Τριάντα χρόνια γιατρός, με διεθνή αναγνώριση, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας και χειρουργός ΩΡΛ σε μεγάλο ιδιωτικό νοσοκομείο της Αθήνας, ο Χρίστος Γεωργάλας βρέθηκε την άνοιξη του 2025 ως εθελοντής για έναν μήνα στο νοσοκομείο Νάσερ της Γάζας κι εργάστηκε μαζί με Παλαιστίνιους γιατρούς σε συνθήκες πολέμου.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που βρισκόταν εκεί, κι όπως ευελπιστεί, ούτε η τελευταία: «Δεν είναι εύκολο αλλά θα προσπαθήσω να επιστρέψω». Οι σημειώσεις και οι φωτογραφίες του από εκείνη την περίοδο απλώνονται στο «Ημερολόγιο Γάζας – Ιατρική εν μέσω γενοκτονίας» (εκδ. Τόπος) κι ενώ ετοιμάζεται η αμερικανική έκδοσή τους του ζητήσαμε να μας μιλήσει για την εμπειρία του.
«Την άνοιξη του ΄25 ο αποκλεισμός ήταν πλήρης», λέει. «Δεν υπήρχε ούτε ρεύμα, ούτε τροφή, ούτε νερό και οι δολοφονίες από τον ισραηλινό στρατό ήταν της τάξης των 100, 150 νεκρών την ημέρα, στην πλειοψηφία τους παιδιά. Το μεγαλύτερο μέρος της Γάζας ήταν ήδη κατεστραμμένο και οι συνθήκες του νοσοκομείου τραγικές».
Ο Γεωργάλας αποδομεί το στερεότυπο του δυτικού λευκού σωτήρα αναδεικνύοντας ως πραγματικούς ήρωες τους Παλαιστίνιους συναδέλφους, οι οποίοι συνέχιζαν να εργάζονται, να χειρουργούν και να εκπαιδεύονται παρά τους βομβαρδισμούς, τις ελλείψεις και την απώλεια συναδέλφων και συγγενών. Παράλληλα, η παρουσία ξένων γιατρών τους παρείχε μια σχετική προστασία, καθώς οι ίδιοι μπορούσαν να αποχωρήσουν από τη Γάζα, σε αντίθεση με τους ντόπιους.
Υπογραμμίζει ότι οι κάτοικοι της Γάζας δεν είναι απλώς «θύματα», αλλά άνθρωποι με οικογένειες, σχέσεις, όνειρα, πολιτικές απόψεις και αξιοπρέπεια. Περιγράφει το πώς τον συγκλόνισε η ικανότητά τους να συνεχίζουν τη ζωή τους μέσα στην καταστροφή: «Μιλώντας για τους γιατρούς με τους οποίους έζησα καθημερινά δηλαδή από το πρωί ως το βράδυ εβδομάδα για ένα μήνα γιατί ζούσα στο νοσοκομείο, δεν άκουσα ποτέ στη φωνή κάποιου θυμό ή την ένταση, μου έκανε πολλή εντύπωση».
Μιλά για τις «παράπλευρες απώλειες», των αμάχων, συνδέοντάς τες με δικές μας κατοχικές μνήμες: «Στην Ελλάδα είχαμε κατοχή από τους Γερμανούς για τα χρόνια που είχαμε και είναι κάτι που ακόμα είναι συλλογικό τραύμα. Το μνημονεύουμε. Φαντάσου να είχαμε κατοχή για 40 χρόνια».
Επίσης, αναφέρει πως: «Στο Ολοκαύτωμα στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο τα παιδιά ήταν το 25-27% των θυμάτων. Στη Γάζα τα παιδιά ξεπερνούν το 30% των θυμάτων. Οπότε όταν κάποιος μιλά για πόλεμο εναντίον των παιδιών δεν είναι μια μεταφορά».
Επίσης, εξηγεί τη δυσκολία των πρώην αποικιοκρατικών δυνάμεων της Δύσης να ταυτιστούν με το θύμα, σε αντίθεση με τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου: «Νομίζω ότι είναι πολύ πιο εύκολο για τις χώρες του Νότου να καταλάβουν έναν αντιαποικιακό αγώνα, το έχουν ζήσει και οι ίδιοι και η Ελλάδα από αυτή την άποψη».
Μιλά ακόμη για την πολιτισμική εγγύτητα που ένιωσε ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γάζα: στις οικογενειακές σχέσεις, στο φαγητό, στη μουσική, στις μυρωδιές και γενικότερα στη μεσογειακή κουλτούρα. Αντιπαραβάλλει αυτή την αίσθηση οικειότητας με τα χρόνια που έζησε στη Βόρεια Ευρώπη, στη Βρετανία και την Ολλανδία. Παρότι είχε μια επιτυχημένη επαγγελματική πορεία στο εξωτερικό, επέστρεψε στην Ελλάδα επειδή ένιωθε ότι εκεί βρίσκεται η πατρίδα του, οι άνθρωποί του και η πολιτισμική του ταυτότητα.
Τέλος, θεωρεί ότι η Παλαιστίνη αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα της εποχής μας και ότι η στάση της Δύσης απέναντι στη Γάζα αφορά και τη δική της ηθική ευθύνη. Υποστηρίζει ότι οι Παλαιστίνιοι θα αγωνιστούν οι ίδιοι για την ελευθερία τους, όμως οι κοινωνίες της Δύσης οφείλουν να αναρωτηθούν σε ποια πλευρά της ιστορίας επιλέγουν να βρίσκονται.
Και καθώς η κουβέντα προχωράει, αναδύεται και το δικό του πορτρέτο, η διαδρομή του, οι επιλογές του, η ιδέα που έχει για την ιατρική, η σχέση του με την Ελλάδα, η ευθύνη απέναντι στα παιδιά του, η δική του ηθική στάση απέναντι σε όσα είδε και κατέγραψε.
Κυριακή, Οκτωβρίου 11, 2026
Χρίστος Γεωργάλας: «Στη Γάζα έβλεπα 100 νεκρά παιδιά την ημέρα»
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου