Τετάρτη, Αυγούστου 19, 2026

Τη λέγαν Φωτεινίτσα κι όχι Κάρμεν /μα κάθονταν με τέτοια χάρη στο σκαμπώ /–ολόιδια η Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ– και της χαμογελούσαν όλοι οι μπάρμεν.

 

Μανούσος Φάσσης, «Παιδική Μούσα (τραγούδια για την προσχολική και σχολική ηλικία)», εκδ. αμοργός, 1980. - ΠοιείνΤο 1980 ο Μανόλης Αναγνωστάκης υπογράφει την Παιδική Μούσα, μια συλλογή με έμμετρα, ομοιοκατάληκτα σατιρικά ποιήματα, ως Μανούσος Φάσσης.Μανόλης Α. Αναγνωστάκης - Βιβλιοπωλείο ΜΙΕΤ Το 1987, δεκαέξι ολόκληρα χρόνια από τότε που αποφάσισε να εγκαταλείψει την ποίηση, ο Μανόλης Αναγνωστάκης επανέρχεται ως δοκιμιογράφος, προκειμένου να μας συστήσει τον φανταστικό Μανούσο Φάσση στο βιβλίο Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης. Η ζωή και το έργο του.Μανούσος Φάσσης – Μια χορταστική ανθολόγηση (πρόλογος: Σοφία Κολοτούρου) – Κανονική Ποίηση

[…]

Μανόλης και Μανούσος είναι, βέβαια, όπως γρήγορα έγινε φανερό, το ίδιο πρόσωπο και τα ποιήματα του Μανούσου προέρχονται ως επί το πλείστον από τα εφηβικά ή νεανικά χρόνια του ίδιου του Αναγνωστάκη. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με μια περίπτωση «πλαστής ετεροπροσωπίας», όπως την ονόμασε η Άντεια Φραντζή, ή, θα μπορούσαμε ίσως να πούμε, με μια ειδική περίπτωση ετερωνυμίας, με την έννοια ότι ο Μανούσος αποτελεί μια φαντασιακή προβολή, ένα προσωπείο με «σάρκα και οστά», με τη δική του βιογραφία, το οποίο καλύπτει ή αναδεικνύει μια πτυχή της ποιητικής δημιουργίας και της προσωπικότητας του Αναγνωστάκη που αποκλίνει, φαινομενικά τουλάχιστον, από την καθιερωμένη εικόνα του, όπως αυτή έχει εμπεδωθεί από την κριτική: πρόκειται για ποιήματα έμμετρα, άλλα νεορομαντικής κοπής και άλλα σατιρικής διάθεσης και φανταιζί αισθητικής, που ενσωματώνουν είτε ένα είδος παρωχημένου λυρισμού (η πρώτη κατηγορία), είτε ένα ανατρεπτικό, αιρετικό, συχνά «χοντροκομμένο» χιούμορ, που δεν μοιάζει να συνάδει με τη στοχαστική σοβαρότητα της «κανονικής» ποίησης του Αναγνωστάκη. [...]

Παρόλο όμως που η έκδοση του Μανούσου Φάσση, μαζί με την πληροφορία ότι τα ποιήματα που περιέχει είναι του ίδιου του Αναγνωστάκη, προκάλεσε σοκ σε πολλούς αναγνώστες [...], ο Μανούσος δεν απέχει τόσο από τον Μανόλη, από άποψη ηθική και ιδεολογική, ίσως και ποιητική, από ό,τι εκ πρώτης όψεως φαίνεται· αποτελούν μάλλον τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι, όπως μαρτυρούν άνθρωποι που τον γνώριζαν προσωπικά, ο Αναγνωστάκης αγαπούσε τις πλάκες και είχε πολύ χιούμορ.

Ο Μανούσος Φάσσης προκάλεσε αρχικά μάλλον αμηχανία στην κριτική, με αποτέλεσμα να απωθηθεί σχεδόν, θα λέγαμε, από το κριτικό υποσυνείδητο, και να μην αποτιμηθεί όπως του αξίζει, δηλαδή ως μια ιδιαίτερα περίπλοκη και εξόχως ανατρεπτική παρέμβαση εντός του λογοτεχνικού πεδίου. Στο πλαίσιο αυτής της παρέμβασης καταρρίπτονται ειδολογικές συμβάσεις, παραβιάζονται τα όρια μεταξύ τόσο της βιογραφίας, της αυτοβιογραφίας, της μαρτυρίας, της μυθοπλασίας, του κριτικού δοκιμίου, του φιλολογικού πονήματος, όσο και μεταξύ του λογοτέχνη και του κριτικού με τρόπο παιγνιώδη και —φαινομενικά τουλάχιστον— αυτοϋπονομευτικό και με τα όπλα της σάτιρας, της παρωδίας και ενός διαβρωτικού, καρναβαλικής υφής χιούμορ, που στρέφεται εναντίον κάθε είδους σοβαροφάνειας, υπονομεύοντας τις αντιλήψεις περί της υψηλής αποστολής της ποίησης ή της κριτικής ως θεσμού. […]

Σοφία Βούλγαρη, «Ο ποιητής Μανούσος Αναγνωστάκης», εφ. Η Αυγή, 24 Ιαν. 2016. Διατίθεται εδώ .

Ο ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ ΩΣ ΜΑΝΟΥΣΟΣ ΦΑΣΣΗΣ

 Ο Κατήφορος

***
Η ΠΟΝΕΜΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΥΟ ΨΥΧΩΝ
ΣΕ ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΑΠΙΑ ΚΑΙ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΗ

―――
Η ΤΙΜΙΑ ΕΞΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ,
ΜΑΣΤΙΓΙΟ ΣΤΗΝ ΥΠΝΩΤΤΟΥΣΑ ΗΘΙΚΗ ΜΑΣ
.
Αν είχα μια κόρη 16 χρονώ
θα έκανα να διαβάσει κρυφά
αυτό το βιβλίο και θα ήμουν
ήσυχος ότι ποτέ δε θα κινδύνευε
να παραστρατήσει…
ΓΡ. ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Ο Κατήφορος»
.
Τη λέγαν Φωτεινίτσα κι όχι Κάρμεν
μα κάθονταν με τέτοια χάρη στο σκαμπώ
ολόιδια η Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ–
και της χαμογελούσαν όλοι οι μπάρμεν.

Είχε τα μέσα, λέγαν, με τον Πάριο
και θα
βγαινε μια μέρα στο πλατώ
με το κόκκινο φούξια ξώπλατο
έχοντας βρει κι έναν καλό ιμπρεσάριο.


Όλοι της δίναν κάργα υποσχέσεις :
«Εσύ θα τραγουδάς με περιεχόμενο. . .».
«Αν δε σε δω μια μέρα στον Ορχομενό
σ’ ένα σκυλάδικο σου επιτρέπω να με χέσεις»,


ήταν τα λόγια του κουρέα του Θανάση
που μεγαλώσανε μαζί στην Κοκκινιά.
Μ’ αυτή είχεν αμολήσει πετονιά
να πιάσει χοντρό ψάρι όπου προφτάσει.


Της δώσαν κάποια μέρα ένα ρολάκι
σε κάποιο μικροσόου στην T.V.
να σειέται και δήθεν να τιτιβί-
ζει ένα σεγκόντο σε πλαίη μπακ του Δάκη.


Βρήκε κι έναν ροκά που στεκε σούζα
πού μάτια πια για τ’ άμοιρο παιδί,
καίγονταν ο φτωχός σαν το δαδί
και το
ριξε στις ασωτείες και στα ούζα.

Γνώρισε κι έναν ψευτογάλλο ατζέντη
μα μόλις τη δοκίμασε είπε: «Νο !
εσύ παιδί μου κάνεις μόνο για πορνό,
μόνο ξεβράκωτη άμα βγεις θα γίνει γλέντι».


Τόλμησε να του πει : «Δεν πάω στο βούρκο
και το κορμί μου εγώ δεν το πουλ
ώ»
(πού να
χε υπόψη της και τον Ξενόπουλο).
Όμως τα λόγια της αυτά τον κάναν τούρκο.


Της βάρεσε ένα γυριστό χαστούκι,
«Τί θες να γίνεις μωρή κλώσσα αφού
σαι ψάρι και στο κάτω-κάτω ζεμανφού,
άντε να μου χωθείς σ’ ένα κουτούκι».

Μ’ αυτή εκεί, στο πείσμα, στο αντέτι !

Κάτι θα γίνει και για μένα, δεν μπορεί,
δεν είναι κι όλοι τους πια σωματέμποροι,
δεν πρόκειται εγώ να γίνω Μπέττυ.

Όμως στο τέλος όλα βγήκαν ουτοπία

και ακολούθησε το δρόμο το γνωστό
(έβγαλε κι ένα σβωλαράκι στο μαστό
κι έτρεχε στους γιατρούς για θεραπεία).

Χρόνια στην καταφρόνια και στη χλεύη

κι έπεφτε από αγκαλιά σε αγκαλιά.
Σκαλί-σκαλί κατέβηκε όλα τα σκαλιά
ώσπου πια δεν είχε άλλο να κατέβει.

Μα όλα στη ζωή είναι μοιραία

και κάποιο βράδυ από μια πόρτα σκοτεινή
ακούει τ’ όνομά της : «Φωτεινή !».
Γυρνά και βλέπει τον Θανάση τον κουρέα.

Της άπλωσε το χέρι κι είπε: «Έλα»,

μ’ αυτή είχε πια τελείως βουβαθεί.
(Μακριά σ’ ένα τζουμπόξ, ένα βαθύ
πονετικό τραγούδι έλεε η Μαρινέλα).

Την έσφιξε απαλά το παλικάρι,

«Μόνο μια λέξη ακόμα : μη μιλάς».
Κι αυτή μια θλιβερή πρώην «Σταρ Ελλάς»
αφέθηκε στην αγκαλιά του, ένα ζυμάρι.

Μιαν ιστορία σάς αφηγούμαι πονεμένη

που προκαλεί σε δυο καρδιές βαθύ σεισμό.
Δε σας τη λέω για παραδειγματισμό –
απ’ το
να αυτί σάς μπαίνει, απ’ τ’ άλλο βγαίνει.
Μιαν ιστορία κι αυτή σαν τόσες άλλες,

που χρέος ανθρώπινο επιβάλλει να την πω,
ίσως και κάνω κάνα ρήγμα στο ρεπό
της ηθικής σας, ασυνείδητες  κ ο υ φ ά λ ε ς
.

Ο Κατήφορος, 1986

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ :Ποιήματα - Ομιλος Φίλων Ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια: