
Το ποδόσφαιρο είναι το σημαντικότερο από τα ασήμαντα πράγματα της ζωής, είχε πει κάποτε ο μεγάλος Αρίγκο Σάκι. Μ’ αρέσει η φράση, αλλά ίσως πρέπει να τη διαβάσουμε ανάποδα: το ποδόσφαιρο είναι το λιγότερο σημαντικό από ορισμένα από τα πιο σημαντικά πράγματα της ζωής.
Γιατί πίσω από την μπάλα υπάρχουν πράγματα πολύ σοβαρότερα από τη μπάλα: η ταυτότητα, η αφοσίωση, η φιλία. Υπάρχει η ανάγκη του ανθρώπου να μοιράζεται, να θυμάται, να αφηγείται.
Μπιζίμ ΠΑΟΚ, ο δικός μας ΠΑΟΚ. Έτσι τον έλεγαν οι Κωνσταντινουπολίτες ιδρυτές του. Και ίσως μέσα σε αυτές τις δύο λέξεις να χωράει το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του. Γιατί σημαίνει «δικός μας». Και κάθε «δικός μας» προϋποθέτει ένα «εμείς».
Ο ΠΑΟΚ γεννήθηκε μέσα από ένα τέτοιο «εμείς». Οι πρόσφυγες που έφτασαν στη Θεσσαλονίκη δεν έφεραν μαζί τους μόνο αναμνήσεις και συνήθειες. Έφεραν συλλόγους, κοινότητες, δεσμούς. Έφεραν την ανάγκη να ανασυστήσουν έναν κόσμο που είχε χαθεί.
Μέσα σε αυτή την ιστορική συνθήκη εμφανίστηκε ο ΠΑΟΚ. Αν είχε παραμείνει απλώς ένας σύλλογος Κωνσταντινουπολιτών της Θεσσαλονίκης, σήμερα θα μιλούσαμε πιθανότατα για μια ενδιαφέρουσα σελίδα της ιστορίας του προσφυγικού αθλητισμού. Αλλά συνέβη κάτι πολύ περισσότερο.
Ο ΠΑΟΚ πέταξε ψηλά. Έγινε πρώτα η ομάδα όλων των προσφύγων της Θεσσαλονίκης. Ύστερα η ομάδα των λαϊκών συνοικιών της πόλης. Σταδιακά κυριάρχησε στην πόλη, και απέκτησε μια γεωγραφία πολύ ευρύτερη, όντας σημείο αναφοράς για ένα μεγάλο μέρος της Μακεδονίας και της Βόρειας Ελλάδας.
Αργότερα μπόρεσε να χωρέσει κι άλλους. Τους πολιτικούς πρόσφυγες στην Τασκένδη ή την Ουγγαρία. Τους Πόντιους από την πρώην ΕΣΣΔ. Τους μετανάστες από τα Βαλκάνια. Τους Έλληνες της ξενιτιάς στη Γερμανία, το Βέλγιο, τη Σουηδία. Τις οικογένειες στη Μελβούρνη, στη Νέα Υόρκη, στον Καναδά, που έμαθαν στα παιδιά τους μια ομάδα από μια πόλη στην οποία τα παιδιά αυτά μπορεί να μην είχαν ζήσει ποτέ. Τον ΠΑΟΚτσή στην Κρήτη ή στην Αθήνα, για τον οποίο η επιλογή του ΠΑΟΚ δεν είναι η εύκολη επιλογή της τοπικής πλειοψηφίας αλλά συχνά μια μικρή καθημερινή δήλωση διαφορετικότητας.
Δεν είναι, βεβαίως, όλα αθώα. Το ποδόσφαιρο δεν υπήρξε ποτέ ένας αθώος κόσμος, ούτε ακόμη και στα χρόνια της αθωότητας του. Χρήμα, επιχειρηματικά συμφέροντα, πολιτικές φιλοδοξίες, βία, χειραγώγηση συνυπήρχαν πάντοτε με την ανιδιοτελή αγάπη του φιλάθλου. Οι μεγάλες ομάδες είναι παράξενα κοινωνικά οικοσυστήματα. Συνδέουν τον εκατομμυριούχο ιδιοκτήτη με τον πιτσιρικά που μαζεύει χρήματα για ένα εισιτήριο, τον πολιτικό που αναζητά ψήφους με τον οπαδό που ταξιδεύει δέκα ώρες για ενενήντα λεπτά ποδοσφαίρου. Την παρθένα με τον σατανά, που έλεγε ο Σαββόπουλος.
Ίσως αυτή η αντίφαση να είναι μέρος της γοητείας του ποδοσφαίρου. Γιατί στο γήπεδο ανταμώνουν άνθρωποι που έξω από αυτό πιθανότατα δεν θα αντάμωναν ποτέ. Όπως και στην εκκλησία εξάλλου.
Όμως στην περίπτωση του ΠΑΟΚ υπάρχει κάτι ακόμη. Στον ΠΑΟΚ συναντήθηκαν, δύο διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες περιφέρειας: η προσφυγιά και οι Νέες Χώρες. Από τη μια, οι πρόσφυγες που χρειάστηκε να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους σε αντίξοες συνθήκες. Από την άλλη, η Θεσσαλονίκη και η Μακεδονία, περιοχές που είχαν ενσωματωθεί σχετικά πρόσφατα στο ελληνικό κράτος και διατηρούσαν μια δύσκολη σχέση με την Παλιά Ελλάδα και το αθηναϊκό κέντρο, συχνά εμφορούμενες από την αίσθηση, όχι άδικα, ότι αντιμετωπίζονταν ως αποικίες. Αυτές οι δύο εμπειρίες συναντήθηκαν σε ένα κοινό βίωμα: Βορειοελλαδίτης και πρόσφυγας. Κι ο ΠΑΟΚ έγινε σταδιακά μία από τις ισχυρότερες πολιτισμικές εκφράσεις αυτού του βιώματος.
Πραγματικότητα και υπερβολή, αδικίες και οπαδική μυθολογία ανακατεύτηκαν με τα χρόνια τόσο πολύ ώστε είναι πια δύσκολο να ξεχωρίσεις πού τελειώνει το ένα και πού αρχίζει το άλλο. Δεν έχει και τόση σημασία. Οι ταυτότητες δεν συγκροτούνται μόνο από όσα πραγματικά συνέβησαν. Συγκροτούνται και από τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι θυμούνται και αφηγούνται όσα συνέβησαν.
Έτσι δημιουργήθηκε ο ΠΑΟΚ του «κόντρα σε όλους». Ο ΠΑΟΚ του παράπονου. Ο ΠΑΟΚ της αίσθησης ότι πρέπει να κερδίσει όχι μόνο τον αντίπαλο στο γήπεδο αλλά και ένα ολόκληρο σύστημα έξω από αυτό. Αυτό το συναίσθημα ένωσε γενιές οπαδών, αποτελώντας αναπόσπαστο στοιχείο ταυτότητας.
Αν ο ΠΑΟΚ είναι κάτι περισσότερο από μια ομάδα, η Τούμπα έγινε κάτι περισσότερο από ένα γήπεδο. Τα τσιμέντα της έγιναν ανεξάντλητες αποθήκες μνήμης. Δεν θυμάσαι μόνο τους αγώνες. Θυμάσαι με ποιους τους είδες. Θυμάσαι με ποιον πήγες πρώτη φορά στο γήπεδο, πού καθόσουν, ποιος ήταν μαζί σου. Και κάποια στιγμή συνειδητοποιείς ότι μερικοί από εκείνους που ήταν κάποτε δίπλα σου δεν υπάρχουν πια. Η ομάδα όμως μένει. Και με έναν παράξενο τρόπο, μένουν μαζί της κι εκείνοι.[....................................]ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου