Nicobulus for walking clumsily and speaking in an arrogant way because he had ill-manners and bad conduct. [See also: Plautus's comedy Bacchides] And indeed, the sly and ironic French thinker does not fail to mention all those who dealt with queer ideas such as the typical chicken-and-egg situation. And deporting as a man pretending not to understand the various scientific theories or that allegedly the latter are insignificant, he records which scientific discoveries have arisen from some random occurrence such as, for instance, the fall of a leaf, pointing out certainly that “fortune never favors the stupid,” or rather, “fortune favors the bold – audentes Fortuna iuvat.” The author claims that “MOTION includes Thought, the purest action of man … walking and gesture, the passionate complement of Reason,” and mentions miracles of personal touch (movements) of Paganini, Raphael, Michelangelo, Liszt and others. And as long as walking is the body movement and voice is the movement of the intellect, movement is a guide to truth. Therefore he observes, gathers material and notes it down, self-mocking and self-contradicting, but never betrays his goal: "Intellectual delicacy is the most voluptuous passion." He contends. The observer is a super genius (and himself) and all great painters and musicians are also good observers. Walking is the physiognomy of the body and tantamount to regard, voice and breath. He supports his views with endless examples. “Autant d'hommes, autant de manières de marcher [the more the people, the more the manner of their gaits].” Trying to describe them is as if trying to probe exhaustively into the endings of flaw.” As though civilization makes us dissemble, unlike animals, which are true and unfeigned. And when we grow up, we are in need of projection; “when we become old, we have to make ourselves seen.” As far as beauty is concerned “it is felt in all things…it is not defined.”
Behind all these things that great Balzac questions, endorses and gainsays, and behind each comment, pleasant or sharp, on the human gait, there is an abyss in his theory, too, as there is in all theories, as there is also the end of life. The conclusion of the book contains three remarkable quotes of Rabelais’: a. “Drink and laugh!” (He did not say ‘walk’) b. “The first step man takes in life is also the first to his grave.” And c. “Remove man from society and he is isolated!” In a few words, Balzac has given us still another clever sample of his Human Comedy. Playing and studying at the same time, he has reminded us that in the society we live in, in any case, we march towards death. |


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου