God knows what is hiding in those weak and drunken hearts
I guess you kissed the girls and made them cry
those Hardfaced Queens of misadventure
God knows what is hiding in those weak and sunken eyes
a Fiery throng of muted angels
Giving love and getting nothing back
People help the people
And if you're homesick, give me your hand and I'll hold it
People help the people
And nothing will drag you down
Oh and if I had a brain, Oh and if I had a brain
i'd be cold as a stone and rich as the fool
That turned, all those good hearts away
God knows what is hiding, in that world of little consequence
Behind the tears, inside the lies
A thousand slowly dying sunsets
God knows what is hiding in those weak and drunken hearts
I guess the loneliness came knocking
No one needs to be alone, oh save me
People help the people
And if you're homesick, give me your hand and I'll hold it
People help the people
Nothing will drag you down
Oh and if I had a brain, Oh and if I had a brain
I'd be cold as a stone and rich as the fool
That turned, all those good hearts away
People help the people
And if you're homesick, give me your hand and I'll hold it
People help the people
Nothing will drag you down
Oh and if I had a brain, Oh and if I had a brain
I'd be cold as a stone and rich as the fool
That turned, all those good hearts away
Κυριακή, Δεκεμβρίου 30, 2012
Ο ΑΝΑΤΟΜΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ
ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ
Ο ανατόμος της ελληνικής κρίσης
Ο μετρ του νουάρ μυθιστορήματος έγινε περιζήτητος σχολιαστής
της πολιτικής και της οικονομίας
ΕΙΠΕ
"Το ελληνικό κράτος είναι η μοναδική μαφία στον κόσμο
που
κατάφερε να... χρεοκοπήσει!"
Της Μικέλας Χαρτουλάρη
Τα Νέα: Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2012
Οι ισπανοί δημοσιογράφοι το λένε απερίφραστα: «Ο Μάρκαρης
είναι ο μοναδικός συγγραφέας του ευρωπαϊκού Νότου που γράφει τι περνάμε και
γιατί το περνάμε». Με καταγωγή αρμενική, παιδεία γερμανική, κοσμοπολιτισμό
κωνσταντινουπολίτικο, σκέψη μαρξιστική και πάθος νεανικό, εξελίχθηκε σε μάστορα
του νουάρ μυθιστορήματος με πανευρωπαϊκή απήχηση, που γιγαντώθηκε όταν τόλμησε
να κάνει μια ανατομία της ελληνικής κρίσης
Εχει πολλούς λόγους ο Πέτρος Μάρκαρης να καμαρώνει για την
πολιτική του όσφρηση. Ο πλέον πρόσφατος είναι πως δεν πίστεψε ποτέ τις
κυβερνητικές εξαγγελίες ότι η κρίση θα περνούσε σε μια πενταετία. «Και τώρα
ακούω βερεσέ τη θριαμβολογία του Πρωθυπουργού. Διότι το πρόβλημα δεν ήταν να
πάρουμε το δάνειο. Ηταν, και είναι, το ότι δεν βγαίνει το πρόγραμμα - κάτι που
το λένε και οι νομπελίστες Στίγκλιτς και Κρούγκμαν». Ετσι, στο αστυνομικό
μυθιστόρημά του που μόλις κυκλοφόρησε μας προκαλεί να αναρωτηθούμε ποιες θα
ήταν οι επιπτώσεις στην κοινωνία μας εάν ολόκληρος ο ευρωπαϊκός Νότος επέστρεφε
στο εθνικό του νόμισμα; Αυτά όμως δεν τα λέει για να κινδυνολογήσει και να
κηρύξει την υποταγή στις ευρωπαϊκές ντιρεκτίβες αλλά για να εξηγήσει ότι «η
κρίση μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με ριζικές αλλαγές και ριζοσπαστικές
λύσεις»... τις οποίες, εκείνος τουλάχιστον, δεν βλέπει στον ορίζοντα. Γι' αυτό
και επιμένει σε μια πολιτική κριτική από αριστερή, όπως λέει, σκοπιά, η οποία
διατρέχει ολόκληρο το μυθιστορηματικό έργο του από το 1995. Ηταν τότε 58 χρόνων
και (ξανα)ξεκινούσε για τρίτη φορά τη ζωή του, «όχι από την αρχή, αλλά
διαφορετικά», μπαίνοντας στα χωράφια της λογοτεχνίας με πρωταγωνιστή τον
αστυνόμο Χαρίτο. Εναν μικροαστό προϊστάμενο του Τμήματος Ανθρωποκτονιών, τυπικό
εκπρόσωπο της παλιάς Ελλαδίτσας ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με τα ανεπούλωτα
τραύματα της πρόσφατης ελληνικής Ιστορίας και την παθογένεια της νέας,
εκσυγχρονισμένης, Ελλάδας, έχοντας ως μοναδικό όπλο του την επιμονή και την
εντιμότητά του.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΘΟΓΕΝΕΙΑ. Στα χρόνια που ακολούθησαν την πτώση
του συστήματος του «υπαρκτού σοσιαλισμού»,
όταν η ιστορία είχε φτάσει, υποτίθεται, στο τέλος της και ο κανόνας ήταν
η αποπολιτικοποίηση, ο Μάρκαρης θέλησε
να επαναφέρει τις κοινωνικοπολιτικές ανησυχίες στο τραπέζι από έναν πλάγιο
δρόμο: τον δρόμο της αστυνομικής πλοκής. Το ίδιο έκαναν εκείνη την εποχή ο
Μονταλμπάν στην Ισπανία, ο Ιζό στη Γαλλία, ο Καμιλέρι στην Ιταλία, ο Τάιμπο στο
Μεξικό κ.ά. Το 1995 κυκλοφόρησε, λοιπόν, το πρώτο από τα οκτώ έως τώρα
μυθιστορήματά του, το «Νυχτερινό δελτίο», όπου μίλησε για τη δύναμη των ΜΜΕ και
την εμπορία παιδιών, και συνέχισε μιλώντας για τις διασυνδέσεις ανάμεσα στον
κόσμο του ποδοσφαίρου και εκείνον της νύχτας («Αμυνα ζώνης»).
Πριν από τους Ολυμπιακούς της Αθήνας έγραψε για τα προδομένα
οράματα της γενιάς του Πολυτεχνείου, για το αναπτυξιακό «μπουμ» και για το
φαινόμενο της διαπλοκής ως αρμό ενός συστήματος χωρίς ηθικά ερείσματα («Ο Τσε
αυτοκτόνησε»). Μετά τους Ολυμπιακούς συνέλαβε την ανάδυση του εθνικισμού και
της θρησκοληψίας, της τυφλής βίας και του κυνισμού σε μια Ελλάδα-χρηματιστήριο
(«Βασικός μέτοχος»). Και την τελευταία τριετία
εξερευνά τα «τι» και τα «γιατί» της ελληνικής κρίσης, κερδίζοντας
περίοπτη θέση σε μεγάλες ισπανικές, ιταλικές, γαλλικές και γερμανικές
εφημερίδες. Ηδη σχολίασε το ντοπάρισμα της ελληνικής κοινωνίας με τα τραπεζικά
δάνεια («Ληξιπρόθεσμα δάνεια»), τη φοροδιαφυγή που καλλιεργεί το έδαφος για την
ανοχή της κοινωνίας σε σωτήρες τύπου Μπερλουσκόνι, οι οποίοι υπονομεύουν
εντέλει τους δημοκρατικούς θεσμούς («Περαίωση»), και έκλεισε την τριλογία με το
«Ψωμί, παιδεία, ελευθερία», που κυκλοφόρησε πριν από δύο εβδομάδες. Εδώ,
τραβάει στα άκρα μια υπόθεση εργασίας - την επιστροφή στη δραχμή - με στόχο να
εμπνεύσει μια δημιουργική αντιμετώπιση της κατάστασης και να ταρακουνήσει τα
αριστερά κόμματα. «Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι σε ανάλογες καταστάσεις οι
κοινωνίες κάνουν δεξιά στροφή. Γι' αυτό και πιστεύω πως η άνοδος της Χρυσής
Αυγής και της Ακροδεξιάς γενικότερα μπορούν να αναχαιτιστούν μονάχα με ένα
κοινό πρόγραμμα δράσης της Αριστεράς, το οποίο δυστυχώς δεν υπάρχει. Το σύστημα
των κομμάτων αντιδρά σαν εξαρτημένο άτομο, διατεθειμένο να κάνει τα πάντα για
να εξασφαλίσει τη δόση του».
ΤΙΤΑΝ, ΜΑΡΞ ΚΑΙ ΜΠΡΕΧΤ. Δεν μοιάζει ο Μάρκαρης με τους συγγραφείς
που εκσφενδονίζουν εκ του ασφαλούς απόψεις για την οικονομία και το μέλλον της
χώρας. Και δεν έφτασε τυχαία να λειτουργεί ως παρεμβατικός διανοούμενος, με
πανευρωπαϊκή μάλιστα απήχηση. Γνωρίζει τι σημαίνει οικονομική διαχείριση επειδή
εργάστηκε ως προϊστάμενος εξαγωγών σε κορυφαία βιομηχανία. Ο πατέρας του τον
ήθελε οικονομολόγο κι εκείνος ξεκίνησε σπουδές στην Αυστρία, αλλά τις παράτησε
στη μέση προκειμένου να αφιερωθεί στο γράψιμο. Ομως δεν τα κατάφερε τότε. Κι
έτσι η πρώτη του ζωή, η τεχνοκρατική, ξεκίνησε το 1965 στα Τσιμέντα Τιτάν, όπου
έμεινε έντεκα χρόνια. Γι' αυτό σήμερα έχει την άνεση να λέει ξεκάθαρα (και σε
άψογα γερμανικά) στους Γερμανούς που του ζητούν συνεντεύξεις και άρθρα πως «με
κάθε νέο πακέτο μέτρων, περικοπών και φόρων, η απόσταση ανάμεσα στο ευρώ και
στη δραχμή μειώνεται, διότι η κοινωνία δεν αντέχει άλλο!» Υπάρχει όμως και κάτι
ακόμη: είναι η πολιτική παιδεία του Μάρκαρη και η ταύτισή του με μια γενιά που
όλα τα αξιολογούσε και τα ανέλυε πολιτικά. Οι δάσκαλοί του ήταν ο Μαρξ και ο
Μπρεχτ, η σκέψη του εξακολουθεί να λειτουργεί μαρξιστικά, και πρωτοέκανε όνομα
στα ελληνικά καλλιτεχνικά πράγματα ως ειδήμων και μεταφραστής του Μπρεχτ, που
ήταν ευαγγέλιο στα χρόνια της δικτατορίας. «Ο Μαρξ μου έδωσε τα εργαλεία της
πολιτικής ανάλυσης και ο Μπρεχτ τον τρόπο να κρατώ την απόσταση του
παρατηρητή». Η δεύτερη ζωή του, η θεατρική, αρχίζει το 1971, στα 34 του, με το
(μπρεχτικό) θεατρικό έργο του «Η ιστορία του Αλή Ρέτζο» που ανέβηκε από την
ομάδα του Ελεύθερου Θεάτρου στο Καλουτά και λειτούργησε ως συλλογική πράξη
αντίστασης κατά της χούντας, με εντυπωσιακή επιτυχία. Το 1971 γνώρισε και τον
Θόδωρο Αγγελόπουλο κι άρχισε η μακροχρόνια συνεργασία τους, με τη σύμπραξή του
στο σενάριο της ταινίας «Μέρες του '36». Από τότε, λέει, είχε να παθιαστεί τόσο
πολύ με την πολιτική, και νοσταλγεί εκείνο το κλίμα επειδή «ο κόσμος ζητούσε
μια δημοκρατία θεσμική και λειτουργική».
ΠΡΕΣΒΕΥΤΗΣ. Σήμερα ο Μάρκαρης έχει εξελιχθεί σε περιζήτητο
και συστηματικό σχολιαστή της ελληνικής υπόθεσης στις τέσσερις γωνιές της
Ευρώπης. Το διαβατήριό του είναι τα μυθιστορήματά του, που κερδίζουν τα
μεγαλύτερα βραβεία της αστυνομικής λογοτεχνίας, και το «γκελ» που κάνει στο
ακροατήριό του, όσο κι αν δυσαρεστεί τους πιο ριζοσπάστες αριστερούς...
ΕΙΠΑΝ ΓΙ’ ΑΥΤΟΝ
Πίσω από τα σαρκαστικά σχόλιά του κρύβεται ένας οργισμένος
άνθρωπος που δεν μασάει τα λόγια του προκειμένου να καταγγείλει το πελατειακό
σύστημα, το οποίο έχει πλέον γιγαντωθεί και καθορίζει ολόκληρη την ελληνική
κοινωνία
Γιαν Πλουγκαστέλ, στη «Μοντ» της 15/8/2012
Σάββατο, Δεκεμβρίου 29, 2012
ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΟΙ ΕΠΑΙΝΟΙ ΔΕΝ ΑΡΚΟΥΝ...
Εγκώμιον Θεσσαλονίκης
Tου Σταύρου Τζίμα
Η Καθημερινή, 28/12/2012
Ενα από τα εγκυρότερα περιοδικά του πλανήτη, το
National Geographic, κατέταξε πρόσφατα τη Θεσσαλονίκη στους είκοσι κορυφαίους
ταξιδιωτικούς προορισμούς που αξίζει να επισκεφθεί κάποιος μέσα στο 2013. Δεν
φείδεται εγκωμίων το παγκοσμίου κύρους έντυπο προκειμένου να πείσει τα
εκατομμύρια των αναγνωστών του να ταξιδέψουν στη «Νύμφη του Θερμαϊκού». «Το
φωτεινό λιμάνι της είναι σχεδόν άδειο - γεγονός καλό. Παραμένει ένα από τα
τελευταία αστικά παραλιακά μέτωπα στη νότια Ευρώπη που δεν έχει εγκλωβιστεί από
κάποια γιγάντια μαρίνα. Αντιθέτως τα ξύλινα καΐκια εξακολουθούν να αρμενίζουν
στον ήσυχο κόλπο, ενώ μονοπάτια ιχνογραφούν το ελικοειδές παραλιακό μέτωπο στη
δεύτερη μεγαλύτερη πολη της Ελλάδας - 320 μίλια βόρεια και έναν κόσμο μακρύτερα
από τη χαοτική Αθήνα», γράφει ο συντάκτης του N.G. Και προσθέτει: «…Οι
παραδοσιακές αγορές - σύμβολα της πόλης που μετρούν αιώνες ζωής με τα ώριμα
φρούτα και τους τενεκέδες γεμάτους με φρέσκια φέτα, που είναι διάσπαρτες
ανάμεσα σε βυζαντινά και οθωμανικά μνημεία, γκαλερί τέχνης, μποέμικα νυχτερινά
κέντρα διασκέδασης, εστιατόρια και ταβέρνες ικανές να ικανοποιήσουν ακόμη και
τον πιο απαιτητικό ουρανίσκο, αποτελούν κομμάτι του θεμελιώδους οράματος της
κουλτούρας “κάντο μόνος σου”».
Δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερη διαφήμιση,
διεθνώς, της Θεσσαλονίκης από έναν τέτοιο ύμνο, προερχόμενο μάλιστα από
περιοδικό της εμβέλειας του National Geographic. Ούτε πρέπει να περάσει
απαρατήρητο το ενδιαφέρον των διεθνών ΜΜΕ για την πόλη, όπως αυτό εκδηλώθηκε
(και) με τη συνέντευξη Τύπου που οργάνωσε στις αρχές του μήνα στην Αθήνα η
Ενωση Ανταποκριτών Ξένου Τύπου στον δήμαρχό της κ. Γιάννη Μπουτάρη.
Η εικόνα της Θεσσαλονίκης αλλάζει διεθνώς τα τελευταία
χρόνια και αυτό η πόλη πρέπει να το κεφαλαιοποιήσει. Πώς; Με το να αποφασίσει
και να σχεδιάσει το μέλλον της. Και εδώ τα πράγματα «μιλούν» από μόνα τους: η
πόλη θα ζήσει από τον τουρισμό και το διαμετακομιστικό εμπόριο. Οι εποχές της
βαριάς βιομηχανίας (δεκαετίες ’60 και ’70) και της βιοτεχνίας (’80 - ’90)
πέρασαν ανεπιστρεπτί. Τώρα καλείται να πορευθεί σε χαλεπούς καιρούς,
αξιοποιώντας την προίκα των προγόνων και της φύσης: την πολυπολιτισμική της
κληρονομιά και το χρυσοφόρο λιμάνι της, δηλαδή.
Το δράμα είναι ότι επ’ αυτού όχι μόνο δεν υπάρχει
στρατηγικός σχεδιασμός, αλλά το quo vadis της πόλης απουσιάζει από τον δημόσιο
διάλογο. Μια θαυμάσια ευκαιρία για να ανοίξει η συζήτηση γύρω από αυτό δόθηκε
φέτος, με αφορμή τα εκατό χρόνια απο την απελευθέρωσή της από τους Οθωμανούς,
αλλά πήγε χαμένη. Οργανώθηκαν πανηγύρια για να σφυρηλατηθεί το πατριωτικό της
φρόνιμα -από ποιον απειλείται;- αλλά ουσιαστική κουβέντα, με εξαίρεση ένα
συνέδριο του δήμου, δυστυχώς δεν έγινε. Και γι’ αυτό ευθύνονται όλοι όσοι
μιλούν στο όνομά της.
ΣΠΟΥΔΑΙΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥ ΧΡΩΣΤΗΡΑ
Jan Theodoor Toorop (1858-1928): σπουδαίος Ολανδός ζωγράφος,
που θήτευσε με την ίδια επιτυχία στον ιμπρεσιονισμό, το συμβολισμό
και την Αρ Νουβό.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




