«Οικονομική ιστορία της ανθρωπότητας» του Ζαν-Μαρκ Ντανιέλ (κριτική) – Κι αν την Ιστορία κινούν οι φορολογικές, όχι οι ταξικές συγκρούσεις;

Για το βιβλίο του Ζαν-Μαρκ Ντανιέλ (Jean -Marc Daniel) «Οικονομική ιστορία της ανθρωπότητας» (μτφρ. Μαρία Γυπαράκη, εκδ. ΕΠΟΨ). Εικόνα: Ο πίνακας του Πίτερ Μπρίγκελ του νεότερου «Το γραφείο του φοροσυλλέκτη».
Γράφει ο Γιώργος Σιακαντάρης
Jean-Marc Daniel/Wikipedia
συγγραφέας του βιβλίου Οικονομική ιστορία της ανθρωπότητας, είναι καθηγητής Οικονομικών στη Σχολή Επιχειρήσεων ENSAE και στη Sciences Po, διαπρεπής οικονομολόγος και γνωστό δημόσιο πρόσωπο στην γαλλική οικονομική ζωή. Συνεργάζεται ως αναλυτής στο ειδησεογραφικό γαλλικό κανάλι BMF Business και σε άλλα Μέσα Ενημέρωσης. Αν και εμφανώς στη σκέψη του υπάρχουν στοιχεία από τις ιδέες των Μίλτον Φρίντμαν και Φρίντριχ Χάγιεκ, κακώς έχει χαρακτηριστεί ως ο Γάλλος Φρίντμαν.Σε καμιά περίπτωση δεν είναι νεοφιλελεύθερος. Δεν θεωρεί πως μόνο η αγορά μπορεί να επιλύει προβλήματα, όπως τα δημοσιονομικά ελλείμματα, ο πληθωρισμός, η ανεργία κλπ. Είναι πολύ πιο κοντά στην κλασική φιλελεύθερη παράδοση, με δόσεις κεϊνσιανισμού. Προτεραιότητά του είναι η ελευθερία του ανταγωνισμού και όχι τα μονοπώλια που προστατεύονται από ένα κράτος που ενισχύει τους «προσοδόχους επιχειρηματίες». Ο μεγαλύτερος εχθρός του είναι η λογική και οι πρακτικές της οικονομικής προσόδου (rente). Όταν, δηλαδή, συγκεκριμένες οικονομικές ομάδες αποκτούν εισόδημα, όχι παράγοντας κάποια υλικά ή και άυλα προϊόντα, αλλά επειδή έχουν πολιτική ή θεσμική προστασία. Οι κοινωνίες της προσόδου είναι κοινωνίες που απεχθάνονται την αποταμίευση και αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα των ΗΠΑ μετά τη δεκαετία του 1970 (Κεφάλαια 9 και 10).
Αν και είναι επικριτικός απέναντι στο μεγάλο κράτος, θεωρεί πως τομείς όπως είναι η δικαιοσύνη, η άμυνα, οι βασικές υποδομές και ορισμένες δημόσιες υπηρεσίες, μόνο σ’ αυτό μπορούν να στηρίζονται. Αν και είναι θιασώτης της δημοσιονομικής πειθαρχίας και της εφαρμογής αντιπληθωριστικών πολιτικών, θεωρεί πως οι δαπάνες για τα παραπάνω είναι αναπόφευκτες. Θεωρεί πως η φιλελεύθερη οικονομία δεν μπορεί να ανταποκρίνεται στα δύσκολα καθήκοντά της αν δεν χρησιμοποιεί συνδυασμό κλασικών φιλελεύθερων και κεϋνσιανών εργαλείων. Ενώ, επίσης, δηλώνει παντού την αντίθεσή του στα υπέρμετρα προνόμια του δολαρίου.
Γράφω όλα τα παραπάνω για δυο λόγους. Πρώτον γιατί πιστεύω πως είναι χρήσιμα στοιχεία για να διαβάσει κανείς τον παρόντα τόμο και να τον καταλάβει. Και δεύτερο για να μην τον αντιμετωπίσουν οι υποστηρικτές του κεϊνσιανισμού και του νεοκεϊνσιανισμού ως καθολικό αρνητή του Κέινς. Η ανάγνωση του βιβλίου είναι πολύ χρήσιμη για να διαμορφώσουν την επιχειρηματολογία τους οι υποστηρικτές των οικονομικών της ζήτησης απέναντι στην επιχειρηματολογία των οικονομικών της προσφοράς, που και αυτά δεν πρέπει να ταυτίζονται με τον νεοφιλελευθερισμό.
Αντί εισαγωγής
Καταρχάς, γεννάται το ερώτημα, γιατί ο συγγραφέας μπαίνει «στον κόπο» να ασχοληθεί με οικονομίες που καμία σχέση δεν έχουν με τον σημερινό καπιταλισμό και τις σύγχρονες οικονομικές εξελίξεις. Γιατί βαθύτατα πιστεύει πως η μελέτη της εξέλιξης της παγκόσμιας οικονομίας από τις απαρχές της μέχρι τις μέρες μας μπορεί να συμβάλλει στην επίλυση σημερινών προβλημάτων. Εδώ προκαλεί πολλούς, όταν υποστηρίζει πως η ιστορία των κοινωνιών πριν τον 19ο και 20ό αιώνα δεν ήταν υπόθεση ταξικών συγκρούσεων, αλλά φορολογικών διεκδικήσεων. «Η παγκόσμια οικονομική ζωή ρυθμιζόταν από φορολογικές εξεγέρσειςׄ, βίαιες πολιτικές ενέργειες αντίστασης του αρότρου απέναντι στις απαιτήσεις του ράσου» (σ. 23). Εδώ καταθέτει την πρώτη ρήση που τον ακολουθεί σ’ όλες του τις επιστημονικές αναλύσεις. Είναι η ρήση του φυσιοκράτη Γάλλου Φρανσουά Κενέ (1694-1774) που έλεγε: «Φτωχοί αγρότες, φτωχό βασίλειο, φτωχός βασιλιάς». Αυτό σήμαινε πως ένα βασίλειο, για να είναι πλούσιο, πρέπει να μπορεί να εισπράττει φόρους, αλλά για να το μπορεί αυτό πρέπει πρώτα να παράγει πλούτο. Και για να στηρίξει αυτή του τη θέση επικαλείται μέχρι και τον κομμουνιστή ηγέτη Μορίς Τορέζ, που υποστήριζε πως «πρώτα παράγουμε και μετά διεκδικούμε». Μια θέση εμφανώς παράδοξη για σοσιαλδημοκράτη, πόσο μάλλον για κομμουνιστή ηγέτη.
Η σπατάλη, κατά τον Ντανιέλ, είναι ο μεγάλος εχθρός όλων των οικονομιών, προκαπιταλιστικών και καπιταλιστικών.
Ένα, όμως, σημαντικό καθήκον των βασιλειών-κρατών ήταν και η διαχείριση της «απραγίας». Εκείνων δηλαδή που είτε το επάγγελμά τους (ιερείς) είτε η εργασία τους (πνευματική, γραφειοκρατική) είτε και οι σωματικές τους δυνάμεις (ηλικιωμένοι, ανάπηροι) τους είχαν τοποθετήσει μακράν της παραγωγής. Έτσι, εδώ επικαλείται τη δεύτερη ρήση που εμπνέει τις επεξεργασίες του. Είναι αυτό που είχε πει ο οικονομολόγος Άντολφ Βάγκνερ, ανήκων στους λεγόμενους από καθέδρας σοσιαλιστές, πως «όσο περισσότερο εκπολιτίζεται μια κοινωνία, τόσο πιο σπάταλο γίνεται το κράτος». Η σπατάλη, κατά τον Ντανιέλ, είναι ο μεγάλος εχθρός όλων των οικονομιών, προκαπιταλιστικών και καπιταλιστικών.
Οι προκαπιταλιστικές κοινωνίες
Οι προκαπιταλιστικές κοινωνίες ξεκίνησαν από τον κυνηγό τροφοσυλλέκτη. Αυτός δεν ήταν κυνηγός με την κυριολεκτική σημασία του όρου. Μάλλον ήταν κυνηγός έτοιμων θηραμάτων και τροφών.[[.....................................................]


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου